Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

 

Κεντρική ομιλία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομικών, κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, στη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών:
"Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίνασης πιστωτικών ιδρυμάτων, ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα"


left-red-arrow Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, φοβούμαι, ακούγοντας όσα ακούω στην Αίθουσα από ορισμένους συναδέλφους της Αντιπολίτευσης, ότι δεν έχει γίνει αντιληπτό το πού ακριβώς βρίσκεται η χώρα, σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε, τι κινδύνους αντιμετωπίζουμε, τι είναι αυτό που καλούμεθα να διαχειριστούμε την περίοδο αυτή.

Η χώρα έχει βρεθεί σε μία εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, λόγω του απόλυτου δημοσιονομικού της εκτροχιασμού. Η χώρα –το θυμίζω, γιατί δυστυχώς το έχουμε ξεχάσει- έχει ένα δυσβάσταχτο δημόσιο χρέος, μη συγκρίσιμο με το δημόσιο χρέος καμιάς άλλης χώρας - μέλους της Ευρωζώνης. Η χώρα δεν μπορεί να καλύψει μόνη της τις δανειακές της ανάγκες, δεν μπορεί να εξυπηρετήσει μόνη της το χρέος της κι έχει καταφύγει εδώ και δεκαπέντε μήνες στη βοήθεια των θεσμικών της εταίρων, της Ευρωζώνης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Και συνολικά οι θεσμικοί της εταίροι έχουν αποφασίσει να τη στηρίξουν με δάνεια ή κάθε είδους ενισχύσεις συνολικού ύψους, μέχρι στιγμής, 220 δισ. ευρώ.


Επίσης, η χώρα, παρότι βρίσκεται σ’ αυτήν τη δεινή δημοσιονομική κατάσταση και δανείζεται υπέρογκα ποσά από τους εταίρους της για το δημόσιο χρέος, εξακολουθεί να παράγει δημόσιο χρέος κάθε χρόνο, γιατί μέχρι και φέτος ο ετήσιος προϋπολογισμός είναι ελλειμματικός. Δεν υπάρχει ισοζύγιο της τρέχουσας δημοσιονομικής διαχείρισης. Εξακολουθούμε, δυστυχώς, να παράγουμε όχι μόνο δημοσιονομικά ελλείμματα, δηλαδή ελλείμματα περιλαμβανομένων και των ποσών που είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, αλλά και ελλείμματα πρωτογενή, ελλείμματα από την ετήσια οικονομική διαχείριση. Ξοδεύουμε για τις ανάγκες του κράτους, για μισθούς, συντάξεις, προνοιακά επιδόματα, επιχορηγήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, για δαπάνες υγείας, για τις λειτουργικές δαπάνες του δημοσίου πολύ πιο πολλά από τα ετήσια δημοσιονομικά μας έσοδα. Αυτή είναι η κατάσταση.

Άρα, οι εταίροι και δανειστές μας μας δανείζουν όχι μόνο για την εξυπηρέτηση και τη διαχείριση του δημοσίου χρέους, αλλά και για την κάλυψη των ετήσιων ελλειμμάτων μας. Αυτή είναι μια κατάσταση που αποδυναμώνει τη χώρα. Αυτό είναι το πρόβλημα της χώρας. Εξαιτίας αυτού του προβλήματος αναγκαζόμαστε να εφαρμόσουμε ένα πολύ σκληρό και απαιτητικό πρόγραμμα ταχύρρυθμης δημοσιονομικής προσαρμογής που σημαίνει θυσίες για τα νοικοκυριά, θυσίες για τον κάθε πολίτη, θυσίες για τον εργαζόμενο, το συνταξιούχο, τον επιχειρηματία, θυσίες πρωτίστως για τον άνεργο και -το χειρότερο- θυσίες στις οποίες καλείται να υποβληθεί η νέα γενιά. Μειώνονται οι ελπίδες, μειώνονται οι προσδοκίες, μειώνονται οι δυνατότητες. Αυτό είναι το δράμα της χώρας.

Ποια χώρα ζει το δράμα αυτό; Η Ελλάδα που, παρά την κρίση, παρά την ύφεση, παρά την ανεργία, παρά τη μείωση των εισοδημάτων είναι μια από τις τριάντα πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Η Ελλάδα που βρίσκεται μέσα στο ευρώ και μέσα στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Η Ελλάδα, η οποία έχει ένα επίπεδο ζωής το οποίο, παρά την κρίση και τα προβλήματα, είναι αξιοζήλευτο για τις περισσότερες χώρες του κόσμου.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ότι αναγκαζόμαστε να υποβληθούμε σε θυσίες και με πόνο ψυχής περικόπτουμε το εισόδημα των νοικοκυριών και δυστυχώς τις δυνατότητες που έχουν τα παιδιά μας να απασχοληθούν στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, γιατί αυτός είναι πια γεμάτος από προσωπικό, αλλά σε θυσίες οι οποίες αφορούν τον ίδιο το ρυθμό ανάπτυξης, θυσίες οι οποίες αφορούν την ίδια την εθνική οικονομία ως τέτοια.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι αναγκαζόμαστε να κάνουμε θυσίες. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι θυσίες δεν μπορούν να πιάσουν τόπο, δεν μπορούν να αποδώσουν, εάν δεν επιτευχθεί η πλήρης εφαρμογή του προγράμματος, εάν δεν ολοκληρωθεί αυτό το σχέδιο επί τη βάση του οποίου κινούμεθα.

Το δράμα της χώρας δεν είναι ότι έχουμε υποστεί και θα υποστούμε και κάποιες άλλες θυσίες, είναι ότι υπάρχει ο κίνδυνος όλα αυτά να μην αποδώσουν, ότι υπάρχει ο κίνδυνος η χώρα να χάσει τα μεταπολεμικά της επιτεύγματα. Δεν το καταλαβαίνουμε αυτό. Οι συζητήσεις μέσα στην Αίθουσα της Βουλής, οι τοποθετήσεις, κυρίως της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, η ομιλία και η συνέντευξη του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, δυστυχώς, εκπέμπουν ένα μήνυμα: ότι δεν έχουμε καταλάβει ποιος είναι ο κίνδυνος.

Ο κίνδυνος δεν είναι να μειωθούν οι αποδοχές μας, ο κίνδυνος δεν είναι να μειωθούν οι συντάξεις, ο κίνδυνος δεν είναι να μειωθούν οι αξίες των ακινήτων, ο κίνδυνος δεν είναι να καταρρεύσει η αγορά κατοικίας ή να έχουμε προβλήματα σε ορισμένους άλλους κλάδους της παραγωγής μας, ο κίνδυνος είναι να παύσει να λειτουργεί το σύστημα, να παύσει να λειτουργεί η εθνική οικονομία ως τέτοια και ο χρηματοοικονομικός τομέας και ο τομέας της πραγματικής οικονομίας.

Αυτό μπορεί να γίνει χωρίς τη δική μας βούληση, μπορεί να γίνει κατά λάθος, μπορεί να γίνει γιατί αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδίως η Ευρωζώνη τεράστια πολιτικά, θεσμικά και οικονομικά προβλήματα.

Είμαστε εξαρτημένοι από διάφορες μεταβλητές, από διάφορες παραμέτρους, οι οποίες δεν είναι ορθολογικές, δεν είναι ελεγχόμενες, δεν είναι διαφανείς. Μπορεί να γίνει τεράστιο λάθος, μπορεί να υπάρξει καθυστέρηση, μπορεί να υπάρξει αστοχία γιατί εξαρτώμεθα από ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πολιτικό και θεσμικό σύστημα. Η ευρωπαϊκή ποικιλία, η ευρωπαϊκή πολυμορφία, η ευρωπαϊκή πολυφωνία, η λειτουργία των ευρωπαϊκών, δημοκρατικών και κοινοβουλευτικών θεσμών είναι μια τεράστια κατάκτηση της γηραιάς ηπείρου, είναι το επίτευγμα του λεγόμενου «ευρωπαϊκού, θεσμικού και πολιτικού πολιτισμού».

Η Ευρώπη είναι η ήπειρος όπου έχει ανθίσει η Δημοκρατία, όπου προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα,  όπου υπάρχει μια γοητευτική πολιτιστική έκφραση και μια πλούσια ιστορική μνήμη. Αυτή η Ευρώπη, όμως, ως νομισματική ένωση, ως θεσμικό σύστημα διαχείρισης ενός ενιαίου νομίσματος που είναι εκτεθειμένο στις κερδοσκοπικές επιθέσεις των παγκόσμιων αγορών, δεν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση με την αποφασιστικότητα, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα που απαιτείται. Γιατί; Για ένα πάρα πολύ απλό λόγο: Γιατί εκεί που υπάρχει ένας Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και μια Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα υπάρχουν 17 κυβερνήσεις, 17 κοινοβούλια, 17 λαοί, 17 κοινωνίες, 17 συστήματα επικοινωνίας, ο καθένας με τις ιδιομορφίες του, τις επιφυλάξεις του, τις σκοπιμότητές του, τις ανάγκες του, τις προτεραιότητές του.

Υπάρχουν εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις σε μεγάλες χώρες τις Ευρώπης, οι οποίες εξάγονται στην Ευρωζώνη και δημιουργούν πολύ σοβαρά προβλήματα. Θέλουμε να μας σέβονται και να μας κατανοούν; Θέλουμε να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει στην Ελλάδα, όπου τη διαχείριση της μεγαλύτερης εθνικής κρίσης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο Πόλεμο καλείται να την κάνει το ΠΑΣΟΚ μόνο του ως κυβέρνηση χωρίς την συναίνεση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και της ελάσσονος αντιπολίτευσης με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις; Θέλουμε να μας καταλαβαίνουν γι’ αυτό το φαινομενικά αδιανόητο που συμβαίνει στην Ελλάδα, την έλλειψη εθνικής συναίνεσης για την αντιμετώπιση μιας πρωτοφανούς εθνικής κρίσης; Ναι, θέλουμε να μας καταλαβαίνουν. Θέλουμε να καταλαβαίνουν την αδικαιολόγητη ιδιομορφία μας.

Εμείς δεν οφείλουμε να καταλάβουμε, τι συμβαίνει στην εσωτερική πολιτική ζωή της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Φιλανδίας; Δεν πρέπει να καταλάβουμε τι σημαίνει η μια από τις μεγαλύτερες χώρες του κόσμου, η οικονομική δύναμη που εκ των πραγμάτων καθοδηγεί το ευρώ, η Γερμανία, να έχει μια συμμαχική κυβέρνηση με εσωτερικές διαφωνίες των πολιτικών κομμάτων; Δεν πρέπει να καταλάβουμε τι σημαίνει να έχεις κάθε Κυριακή πολύ σημαντικές εκλογές σε ομόσπονδα κράτη από τα οποία να εξαρτάται η σύνθεση του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, του Bundesrat; Δεν πρέπει να καταλάβουμε, τι σημαίνει η Ολλανδία να κυβερνιέται από κυβέρνηση μειοψηφίας που στηρίζεται από ένα κόμμα, το οποίο είναι ευρωσκεπτικιστικό; Δεν πρέπει να κατανοήσουμε, τι σημαίνει να έχεις εξακομματική κυβέρνηση στη Φιλανδία, η οποία έχει υπογράψει προγραμματική σύμβαση οικοδομημένη πάνω στην έννοια της εγγύησης των εγγυήσεων που θα δώσει η Φιλανδία για το EFSF για την Ελλάδα.

Αυτά τα προβλήματα ζούμε, αυτήν την πολιτική κρίση τις τελευταίες είκοσι μέρες. Αυτή η πολιτική κρίση έρχεται και διασταυρώνεται με στερεότυπα αρνητικά για την Ελλάδα.

Το έχω πει πολλές φορές: Η χώρα εκβιάζεται από τις αγορές και από την κατάσταση την οποία έχει περιέλθει με ευθύνη δική μας, με ευθύνη πρωτίστως των κυβερνήσεων που έχουν κυβερνήσει τον τόπο αυτό, αλλά και των αντιπολιτεύσεων που υιοθετούν την πιο παλαιοκομματική και παλαιοσυνδικαλιστική αντίληψη για τα πράγματα και λειτουργούν μέσα στη Βουλή και στο πολιτικό σύστημα ως φορείς άσκησης πίεσης προς το συντηρητισμό, την αδράνεια και την καταστροφή.

Είμαστε, λοιπόν, μες στην εστία της κρίσης και εκβιαζόμεθα από την κατάστασή μας και προσβαλλόμεθα. Προσβάλλεται η συλλογική αξιοπρέπεια, η υπερηφάνεια των Ελλήνων. Υπάρχει μια ταπείνωση, γιατί ταπεινώνεσαι όταν ζητάς δάνειο, ταπεινώνεσαι όταν εξαρτάσαι, ταπεινώνεσαι όταν παρακαλείς, ταπεινώνεσαι όταν είσαι υπό διεθνή έλεγχο. Αλλά, εάν δεν υπήρχε ο έλεγχος της Τρόικας -σας το λέω μετά λόγου γνώσεως- δυστυχώς θα είχαμε και πάλι εξοκείλει δημοσιονομικά, όπως εξόκειλε η χώρα κατά πρωτοφανή τρόπο την περίοδο 2004-2009. Δεν είναι ζήτημα πρόθεσης. Είναι ζήτημα νοοτροπίας, ικανότητας, διοικητικών δομών, πρακτικών, συνηθειών, αδρανειών. Ευτυχώς που έχουμε τεθεί υπό έλεγχο γιατί έτσι μπορούμε να τεθούμε και υπό εθνικό αυτοέλεγχο και να σωθούμε.

Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση της Κυβέρνησης. Ξέρουν οι Ευρωπαίοι και οι άλλοι θεσμικοί μας εταίροι ποιος μπορεί και ποιος δεν μπορεί, ποιος είναι αξιόπιστος, ποιος δεσμεύεται, ποιος μπορεί να κάνει τη δουλειά. Βεβαίως, ο ελληνικός λαός είναι αυτός που επιλέγει. Δεν τους τρομάζουν οι πολιτικές αλλαγές. Οι κυβερνήσεις πέφτουν στην Ευρώπη, εκλογές γίνονται συνεχώς. Υπάρχουν κυβερνήσεις υπηρεσιακές, συνεργατικές, μειοψηφίας. Το δράμα της χώρας είναι ότι δεν μπορεί να βρεθεί λύση ούτε δημοκρατικά, ούτε μέσα από τις εκλογές, η οποία να είναι αξιόπιστη.

Θα πάει ο κ. Σαμαράς να διαπραγματευτεί. Θα πάει ο κ. Σαμαράς να προβάλει τις ιδέες του. Να πάει. Πρέπει όμως να του δώσει εντολή ο ελληνικός λαός προκειμένου να πάει εκεί. Διότι εάν ο ελληνικός λαός κάνει αυτή την επιλογή, βεβαίως, όλοι θα τη σεβαστούμε. Προς το παρόν όμως ο ελληνικός λαός έχει δώσει μια εντολή στο ΠΑΣΟΚ να κυβερνήσει τον τόπο από το 2009 μέχρι το 2013. Και εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τιμήσουμε την εντολή αυτή.

Αν η χώρα έχει ένα πλεονέκτημα, το πλεονέκτημα αυτό είναι η κοινοβουλευτική και πολιτική της σταθερότητα. Θα μου πείτε, το έχω πει πολλές φορές, στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, όμως η ιστορία διδάσκει ότι πάρα πολλές φορές οι λαοί επιλέγουν δημοκρατικά το αδιέξοδο. Αυτό είναι το πρόβλημα, αυτό είναι το δράμα. Έχει λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία να σηκώσουμε το βάρος της ευθύνης μας. Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να ξέρουμε πως ό,τι λέμε ακούγεται. Εάν η Αντιπολίτευση είχε άλλη στάση, εάν η Αντιπολίτευση είχε άλλη θέση, αν έλεγε άλλα πράγματα, θα βοηθούσε την Κυβέρνηση και τη χώρα στη διαπραγμάτευση.

Δεν είναι δυνατόν να ζούμε αυτή την άδικη και παράλογη κατάσταση. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος στη χώρα αυτή, πολιτικός, δημοσιογράφος, πολίτης, αναλυτής που να πιστεύει ότι υπάρχει μια Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η οποία ελαφρά τη καρδία, με ικανοποίηση, εφαρμόζει μια πολιτική περικοπών μισθών και συντάξεων, εφαρμόζει μια πολιτική που θίγει το εισόδημα και προκαλεί ύφεση. Λες και έχουμε κάνει μια επιλογή οικεία και ελευθέρα βουλήσει ή λες και χαιρόμαστε επειδή κάνουμε τις επιλογές αυτές.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, οι επιλογές αυτές είναι απολύτως αναγκαίες δυστυχώς. Γιατί μας τις επιβάλλει η Τρόικα; Όχι. Γιατί με τον τρόπο αυτό μπορούμε να βγούμε επιτέλους από τη διαρθρωτική μας κρίση.

Έχω κάνει μια διάκριση εδώ, την οποία θέλω να επαναλάβω. Πράγματι, εάν χρηματοδοτούσαμε μόνοι μας με τους πόρους του ελληνικού λαού, με τα ετήσια έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, αυτό θα το κάναμε να αναπτύσσεται όχι σε τρία ή τέσσερα χρόνια, αλλά σε δέκα χρόνια. Θα μπορούσε η προσαρμογή αυτή να είναι πιο ήπια. Όταν, όμως, δανείζεσαι, όταν εξαρτάσαι από τις αγορές ακόμη και τώρα, πρέπει να αποδεχθείς και την άποψη του δανειστή, γιατί διαμορφώνεται μια διαπραγμάτευση και ένας συσχετισμός. Συσχετισμός, στον οποίο βεβαίως, όπως ξέρουμε, το ισχυρό μέρος είναι αυτό που καλείται να πληρώσει, όχι αυτό που καλείται εισπράξει. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Επίσης, η δημοσιονομική προσαρμογή, ελέγχεται από τις αγορές καθημερινά μέσα από τα περιβόητα spreads των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Αυτό μπορεί να φαίνεται κάτι θεωρητικό και απόμακρο, γιατί είμαστε εκτός αγορών, όμως, δυστυχώς, αυτά τα τεράστια μεγέθη τα οποία ακούμε των spreads και των CDS επηρεάζουν την αποτίμηση της αξίας των εγγυήσεων μέσω των οποίων χρηματοδοτούνται οι ελληνικές τράπεζες. Αυτό με τη σειρά του επηρεάζει τη ρευστότητα, την πιστωτική επέκταση, τα χρήματα που πέφτουν στην αγορά.

Άρα, ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά, θετικά ή αρνητικά, η παγκόσμια αγορά απέναντι στο τι συμβαίνει στην Ελλάδα, στο αν η δημοσιονομική προσαρμογή αποδίδει αποτελέσματα ή δεν αποδίδει, είναι κάτι το οποίο έχει άμεση πρακτική επίπτωση στις επενδύσεις, στα δάνεια, στη λειτουργία της αγοράς ακινήτων και οικοδομής, στο τι χρήμα πέφτει στην αγορά.

Το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η ρευστότητα. Αν, λοιπόν, θέλουμε να βοηθήσουμε τις επιχειρήσεις, αν θέλουμε να βοηθήσουμε την πραγματική οικονομία, πρέπει να επιμείνουμε στη δημοσιονομική προσαρμογή, γιατί έτσι οι αγορές θα αποσυμφορήσουν την πίεση και γιατί η πλήρης εφαρμογή του προγράμματος, όπως έχει αποφασιστεί στις 21 Ιουλίου, θα μας δώσει την ευχέρεια να ενισχύσουμε τη ρευστότητα με πολύ μεγαλύτερα ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού δημοσίου και άρα, με εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών μας απέναντι στην αγορά και οι τράπεζες θα έχουν την ευχέρεια να κινηθούν τελείως διαφορετικό τρόπο. Θα σπάσει ο φαύλος κύκλος της υστέρησης της ρευστότητας. Δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο από αυτό για την προοπτική του κάθε άνεργου, του κάθε εργαζόμενου και του κάθε επιχειρηματία.

Υπάρχει τώρα το άλλο σκέλος του προγράμματος, το σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών. Χρειαζόμαστε πίεση από το εξωτερικό για να καταλάβουμε ότι δεν έχουμε μια καλή δημόσια διοίκηση, ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα, ένα καλό σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας; Χρειάζεται πίεση από το εξωτερικό για να αντιληφθούμε ότι χρειαζόμαστε περιστολή των δημοσίων δαπανών, ένα εξυπνότερο, φιλικότερο, καλύτερο κράτος στην υπηρεσία του πολίτη, που να μην απομυζά πόρους από τον ιδιωτικό τομέα; Χρειάζεται να μας το λένε από το εξωτερικό για να αντιληφθούμε ότι χρειαζόμαστε εθνική ανταγωνιστικότητα, γιατί είναι αδιανόητο η χώρα να έχει 5,5% ύφεση και 10% έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών; Είναι δυνατόν να έχουμε πρωτοφανή ύφεση για τρίτη χρονιά και να δανειζόμαστε για να αγοράζουμε εισαγόμενα και να υπάρχει πλεονάζουσα ζήτηση επειδή υπάρχει έλλειψη ανταγωνιστικότητας και ανεξέλεγκτη παραοικονομία;

Αυτή είναι η κατάσταση της χώρας και το πώς φτάσαμε εδώ δεν είναι ζήτημα των τελευταίων δύο ετών ή των προηγούμενων πέντε ετών. Είναι ένα ζήτημα που μπορεί να ξεκινήσει από πάρα πολύ βαθιά, από το πώς συγκροτήθηκε το νέο ελληνικό κράτος, από το πώς γεννήθηκε πρώτα το κράτος και μετά η κοινωνία και η οικονομία.

Εδώ, έχω πει πολλές φορές ότι με αφορμή το νέο Εθνικό Φορολογικό Σύστημα πρέπει να ξαναγνωριστούμε όλοι μέσα από έναν καθρέφτη, που είναι το φορολογικό σύστημα. Να δούμε πώς έχουμε κάνει το κράτος αυτό, αλλά και την κοινωνία και την οικονομία.

Αυτό συμβαίνει στην Ευρώπη. Δεν αμφισβητείται καμία κυβέρνηση και καμία αποτελεσματικότητα σε επίπεδο μηνών. Αμφισβητείται, δυστυχώς, η εθνική ικανότητα να βγούμε από την κατάσταση αυτή και να αποκτήσουμε την αυτοπεποίθηση, την ανταγωνιστικότητα και τη σταθερότητα που απαιτείται.

Το ερώτημα στο οποίο καλούμαι να απαντήσω εγώ ως Υπουργός που εκπροσωπεί τη χώρα στα κρίσιμα αυτά συμβούλια, το ερώτημα στο οποίο καλείται στο δικό του υψηλότερο επίπεδο να απαντήσει συνεχώς ο Πρωθυπουργός τους τελευταίους είκοσι τρεις μήνες, είναι αν η χώρα θέλει και αν η χώρα μπορεί.

Χώρα δεν είναι μόνο η Κυβέρνηση.  Χώρα δεν είναι μόνο η κυβερνητική πλειοψηφία. Χώρα δεν είναι μόνο το Κοινοβούλιο. Χώρα είναι και η αντιπολίτευση. Χώρα είναι τα συνδικάτα. Χώρα είναι τα Μέσα Ενημέρωσης. Χώρα είναι ο επιχειρηματικός κόσμος. Χώρα είναι οι διανοούμενοι και η ακαδημαϊκή κοινότητα. Όλοι  είμαστε στη χώρα.  Όλοι πρέπει να πείθουμε ότι έχουμε τη δυνατότητα, τη βούληση, την αποφασιστικότητα, την ενότητα, τη συναίνεση. Αυτό είναι το ερώτημα που θέτουν: «πράγματι θέλετε;»

Όταν ακούν την αντιπολίτευση να λέει αυτά που λέει, λένε: «Υπάρχει συνέχεια; Υπάρχει βούληση; Υπάρχει δέσμευση; Μπορείτε;». Όταν ακούν ορισμένους συνδικαλιστικούς ηγέτες να λένε αυτά που λένε, το ερώτημα είναι: «Μα, πώς, με ποια κοινωνία, με ποιους εργαζόμενους»;

Θα μου πείτε: «Μπορεί κάποιος να δέχεται να του κόβουν το μισθό ή τη σύνταξη αδιαμαρτύρητα;». Όχι, βέβαια. Ποιος θέλει να υφίσταται τέτοιες περικοπές; Ποιος μπορεί να τις κάνει ευχαρίστως; Και ποιος μπορεί να τις ανεχθεί; Αλλά είμαστε υπό φυσιολογικές συνθήκες; Το θέμα είναι αν θα εφαρμόσουμε την πολιτική τη φιλολαϊκή του ενός κόμματος ή την πιο φιλολαϊκή του άλλου κόμματος, αν θα κάνουμε δημοπρασία παροχών και υποσχέσεων; Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι αν μπορούμε να βγούμε από την περιδίνηση, να διαχειριστούμε την εθνική ανάγκη.

Δείτε τώρα τον παραλογισμό: Αν η Κυβέρνηση διαπραγματευθεί προκειμένου να υπερασπιστεί την εθνική οικονομία, την ανάγκη ανάσχεσης της ύφεσης, την ανάγκη να μην κάνουμε περαιτέρω περικοπές εισοδημάτων, ακούγονται από παντού, δεξιά και αριστερά, φωνές κριτικής: «Γιατί διαπραγματεύεστε και αυτό μπορεί να δυσαρεστεί τους συνομιλητές σας και την Τρόικα»; Όταν η Κυβέρνηση δεν θέτει τα θέματα αυτά και όλα κυλούν ομαλά στις σχέσεις με τους θεσμικούς εταίρους και πιστωτές, η κριτική είναι: «Μα, τι κάνετε; Αποδέχεστε να σας υπαγορεύουν τις λύσεις»;

Τι από τα δύο ισχύει; Μπορούμε να κάνουμε μια παύση; Μπορούμε να κάνουμε ενός λεπτού σιγή και να σκεφτούμε τι ακριβώς λέμε ο ένας στον άλλο στη χώρα αυτή κάθε πρωί και  κάθε απόγευμα; Μπορούμε λίγο να σκεφτούμε με ισορροπημένο, νηφάλιο και ψύχραιμο τρόπο και να δούμε τι είναι το σωστό; Το σωστό είναι αυτό που κάνουμε εμείς, που λέμε την αλήθεια, που παρουσιάζουμε τα πράγματα  με έναν πικρό, αλλά ειλικρινή τρόπο; Ή το σωστό είναι να δίνεις την υπόσχεση ότι όλα θα γίνουν εξαιρετικά, θα υπάρξει μια αναδιαπραγμάτευση, θα απαλειφθούν τα βάρη, όλα θα γίνουν με πολύ μεγάλη άνεση, χωρίς κανείς να συμβάλει σε τίποτα; Ποιος μπορεί να το πιστέψει αυτό τώρα, εν έτει 2011;

Βλέπω αυτή την ιστορία με την ΕΛΣΤΑΤ, πόσο ήταν το έλλειμμα του 2009.  Μα, στο πρόγραμμα στήριξης, λόγω απειλής χρεοκοπίας, είχαμε μπει πολύ πριν προκύψει το ζήτημα αν το έλλειμμα είναι 13,4% ή 15,5%. Κοιτάξτε, όμως, που είναι το στερεότυπο. Ότι μας φταίει μια διεθνής συνομωσία και θα έρθει ένα θαύμα και θα μας σώσει. Η χώρα καθηλώνεται και αδρανοποιείται μεταξύ της θεωρίας της συνωμοσίας και της προσδοκίας του θαύματος. Δεν είναι έτσι. Δεν είναι μια συνωμοσία, η οποία έγινε κάποια στιγμή για να πέσει η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μεταξύ Λατίνων και Οθωμανών. Ούτε είναι το θαύμα του ξανθού γένους που θα έρθει να μας σώσει. Εμείς φταίμε για τον εκτροχιασμό και εμείς μόνοι μας με τη δουλειά μας και τις θυσίες μας, με τον ιδρώτα του ελληνικού λαού, με συνοχή, με ενότητα, θα βρούμε τη λύση.

Το θαύμα θα γεννηθεί εδώ. Θα το γεννήσουμε εμείς οι Έλληνες με τον κόπο μας, με τη δουλειά μας, με τη συστηματική εφαρμογή ενός εθνικού σχεδίου. Καλλιεργείται τώρα ξανά ο μύθος ότι επίκειται ο Αρμαγεδών, ότι θα έρθει μια νέα δέσμη μέτρων που μας υπαγορεύουν με το πιστόλι στον κρόταφο. Δεν πρόκειται περί αυτού.

Έχουμε δεσμεύσεις, έχουμε ένα Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής που το ψήφισε, με συνείδηση του τι κάνει, η Βουλή στις 29 Ιουνίου και είμαστε υποχρεωμένοι να εφαρμόσουμε αυτό το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής.

Πρέπει να πάρουμε και συμπληρωματικά μέτρα; Ναι, πρέπει να πάρουμε και συμπληρωματικά μέτρα. Τι μέτρα σε σχέση με τα έσοδα; Μέτρα που δεν ανεβάζουν συνολικά τον πήχυ των δημοσίων εσόδων, αλλά υποκαθιστούν τη μειωμένη απόδοση μέτρων, τα οποία είχαν υπολογιστεί με πιο αισιόδοξο τρόπο, αλλά λόγω της ύφεσης, λόγω της δυσπραγίας, λόγω της αδυναμίας των διοικητικών μηχανισμών, δεν μπορούμε να έχουμε την απόδοση που θέλουμε να έχουμε.

Έτσι δικαιολογείται το ειδικό τέλος στα ακίνητα που εισπράττεται μέσω της ΔΕΗ, ένα τέλος που έχω πει –και το ξαναλέω τώρα- ότι είναι βαρύ, αλλά δίκαιο, γιατί αφορά μια συσσωρευμένη περιουσία των ιδιωτών, των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, μια περιουσία σε ακίνητα, μια περιουσία που το 2009 η Τράπεζα της Ελλάδος την αποτιμούσε σε αγοραία αξία ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ. Και επειδή αυτή η αξία χρειάζεται αγορά και ενεργό οικονομία σε κίνηση προκειμένου να υπάρχει, αν θέλουμε να διαφυλάξουμε και να αποκαταστήσουμε την αξία της ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων και των Ελληνίδων, πρέπει να πληρώσουμε ένα μικρό ασφάλιστρο κινδύνου 2‰ (δύο τοις χιλίοις) σε σχέση με την περιουσία αυτή για να διατηρήσουμε τη δυνατότητα να υπάρξει ξανά στο μέλλον αυτή η κολοσσιαία επένδυση, που έχει γίνει από τον ιδρώτα και το περίσσευμα ή το υστέρημα ανάλογα με το ποιος είσαι, αν δουλεύεις ως μισθωτός ή αν έχεις εύκολα κέρδη μέσα στην παραοικονομία. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Χρειάζονται και άλλα μέτρα; Ναι, χρειάζονται και άλλα μέτρα. Διαπραγματευόμαστε όχι μόνο το κλείσιμο του Προϋπολογισμού του 2011, όχι μόνο τον Προϋπολογισμό του 2012, αλλά συνολικά το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα και το 2013 και το 2014. Καταρχάς, εφόσον συζητούμε για το πρόγραμμα μέχρι το 2014, συζητούμε για το νέο πρόγραμμα, γιατί το παλιό πρόγραμμα είχε ορίζοντα μέχρι τα μέσα του 2013.

Εφαρμόζονται οι αποφάσεις του Ιουλίου που συνιστούν το πλαίσιο, που τόσο πολύ, «διαφήμισε» η Ευρωζώνη ως απάντηση στην πίεση των αγορών; Η απάντηση καταρχάς πρέπει να δοθεί από την ίδια την Ευρωζώνη, γιατί η δέσμη των αποφάσεων του Ιουλίου ήταν η καλύτερη, η πιο συστηματική και ολοκληρωμένη απάντηση που μπόρεσε να δώσει η Ευρωζώνη στο κερδοσκοπικό τμήμα των αγορών που είχε θέσει στο στόχαστρο τον σκληρό πυρήνα του ευρώ, χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία.

Μας ενδιαφέρει η απόφαση του Ιουλίου; Μας ενδιαφέρει υπαρξιακά. Η απόφαση αφορά και την Ελλάδα, αλλά όχι μόνο την Ελλάδα. Ο νέος ρόλος του EFSF, οι νέοι μηχανισμοί αφορούν πρωτίστως την Ευρώπη ως τέτοια και τις μεγάλες χώρες του σκληρού πυρήνα του ευρώ.

Είμαστε εμείς, η Ελλάδα, πρόβλημα για την Ευρωζώνη; Είμαστε και λόγω δημοσιονομικού εκτροχιασμού και λόγω δομών της οικονομίας και λόγω μειωμένης ανταγωνιστικότητας. Δεν είμαστε όμως ΤΟ πρόβλημα, το κεντρικό πρόβλημα. Είμαστε ένα πρόβλημα ανάλογα με το μέγεθός μας. Είμαστε –το επαναλαμβάνω- το 2% του δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης. Αν η Ευρωζώνη δεν στείλει το μήνυμα ότι μπορεί να λύσει το ελληνικό πρόβλημα, δεν μπορεί να στείλει μήνυμα για κανένα θέμα.

Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε τα πάντα για να ανταποκριθούμε στις δικές μας υποχρεώσεις; Είμαστε. Θα ήμασταν αξιόπιστοι και αποτελεσματικοί αν λέγαμε ότι περιμένουμε να κάνουν οι εταίροι μας το δικό τους καθήκον απέναντί μας χωρίς εμείς να τηρούμε τις υποχρεώσεις μας απέναντί τους; Θα ήμασταν ανεύθυνοι και αναξιόπιστοι.

Αυτό που κάνουμε μας προσφέρει προστασία; Βοηθάει σε κάτι τη χώρα άμεσα; Βεβαιότατα. Διότι ακόμη και αν δεν μας ζητούσαν το 2012 να φθάσουμε σε πρωτογενή πλεονάσματα, εμείς μόνοι μας έπρεπε να αποφασίσουμε την επιτάχυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής για να φθάσουμε το ταχύτερο δυνατό σε πρωτογενή πλεονάσματα. Είναι θεμελιώδες αυτό.

Είναι η καμπύλη εντυπωσιακή; Η καμπύλη είναι εντυπωσιακότατη. Το 2009 είχαμε πρωτογενές έλλειμμα € 24 δισεκατομμύρια. Το 2010 το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε στα € 11 δισεκατομμύρια. Το 2011 μειώνεται περίπου στο € 1,8, ας πούμε € 2 δισεκατομμύρια. Το 2012 θα έχουμε € 3 δισεκατομμύρια πρωτογενές πλεόνασμα. Από το δεύτερο τρίμηνο μπορούμε να φθάσουμε σε πρωτογενή πλεονάσματα.

Αλλάζει η στάση των αγορών. Αυτό σημαίνει ότι θα γυρίσουμε στις αγορές; Όχι. Σημαίνει, όμως, ότι θα πέσουν τα spreads, άρα οι τράπεζές μας θα χρηματοδοτούνται φθηνότερα κι ευκολότερα, άρα η οικονομία θα έχει μεγαλύτερη ρευστότητα και επομένως οι επιχειρήσεις θα μπορούν να αντλούν ρευστότητα με μεγαλύτερη ευκολία. Θα ξεκινήσει η εφαρμογή του νέου προγράμματος, θα πάρουμε τα χρήματα που απαιτούνται  για την εφαρμογή του προγράμματος. Τα δικά μας διαθέσιμα θα πέσουν στην αγορά και στο τραπεζικό σύστημα.

Ποιοι είναι οι πυλώνες αυτού του προγράμματος;

  • Το δάνειο από τους εταίρους, που είναι 119 δισεκατομμύρια ευρώ συν 45 δισεκατομμύρια ευρώ που περισσεύουν από το πρώτο δάνειο, δηλαδή περίπου € 165 δισεκατομμύρια.
  • Είναι το δικό μας πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, που πρέπει να συγκεντρώσει 28 δισεκατομμύρια μέχρι το 2014, δηλαδή περίπου το 1/10 των όσων παίρνουμε δανεικά.
  • Επίσης, είναι και το κολοσσιαίο πρόγραμμα συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα, στο οποίο μετέχουν εξήντα χώρες, 400 τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες κι ασφαλιστικά ταμεία, το PSI. Το PSI είναι ζωτικό, διότι αυτό μας επιτρέπει να μετακυλίσουμε ή να επεκτείνουμε ομόλογα συνολικής ονομαστικής αξίας περίπου 130  δισεκατομμυρίων ευρώ από τώρα μέχρι το 2020, για περίοδο τριάντα ετών, δηλαδή μέχρι το 2050 περίπου, με οριοθετημένο μέσο επιτόκιο κάτω του 5% και με εγγύηση από το EFSF, που αλλάζει την ποιότητα των ομολόγων που θα εκδώσει το Ελληνικό Δημόσιο.

Αυτό είναι η βάση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους. Ακούω και διαβάζω, όπως κι εσείς, πάρα πολλά σχόλια, πάρα πολλές προτάσεις, πάρα πολλές αμφισβητήσεις. Αυτό είναι το μοντέλο που έχει επεξεργαστεί η Ευρωζώνη, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και το διεθνές τραπεζικό σύστημα και το έχουμε συμφωνήσει.

Εμείς έχουμε μια θεμελιώδη επιλογή -το είπα και χθες σε μία δήλωσή μου. Υπάρχει μία ιστορικού χαρακτήρα επιλογή που συνιστά την εθνική στρατηγική: Η Ελλάδα είναι και θα είναι πάντα μέλος της Ευρωζώνης και μέλος της ζώνης του ευρώ. Αυτό τι σημαίνει; Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωζώνη ξέρει πάρα πολύ καλά ότι το ελληνικό πρόβλημα, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ιουλίου, θα λυθεί, λύνεται στο πλαίσιο της Ευρωζώνης και μόνο στο πλαίσιο της Ευρωζώνης.

Εμείς αναγνωρίζουμε και τιμούμε τη δέσμη των αποφάσεων της 21ης Ιουλίου. Κάνουμε και θα κάνουμε τα πάντα. Δεν θα θέσουμε σε κίνδυνο τη μοίρα της χώρας, τη θέση της μέσα στην Ευρωζώνη, την ανταγωνιστικότητά της, τις προοπτικές των παιδιών της, την αξία της περιουσίας των Ελλήνων, τις δουλειές, το επίπεδο ζωής και τα μεταπολεμικά επιτεύγματα γιατί θα διστάσουμε να κλείσουμε το έλλειμμα του 2011 ή του 2012 με διαφορά μισό τοις εκατό του Α.Ε.Π., για παράδειγμα. Όχι, η χώρα δεν θα περάσει στη φάση του υπαρξιακού κινδύνου για ζητήματα της τάξεως του 0,5% ή του 1% του ελληνικού ΑΕΠ που είναι μηδαμινή ποσότητα για τα δεδομένα της ευρωζώνης και της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτή είναι η μία επιλογή.

Βλέπω αυτή την ακατάσχετη «μετρολογία». Ο ελληνικός λαός, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ταλαιπωρείται οικονομικά, ταλαιπωρείται ηθικά, ταλαιπωρείται συναισθηματικά. Η χώρα είναι στενοχωρημένη. Η χώρα είναι απογοητευμένη και απαισιόδοξη, δεν είναι όμως ηττοπαθής, δεν είναι μοιρολατρική. Η χώρα είναι αξιοπρεπής και υπερήφανη. Υφιστάμεθα μία κρίση –επαναλαμβάνω ότι μας εκβιάζουν οι αγορές και μας ταπεινώνουν οι καταστάσεις- αλλά είμαστε όλοι αποφασισμένοι να βγούμε από αυτή την περιδίνηση.

Το να δημιουργούμε κάθε μέρα μία απειλητική ατμόσφαιρα, μία ζοφερή ατμόσφαιρα -ότι δεν θα υπάρχουν μισθοί, ότι δεν θα υπάρχουν συντάξεις, ότι θα επιβληθούν βάρη τα οποία θα είναι δυσβάσταχτα- είναι μία ψυχολογική επιβάρυνση, η οποία τελικά επιδεινώνει την οικονομική κατάσταση. Αν κάποιος θέλει να πάει να κάνει μία δουλειά, μία μικρή επένδυση, δεν θα την κάνει. Αν κάποιος θέλει να καταναλώσει ένα ποσό για τις ανάγκες του ή για τον οικογενειακό του σχεδιασμό, δεν θα το κάνει. Εάν κάποιος θέλει να ξαναφέρει τα χρήματά του στις ελληνικές τράπεζες, ευτυχώς θα το κάνει, γιατί έχει αντιληφθεί ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι απολύτως εγγυημένο και πολλαπλά ασφαλισμένο μέσα στην Ευρωζώνη και από πλευράς κεφαλαίων και από πλευράς ρευστότητας.

Αλλά στην πραγματική οικονομία τα πράγματα δεν είναι έτσι. Δυστυχώς, υπάρχει διστακτικότητα, αναβλητικότητα, φόβος. Κάνουμε μεγάλη ζημιά στον εαυτό μας. Υπάρχει, νομίζω, μία αυτοκτονική διάθεση. Δεν πρέπει να αφήσουμε τον εαυτό μας ως έθνος και ως κοινωνία να οδηγηθεί σε αυτή την ψυχολογική κατάσταση.

Τα μέτρα τα διαπραγματευόμαστε πολύ σκληρά με βάση τρία κριτήρια:

  • Το πρώτο κριτήριο σας το ανέλυσα δια μακρόν. Είναι η ανάγκη για τη σωτηρία της χώρας, χωρίς πολιτικό κόστος, χωρίς αίσθηση πολιτικού κόστους, με αίσθηση ιστορικής και εθνικής ευθύνης. Η χώρα πρέπει να σωθεί. Πρέπει να κάνουμε ό,τι πρέπει, προκειμένου να σταματήσει η αμφισβήτηση για το εάν η χώρα, για το εάν το έθνος των Ελλήνων θέλει και μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά και ισότιμα μέσα στην Ευρώπη. Αυτό είναι το πρώτο κριτήριο.
  • Το δεύτερο κριτήριο είναι οι ανάγκες και οι αντοχές των απλών ανθρώπων. Προσπαθούμε να συμφωνήσουμε σε λύσεις που θα είναι όσο γίνεται λιγότερο επώδυνες. Δεν θα είναι εύκολες, θα είναι οδυνηρές. Αλλά εάν μπορούμε να κάνουμε κάτι που περνάει από το χέρι μας, προκειμένου το οποιοδήποτε μέτρο, η οποιαδήποτε απόφαση να είναι λιγότερο επώδυνη, να μην έχετε καμία αμφιβολία ότι θα εξαντλήσουμε τα όρια.
  • Και το τρίτο κριτήριο είναι ότι θα πρέπει ό,τι κάνουμε να οδηγεί σε ανάσχεση της ύφεσης και σε ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας για να έχουμε επιχειρήσεις, επενδύσεις, δουλειές. Και επαναλαμβάνω, το σημαντικότερο από αυτή την άποψη είναι να λειτουργήσει το πρόγραμμα και να αλλάξουν τα επίπεδα ρευστότητας.

Πρέπει να συνδυάσουμε αυτά τα τρία κριτήρια. Δεν είναι εύκολη η στάθμιση, δεν είναι εύκολος ο συνδυασμός.

Δεν έχουμε περιθώρια για πολλά πράγματα στα έσοδα. Έχουμε το τέλος ακινήτων που είναι και ένα προγεφύρωμα προς το Εθνικό Φορολογικό Σύστημα, έχουμε το Εθνικό Φορολογικό Σύστημα, που θα έρθει μέσα στον Οκτώβριο για ψήφιση με όλα τα χαρακτηριστικά που έχω πει, της δικαιοσύνης, της ισορροπίας, της κοινωνικής ευαισθησίας, κυρίως όμως, της περιστολής της φοροδιαφυγής, γιατί έτσι γεννιέται η πραγματική δικαιοσύνη.

Από εκεί και πέρα, έχουμε τις δαπάνες –όλοι μιλούν για δαπάνες στην Ελλάδα- για μικρότερες δαπάνες και μικρότερο κράτος. Δαπάνη στην Ελλάδα σημαίνει μισθοί και συντάξεις του δημοσίου, προνοιακά επιδόματα, επιχορηγήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιχορηγήσεις φορέων κοινωνικής ασφάλισης, επιχορηγήσεις φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας και λειτουργικές δαπάνες. Οι λειτουργικές δαπάνες είναι 7 δισεκατομμύρια στα 70. Είναι το 10%. Το 90% της δαπάνης είναι τα άλλα που σας είπα.

Όταν, λοιπόν, μιλάμε για δαπάνες, μιλάμε για πολύ συγκεκριμένα κεφάλαια του προϋπολογισμού. Στο πλαίσιο αυτού του προϋπολογισμού και στο πλαίσιο αυτής της χώρας, αυτής της οικονομίας, αυτής της κοινωνίας, αυτής της ικανότητας της χώρας να συγκεντρώνει δημόσια έσοδα πρέπει να κάνουμε όσο γίνεται πιο σταθμισμένες, υπεύθυνες και δίκαιες επιλογές να σώσουμε τη χώρα, να δώσουμε απάντηση στα στερεότυπα, τα οποία προσβάλλουν τη χώρα, να σταματήσουμε τις κερδοσκοπικές επιθέσεις, να προστατεύσουμε περιουσίες, εισοδήματα και προοπτικές, να μην θίξουμε υπέρμετρα τον απλό άνθρωπο και ιδίως τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα και να δώσουμε πνοή στην πραγματική οικονομία.

Δείτε πόσες παραμέτρους έχει το σύστημα που καλούμαστε να διαχειριστούμε. Είναι εύκολο; Όχι, δεν είναι καθόλου εύκολο. Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Πώς το αντιμετωπίζει αυτό κανείς; Το αντιμετωπίζει συμβατικά, το αντιμετωπίζει με αντιπολιτευτικό και συνδικαλιστικό λόγο; Είναι μια επιλογή. Ας την κάνουν όσοι θέλουν.

Εμείς κάνουμε μια άλλη επιλογή. Είναι εύκολη αυτή η επιλογή για την Κυβέρνηση; Είναι πάρα πολύ δύσκολη. Είναι εύκολη αυτή η επιλογή για τους Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ; Ακόμη δυσκολότερη! Γιατί ο Πρωθυπουργός και τα μέλη της Κυβέρνησης είναι προβεβλημένα επώνυμα πολιτικά στελέχη. Ο Πρωθυπουργός ταυτίζεται με αυτή την ιστορική περίοδο της χώρας. Εγώ ως Υπουργός Οικονομικών κάνω ό,τι μπορώ για να αντεπεξέλθω σε ένα εθνικό καθήκον.

Οι Βουλευτές που σηκώνουν το βάρος αυτής της εντολής και αυτών των δύσκολων αποφάσεων μπορεί να μην διεκδικούν μια θέση στην ιστορία της χώρας, αλλά μια θέση αξιοπιστίας και τιμής στις περιφέρειές τους, στο περιβάλλον τους, στην οικογένειά τους και κυρίως διεκδικούν να έχουν ήσυχη και καθαρή τη συνείδησή τους.

Ε, δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό για τη συνείδηση οποιουδήποτε πολίτη από το να έχει βοηθήσει στη σωτηρία της χώρας. Αυτό δεν κρίνεται με πολιτικούς, εκλογικούς και συγκυριακούς όρους. Αυτό κρίνεται με όρους ιστορικούς. Αυτός είναι ο πόλεμος της γενιάς μας και τον πόλεμο της γενιάς μας πρέπει να τον κερδίσουμε. Θα τον κερδίσουμε!redsq

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΧρηματοοικονομική ΣφαίραΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2011