Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010



Η κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη. Η κατάσταση δεν έχει σταθεροποιηθεί. Ο φαύλος κύκλος δεν έχει σπάσει. Είμαστε ακόμα μέσα στην περιδίνηση. Η κρίση που ξεκίνησε ως τραπεζική και εξελίχθηκε σε δημοσιονομική, σε παγκόσμια κρίση δημοσίου χρέους, ξαναγίνεται τραπεζική, είναι πάντα κρίση ρευστότητας, κρίση των πραγματικών οικονομιών, την πληρώνουν οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι, τα νοικοκυριά.

Το μέγεθος της κρίσης είναι τόσο μεγάλο, που δυστυχώς περιορισμένα πράγματα μπορούμε να κάνουμε σε εθνικό επίπεδο. Μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα σε ευρωπαϊκό. Αλλά το πολιτικό πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναδειχθεί σε όλο του το μεγαλείο. Οι αμηχανίες και οι δισταγμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης πολλές φορές επιδεινώνουν τα προβλήματα, ενώ επιδιώκουν υποτίθεται να τα λύσουν.



Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η τελευταία απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το μηχανισμό στήριξης μετά το 2013 με τη συμμετοχή των ιδιωτών, του ιδιωτικού τομέα. Κάτι που βεβαίως οδηγεί σε προκαταβολικές σπέκουλες σε βάρος των κρατών και αντί να οριοθετήσει και να θέσει υπό έλεγχο τον ρόλο των οίκων αξιολόγησης, ενθαρρύνει τους οίκους αξιολόγησης να θέσουν υπό αμφισβήτηση προσπάθειες λαών, κοινωνιών, κυβερνήσεων, που έχουν αξιολογηθεί θετικά από πολιτικά όργανα σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως συμβαίνει στην περίπτωσή μας.

Από την άλλη μεριά, βέβαια, είναι αλήθεια ότι η κρίση ανέδειξε όχι απλώς και μόνο διαρθρωτικά προβλήματα, αλλά ιστορικά, γενετικά προβλήματα του κράτους μας, της οικονομίας μας και της κοινωνίας μας. Προβλήματα που υπάρχουν από το 19ο αιώνα. Και νομίζω ότι είναι ιστορική αδικία να κατηγορεί κανείς την περίοδο της μεταπολίτευσης, που είναι τα καλύτερα 35 χρόνια του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Τι έγινε όμως; Η αναπτυξιακή έκρηξη των τελευταίων 30 ετών και λόγω των κοινοτικών ενισχύσεων, δεν απέκτησε ποτέ στέρεες βάσεις. Οικοδομήθηκε πάνω σε μικρές ή μεγαλύτερες φούσκες που τώρα βεβαίως έσκασαν και τώρα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τέτοιου είδους προβλήματα, τα οποία δεν πρέπει να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είμαστε μια χώρα οριστικά απαξιωμένη ή ηττημένη. Γιατί και αυτό είναι τεράστιο ιστορικό λάθος.

Παρά την κρίση και εν μέσω της κρίσης, η Ελλάδα εξακολουθεί να ανήκει στην ομάδα των μεγάλων, πλούσιων χωρών του κόσμου. Η οικονομία μας, παρά την κρίση, παρά τα κοινωνικά προβλήματα και την αγωνία του κόσμου, είναι η 30ή σε όγκο οικονομία διεθνώς. Και με κριτήριο τους δείκτες κοινωνικής ανάπτυξης, είμαστε πάντα μέσα στις 20–25 καλύτερες χώρες του κόσμου.

Έχουμε λοιπόν, παραδόξως, μέσα στην κρίση και συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Έχουμε μεγάλο δημόσιο χρέος. Ναι, αλλά ευτυχώς δεν έχουμε ιδιωτικό χρέος, αντίστοιχο της Ιρλανδίας. Οι τράπεζές μας, ναι, έχουν πρόβλημα ρευστότητας και αυτό επηρεάζει την αγορά, την πραγματική οικονομία, αλλά δεν είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους παραγώγων προϊόντων, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες. Οι εξαγωγές μας αυξάνουν. Οι ιδιώτες, οι Έλληνες πολίτες, τα νοικοκυριά, έχουν επενδύσει σε ακίνητα πάνω από το 400% του ΑΕΠ , όταν –θυμίζω- το δημόσιο χρέος τείνει στο 160% του ΑΕΠ, τεράστιο, αλλά ας κάνουμε τη σύγκριση για να αποκτήσουμε στοιχεία αυτοσυνειδησίας και στοιχεία αισιοδοξίας για το μέλλον.

Ποτέ δεν έχουμε πει ότι το μνημόνιο είναι μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για την Ελλάδα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Το μνημόνιο είναι η κωδικοποίηση των όρων του δανείου. Βεβαίως, υπό την πίεση της κρίσης και της  κατάστασης, παίρνουμε πρωτοβουλίες που δύσκολα θα τις είχαμε πάρει υπό διαφορετικές συνθήκες.

Στην πραγματικότητα διανύουμε ένα προκαταρκτικό στάδιο. Πρέπει να περάσουμε αυτή τη δοκιμασία για να αποκτήσουμε την αξιοπιστία που απαιτείται. Προφανώς και θα θέλαμε, διεθνώς και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να  διαπραγματευόμαστε με όρους ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής και όχι με όρους δημοσιονομικής πειθαρχίας και ανταγωνιστικότητας, με την έννοια της μείωσης του κόστους εργασίας. Αλλά όλα έχουν τη στιγμή τους, το momentum τους. Όλα έχουν, αν θέλετε, ως προϋπόθεση να διαμορφώσεις συμμαχίες και συσχετισμούς.

Εδώ  βρισκόμαστε τώρα. Μήπως δεν ξέρουμε στην αίθουσα αυτή ότι η λογική του μνημονίου είναι  απλή και γραμμική; Ο περιορισμός του ελλείμματος μας  οδηγεί σε πρωτογενή πλεονάσματα, αυτό μας επιτρέπει να διαθέσουμε διαφορετικά τις δημόσιες δαπάνες. Η πτώση των επιτοκίων λειτουργεί αναπτυξιακά, λες και όλα αυτά οδηγούν σχεδόν αυτόματα σε έναν ενάρετο κύκλο.

Και από την άλλη μεριά, η μείωση του διοικητικού κόστους και η μείωση του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους εργασίας, οδηγεί  σε αύξηση της παραγωγικότητας, όπου παραγωγικότητα είναι η μείωση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος.

Μακάρι να ήταν τα πράγματα τόσο απλά και τόσο γραμμικά, σε κάθε οικονομία, πολύ περισσότερο σε μια πολύπλοκη οικονομία όπως η ελληνική, με ατυπίες, με παραοικονομία, με παράπλευρες κοινωνικές δραστηριότητες.

Εδώ και δεκαετίες, εδώ και ενάμισι αιώνα, όλα είναι πιο πολύπλοκα και πιο δύσκολα. Η μετάβαση από την παραοικονομία στην οικονομία, δεν είναι απλά η καταστολή της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Είναι ένα πολύ πιο πολύπλοκο εγχείρημα: Να διατηρείς τη δυναμική του υπάρχοντος μοντέλου ανάπτυξης -οικοδομή, τουρισμός, ναυτιλία, λιανικό εμπόριο- και να πηγαίνεις στο νέο μοντέλο ανάπτυξης, το ανταγωνιστικό, το μεταβιομηχανικό, αυτό που μπορεί να σε βάλει στο δρόμο της σύγκλισης με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Άρα λοιπόν ξέρουμε πολύ καλά τι συμβαίνει. Και ξέρουμε επίσης ότι συμβαίνει τον τελευταίο καιρό και μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα αλλαγή στη σύνθεση του δημοσίου χρέους. Το 1/3 του χρέους υποκαθίσταται από το δάνειο των 110 δισ. ευρώ, που το οφείλουμε σε θεσμικούς πιστωτές: Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Άλλο 1/3 βρίσκεται στα χέρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των ελληνικών τραπεζών και των ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων. Τα 2/3 του χρέους, ανήκουν σε θεσμικούς, πολιτικούς κομιστές, που συνομιλούν με την ελληνική Κυβέρνηση. Και αυτό σημαίνει πολλά, για τη μεσομακροπρόθεσμη διαχείριση και κλιμάκωση του χρέους. Σημαίνει πολλά για τις δυνατότητες εξόδου ξανά στις αγορές, για το άνοιγμα του φωτός στο τέλος του τούνελ, μέσα στο οποίο βρισκόμαστε.

Γίνονται τόσα  πολλά πράγματα και τόσο δύσκολα πράγματα, που στην πραγματικότητα ο ελληνικός λαός και όλοι μας, βιώνουμε μια περίεργη πύκνωση του πολιτικού και  οικονομικού χρόνου. Η κάθε μέρα ισοδυναμεί με βδομάδα, η κάθε βδομάδα ισοδυναμεί με μήνα, ο κάθε μήνας με χρόνο. Έχουν αλλάξει οι ρυθμοί μέσα στους οποίους λειτουργούμε. Και όλα αυτά δεν μπορείς να τα αφομοιώσεις ως κοινωνία, ως πολιτικό σύστημα, ως αγορά, χωρίς νευρικότητες, χωρίς πιέσεις, χωρίς αγωνίες. Έχουμε πλήρη συνείδηση του τι συμβαίνει σε κάθε μικρή και μεσαία επιχείρηση, σε κάθε σπίτι, στην ψυχή κάθε άνεργου παιδιού που δε βρίσκει μια θέση κάτω από τον ήλιο της πατρίδας.

Υπάρχει όμως, εκ των πραγμάτων, ένας καθαρός καμβάς σε αυτά που γίνονται τους τελευταίους 8 μήνες:

§    Πρώτον, αποτρέψαμε τη χρεοκοπία. Δεν υπάρχει χρεοκοπία του κράτους χωρίς δραματικές επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα, τα εισοδήματα, τις περιουσίες, την πραγματική οικονομία. Και η συζήτηση περί χρεοκοπίας, δυστυχώς συνεχίζεται διεθνώς, παρότι, όπως έχει ειπωθεί από πολύ έγκυρα χείλη, είναι αδιανόητο μια τόσο πλούσια χώρα μέσα στον κόσμο, που η πλειοψηφία των χωρών είναι φτωχές, όπως είναι η Ελλάδα, να συζητάει για τέτοιο ενδεχόμενο. Είναι αδιανόητο για τα διεθνή δεδομένα.

§    Δεύτερον, προσπαθούμε να ανασχέσουμε την ύφεση, που τη δημιουργούμε βεβαίως επειδή η δημοσιονομική προσαρμογή είναι  βίαιη και εξαιρετικά φιλόδοξη.

§    Τρίτον, ανακτούμε σταδιακά βαθμούς διεθνούς αξιοπιστίας. Πού όμως; Απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα ή απέναντι στις αγορές; Οι αγορές είναι ανώνυμες και αδυσώπητες. Άρα χρειάζεται προσοχή και αγώνας.

§    Τέταρτον, παίρνουμε επώδυνα μέτρα εκλογίκευσης, τα οποία βεβαίως τα εισπράττει ο κόσμος ως περικοπή: περικοπή εισοδήματος, περικοπή δυνατοτήτων, περικοπή νόμιμων ή και ημινόμιμων δυνατοτήτων. Όλα αυτά είναι και μια αναδιανομή, είναι  ένα σοκ που πρέπει να το οδηγήσουμε προς μια δημιουργική κατεύθυνση.

§    Πέμπτον, υπό συνθήκες εξαιρετικά σφικτές δημοσιονομικές, προσπαθούμε να πάρουμε κάποια μέτρα κοινωνικής συνοχής. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά, για παράδειγμα, ότι η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, που είναι μια μεγάλη προσφορά προς τις επιχειρήσεις και τις προοπτικές ανάπτυξης με την κλασική, την κρατούσα αντίληψη του όρου, βεβαίως και πρέπει να συνοδευτεί από μέτρα ασφάλειας, να πάμε στη flexicurity,  να υπάρχει και το στοιχείο της προστασίας του ανέργου, αυτού που μετακινείται στην αγορά εργασίας, του μεσήλικα, του νέου που δε βλέπει να ανοίγει η πόρτα της αγοράς.

Άρα λοιπόν πρέπει να απαντήσουμε σε αυτή την αγωνία της κοινωνίας. Η αγωνία της κοινωνίας είναι: έχουν τέρμα οι θυσίες; Πιάνουν τόπο; Βγαίνουμε πραγματικά από το τούνελ; Υπάρχει ξέφωτο ή θα υπάρχει μία συνεχής περιδίνηση, μία ανακύκλωση να κυνηγάμε την ουρά μας;

Η απάντηση είναι ότι, ναι υπάρχει έξοδος, ναι μπορούμε να διαφυλάττουμε και να κεφαλαιοποιούμε τις θυσίες, να τις μετατρέπουμε σε εφαλτήριο για μια επάνοδο, όχι στις αγορές, αλλά στην αισιοδοξία και τη δυναμική που δικαιούται η χώρα, αρκεί να πληρωθούν κάποιες προϋποθέσεις. Εγώ θα έλεγα ότι είναι επτά οι προϋποθέσεις:

§    Πρώτη προϋπόθεση είναι να διαφυλάξουμε την εθνική και κοινωνική συνοχή ως ελάχιστο πατριωτικό καθήκον. Πρέπει κανείς να μη νιώσει ότι μπορεί να γίνει απροστάτευτο και απελπισμένο θύμα της κρίσης. Είναι προτεραιότητά μας, οφειλόμενη προτεραιότητα, προτεραιότητα της κυβέρνησης, να απλώσουμε αυτό το δίχτυ προστασίας για τον καθένα που νιώθει ότι απειλείται και πολύ περισσότερο για τον καθένα που πράγματι απειλείται με το κλείσιμο της μικρής του επιχείρησης, με απόλυση, με αδυναμία να προσφέρει στα παιδιά του τα βασικά κοινωνικά αγαθά.

§    Δεύτερη προϋπόθεση είναι η πολιτική συναίνεση. Αλλά πολιτική συναίνεση δεν είναι η διακομματική διευθέτηση. Δεν είναι η συνεννόηση μεταξύ ΠΑΣΟΚ–Νέας Δημοκρατίας–ΚΚΕ και των άλλων κομμάτων. Είναι στην πραγματικότητα μια άλλου τύπου πολιτική, ένας άλλου τύπου πολιτικός λόγος με ειλικρίνεια, που απευθύνεται στην κοινωνία και αφορά τη σχέση μεταξύ πολιτείας και κοινωνίας και αυτό μπορεί να γίνει με μοχλό τη στρατηγική της συσπείρωσης και της ελπίδας και όχι τη στρατηγική του φόβου. Ξέρουμε πολύ καλά ότι η στρατηγική του φόβου δεν οδηγεί πουθενά.

Εμείς αγωνιζόμαστε να αποβάλουμε την αίσθηση ότι είμαστε μια μονοκομματική, συμβατική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Δεν είμαστε. Δε δικαιούμαστε να είμαστε. Είμαστε μια κυβέρνηση εθνικής ανάγκης, που διαχειρίζεται πρωτοφανείς περιστάσεις γιατί έτσι τα έφεραν τα πράγματα. Στο όνομα του έθνους, όχι στο όνομα της πλειοψηφίας του ΠΑΣΟΚ στη Βουλή.

Η Νέα Δημοκρατία φοβούμαι ότι είναι εκτός θέματος. Έχει ο κ. Σαμαράς την αίσθηση ότι βρισκόμαστε στις παραμονές μιας εναλλαγής και ότι έρχεται ξανά η Νέα Δημοκρατία στα πράγματα να σώσει τη χώρα; Αυτό είναι μια προσέγγιση εκτός τόπου και χρόνου.

Άρα όταν μιλάμε για πολιτική συναίνεση, μιλούμε για άλλου τύπου πολιτική. Δεν αντιδικούμε με τη Νέα Δημοκρατία. Εάν πιστεύει κανείς ότι το θέμα μας είναι η σχέση ΠΑΣΟΚ–Νέας Δημοκρατίας, είναι μακριά νυχτωμένος και υποτιμούμε και τους εαυτούς μας και τη νοημοσύνη και -αν θέλετε- τη φόρτιση του πολίτη που έχει βαρεθεί να βλέπει αυτού του είδους την αντιδικία. Δε σώζεται έτσι η πατρίδα.

§    Τρίτη προϋπόθεση, που την ξέρουμε πάρα πολύ καλά και γι' αυτήν αγωνιζόμαστε, είναι η ηθική ισορροπία των μέτρων. Να ξέρει ο πιο αδύνατος ότι ο πιο ισχυρός πληρώνει περισσότερα, ότι μετέχει. Και αυτό δεν το καταφέρνουμε πάντα, γιατί πιο εύκολα συλλαμβάνεις τον μικρό ή τον μεσαίο και πιο δύσκολα τον μεγάλο και τον ισχυρό. Και αυτή είναι η πρώτη μας προτεραιότητα: η ηθική ισορροπία των μέτρων.

§    Τέταρτη προϋπόθεση, που είναι η πρώτη για κάθε κυβέρνηση -και αυτό κάνουμε- είναι η αποτελεσματική λειτουργία του κράτους. Υπό συνθήκες κρίσης ο πολίτης θέλει ασφάλεια, θέλει έλεγχο της αγοράς, θέλει να λειτουργούν οι μηχανισμοί κοινωνικής πρόνοιας, θέλει να νιώθει ότι είναι σε ένα προστατευμένο περιβάλλον.

§    Πέμπτη προϋπόθεση είναι ο σεβασμός της κοινής λογικής και της εμπειρίας της ίδιας της αγοράς. Πρέπει να διαφυλάξουμε, όπως είπα, τη δυναμική του υπάρχοντος μοντέλου ανάπτυξης για να πάμε στο νέο. Άρα τα μέτρα για τη στήριξη της οικοδομής, τα μέτρα για τη στήριξη του τουρισμού, τα μέτρα για την αφομοίωση του ναυτιλιακού κεφαλαίου κ.ο.κ, είναι και θα είναι συνεχή, φορολογικά, ασφαλιστικά, αναπτυξιακά, διοικητικά, πολεοδομικά, χωροταξικά, ώστε να διευκολύνεται η κίνηση της πραγματικής οικονομίας, να είναι η Ελλάδα φιλοεπενδυτική, άρα φιλεργατική.

§    Έκτη προϋπόθεση είναι η διαφύλαξη της εθνικής ισχύος. Μια οικονομικά αδύναμη χώρα πρέπει να καταβάλλει αυξημένη προσπάθεια -και αυτό κάνουμε- να μην κάμπτεται διπλωματικά και αμυντικά. Υπάρχει ευρύτατη συναίνεση, ισχυρό εσωτερικό μέτωπο, το σεβόμαστε. Αυτή είναι η αταλάντευτη θέση του έθνους, όχι μόνο της κυβέρνησης.

§    Και έβδομη προϋπόθεση είναι η ριζοσπαστική θεσμική ανασυγκρότηση. Η αναθεώρηση του Συντάγματος, που μπορεί να αρχίσει το 2013, δεν μπορεί να είναι ένα τέχνασμα, να πούμε δηλαδή ψευδώς ότι δήθεν φταίει το Σύνταγμα και όχι το εσφαλμένο μοντέλο συγκρότησης του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας.

Αν σοβαρευτούμε μπορούμε να κάνουμε πολλά:

§    Πρώτον,
να αλλάξει η λειτουργία των κομμάτων, με εσωτερική δημοκρατική οργάνωση, διαφάνεια, αποκέντρωση. Από κει εξαρτώνται τα πάντα, η Βουλή, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα Πανεπιστήμια, τα πάντα.  

§    Δεύτερον, η Δικαιοσύνη. Ουσιαστική εσωτερική ανεξαρτησία, άλλος τρόπος οργάνωσης της Συνταγματικής Δικαιοσύνης και βεβαίως μια Δικαιοσύνη που δίνει απάντηση γρήγορα στον πολίτη και λειτουργεί ως πραγματικό καταφύγιο του αδικουμένου.

Εάν τα προωθήσουμε -και αυτό κάνουμε και αυτό μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί ως έθνος, ως κοινωνία, ως κοινότητα κινδύνου, γιατί ανήκουμε όλοι σε μία κοινότητα κινδύνου- τότε μπορούμε να βγούμε από την κρίση, βγαίνοντας, πριν από την κρίση, από την κατήφεια και την αυτοταπείνωση, γιατί αυτό είναι που υπονομεύει τις δυνάμεις του έθνους.

Έτσι λοιπόν, μπορούμε -και αυτό κάνουμε- να αποκτήσουμε το εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση και να τροφοδοτήσουμε ένα νέο πατριωτισμό. Όπως είπα και προχθές, πρέπει να αγαπήσουμε ξανά την πατρίδα μας για να μας αγαπήσει και αυτή. 

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2010