Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

 

Ομιλία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομικών, κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων


Κύριοι συνάδελφοι, η Ελλάδα δεν εφαρμόζει ένα πρόγραμμα στήριξης και προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, που είναι αυτοχρηματοδοτούμενο και άρα σχεδιασμένο μόνο από την Ελλάδα. Αν είχαμε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουμε μόνοι μας ένα τόσο φιλόδοξο πρόγραμμα, θα είχαμε και το δικαίωμα και τη δυνατότητα να το σχεδιάσουμε μόνοι μας και να κάνουμε τις επιλογές που θεωρούμε πιο φιλικές και πιο αποδεκτές από την ελληνική κοινωνία και την ελληνική οικονομία.

Το σχέδιο στήριξης και προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας που εφαρμόζεται  από τον Μάιο του 2010, βασίζεται σε πολύ μεγάλες, πρωτοφανούς ύψους, χρηματοδοτήσεις που λαμβάνουμε από τους θεσμικούς μας εταίρους, από την Ευρωζώνη και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αυτές οι μεγάλες χρηματοδοτήσεις εγκρίνονται από τα Κοινοβούλια 16 κρατών-μελών της Ευρωζώνης και από το ΔΣ του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στο οποίο εκπροσωπούνται όλες οι χώρες της υφηλίου, πάρα πολλές χώρες εκτός Ευρώπης που θυμούνται ότι ο ιδρυτικός σκοπός του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δεν είναι να βοηθάει χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα που ανήκει στις 30 πλουσιότερες χώρες του κόσμου, αλλά φτωχές υπό ανάπτυξη χώρες του Τρίτου Κόσμου, της Λατινικής Αμερικής, άλλων περιοχών που έχουν τελείως διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης από το ευρωπαϊκό.


Το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που εφαρμόζεται τα δύο τελευταία χρόνια, βεβαίως βασίζεται στην ιδέα που κυριαρχεί και στην Ευρώπη και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ότι έπρεπε και πρέπει η δημοσιονομική προσαρμογή στην Ελλάδα να γίνει μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, σε τρία χρόνια, σε τέσσερα χρόνια, μέχρι τα μέσα του 2014, μετά τις νέες αποφάσεις που ελήφθησαν στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωζώνης της 21ης Ιουλίου.

Η σκέψη είναι πάρα πολύ απλή: η δημοσιονομική προσαρμογή, η μείωση των ελλειμμάτων, η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων, θα σταματήσει να διογκώνει το χρέος. Οι εταίροι μας αναλαμβάνουν την ευθύνη για την κάλυψη των δανειακών αναγκών μας, δηλαδή στην πραγματικότητα για τη διαχείριση του χρέους, και εμείς αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τη συμπίεση του ελλείμματος, τουλάχιστον έτσι ώστε να μην παράγονται νέα χρέη, τουλάχιστον έτσι ώστε να είναι ισοσκελισμένη κάθε ετήσια δημοσιονομική διαχείριση.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ληφθούν -και έτσι έγινε- μέτρα σκληρά, μέτρα αύξησης των δημοσίων εσόδων και μέτρα σκληρά περικοπής των δημοσίων δαπανών. Και έτσι πορευτήκαμε. Πορευτήκαμε με μέτρα τα οποία έπρεπε να ληφθούν για να δοθούν πολύ συγκεκριμένες απαντήσεις στη διεθνή κοινότητα των εταίρων και δανειστών μας. Και ταυτόχρονα έπρεπε να κινηθούμε σ' ένα άλλο επίπεδο, το οποίο δεν χρειαζόταν να μας το επιβάλλει κανείς, το οποίο ήταν και είναι άκρως επείγον. Δεν είναι το επίπεδο της δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά το επίπεδο της βαθιάς διαρθρωτικής αλλαγής που πρέπει να γίνει στη χώρα.

Το πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι μόνο δημοσιονομικό -καταλήγει να είναι τόσο οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα. Είναι πρώτιστος πρόβλημα διαρθρωτικό, πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, πρόβλημα δομών και νοοτροπιών, στο κράτος, στην οικονομία και στην κοινωνία. Υπάρχει μια αδυσώπητη σύγκρουση τυπικών και άτυπων χαρακτηριστικών, μια αδυσώπητη σύγκρουση μεταξύ παραοικονομίας και επίσημης οικονομίας, παραπολιτικής και επίσημης πολιτικής, παρακοινωνίας και κοινωνίας των πολιτών, που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε και δεν ωρίμασε. Αυτή είναι η κατάσταση. Όλο αυτό το έργο είναι τιτάνιο. Καλούμαστε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να σηκώσουμε ένα βάρος δεκαετιών. Υπάρχουν προβλήματα τα οποία είναι εδώ παρόντα από τότε που γεννήθηκε το νεοελληνικό κράτος.

Όλα αυτά, η ελληνική κοινωνία τα βιώνει με μια πολύ βαθιά κρίση σε ένα περιβάλλον εντεινόμενης διεθνούς αβεβαιότητας. Στις 21 Ιουλίου, για να πάω στο πιο πρόσφατο κρίσιμο σημείο, η Ευρωζώνη σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής έλαβε μια δέσμη αποφάσεων που θεωρήθηκαν και είναι πάρα πολύ σημαντικές ως απάντηση της Ευρωζώνης στην οργανωμένη και επίμονη πίεση των αγορών. Για να φτάσουμε στην απόφαση της 21ης Ιουλίου έπρεπε να ξαναγίνει αντιληπτό και στην Ευρώπη και διεθνώς ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η Ελλάδα ή  κυρίως η Ελλάδα. Το πρόβλημα ήταν η αξιοπιστία της Ευρωζώνης και αποδέκτης των μεγάλων οργανωμένων επιθέσεων ήταν χώρες που βρίσκονται στην καρδιά του ευρώ και έχουν πολύ μεγάλη επιρροή στο δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης και στο ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Η Ευρωζώνη κατανόησε ότι χρειάζεται ένας νέος ρόλος για το προσωρινό μηχανισμό χρηματοπιστωτικής στήριξης, για το EFSF, έως ότου φτάσουμε στον οριστικό μηχανισμό, που είναι το ESM που θα τεθεί σε κίνηση, σε λειτουργία, τον Ιούλιο του 2013.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Επεκράτησε η αντίληψη, η οποία επικρατεί εδώ και αρκετούς μήνες (από την συνάντηση της Deauville) και περιλαμβάνεται πλέον και στη νέα συνθήκη για τον μόνιμο μηχανισμό, για το ESM, ότι χρειάζεται μια συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε κάθε προσπάθεια η οποία θα έχει να κάνει με την επιμήκυνση και με τη βελτίωση των όρων εξυπηρέτησης ενός δημόσιου χρέους, όπως το ελληνικό.

Άρα, για να φτάσουμε στην 21η Ιουλίου από τον Ιούνιο -δηλαδή από τότε που λίγο-πολύ συμφωνήθηκε το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που ψηφίσαμε στις 29 Ιουνίου στη Βουλή των Ελλήνων- μεσολάβησαν δύο πολύ μεγάλες εξελίξεις:

  • μια επίταση της παγκόσμιας αβεβαιότητας, σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιταλία, η Ισπανία, όπου ελήφθησαν πολύ σκληρά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής
  • και μια διαβούλευση, μια διαπραγμάτευση πάρα πολύ λεπτή, πρωτότυπη και σκληρή, μεταξύ παγκόσμιου ιδιωτικού τομέα και ευρωπαϊκού επίσημου τομέα, προκειμένου να διαμορφωθεί το σχήμα της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα, το περιβόητο PSI (Private Sector Involvement).

Δεν ήταν τόσο εύκολο να φτάσουμε στην απόφαση αυτή, γιατί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει πάρα πολλές επιφυλάξεις και ήθελε πάρα πολλές εγγυήσεις οι οποίες έπρεπε να δοθούν. Φτάσαμε, λοιπόν, στο γνωστό σχήμα της 21ης Ιουλίου. Ένα σχήμα για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρωζώνη, το οποίο προσφέρει στην Ελλάδα:

  • Ένα νέο πακέτο στήριξης από τους θεσμικούς εταίρους ύψους € 109 δισ. -σας θυμίζω ότι είχαμε € 110 δισ., άρα στο σύνολο € 219 δισ.- για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους μας, για την κάλυψη των δανειακών αναγκών μας, για την ενίσχυση των τραπεζών μας και από πλευράς κεφαλαιακής επάρκειας και από πλευράς ρευστότητας.
  • Και επιπλέον, μια συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, μέσα από επιμήκυνση ή ανταλλαγή ομολόγων για την περίοδο από το 2011 μέχρι το 2020, δηλαδή μια διεθνής χρηματοπιστωτική επιχείρηση, η οποία κινητοποιεί κεφάλαια που υπερβαίνουν ονομαστικά τα € 200 δισ., προκειμένου να απαλυνθούν οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας, να μειωθούν αισθητά για τα επόμενα χρόνια και να καταστούν ευμενέστεροι για τα επόμενα τριάντα χρόνια οι όροι εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Συγκράτηση των επιτοκίων, διπλασιασμός της μέσης διάρκειας του ελληνικού δημοσίου χρέους, όροι ευνοϊκοί για τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία που βελτιώνουν το χαρτοφυλάκιο των ομολόγων τους και όροι οι οποίοι βασίζονται σε μια ενεργοποίηση του EFSF, προκειμένου να δοθούν οι αναγκαίες εγγυήσεις στον διεθνή ιδιωτικό τομέα.


Από τις 21 Ιουλίου μέχρι σήμερα:

  • Είχαμε να αντιμετωπίσουμε ξανά μια διεθνή αβεβαιότητα.
  • Είχαμε να αντιμετωπίσουμε πολλές επιθέσεις των αγορών, πολλά σχόλια και πολλές φήμες στα διεθνή μέσα ενημέρωσης.
  • Και είχαμε μια διαρκή, δυστυχώς, μη ολοκληρωμένη ακόμη συζήτηση, για το περιβόητο ζήτημα των εγγυήσεων που ζήτησε να λάβει η Φιλανδία, προκειμένου να μετάσχει στον νέο ρόλο του EFSF.


Έχω πει πολλές φορές στη Βουλή, ότι στοιχείο της απόφασης της 21ης Ιουλίου, είναι η αποδοχή της θέσης της Φιλανδίας να της δοθεί τέτοια εγγύηση, γιατί είναι κρίσιμη η Φιλανδία για να διατηρηθεί το αμάλγαμα που χρειάζεται το EFSF σε εγγυήσεις, προκειμένου τα δικά του ομόλογα, οι δικοί του τίτλοι να αξιολογούνται διεθνώς, με τριπλό άρθρο.

Σε εκτέλεση της εντολής της Ευρωζώνης σε επίπεδο κορυφής, συζητήσαμε με τη Φιλανδία διμερώς, όπως είχαμε υποχρέωση γιατί θέλαμε, και θέλουμε, να περιοριστεί το ζήτημα των εγγυήσεων μόνο στη Φιλανδία. Και είπαμε εξαρχής, ότι αυτό τελεί υπό την έγκριση των υπολοίπων εταίρων, και στη βάση αυτή, επί εβδομάδες τώρα συνεχίζεται η συζήτηση στο επίπεδο του Eurogroup με τους εκπροσώπους των υπουργών, με εισήγηση του EFSF, προκειμένου να δοθεί μια εγγύηση στη Φιλανδία, μια εγγύηση μη ελκυστική για τους άλλους εταίρους, άρα μη συμφέρουσα ώστε να είναι μη ελκυστική, και μια εγγύηση η οποία δεν θα προκαλεί νομικά προβλήματα στην Ελλάδα, προβλήματα νομικών ευθυνών σε σχέση με άλλους δανειστές της, οι οποίοι έχουν κάποια στιγμή αγοράσει ελληνικά ομόλογα, ή έχουν χορηγήσει δάνεια στην ελληνική δημοκρατία.

Βλέπετε πόσο δύσκολα και πόσο λεπτά είναι αυτά τα θέματα. Και πόσο μεγάλη δυσπιστία υπάρχει απέναντι στην Ελλάδα. Αλλά, αυτό είναι το λιγότερο και το ευκολότερο. Δυσπιστία απέναντι στην ευρωζώνη, αυτό είναι κάτι που μας αφορά όλους. Και δυσπιστία απέναντι στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, στο μέτρο που αυτό έχει θεσμικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι, βέβαια, πάρα πολύ «αχνά», γιατί δυστυχώς δεν έχουν διαμορφωθεί θεσμοί παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης.

Η Ελλάδα απέναντι σε αυτά έχει μόνο ένα όπλο και να πορευθεί: Τη συστράτευσή της, την υπευθυνότητά της, την αξιοπιστία της, την συμμετοχή των πολιτών της σε μια προσπάθεια, η οποία γίνεται στο όνομα των παιδιών μας. Δεν γίνεται μόνο στο όνομα της παρούσας γενιάς.

Εμείς πρέπει και σήμερα από την Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων να στείλουμε ένα πάρα πολύ καθαρό μήνυμα, στους Έλληνες πολίτες αλλά και στην διεθνή κοινή γνώμη, και στο θεσμικούς μας εταίρους, στην Ευρωζώνη και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η Ελλάδα αυτά που έχει αποδεχθεί, που έχει υπογράψει και που έχει ψηφίσει, τα τιμά, τα σέβεται και τα εφαρμόζει όλα χωρίς καμία παρέκκλιση. Όλες οι ψηφισμένες διατάξεις, όλα τα ισχύοντα και ψηφισμένα από τη Βουλή των Ελλήνων μέτρα για την αύξηση των δημοσίων εσόδων, την περικοπή των δημοσίων δαπανών, τη δραστική βελτίωση της δημόσιας διοίκησης, και ιδίως της φορολογικής και δημοσιονομικής διοίκησης, θα εκτελεστούν χωρίς καμία παρέκκλιση. Αυτό δε, αφορά πρωτίστως τις λεγόμενες διαρθρωτικές αλλαγές. Στις διαρθρωτικές αλλαγές παίζεται το παιχνίδι του μέλλοντος της χώρας μας.

Θα εισηγηθώ σε λίγο στο Υπουργικό Συμβούλιο, σε συνεννόηση με τον πρωθυπουργό, φυσικά, και με τους συναρμόδιους υπουργούς, μια σειρά από πρωτοβουλίες με τις οποίες επιταχύνεται και καθίσταται αποτελεσματικότερη και αμεσότερη, η εφαρμογή όλης της δέσμης των διαρθρωτικών αλλαγών. Οι ιδιωτικοποιήσεις, οι αριθμητικοί στόχοι του 2011 θα καλυφθούν. Είναι δρομολογημένα όλα τα προγράμματα τα οποία έχουν επαρκή βαθμό ωριμότητας, και με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, θα μεταφερθούν όλα τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, που υπερψηφίστηκε από τη Βουλή με ευρύτατη πλειοψηφία, στο οποίο εκπροσωπείται η αντιπολίτευση, και στο οποίο μετέχουν ως παρατηρητές εκπρόσωποι της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Θα προχωρήσουμε με πάρα πολύ γρήγορο ρυθμό, θα υπάρχουν αποτελέσματα μέσα στο Σεπτέμβριο, θα υπάρχουν αποτελέσματα μέσα στη χρονιά, ώστε να φανεί ότι η συμβολή μας είναι αυτή που πρέπει να είναι. Γιατί όταν δανειζόμαστε € 220 δισ. είναι το λιγότερο να μπορούμε εμείς να συνεισφέρουμε μέχρι το 2014, με € 28 δισ. από το πρόγραμμα των αποκρατικοποιήσεων.

Και εκεί όπου υπάρχει πρόβλημα με τις χρηματιστηριακές τιμές και αυτό λαμβάνεται υπόψη, γιατί υπάρχουν μηχανισμοί ενσωμάτωσης μελλοντικών υπεραξιών, και γιατί υπάρχουν και πάρα πολλά προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων που δεν συνδέονται με το χρηματιστήριο. Όπως είναι για παράδειγμα, όλα αυτά που σχετίζονται με την επέκταση της άδειας λειτουργίας του ΟΠΑΠ, με τη νέα άδεια για τα παιχνίδια με ηλεκτρονικά μηχανήματα, όλα αυτά που συνδέονται με τα κρατικά λαχεία, με τις συχνότητες της κινητής τηλεφωνίας και με την πρώτη δέσμη ακινήτων του δημοσίου, που μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα για την απάλυνση του δημόσιου χρέους.

Όμως, δεν είναι μόνον οι ιδιωτικοποιήσεις. Είναι η αναδιάρθρωση των φορέων που είναι ψηφισμένη και εφαρμόζεται, είναι η εργασιακή εφεδρεία, είναι το νέο κύμα αλλαγών που πρέπει να έχουμε στο ασφαλιστικό σύστημα ώστε να ολοκληρωθεί και να πετύχει η ασφαλιστική μεταρρύθμιση, είναι η ολοκλήρωση του ανοίγματος της αγοράς εργασίας και των επαγγελμάτων, είναι όλα αυτά που συνδέονται, όπως σας είπα, με την δημόσια διοίκηση, με τη φορολογική και δημοσιονομική διοίκηση, με την Δικαιοσύνη, η οποία είναι μεγάλος παράγοντας ανάσχεσης των επενδύσεων και μπορεί να μετατραπεί σε μεγάλο όπλο για την μετατροπή της χώρας μας σε μια φιλεπενδυτική–φιλαναπτυξιακή χώρα, πάντα με σεβασμό στο κράτος δικαίου και την εξουσιοδοσία της Δικαιοσύνης.

Αυτό που χρειάζεται να γίνει, επίσης, είναι οι αναπτυξιακές πρωτοβουλίες. Αύριο συνεδριάζει η Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων. Προχωρούν όλα αυτά που έχουμε συμφωνήσει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το ΕΣΠΑ και τα κοινοτικά κονδύλια και το ρόλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για να καταλήξουμε στην -κατά τη γνώμη μου- μείζονα διαρθρωτική αλλαγή που είναι το νέο Εθνικό Φορολογικό Σύστημα. Εκεί που, στην πραγματικότητα, θα ξαναγνωριστούμε όλοι και θα μπορέσουμε να λύσουμε το γενετικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που είναι ένα πρόβλημα ανεπάρκειας των φορολογικών εσόδων. Γιατί αδικούμε τον εαυτόν μας όταν δεν καταλαβαίνουμε ότι η παραοικονομία και η φοροδιαφυγή, τελικά, αποβαίνει εις βάρος μας, γιατί αποβαίνει εις βάρος του κράτους που είναι ο εγγυητής του γενικού συμφέροντος και των καθολικών υπηρεσιών σε όλους τους Έλληνες και όλες τις Ελληνίδες. Ο,τιδήποτε «γλιτώνει» κανείς ως φορολογική υποχρέωση που δεν την εκπληρώνει, αυτό το βρίσκει μπροστά του ως μη νόμιμη, δηλαδή παράνομη και «γκρίζα» υποχρέωση που έχει, να συνεισφέρει σε παραοικονομικούς και παράνομους μηχανισμούς.

Αυτό είναι το πλέγμα και το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθούμε και έτσι θα κινηθούμε. Εδώ εντάσσεται και το νομοσχέδιο που συζητούμε σήμερα. Το νομοσχέδιο επιφέρει πολύ σημαντικές αλλαγές στον χρηματοπιστωτικό τομέα και συνιστά ένα δείγμα υπευθυνότητας έναντι των εταίρων μας. Όταν περιμένουμε από τα υπόλοιπα 16 Κοινοβούλια της Ευρωζώνης, μέσα στο Σεπτέμβριο ή έστω τις πρώτες εβδομάδες του Οκτωβρίου, να κυρώσουν το νέο θεσμικό πλαίσιο του EFSF, προκειμένου να βοηθήσουν την Ελλάδα, είναι αδιανόητο να μην έχουμε κυρώσει εμείς το νέο θεσμικό πλαίσιο του EFSF, προκειμένου να επωφεληθούμε από αυτή τη βοήθεια. Χαίρομαι διότι και η Αξιωματική Αντιπολίτευση δήλωσε ότι ψηφίζει τη διάταξη που κυρώνει την αρχική συμφωνία  και τις δύο, έως τώρα, τροποποιήσεις του θεσμικού πλαισίου του EFSF.

Επίσης, είναι προφανές ότι έχουμε υποχρέωση, ιδίως στον ευαίσθητο χρηματοπιστωτικό τομέα, να μεταφέρουμε Οδηγίες οι οποίες είναι παλιές και ισχύουν και για τις οποίες έχουμε καθυστερήσει και δεχόμαστε συστάσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μόνο θετική επίπτωση θα έχει η μεταφορά, στην ελληνική έννομη τάξη, της Οδηγίας για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος. Διαφάνεια και προστασία των συναλλασσομένων προσφέρει η Οδηγία αυτή. Μόνο θετικές επιπτώσεις έχει η μεταφορά της Οδηγίας για την άσκηση διπλής εποπτείας στα μεγάλα υποκαταστήματα άλλων τραπεζών άλλων χωρών-μελών της Ευρωζώνης που δεν υπάγονται στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά  υπάγονται στην εποπτεία της δικής τους Κεντρικής Τράπεζας, όμως αναπτύσσουν μεγάλο μέρος της δικής τους δραστηριότητας στην Ελλάδα.

Δημιουργείται ομάδα εποπτείας από τις κεντρικές τράπεζες και των δύο χωρών. Αυτό συμβαίνει, κατ' εξοχήν, με τράπεζες που εποπτεύονται από την Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα, αλλά έχουν το μεγαλύτερο μέρος ή πολύ μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους στην Ελλάδα. Το ίδιο ισχύει και για την Οδηγία για τις διασυνοριακές εγγυήσεις τιτλοποιημένης μορφής που είναι πάρα πολύ συνηθισμένες στην χρηματοπιστωτική αγορά.

Το πρώτο μέρος του νομοσχεδίου που αφορά στην μεταχείριση των τραπεζών που βρίσκονται σε οριακή κατάσταση, είναι υποχρέωσή μας από το Μνημόνιο, είναι αποτέλεσμα ενδελεχούς συζήτησης και κοινής επεξεργασίας με την Τρόικα, δηλαδή πρωτίστως με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αλλά και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Αυτό που γίνεται είναι πάρα πολύ απλό: Η Τράπεζα της Ελλάδος και το ελληνικό Δημόσιο αποκτούν όλους τους μηχανισμούς εποπτείας και όλους τους μηχανισμούς ανακοπής και διαχείρισης της κρίσης σε μια, κατά τεκμήριο, μικρή τράπεζα, η οποία επειδή είναι μικρή και κεφαλαιακά αδύναμη, πρέπει να κληθεί να ενισχύσει τα κεφάλαια της. Εάν αυτό δεν επαρκεί, πρέπει να τοποθετηθεί επίτροπος και εάν αυτό δεν επαρκεί, πρέπει να αναγκαστεί να μεταβιβάσει στοιχεία της, για παράδειγμα καταθέσεις ή δάνεια πελατών της σε ισχυρότερα τραπεζικά ιδρύματα, όπως έχει γίνει κατά κόρον στο εξωτερικό. Αν αυτό δεν αρκεί, πρέπει να διαχωριστεί σε μια «κακή» τράπεζα που παραμένει χωρίς να έχει προοπτικές διάσωσης, αλλά με προοπτικές εκκαθάρισης και σε μια καλή τράπεζα, μέσω της οποίας μπορούν να διασωθούν το δίκτυο, καταθέσεις, εξυπηρετούμενα δάνεια, προκειμένου και οι καταθέτες να είναι ωφελημένοι και οι εργαζόμενοι και το δημόσιο συμφέρον.

Αυτό γίνεται μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με την ενίσχυση και την παρέμβαση του Ταμείου Εγγυήσεως Καταθέσεων και Επενδύσεων, του ΤΕΚΕ, που αποκτά τώρα και ένα τρίτο σκέλος, αυτό της εξυγίανσης με το οποίο μπορεί να ενισχύει την καλή τράπεζα, προκειμένου να μη χρειαστεί να καταφύγουμε στο σκέλος εγγυήσεων των καταθέσεων και των επενδύσεων.

Οι Έλληνες καταθέτεις ξέρουν ότι είναι απολύτως διασφαλισμένοι, πλήρως και πανταχόθεν. Ξέρουν ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει προβλήματα και χρειάζεται περαιτέρω εξυγίανση, αλλά είναι διπλό-και-τριπλο-ασφαλισμένο και από πλευράς ρευστότητος και από πλευράς κεφαλαιακής επάρκειας. Γι' αυτό το λόγο, έχουν αρχίσει, μετά από χρόνια, να επιστρέφουν καταθέσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Οι ελληνικές τράπεζες τώρα έχουν την ευκαιρία να βοηθήσουν το ελληνικό Δημόσιο με τη συμμετοχή τους στο PSI, αλλά και να βοηθηθούν και αυτές, διότι οριοθετούνται οι επιπτώσεις από την κατοχή ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου. Έχουν την ευκαιρία να ελέγξουν τα χαρτοφυλάκιά τους, με μια πιστοποιημένη από την  Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα της Ελλάδος, διαδικασία. Έχουν τη δυνατότητα να ενισχυθούν κεφαλαιακά και έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους, μέσα από μεγάλες στρατηγικές πρωτοβουλίες. Ήδη, είδαμε μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία να αναπτύσσεται μεταξύ της Alpha Bank και της Εurobank.

Tώρα είναι ανοιχτό το πεδίο των μεγάλων στρατηγικών πρωτοβουλιών και το κράτος είναι εδώ για να στηρίξει τις τράπεζες, όχι για να τις θέσει υπό τον έλεγχό του. Επειδή, όμως, η στήριξη γίνεται με χρήματα που είτε ανήκουν στον ελληνικό λαό, είτε ο ίδιος θα τα εξοφλήσει αργότερα γιατί συνιστούν δάνειο, πρέπει ο ελληνικός λαός να βγει οικονομικά, μέσω του κράτους, όσο γίνεται πιο ωφελημένος από αυτή τη στήριξη. Πρέπει να έχει ο ίδιος μερίδιο στις υπεραξίες που θα παράγονται και έτσι ρυθμίζεται η συμμετοχή του Ταμείου Χρηματοπιστοτικής Σταθερότητας στις τράπεζες για την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

Διότι πρέπει να βλέπουμε τι έχει γίνει διεθνώς και να ακολουθούμε απολύτως τη διεθνή πρακτική. Δεν χρειάζεται να ακούσουμε μαθήματα φιλελευθερισμού ή λειτουργίας της ιδιωτικής οικονομίας από αλλού. Τα έχουμε δει στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν κάνουμε τίποτα το διαφορετικό. Θα έλεγα ότι αυτό που κάνουμε είναι πολύ πιο ήπιο και πολύ πιο προσεκτικό, από πλευράς συμμετοχής του ελληνικού Δημοσίου.

Αυτό είναι το πλέγμα των διατάξεων. Όλες οι άλλες διατάξεις είναι απολύτως συναφείς: Και η κύρωση της διάταξης νομοθετικού περιεχομένου για τη δημοσίευση των εξαμηνιαίων λογιστικών καταστάσεων των τραπεζών και η ελάφρυνση και η απλούστευση του μηχανισμού της φορολογικής διαιτησίας, που δεν θέλαμε ξανά ένα σώμα δημόσιων λειτουργών, αλλά θέλουμε πιστοποιημένους ιδιώτες οι οποίοι προσφέρουν την υπηρεσία αυτή. Δεν χρειαζόμασταν μόνο 30, αλλά θέλουμε μια ανοιχτή λίστα να εγγράφεται και να πιστοποιείται όποιος μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες αυτές. Άλλωστε, ο φορολογικός διαιτητής θα κληρώνεται και μακάρι να προσφύγουν οι φορολογούμενοι στη φορολογική διαιτησία ή στην διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών για  να αποσυμφορηθούν τα Διοικητικά Δικαστήρια και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτό είναι το νομοσχέδιο.

Αλλά το κρίσιμο ζήτημα της ημέρας, δεν είναι το νομοσχέδιο. Το κρίσιμο ζήτημα της ημέρας είναι το μήνυμα που πρέπει να στείλουμε από τη Βουλή των Ελλήνων. Ένα μήνυμα ασφάλειας και βεβαιότητας και ένα μήνυμα δέσμευσης που αναλαμβάνει η Κυβέρνηση, η Βουλή, τα κόμματα, ώστε με συνέπεια να εφαρμόσουμε τις υποχρεώσεις που έχουμε αναλάβει έναντι των εταίρων μας, οι οποίες είναι σωστικές για τη χώρα και η μόνη οδός για την ενίσχυση της εθνικής μας ανταγωνιστικότητας.

  • Δεν χρειάζεται ούτε να μας πιέσει ούτε να μας εκβιάζει κανείς για να έχουμε ένα καλύτερο κράτος, μια καλύτερη διοίκηση, μια καλύτερη Δικαιοσύνη, ένα καλύτερο και βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα, μια καλύτερη αγορά εργασίας.
  • Δεν χρειάζεται να μας πιέσει κανείς για να έχουμε μέσω των ιδιωτικοποιήσεων ένα μικρότερο, εξυπνότερο και φθηνότερο κράτος, ευκαιρίες επενδύσεων, ευκαιρίες δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.
  • Δεν χρειάζεται να μας πιέσει κανείς για να έχουμε ένα μισθολόγιο, το οποίο θα εκλογικεύει τη μισθολογική δαπάνη και θα αίρει αδικαιολόγητες και ηθικά απαράδεκτες ανισότητες στο εσωτερικό των δημοσίων υπαλλήλων.
  • Δεν χρειάζεται να μας πιέσει κανείς για να καταργήσουμε φορείς, οι οποίοι είναι περιττοί, δεν προσφέρουν κάτι στο κοινωνικό σύνολο, δεν βοηθούν στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό.
  • Δεν χρειάζεται να μας πιέσει κανείς για να πάμε από μια διάχυτη κατάσταση στη φορολογία σε ένα λιτό, απλό, σταθερό, διαφανές, δίκαιο, ευαίσθητο και αναπτυξιακό εθνικό φορολογικό σύστημα που θα θεραπεύσει αδικίες και λάθη που έχουν παρεισφρήσει ως τώρα λόγω της πίεσης και τις ανάγκης.


Άρα, σηκώνουμε πολύ ψηλά σήμερα τη σημαία των διαρθρωτικών αλλαγών. Αυτό είναι ένα πολιτικό, κοινωνικό και εθνικό κίνημα που απαιτεί συστράτευση, πίστη, επιμονή.

Τα δημοσιονομικά προβλήματα είναι, επίσης, πάρα πολύ σοβαρά. Αλλά με την προσπάθειά μας, με την πλήρη εφαρμογή των μέτρων που έχουμε ψηφίσει και που ισχύουν μπορούμε να πετύχουμε τον προσαρμοσμένο λόγω ύφεσης δημοσιονομικό στόχο. Για να το πετύχουμε αυτό χρειάζεται οι Έλληνες πολίτες να αντιληφθούν ότι μετέχοντας σε αυτή την προσπάθεια βοηθούν να χτυπηθεί η παραοικονομία, το παραεμπόριο, η φοροδιαφυγή, δηλαδή όλα αυτά που δεν πρέπει να εμφανίζονται ως βασικά και αξεπέραστα χαρακτηριστικά της ελληνικής περίπτωσης.

Δεν μπορεί να εμφανιζόμαστε διεθνώς ως η χώρα της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας, ως η χώρα που αδυνατεί να συγκεντρώσει δημόσια έσοδα που αντιστοιχούν στο επίσημο και δηλωμένο ΑΕΠ της χώρας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το μη δηλωμένο και ανεπίσημο ΑΕΠ της χώρας. Εδώ, όμως, υπολειπόμαστε σε ποσοστό άμεσων φόρων και σε σχέση με το οφειλόμενο και επίσημο ΑΕΠ της χώρας. Τα έσοδά μας είναι € 2,5 δισ. από το φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων φέτος και € 9 δισ. από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων.

Επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά: από τα € 100 δισ. δηλωμένο ατομικού εισοδήματος, τα € 70 δισ. απαλλάσσονται με τον Α ή Β τρόπο, τα € 30 δισ. φορολογούνται με μέση επιβάρυνση 30% και αποδίδουν € 9 δισ.. Αν φορολογούσαμε αντί για € 100 δισ., € 130 δισ., αν είχαμε δηλαδή μια αύξηση του οφειλόμενου εισοδήματος κατά 30% σε σχέση με τον όγκο της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής και αν φορολογούσαμε το σύνολο των € 130 δισ. με μέσο ποσοστό επιβάρυνσης όχι 30%, αλλά 15%, θα είχαμε λύσει το πρόβλημα των δημοσίων εσόδων.

Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε αυτή τη μοιραία και άβουλη συζήτηση συνεχώς περί συντελεστών στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας ή συντελεστών στο φόρο εισοδήματος φυσικών ή νομικών προσώπων, εάν δεν επιλύσουμε πρώτα με έντιμο τρόπο το ζήτημα της είσπραξης και απόδοσης του ΦΠΑ και το ζήτημα της φοροδιαφυγής.

Κάνουμε κοινωνικό διάλογο για το νέο φορολογικό σύστημα. Η πρώτη ερώτηση που τίθεται κάτι ιδίαν, εξομολογητικά, σε κάθε  επάγγελμα, σε κάθε κοινωνική κατηγορία, είναι: «έχετε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις σας; Δηλώνετε και αποδίδετε πράγματι  το σύνολο ή έστω ένα σοβαρό ποσοστό του πραγματικού  εισοδήματος, του πραγματικού κύκλου εργασιών»; Ας το σκεφτεί αυτό ο καθένας σε όλους τους χώρους. Στον τουρισμό, στην εστίαση, στην οικοδομή, στο λιανικό εμπόριο.  Ας το σκεφθεί και ας απαντήσει. Πρέπει να κάνουμε ένα τέτοιο κίνημα, το οποίο θα μας επιτρέψει να βγούμε από αυτήν την περιδίνηση και να βγάλουμε το κεφάλι έξω από το νερό, μέσα στο οποίο δυστυχώς μας πιέζουν να το κρατήσουμε. Αυτό είναι το μήνυμα που πρέπει να στείλουμε σήμερα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πω ότι από τη συζήτηση έως τώρα στην Επιτροπή έχω μείνει πάρα πολύ ικανοποιημένος και από τη στάση της αντιπολίτευσης, γιατί υπάρχει και σοβαρότητα και διάθεση συμμετοχής σε μια τέτοια προσπάθεια. Οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει η συνείδηση του προβλήματος, του κινδύνου, της ευθύνης και της ευκαιρίας.

Τώρα είναι η στιγμή και τώρα πρέπει να στείλουμε τα μηνύματα αυτά. Θα τα στείλει το Υπουργικό Συμβούλιο, θα τα στείλει η Βουλή, θέλω να πιστεύω με ευρύτατη πλειοψηφία και συναίνεση, γιατί όλα τα άλλα τα παιχνίδια, τα συμβατικά κομματικά παιχνίδια έχουμε χρόνο να τα ζήσουμε και να τα παίξουμε και να τα απολαύσουμε. Δεν είναι η στιγμή γι αυτά. Είναι η στιγμή τώρα για μια συσπείρωση και για μια θεώρηση των πραγμάτων στο επίπεδο που κινούμαστε που είναι το επίπεδο μιας μοναδικής κρίσης, άρα είναι το επίπεδο μιας ξεχωριστής ευθύνης από όλους μας.

Αυτό είναι το δικό μου σκεπτικό με το οποίο σας καλώ να αποδεχθείτε το νομοσχέδιο αυτό, να το ψηφίσετε και επί της αρχής και επί των άρθρων, και στην επιτροπή και στην Ολομέλεια.

 

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2011