Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

 

Απάντηση Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομικών, κ. Ευάγγελου Βενιζέλου στην επίκαιρη ερώτηση του κ. Γ. Καρατζαφέρη (Λα.Ο.Σ.) με θέμα τις «δυσοίωνες εξελίξεις για την ελληνική οικονομία»


 Ευ. Βενιζέλος: Δεν υπάρχει αμφιβολία, κύριε Πρόεδρε, ότι η κατάσταση της χώρας είναι πάρα πολύ δύσκολη.  Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι  η ελληνική οικονομία διέρχεται τη δυσκολότερη στιγμή της μετά από πάρα πολλές δεκαετίες, τη δυσκολότερη στιγμή των τελευταίων τριάντα επτά-σαράντα ετών.

Η Κυβέρνηση και εγώ προσωπικά δεν έχω καμία διάθεση να εξωραΐζω την κατάσταση. Μιλάμε –και μιλάω και εγώ προσωπικά- τη γλώσσα της ειλικρίνειας και της αλήθειας. Πράγματι, φέτος, όπως δείχνουν τα στοιχεία η ύφεση θα είναι βαθύτερη απ’ αυτήν που είχε προβλεφθεί, όταν καταρτίστηκε και ο αρχικός Προϋπολογισμός του 2011 και το τελικό Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής  Προσαρμογής την άνοιξη του 2011.



Αυτές οι εκτιμήσεις για την ύφεση ήταν εκτιμήσεις που έγιναν όχι μόνον ή κυρίως από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά από όλους τους διεθνείς οργανισμούς που στηρίζουν την ελληνική οικονομία: από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τώρα, βλέπουμε ότι η ύφεση πράγματι θα κινηθεί σε επίπεδα πάνω από 4,5%, άρα είμαστε αντιμέτωποι με ένα μακροοικονομικό ζήτημα, το οποίο αναμφίβολα επηρεάζει και τους δημοσιονομικούς στόχους.

Δεν πρέπει, όμως, σε καμία περίπτωση να χαλαρώσουν οι προσπάθειές μας. Εάν εφαρμόσουμε πλήρως και με συστηματικότητα τα ψηφισμένα και συμφωνημένα μέτρα, θα είμαστε πάρα πολύ κοντά στο δημοσιονομικό μας στόχο και θα μπορέσουμε το 2012 να αλλάξουμε την ατμόσφαιρα. Δεν λέω ότι θα φτάσουμε οπωσδήποτε σε θετικό πρόσημο, αλλά η δραστική μείωση της ύφεσης διαμορφώνει μία τελείως διαφορετική κατάσταση, γιατί τα μεγέθη της οικονομίας θα αλλάξουν και αν θέλετε, η ατμόσφαιρα είναι αυτή η οποία θα αλλάξει. Η ατμόσφαιρα είναι πραγματικό μέγεθος στην οικονομία, επηρεάζει συμπεριφορές, επενδύσεις, καταθέσεις. Το οικονομικό κλίμα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Θα τα συζητήσουμε όλα αυτά τις επόμενες μέρες με τους θεσμικούς μας εταίρους και πιστωτές. Γιατί δεν είναι μόνο εταίροι, είναι δυστυχώς ή ευτυχώς και πιστωτές. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, γιατί χρειαζόμαστε μία συναντίληψη, εφόσον εφαρμόζουμε όλοι μαζί στο πλαίσιο της Ευρωζώνης ένα πρόγραμμα, που αφορά βεβαίως τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, αλλά αφορά και την προστασία της Ευρωζώνης ως τέτοιας.

Γιατί η Ελλάδα δεν είναι το πρόβλημα της Ευρωζώνης, ούτε το πρόβλημα της διεθνούς οικονομίας. Είναι ένα εργαστήριο στο οποίο δοκιμάζονται ζητήματα και μέθοδοι, είναι ένας καταλύτης που μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο τα δεδομένα της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά δεν είναι «το» πρόβλημα. Δεν προκαλέσαμε εμείς την πρόσφατη όξυνση της κρίσης.

Είπατε, κύριε Πρόεδρε του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, ότι υπήρξε μία ανάσα, μία ανακούφιση στις 21 Ιουλίου και μετά άρχισε λίγο να χαλάει ή να θολώνει η εντύπωση αυτή. Για σκεφτείτε τι μεσολάβησε διεθνώς από τις 21 Ιουλίου έως σήμερα. Μεσολάβησε μια μεγάλη δημοσιονομική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρωτοφανής υποβάθμιση της οικονομίας των Ηνωμένων Πολιτειών από μία εταιρεία αξιολόγησης, μία από τις τρεις που στην πραγματικότητα λειτουργούν. Είχαμε μία επίθεση σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο σε χώρες όπως η Ισπανία, αλλά σε χώρες όπως η Ιταλία. Η Ιταλία μετέχει στις επτά μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, στο G7, είναι μία χώρα η οποία έχει υψηλή ανταγωνιστικότητα, έχει ισχυρή εξαγωγική οικονομία και βεβαίως είναι μόνη της το 25% του δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης, όταν η Ελλάδα είναι λιγότερο από 3%, όταν Ελλάδα, Πορτογαλία και Ιρλανδία μαζί είναι αθροιστικά το 6% του δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης.

Αυτό δείχνει ότι οι αγορές είναι αδυσώπητες, ότι δεν χαρίζονται καθόλου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πραγματικότητα, οι αγορές βεβαίως κερδοσκοπούν, σπεκουλάρουν, αλλά θέτουν εκ των πραγμάτων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη το δίλημμα: Θα υπάρξουν βήματα οικονομικής και θεσμικής ολοκλήρωσης ή θα μείνει ανυποστήρικτη θεσμικά, πολιτικά και οικονομικά η Νομισματική Ένωση; Αυτό είναι το πρόβλημα.

Και ενώ φυσικά δεν έχει γίνει καμία κίνηση θεαματική, όπως για παράδειγμα η κίνηση των ευρωομολόγων, έχει γίνει κάτι το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό, πάρα πολύ πρακτικό, πάρα πολύ χειροπιαστό. Άλλαξε ριζικά ο ρόλος του μηχανισμού χρηματοοικονομικής στήριξης που λειτουργεί στην Ευρωζώνη, ο ρόλος του EFSF. Ο ρόλος του EFSF είναι καθοριστικός όχι μόνο για το νέο ελληνικό δάνειο των 109 δισεκατομμυρίων που θα αθροιστεί με το αρχικό διακρατικό δάνειο των 110 δισεκατομμυρίων, ώστε να έχει πάρει η Ελλάδα βοήθεια από τους εταίρους της 219 δισεκατομμύρια από το δημόσιο τομέα, αλλά ο ρόλος του EFSF είναι κρίσιμος για κάθε ευρωπαϊκή χώρα, για την Ευρωζώνη συνολικά.

Άρα, αυτό το οποίο καλείται να κάνει τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωζώνη –και αυτό έθεσα με την επιστολή μου του περασμένου Σαββάτου στους ομολόγους μου Υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης και βεβαίως τον κύριο Juncker, τον κύριο Rehn και τον κύριο Trichet- είναι ότι πρέπει να ξαναγυρίσουμε στον πυρήνα και στην ουσία της απόφασης της 21ης Ιουλίου και να στείλουμε ένα ακόμα ισχυρότερο μήνυμα ότι η Ευρωζώνη έχει την ικανότητα και την ετοιμότητα να αντιδρά, να παίρνει τα πράγματα στα χέρια της, να ανακόπτει την ανεξέλεγκτη και ασύμμετρη επιθετικότητα των αγορών διότι κράτη και άρα λαοί και κοινωνίες και διεθνείς οργανισμοί δεν μπορούν θεσμικά να αντιμετωπίσουν τις ασύμμετρες απειλές της λεγόμενης αγοράς γιατί δεν υπάρχουν θεσμοί παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης και γιατί η ίδια η Ευρωζώνη και πολύ περισσότερο η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουν ολοκληρωθεί σε επίπεδο εσωτερικής περιφερειακής οικονομικής διακυβέρνησης.

Άρα, αυτό που κάνουμε τώρα είναι μία κολοσσιαία, μία συστηματική προσπάθεια να εφαρμόσουμε πλήρως και αμέσως τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου. Αυτή είναι και η καλύτερη απάντηση στο πρόβλημα της πραγματικής οικονομίας της χώρας μας που είναι πρόβλημα έλλειψης ρευστότητας. Η έλλειψη ρευστότητας είναι αυτή που δημιουργεί το πρόβλημα στην αγορά, την έλλειψη επενδύσεων, την αύξηση της ανεργίας που είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μία χώρα, σε μία οικογένεια, σ’ ένα πρόσωπο.

Όλα τα μέτρα που παίρνουμε, η στήριξη των επιχειρήσεων, ο αναπτυξιακός νόμος, το ΕΣΠΑ, η συνεργασία με τη Γερμανία ή άλλες χώρες στον αναπτυξιακό τομέα, στα φωτοβολταϊκά ή σε άλλες επενδύσεις δεν μπορεί να αποδώσουν τους καρπούς που θέλουμε εάν δεν αλλάξει το επίπεδο ρευστότητας στην ελληνική οικονομία.

Πώς μπορεί να γίνει αυτό και μάλιστα σε ορατό χρονικό διάστημα; Μέσα από την εφαρμογή των αποφάσεων της 21ης Ιουλίου. Αυτό αφορά την Ελλάδα, αλλά αφορά και το μέλλον της Ευρωζώνης και το ξέρουν όλοι αυτό. Βέβαια γι’ αυτό έχουμε τις καθημερινές επιθέσεις από μέσα ενημέρωσης, από κύκλους, απ’ όλους αυτούς που διαμορφώνουν ένα ολόκληρο περιβάλλον αστάθειας και αβεβαιότητας.

Εμείς ως έθνος, ως τόπος που διερχόμεθα μία κρίση και είμαστε στο επίκεντρο μίας διεθνούς κρίσης, πρέπει να είμαστε σταθεροί, πειθαρχημένοι, υπεύθυνοι, να στηρίζουμε τις δικές μας προσπάθειες κι όχι να τις υπονομεύουμε ελεεινολογώντας τον εαυτό μας και καταστροφολογώντας.

Εδώ εντάσσεται και όλη η συζήτηση για τη Φινλανδία η οποία, όπως διεξάγεται στην Ελλάδα, είναι τραγική στην αφέλειά της και στην ανευθυνότητά της. Η Φινλανδία εδώ και έξι μήνες, ενώ πήγαινε σε εκλογές και σε σχηματισμό εξακομματικής κυβέρνησης συνεργασίας, είχε καταστήσει μείζον εσωτερικό της θέμα την παροχή εγγυήσεων για οποιαδήποτε νέα βοήθεια προς την Ελλάδα ή οποιαδήποτε άλλη χώρα. Είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να εγκρίνει καμία απόφαση που πρέπει να είναι ομόφωνη προκειμένου να προχωρήσουμε σε νέο πρόγραμμα ζωτικής, υπαρξιακής σημασίας για τη χώρα.

Είχαμε αρχίσει διμερείς επαφές πριν την απόφαση της 21ης Ιουλίου και η ίδια η απόφαση λέει ρητά στα Πρακτικά της ότι για να ψηφίσει η Φινλανδία και να έχουμε ομόφωνη απόφαση, έπρεπε να διέλθουμε από τη φάση μιας διμερούς διαπραγμάτευσης με τη Φινλανδία, γιατί αν δεν είχαμε απόφαση, οι αγορές θα κατακρεουργούσαν το ευρώ, την Ευρωζώνη και την Ελλάδα την επόμενη μέρα και όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ιταλία, την Ισπανία, όλες τις χώρες.

Κάναμε τη διαπραγμάτευση με τον καλύτερο τρόπο γιατί έπρεπε να είμαστε καλόπιστοι, δημιουργικοί αλλά και απόλυτα αμετακίνητοι εκεί που πρέπει. Από τα 50 δισεκατομμύρια εγγυήσεις εμπραγμάτου χαρακτήρα ξεκινήσαμε για να φτάσουμε σ’ ένα χρηματοοικονομικό σχήμα μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων που είναι προϊόν του προγράμματος στήριξης. Βέβαια είχαμε πει ότι αυτό τελεί υπό την απόλυτη έγκριση του Eurogroup, των άλλων μελών. Βιάστηκε η φινλανδική κυβέρνηση, το ανακοίνωσε, ανακοινώσαμε κι εμείς ότι πράγματι υπάρχουν οι συζητήσεις υπό την έγκριση των άλλων μελών και αυτή η διαπραγμάτευση στην πραγματικότητα ποτέ δεν σταμάτησε διότι όλες οι χώρες οι οποίες θέλουν ίση μεταχείριση, θέλουν ίση μεταχείριση ασκώντας πίεση να μην υπάρξουν αυτές οι εγγυήσεις οι οποίες δεν έχουν καμία στέρεη νομική και χρηματοοικονομική λογική.

Βλέπετε, έχουμε στην Ευρώπη 17 χώρες, 17 πολιτικά συστήματα, δεκαεπτά κοινοβούλια, 17 σκοπιμότητες πολιτικές εσωτερικές και αυτό είναι ο πλούτος, αλλά και το δράμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θα βρεθεί λύση, διότι ουδείς καταλογίζει στην Ελλάδα οποιαδήποτε ευθύνη. Εμείς εκπληρώσαμε τις υποχρεώσεις μας. Δεν είμαστε εμείς το πρόβλημα. Θα αναζητηθεί λύση, αναζητείται. Σε λίγες ώρες υπάρχει ξανά συνεδρίαση των εκπροσώπων των Υπουργών Οικονομικών, χωρίς να θίγεται η αξιοπρέπεια της Ελλάδας και η σταθερότητα και η αξιοπιστία του Προγράμματος Στήριξης, γιατί πρέπει τα μηνύματα να είναι καθαρά προς τις αγορές.

Προχωρούμε, ταυτόχρονα, την προετοιμασία της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα, το λεγόμενο PSI. Αυτό το PSI είναι που θα ολοκληρώσει όλο το Πρόγραμμα της 21ης Ιουλίου. Όλες οι χώρες της Ευρωζώνης, όλοι οι θεσμοί, όλες οι διεθνείς τράπεζες μετέχουν στην προσπάθεια αυτή υπό το συντονισμό το δικό μας.

Η επιστολή που απηύθυνα στους ομολόγους μου παρελήφθη από πενήντα επτά διαφορετικούς Υπουργούς Οικονομικών σ’ όλον τον κόσμο, πενήντα επτά χώρες καλούνται να μετάσχουν στο Πρόγραμμα αυτό. Αντιλαμβάνεστε το μέγεθος και τον καινοφανή χαρακτήρα αυτής της προσπάθειας με επίκεντρο την Ελλάδα, για την Ελλάδα, για την Ευρωζώνη για να μπορέσουμε πραγματικά να αναπνεύσουμε, να μπούμε στο νέο Πρόγραμμα με χαμηλότερα επιτόκια, με περίοδο χάριτος, με ανασχεδιασμό του ελληνικού χρέους με παράταση τριάντα ετών, με διπλασιασμό του μέσου μήκους του δημοσίου χρέους, με πολύ λιγότερες δανειακές ανάγκες όχι για τα χρόνια μέχρι το 2014, αλλά για τα χρόνια μέχρι το 2020. Αυτό είναι ένα άλλο περιβάλλον στο δημόσιο χρέος.

Φυσικά, εάν δεν έχουμε πρωτογενή πλεονάσματα, εάν δεν έχουμε πειθαρχία εσωτερική στους στόχους μας, εάν δεν έχουμε ανάπτυξη, δεν μπορούμε να πετύχουμε όλο αυτό το σχέδιο, το οποίο είναι φιλόδοξο, αλλά απολύτως επιβεβλημένο.

Θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά; Θα μπορούσαμε να έχουμε ακολουθήσει πιο αργό ρυθμό προσαρμογής με μικρότερες επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία και άρα στο ρυθμό ανάπτυξης; Βεβαίως, αλλά δεν μπορούμε να πάρουμε εμείς τέτοια απόφαση. Πρέπει αυτό που κάνουμε να είναι συμφωνημένο με τους εταίρους και πιστωτές μας, αποδεκτό από τις περιβόητες αγορές και άρα είμαστε και εμείς υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε ένα κεντρικό ρεύμα, το οποίο πρέπει να το συνδιαμορφώνουμε και να το αλλάζουμε, αλλά αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο διεθνώς.

Βλέπετε ότι τέτοιες δυσκολίες δεν έχει η Ελλάδα των έντεκα εκατομμυρίων και του μεγάλου δημοσίου χρέους, τέτοιες δυσκολίες έχει η Αμερική και ο Πρόεδρος Ομπάμα, τέτοιες δυσκολίες έχουν χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία.

Δεν βλέπει ο Έλληνας πολίτης σε ποιο διεθνές περιβάλλον ζούμε, με τι αβεβαιότητες και τι πιέσεις; Δεν πρέπει εδώ να προσπαθήσουμε να ρυθμίσουμε τα του οίκου μας, να είμαστε ενωμένοι, υπεύθυνοι και να μπορέσουμε γύρω στις 20 Οκτωβρίου να ολοκληρώσουμε την εφαρμογή αυτού του σχεδίου, προκειμένου να πάρουμε μια πραγματική ανάσα στη ρευστότητα κάτι που σημαίνει πολλά πράγματα για επιχειρήσεις και νοικοκυριά; redsq



Δευτερολογία

redsqΕυ. Βενιζέλος: Κύριε Πρόεδρε, αρχίζω από τη Φιλανδία και πάλι. Μόνο στην Ελλάδα μπορεί να υπάρχουν ορισμένες πολιτικές δυνάμεις και ορισμένοι σχολιαστές που πιστεύουν ότι είναι ευφυέστεροι ή πονηρότεροι του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι η ελληνική Κυβέρνηση και προσωπικά ο Υπουργός Οικονομικών πήραμε την πρωτοβουλία μιας διμερούς συζήτησης με τη Φιλανδία από μόνοι μας; Εμείς επί μήνες αγωνιζόμαστε στο Eurogroup προκειμένου να πείσουμε ότι η οποιαδήποτε συζήτηση για την παροχή εγγυήσεων, στο πλαίσιο ενός τέτοιου προγράμματος στήριξης, θίγει την αξιοπιστία του προγράμματος και άρα την αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικά. Είναι δύσκολο να πείσουμε τον ιδιωτικό τομέα εάν δεν πείθεται όλος ο δημόσιος χωρίς πρόσθετες διασφαλίσεις και επίσης ότι υπάρχουν πολύ σοβαρά και πολύ λεπτά νομικά θέματα.

Έχουμε παρουσιάσει εκτενώς στην ευρωζώνη, στο επίπεδο του Eurogroup, πλήρη μελέτη για τα θέματα αυτά, εδώ και μήνες. Αλλά σας εξήγησα ότι λάβαμε εντολή, με την απόφαση της 21ης Ιουλίου της Συνόδου Κορυφής της ευρωζώνης, να επιχειρήσουμε μια διμερή διαπραγμάτευση για να βοηθήσουμε να λυθεί αυτό το θέμα που δεν παρεμποδίζει μόνο ή κυρίως το ελληνικό πρόγραμμα, αλλά την ενεργοποίηση του EFSF στο νέο του ρόλο. Και προκειμένου εμείς να είμαστε συνεπείς στις δικές μας υποχρεώσεις για να πάρουμε την πολύ μεγάλη βοήθεια που περιμένουμε να πάρουμε και που έχουμε ανάγκη, έπρεπε να κάνουμε τη διαπραγμάτευση με τη Φιλανδία και να παρουσιάσουμε το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης αυτής.

Την κάναμε με τον καλύτερο τρόπο, με το επιεικέστερο αποτέλεσμα και όταν αυτή εμφανίστηκε, νομίζω νωρίτερα απ’ ότι έπρεπε, μονομερώς από τη Φιλανδία στη δημοσιότητα, εμείς είπαμε ότι αυτό τελεί υπό την έγκριση της ευρωζώνης. Και όλες οι χώρες οι οποίες είχαν τοποθετηθεί και ξέραμε τη θέση τους, μέσα στο Συμβούλιο Κορυφής και στο Eurogroup επανέλαβαν αυτό που ξέραμε. Ότι δεν χρειάζονται εγγυήσεις, αλλά εάν δοθούν πρέπει να υπάρχει ίση μεταχείριση και σ’ αυτούς. Αυτό δεν στρέφεται κατά της Ελλάδας. Στρέφεται υπέρ της ενότητας στην ευρωζώνη. Για αυτό η ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε δια του εκπροσώπου της επισήμως ότι συμμερίζεται τις απόψεις του Έλληνα Υπουργού Οικονομικών, όπως διατυπώθηκαν στην επιστολή μου του περασμένου Σαββάτου. Θα μπορούσαμε να είχαμε στείλει τέτοια επιστολή και θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί τέτοια θέση της ευρωπαϊκής Επιτροπής αν δεν είχαμε κάνει το χειρισμό σωστά και στο πλαίσιο των αποφάσεων της 21ης Ιουλίου, ώστε το βάρος να φύγει από εμάς και να πάει εκεί που πρέπει να πάει;

Είναι μεγάλη επιτυχία της χώρας ότι αναζητείται μια λύση χρηματοοικονομική χωρίς πρόσθετη πραγματική επιβάρυνση της Ελλάδας, χωρίς να δημιουργούνται νομικά προβλήματα, χωρίς να θίγεται η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα του προγράμματος και χωρίς αυτή να έχει εμπράγματο χαρακτήρα. Οι δε Φιλανδοί έχουν ακούσει πολλές φορές από το στόμα μας μια βασική θέση, ότι η σχέση μας δεν είναι μια σχέση εμπορική, είναι μια σχέση που έχει και οικονομική διάσταση, αλλά είναι πρωτίστως μια σχέση πολιτική μεταξύ κρατών-μελών της ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ εταίρων. Κανείς δεν θέλει -και το έχουμε πει- να νιώσει η Ελλάδα προσβεβλημένη, να νιώσει ο ελληνικός λαός ότι θίγεται στον πυρήνα της αξιοπρέπειάς του από τη στάση μιας άλλης χώρας.

Οι Φινλανδοί είναι ένας υπερήφανος, εργατικός και πειθαρχημένος λαός. Ξέρουν πάρα πολύ καλά ότι και οι Έλληνες είναι ένας υπερήφανος, εργατικός και όταν θέλει πολύ πειθαρχημένος λαός. Άρα, αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε.

Είναι πραγματικά, είτε εντυπωσιακά αφελές είτε δραματικά ανεύθυνο, να εμφανίζεται η Αξιωματική Αντιπολίτευση πρωτίστως, η οποία παρασύρει και ορισμένες άλλες δυνάμεις της Ελάσσονος Αντιπολίτευσης -όχι εσάς, το Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό- και να λέει ότι πήραμε εμείς μια πρωτοβουλία που δεν έπρεπε να ληφθεί. Εμείς εφαρμόζουμε αυτά που πρέπει να εφαρμόσουμε για να είμαστε συνεπείς και να έχουμε «πρόσωπο» στην Ευρώπη και διεθνώς για να ζητάμε και να παίρνουμε την πολύ μεγάλη βοήθεια που έχουμε ανάγκη.

Ποιος είναι ο καταλύτης; Ο καταλύτης είναι να φθάσουμε σε πρωτογενή πλεονάσματα, η ετήσια διαχείριση του κράτους, το ισοζύγιο εσόδων και δαπανών να είναι ισοσκελισμένο. Τα πρωτογενή πλεονάσματα θωρακίζουν τη χώρα απέναντι σε οποιαδήποτε εξέλιξη.

Είπατε -έστω και υπαινικτικά- ότι μπορεί να υπάρχει στο βάθος ένα πρόβλημα του ευρώ. Δεν υπάρχει πρόβλημα συμμετοχής της Ελλάδος στο ευρώ. Μπορεί να υπάρχει ένα πρόβλημα με την ίδια τη λειτουργία της Ευρωζώνης που πρέπει να γίνει πιο αποτελεσματική, πιο δυναμική, πιο προβλεπτική, αλλά δεν κινδυνεύει το ευρώ από την Ελλάδα. Δεν είναι η Ελλάδα «το» πρόβλημα της Ευρωζώνης. Είναι ένα περιφερειακό πρόβλημα.

Η Ευρωζώνη γνωρίζει ότι λύνοντας το ελληνικό πρόβλημα στέλνει ένα μήνυμα ότι μπορεί να λύνει προβλήματα και μπορεί να υπάρχει, να λειτουργεί και να παίζει το ρόλο που πρέπει να παίζει στην παγκόσμια οικονομία, γιατί το ευρώ πρέπει να λειτουργεί ως ένα νόμισμα που συγκεντρώνει διεθνή αποθεματική εμπιστοσύνη, όπως και το δολάριο.

Τραπεζικό σύστημα: Η συζήτηση πρέπει να είναι πάρα πολύ καθαρή, πρέπει να είναι κρυστάλλινη. Αυτά που λέω τα εννοώ απολύτως, διότι τα παρακολουθώ καθημερινά, πολλές φορές κάθε μέρα, σε στενή συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος και τις διοικήσεις όλων των μεγάλων τραπεζών.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι απολύτως ασφαλές και διπλο-εγγυημένο. Κανένα άλλο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα δεν έχει τόσους θώρακες όσο το ελληνικό. Είναι απολύτως διασφαλισμένη η χρηματοδότησή του, δηλαδή η ρευστότητα των τραπεζών μέσω του Ευρωσυστήματος και στο Ευρωσύστημα –επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά- υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και με βάση τις αποφάσεις της μετέχουν και οι κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών.

Οι μηχανισμοί χρηματοδότησης που λειτουργούν στην Ελλάδα για τις τράπεζες είναι οι ίδιοι που λειτουργούν σε όλο το Ευρωσύστημα. Όποια πρακτική εφαρμόζεται στο Ευρωσύστημα σε άλλες χώρες εφαρμόζεται και στην Ελλάδα. Άρα, δεν υπάρχει πρόβλημα χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών.

Πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας και σταθερότητας. Στόχος είναι στις 31 Δεκεμβρίου να έχουν οι ελληνικές τράπεζες, όπως λέγεται με βάση τη Βασιλεία III, core tier 1, δηλαδή σκληρά κεφάλαια core tier 1, 10%. Αυτό είναι πολύ πάνω από το όριο του τεστ αντοχής, του stress test που διεξήχθη στις ενενήντα μία μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες πριν από ενάμισι μήνα, όπου το όριο ήταν 6%, 5% τελικά.

Αυτό θα το πετύχουν οι ελληνικές τράπεζες. Η κεφαλαιακή τους επάρκεια θα είναι όχι απλώς πλήρης, απόλυτη –ταυτολογώ κατ’ ανάγκη- αλλά θα υπάρχει και μεγάλη σταθερότητα και σκληρότητα των κεφαλαίων τους. Αυτό μπορεί να μην είναι ευχάριστο για τους μεγάλους μετόχους, είναι όμως ευχάριστο για την ελληνική οικονομία, για τις επιχειρήσεις και εκεί στοχεύουμε.

Οι ελληνικές τράπεζες ανταπεξήλθαν στα stress test. Μετέχουν στο λεγόμενο PSI, δηλαδή σ’ αυτή τη διεθνή κινητοποίηση των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών και ταμείων για το ελληνικό χρέος και τη βιωσιμότητά του. Βεβαίως πρέπει να μετέχουν και μετέχουν.

Θα αναπληρωθούν οι όποιες απώλειες τους από τον υφιστάμενο μηχανισμό και ο έλεγχος που θα γίνει στις χορηγήσεις τους, στα χαρτοφυλάκιά τους, θα γίνει από μία εταιρεία με τεράστια διεθνή εμπειρία που έκανε το ίδιο πράγμα στην Ιρλανδία και σε πολλές γαλλικές και γερμανικές τράπεζες. Επελέγη το Μάιο από την Τράπεζα της Ελλάδος και όχι από την Κυβέρνηση, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Και είναι καλό να υπάρχει ένας έλεγχος και μία πιστοποίηση της καθαρότητας και της υγείας των χαρτοφυλακίων των ελληνικών τραπεζών.

Θα χρειαστεί κεφαλαιακή ενίσχυση; Ναι. Θα δοθεί η κεφαλαιακή ενίσχυση. Υπάρχουν 30 δισεκατομμύρια για το σκοπό αυτό, όχι για να στηριχθούν οι μεγαλομέτοχοι, αλλά για να στηριχθεί η οικονομία.

Οι καταθέσεις είναι απολύτως διασφαλισμένες; Απολύτως! Αυτό έχει σημασία επειδή το λέμε εμείς εδώ μέσα; Έχει. Όμως κυρίως έχει σημασία, επειδή το καταλαβαίνει με απλό και πρακτικό τρόπο ο καταθέτης. Μετά από πολλούς μήνες, μετά από δυόμισι χρόνια έχουμε καθαρή επιστροφή καταθέσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Γυρίζουν οι καταθέσεις. Βεβαίως, είναι τώρα ευκαιρία να γυρίσουν οι καταθέσεις, όχι επειδή αυτό το επιβάλλει ο πατριωτισμός –που κι αυτό είναι σημαντικό- αλλά επειδή αυτό το επιβάλλει η κοινή λογική και το συμφέρον, με βάση τις αποδόσεις των καταθέσεων στην Ελλάδα. Άρα, δεν υπάρχει κανένα απολύτως τέτοιο πρόβλημα.

Ξένα κεφάλαια εκτός Ευρώπης: Μα, ο μηχανισμός επαναγοράς χρέους, ο debt buyback mechanism, προβλέπει τη δυνατότητα να έρθουν τέτοια κεφάλαια και αναζητούνται τα κεφάλαια αυτά, με τη βοήθεια και των εταίρων μας και της Διεθνούς Ένωσης Τραπεζών. Είναι συμφέρουσα η συμμετοχή κεφαλαίων, πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σ’ αυτό το μηχανισμό: Συμφέρουσα για μας, συμφέρουσα και για όποιον διαθέσει δικά του κεφάλαια στο μηχανισμό αυτό. Είχα πολλές τέτοιες συζητήσεις στην επίσκεψή μου στην Ουάσιγκτον, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με αντιπροσώπους πολλών χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, σας είπα ότι η ενημερωτική επιστολή μας για το PSI πήγε σε πενήντα επτά Υπουργούς. Δεν πήγε σε 16 Υπουργούς της Ευρωζώνης ή σε 26 της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επίσης, δεν είναι όλα μαύρα. Είναι πολύ δύσκολα, πάρα πολύ δύσκολα, όμως ο δομικός πληθωρισμός για πρώτη φορά πέφτει. Άρα, ενώ ως τώρα είχαμε μείωση εισοδημάτων, τώρα αρχίζουν να μειώνονται και οι τιμές. Οι παραγγελίες στη βιομηχανία αρχίζουν δειλά-δειλά να αυξάνουν και όχι μόνο για εξαγωγές, αλλά και για την εσωτερική αγορά. Έχουμε καλές επιδόσεις στον τουρισμό. Έχουμε έναν δυναμισμό των εξαγωγικών και εξωστρεφών ελληνικών επιχειρήσεων, όχι μόνο των μεγάλων αλλά και των μικρομεσαίων. Θέλει προσπάθεια, θέλει δουλειά, θέλει επινοητικότητα. Στα δύσκολα γεννιούνται πάρα πολλές ευκαιρίες.

Φυσικά, αναδιαρθρώνεται το λιανικό εμπόριο. Φυσικά θίγεται η μικρή επιχείρηση του λιανεμπορίου χωρίς ειδική ταυτότητα. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη ευελιξία και μεγαλύτερη επινοητικότητα. Και γι’ αυτό θέλουμε να στηρίξουμε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Πιέζουμε τις τράπεζες, οι οποίες κάνουν μικρές αναδιαρθρώσεις, σιωπηρές, συνεχώς. Εξακόσιες ογδόντα εννέα χιλιάδες δάνεια, στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά, αναδιαρθρώθηκαν με τον τρόπο αυτό τους τελευταίους μήνες. Τα παρακολουθούμε καθημερινά και πιέζουμε τις τράπεζες καθημερινά, πέραν των προβλέψεων του νόμου, στην πρακτική.

Επαναλαμβάνω το εξής, για το περιβόητο θέμα της εστίασης: Βρήκα να υπάρχει μία απόφαση για αύξηση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας στην εστίαση στο 23%. Ιστορικά, αυτό έγινε γιατί έπρεπε να αντικρουσθεί η μεγάλη πίεση της τρόικας προκειμένου να αυξηθεί ο χαμηλός συντελεστής του 6,5% στα τρόφιμα και άλλα είδη λαϊκής κατανάλωσης στο 13%.

Όταν αρχίσαμε να συζητάμε την επαναφορά στο 13%, προέκυψαν δύο προβλήματα:
-    Πρώτον, ο όγκος των επιστροφών λόγω αποδείξεων. Είναι πολλοί οι συμπολίτες μας που παίρνουν επιστροφές λόγω αποδείξεων, ενώ αδικαιολόγητα κινούνται σε τόσο χαμηλά επίπεδα δηλωμένου εισοδήματος.
-    Δεύτερον, δεν εξομοιώθηκε η φορολογία του πετρελαίου θέρμανσης με το πετρέλαιο κίνησης.

Τώρα, είναι εγγεγραμμένος ένας στόχος 800 εκατομμυρίων με το 23% της εστίασης. Έχω πει πολλές φορές ότι αυτό δεν είναι λογικό και δίκαιο, γιατί στην εστίαση δεν λειτουργούν μόνο μεγάλες αλυσίδες με σταθερές τυποποιημένες τιμές και λογιστήρια, λειτουργούν και διακόσιες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες, όμως, δεν προσφέρουν και πολύ μεγάλη ευκολία στον έλεγχο είσπραξης και απόδοσης του ΦΠΑ.

Οποιαδήποτε συζήτηση για συντελεστές στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, χωρίς να έχουμε λύσει προηγουμένως το μείζον και υπαρξιακό ζήτημα του μηχανισμού είσπραξης και απόδοσης του ΦΠΑ, δεν έχει νόημα. Δεν γνωρίζουμε ότι θα  υπάρξει μειωμένη απόδοση σε σχέση με την είσπραξη, ότι θα ενθαρρυνθεί η φοροδιαφυγή στην περίπτωση αυτή; Δυστυχώς, αυτό είναι το φαινόμενο. Αυτό υπάρχει. Αυτό είναι το μεγάλο γενετικό και διαρθρωτικό πρόβλημα της χώρας. Είναι κανείς που δεν το ξέρει στη χώρα; Αυτό είναι το πρώτο θέμα της συζήτησης για το Εθνικό Φορολογικό Σύστημα. Θα συμφωνήσουμε στον τρόπο είσπραξης και απόδοσης και όταν λειτουργήσουν οι μηχανισμοί είσπραξης, θα δείτε τι ευκολία θα έχουμε να κατεβάσουμε τους συντελεστές. Το ίδιο και στο φόρο εισοδήματος. Έχω μιλήσει πολλές φορές γι’ αυτά.

Στηρίξτε, λοιπόν, την προσπάθειά μας να αλλάξουμε τη φορολογική νομοθεσία, να πάμε σε μία νέα, σύγχρονη, δίκαιη κατάσταση, να υπάρχει μηχανισμός είσπραξης, να πληρώνουμε με ηλεκτρονικό χρήμα, να υπάρχει ηλεκτρονικό καθολικό πόθεν έσχες, να υπάρχει εναρμόνιση εισοδημάτων και περιουσιών, να μην πετάει ο ένας στον άλλον στη χώρα μας το φορολογικό βάρος, που είναι βάρος εθνικής υποχρέωσης για να βγούμε από την κρίση και θα δείτε πως όλα αυτά θα εξομαλυνθούν πάρα πολύ εύκολα.

Το εθνικό φορολογικό σύστημα είναι ο καθρέπτης στον οποίο πρέπει να κοιταχθούμε και να ξαναγνωριστούμε ως οικονομία, ως κοινωνία, ως αγορά, ως κράτος. Πρέπει να το κάνουμε τώρα, άμεσα. Και αυτό πρέπει να ολοκληρωθεί μαζί με τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου που θα εφαρμοστούν μέχρι τις 20 Οκτωβρίου. Αυτός είναι ο εθνικός στόχος.

Και επειδή αναφερθήκατε στον Ελύτη και τις προσπάθειες, θα σας πω τι είπα μιλώντας στους Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ πριν από μερικές εβδομάδες. Το ερώτημα είναι: χτίζουμε σε στέρεο έδαφος ή χτίζουμε στην άμμο πυργάκια; Αν υπήρχε άλλο σχέδιο ολοκληρωμένο, θα το είχαμε ακούσει και θα το είχαμε υιοθετήσει. Ανοιχτοί είμαστε. Αλλά, δυστυχώς δεν υπάρχει.

Λέει εκεί ο Μπόρχες: «Δεν χτίζω στην πέτρα, στην άμμο χτίζω, αλλά χτίζοντας και ξαναχτίζοντας στην άμμο, κάνω την άμμο πέτρα». Αυτό πρέπει να είναι το εθνικό μας σύνθημα. Να κάνουμε την κινούμενη άμμο της διεθνούς οικονομίας και της κρίσης πέτρα, για να ανοίξουμε τη νέα εποχή για τη χώρα μας. redsq

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2011