Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

 

Ομιλία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομικών κ. Ευάγγελου Βενιζέλου στην συνεδρίαση του ΚΤΕ Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ
με θέμα τον Προϋπολογισμό του 2012


left-red-arrowΚαλημέρα σε όλους. Ο προϋπολογισμός του 2012 που θα συζητηθεί αυτή και την άλλη εβδομάδα στη Βουλή, δεν περιέχει νέα στοιχεία σε σχέση με αυτά που ξέρουμε και σε σχέση με τις δύσκολες αποφάσεις που έχουμε λάβει έως τώρα. Είναι όμως η σύνοψη και η συγκεφαλαίωση όλων αυτών των αποφάσεων και το μεγάλο ζήτημα το οποίο τίθεται, είναι υπό ποιους πολιτικούς όρους πλέον ψηφίζεται ο προϋπολογισμός αυτός. Τι σημαίνει πολιτικά το γεγονός ότι έχουμε μια νέα Κυβέρνηση, με μια νέα, ευρεία, τρικομματική συνεργασία και οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, της Νέας Δημοκρατίας και του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, στηρίζοντας την Κυβέρνηση Παπαδήμου, θα ψηφίσουν τον προϋπολογισμό αυτό.

Ο προϋπολογισμός στην πραγματικότητα αποτυπώνει πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί από το Μάιο του 2010, μέσα σε ένα αναγκαστικό πλαίσιο, μέχρι σήμερα. Πολιτικές που οδήγησαν στην απόφαση της 26ης Οκτωβρίου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και πολιτικές που έχουμε συμφωνήσει στο πλαίσιο της πέμπτης αναθεώρησης του ισχύοντος προγράμματος προσαρμογής, που θα αποτελέσει και τη βάση για το νέο πρόγραμμα.


Το νέο πρόγραμμα, δεν θα είναι μια διαπραγμάτευση από μηδενικής βάσης, θα είναι μία επικαιροποίηση του πολύ πρόσφατου κειμένου που έχει προκύψει από την πέμπτη αναθεώρηση του παλαιού προγράμματος και αυτό θα είναι το περιεχόμενο, το πολιτικό και το νομικό της νέας δανειακής σύμβασης. Η οποία πρέπει να υπογραφεί, να κυρωθεί, να τεθεί σε ισχύ προκειμένου να εκταμιευτούν τα ποσά που είναι αναγκαία, για να προχωρήσουμε στο λεγόμενο PSI, στη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και να έχουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε στα δημοσιονομικά μας μεγέθη, δηλαδή στην ελάφρυνση του δημοσίου χρέους και στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, λόγω της μείωσης των τόκων. Γιατί αυτό είναι αυτή τη στιγμή ο στόχος.

Δεν θέλω να θυμίσω τώρα τι έγινε τα τελευταία δυο χρόνια. Όπως ξέρετε εγώ χειρίζομαι τα ζητήματα αυτά τους τελευταίους πέντε μήνες σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες και έχω πει πολλές φορές απευθυνόμενος και στη Βουλή, ότι υπάρχουν δυο μεγάλα πεδία στα οποία κινείται το πρόγραμμα προσαρμογής: το ένα πεδίο είναι οι διαρθρωτικές αλλαγές τις οποίες έπρεπε να έχουμε κάνει προ πολλού και οι οποίες έπρεπε στην πραγματικότητα να συγκροτούν το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης και υπάρχει και το πεδίο της εν στενή εννοία δημοσιονομικής προσαρμογής, δηλαδή της δραστικής, φιλόδοξης και πολύ γρήγορης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, υπό συνθήκες ύφεσης.

Αυτό επιτείνει την ύφεση που είναι ούτως ή άλλως βαθιά από το 2008, δημιουργεί αναμφίβολα προβλήματα στην πραγματική οικονομία, αλλά αυτό δεν είναι μια επιλογή οικειοθελής, είναι μια επιλογή αναγκαστική. Μια επιλογή που έγινε επειδή αυτό το πνεύμα κυριαρχεί στους δανειστές μας: και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στις διεθνείς αγορές και εν πάση περιπτώσει έπρεπε να γίνει κάποια στιγμή μια στάθμιση: τι είναι αυτό που προέχει. Αυτό που προέχει προφανώς είναι η μη δημιουργία πιστωτικού γεγονότος, η μη πτώχευση, η αποφυγή της χρεοκοπίας, η διατήρηση της χώρας μέσα στο ευρώ. Αυτό έχει ένα κόστος. Το κόστος αυτό είναι καταγεγραμμένο στη συνείδηση και τα βιώματα των πολιτών και σε εμάς όλους που έχουμε πάρει πολύ δύσκολες αποφάσεις.

Στο σημείο όμως που βρισκόμαστε τώρα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μόνος δρόμος για να φύγουμε από αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρισκόμαστε, είναι να εφαρμοστεί το πρόγραμμα αυτό, να αλλάξουν τα επίπεδα ρευστότητας και να αλλάξει η κατάσταση στην πραγματική οικονομία σταδιακά, μέσα και από την αλλαγή που πρέπει να γίνει στην οικονομική ψυχολογία, στις συμπεριφορές τις καταθετικές, τις καταναλωτικές, τις επενδυτικές, στο πολιτικό κλίμα.

Είμαι επίσης βέβαιος ότι ο κόσμος, οι πολίτες δηλαδή, έχουν εισπράξει πολύ θετικά την πρωτοβουλία συγκρότησης της Κυβέρνησης Παπαδήμου. Αυτό έχει δημιουργήσει μια άλλη ατμόσφαιρα, δεν θα έλεγα μια θετική ατμόσφαιρα αλλά μια ατμόσφαιρα αναμονής στην κοινωνία. Νομίζω ότι όλοι ξαναγνωριζόμαστε, δηλαδή ξαναγνωρίζονται κατ' αρχάς οι πολίτες με το πολιτικό σύστημα, οι πολιτικές δυνάμεις μεταξύ τους. Κατανέμονται οι ευθύνες με διαφορετικό τρόπο, τοποθετούνται όλοι με μεγαλύτερη αίσθηση ιστορικότητας των επιλογών τους και διαμορφώνεται μια εθνική στρατηγική η οποία βεβαίως έχει πάρα πολλά αναγκαστικά στοιχεία, αλλά πάντως είναι μια εθνική στρατηγική στο μέτρο που συγκεντρώνει πάρα πολύ μεγάλη συναίνεση και ακόμη μεγαλύτερη ανοχή, θα έλεγα.

Τώρα ο προϋπολογισμός τα συγκεφαλαιώνει όλα αυτά, υπό εξαιρετικά δύσκολες πανευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες. Το εγχείρημα της Νομισματικής Ένωσης όπως και κάθε νομισματική Ένωση ιστορικά, καλείται να απαντήσει σε ένα ερώτημα: αν το βήμα αυτό θα είναι μετέωρο και ημιτελές, ή αν το βήμα αυτό κάποια στιγμή έχει την πιθανότητα και την προοπτική να ολοκληρωθεί.

Η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης διδάσκει ότι πάντα τα μεγάλα βήματα γίνονται βολονταριστικά, δηλαδή υπάρχουν εμπλοκές, δυσκολίες, υπάρχει μια πολιτική απόφαση η οποία κάνει ένα βήμα μπροστά και στη συνέχεια διάφορες διαδικασίες οι οποίες είναι κυρίως διαδικασίες νομικές, αλλά και χρηματοοικονομικές και λιγότερο δημοσιονομικές και αναπτυξιακές και κοινωνικές, υποστηρίζουν ένα εγχείρημα το οποίο έχει ήδη συντελεστεί σε ένα καθαρά πολιτικό επίπεδο.

Σε σχέση όμως με το κοινό νόμισμα και σε σχέση με την ΟΝΕ και τη δημιουργία του ευρώ, τα πράγματα είναι πολύ πιο απαιτητικά. Διότι στην πραγματικότητα, αυτή τη στιγμή, όχι τόσο οι λαοί οι οποίοι είναι σε πολύ μεγάλη δυσκολία και θα έλεγα και σε απόγνωση σε πάρα πολλές χώρες, αλλά οι αγορές οι ίδιες μέσα από μια τραγική ιστορική ειρωνεία, απευθύνονται στην Ευρωζώνη και ουσιαστικά της λένε ότι «κοίταξε, αν θες να υπάρχεις, πρέπει να κάνεις βήματα θεσμικής και πολιτικής ολοκλήρωσης, δεν μπορείς να είσαι μια Νομισματική Ένωση και να μην είσαι μια Οικονομική Ένωση, δεν μπορεί να μην υπάρχουν οικονομικές πολιτικές, δημοσιονομικοί κανόνες». Δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει εμείς να συζητούμε για την τύχη της Ευρωζώνης, για τους χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς, για δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια που μοχλεύονται, κινούνται, διακινδυνεύονται και ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συζητείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να θεωρείται επίτευγμα, εάν ξεπεράσει το όριο του 1% του κοινοτικού ΑΕΠ. Αυτά είναι τραγικές αντιφάσεις οι οποίες δεν μπορούν ποτέ να δώσουν μια σοβαρή απάντηση στο πρόβλημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτό είναι πολύ συνοπτικά θα έλεγα το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Τώρα, ο καθένας μπορεί αυτό να το παρουσιάσει με διαφορετικούς τρόπους. Η αλήθεια ότι είναι ότι παρ' ότι έχουμε 10-11 χρόνια Νομισματικής Ένωσης, έχουμε κάνει πολύ σοβαρά βήματα προς τα πίσω στην κοινοτική  μέθοδο. Έχει επικρατήσει μια πολύ σκληρή διακυβερνητική μέθοδος λειτουργίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, διακυβερνητική μέθοδος σημαίνει τελικά συνεργασία των δυο μεγάλων χωρών, σημαίνει γαλλογερμανικός άξονας και ο γαλλογερμανικός άξονας έχει ένα εσωτερικό συσχετισμό, τον οποίο γνωρίζετε και ο οποίος τελικά οδηγεί σε μια προέχουσα θέση της Γερμανίας. Αυτό είναι το περιβάλλον πολύ συνοπτικά μέσα στο οποίο κινούμαστε.

Καμία απόφαση δεν εκλαμβάνεται ως οριστική, ως καθαρή, ως εφαρμόσιμη. Όλες λίγο πολύ αναθεωρούνται. Γιατί διατυπώνονται οι αποφάσεις σε ένα πολιτικό επίπεδο με μια γενικότητα, είναι προϊόν συμβιβασμού, είναι προϊόν διαπραγμάτευσης, υπάρχουν πάντα τεχνικά στοιχεία που πρέπει να προστεθούν, αρχίζει μια επεξεργασία και εξειδίκευση η οποία στην πραγματικότητα είναι πάντα μια θέση υπό αμφισβήτηση ενός αρχικού στόχου που έχει διατυπωθεί με τη βασική πολιτική απόφαση. Αυτός ο φαύλος κύκλος επαναλαμβάνεται διαρκώς.

Και τώρα πρέπει να διασώσουμε την απόφαση της 26ης-27ης Οκτωβρίου από τον κίνδυνο αυτό στον οποίο περιέπεσε η απόφαση του Ιουλίου, διότι βέβαια ήταν μια απόφαση η οποία είχε τα συνήθη χαρακτηριστικά των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δηλαδή ήταν ημιτελής.

Εμείς βεβαίως από τη δική μας πλευρά δεν έχουμε κανένα λόγο να δημιουργούμε πρόσθετες δυσχέρειες στην εφαρμογή με ταχύτητα και με ολοκληρωμένο τρόπο της απόφασης της 26ης και 27ης Οκτωβρίου. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε δημιουργήσει με τη συμπεριφορά μας τέτοιες δυσχέρειες.

Δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή η αντοχή όλων των προϋποθέσεων της 26ης Οκτωβρίου. Εάν μιλήσετε με τους ηγέτες των μεγάλων χωρών, θα σας πουν ότι:
-    «Πρώτη  προτεραιότητα είναι η χώρα μου, πρώτη προτεραιότητα είναι οι πολίτες στους οποίους απολογούμαι και από τους οποίους εκλέγομαι, πρώτη προτεραιότητα είναι να διαφυλάξω το τριπλό “Α” των ομολόγων μου και την πιστοληπτική μου ικανότητα, πρώτη μου προτεραιότητα είναι να διαφυλάξω το δικό μου τραπεζικό σύστημα.
-    Δεύτερη προτεραιότητα, ταυτισμένη με την πρώτη, είναι να διαφυλαχθεί η Ευρωζώνη και η δυνατότητα του EFSF και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να στηρίζουν το νόμισμα και τις Τράπεζες και τις χώρες και το τραπεζικό σύστημα.
-    Τρίτη προτεραιότητα είναι η προστασία των χωρών που μετέχουν στον πυρήνα του ευρώ και καθορίζουν την υπόστασή του και τα μεγέθη του, όπως είναι η Ιταλία, η Ισπανία.
-    Και τέταρτη προτεραιότητα είναι οι χώρες οι περιφερειακές που είναι εντεταγμένες σε πρόγραμμα όπως είναι η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία και εκεί γίνεται συνεχώς η αντιδιαστολή μεταξύ των καλών μαθητών και του κακού μαθητή».

Η Ιρλανδία έχει την ικανότητα να εμφανίζεται με καλές επιδόσεις γιατί το πρόβλημά της ήταν εστιασμένο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η Πορτογαλία είναι πιο πίσω χρονικά, θα αντιμετωπίσει αργότερα ίσως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε εμείς, έχει άλλες πολιτικές συνθήκες και άλλη κοινωνική ψυχολογία. Και το καινούργιο στοιχείο το οποίο ανατρέπει όλα τα δεδομένα είναι το γεγονός ότι στην πραγματικότητα η Ιταλία έχει μπει σε ένα πρόγραμμα, χωρίς αυτή τη στιγμή να υπάρχουν δάνεια, αλλά υπάρχει σίγουρα μια πολύ ισχυρή στήριξη με παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην αγορά ομολόγων και θα υπάρξει και ακόμη μεγαλύτερη και από το EFSF και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Στην πραγματικότητα, αυτό που τίθεται επί τάπητος είναι η συζήτηση για ένα τελείως διαφορετικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ήδη όλα αυτά τα οποία συζητούνται για το ενδεχόμενο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να δανείζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προκειμένου αυτό με τη σειρά του να υποστηρίζει χώρες της Ευρωζώνης, είναι μια ριζική αλλαγή του ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η σταθερότητα των τιμών που είναι το δόγμα πάνω στο οποίο οικοδομείται η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αυτή τη στιγμή οδηγεί στον κίνδυνο του αποπληθωρισμού και η κατάσταση, όπως ξέρετε, με βάση την τελευταία εκτίμηση της Επιτροπής για τα μακροοικονομικά μεγέθη της Ευρωζώνης το 2012 δείχνει μια οριακή αύξηση του ΑΕΠ της τάξεως του 0,6%. Άρα το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούμαστε είναι ένα περιβάλλον το οποίο δεν υπόσχεται πάρα πολλά από πλευράς ανάπτυξης.

Και η θεσμική μετάλλαξη που έχει γίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε συνέχεια των όσων σας έλεγα για το διακυβερνητικό χαρακτήρα, είναι μια έντονη, απροκάλυπτη δυσπιστία των μεγάλων κρατών-μελών απέναντι στην Επιτροπή, η οποία Επιτροπή αγωνίζεται να αποκαταστήσει το κύρος της με διάφορες προτάσεις όπως αυτές που έκανε ο κ. Barroso στην Πράσινη Βίβλο για το ευρωομόλογο. Επειδή υπάρχει αυτή η δυσπιστία, στην πραγματικότητα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο –κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για την ταυτότητα την ευρωπαϊκή- είναι εγκατεστημένο μέσα στην Ευρωζώνη. Το Eurogroup συνεδριάζει με τη συμμετοχή του ΔΝΤ για όλα τα θέματα.

Τα κράτη απευθύνονται στις υπηρεσίες του ΔΝΤ για εκθέσεις, για αξιολογήσεις για εφαρμογές, που σημαίνει ότι υπάρχει πλήρης απαξίωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και μια υποκατάστασή της από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Είναι πολύ σημαντικό αυτό το οποίο έχει συμβεί. Διότι αυτό είναι μια ολόκληρη αντίληψη για το πώς λειτουργεί και ο άξονας μεταξύ Ευρώπης και βόρειας Αμερικής.

Άλλωστε, στην ετήσια Σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το δόγμα το οποίο προέκυψε ήταν πως αν δεν υπάρχει μία απόλυτη και ειλικρινής συνεργασία των δυο πόλων, δηλαδή της Ευρωζώνης και των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν θα μπορέσει να ξεπεραστεί η κρίση. Αλλά αυτό δεν έχει οργανωθεί θεσμικά και δεν έχει οργανωθεί και κατά ένα τρόπο ορθολογικό και ισότιμο, γίνεται ευκαιριακά, τυχαία, αποσπασματικά και το ΔΝΤ δεν είναι ακριβώς η σχέση Ευρωζώνης και Ηνωμένων Πολιτειών, γιατί μετέχουν και πολλοί άλλοι παράγοντες οι οποίοι έχουν άποψη και από τους οποίους εξαρτάται και ο δικός μας δανεισμός.

Δηλαδή, πρέπει να εξηγούμε στη Βραζιλία, πρέπει να εξηγούμε στην Κίνα, πρέπει να εξηγούμε στη Ρωσία τι ακριβώς συμβαίνει και πρέπει να εξηγούμε και στις χώρες τις ευρωπαϊκές εκτός ζώνης ευρώ (οι οποίες έχουν αποκτήσει αυτή τη στιγμή μια πολύ μεγάλη αυτοπεποίθηση, γιατί βλέπουν τη μη ένταξή τους να λειτουργεί ως πλεονέκτημα για πολλές από αυτές), τι ακριβώς συνέβη. Δεν είναι τόσο απλό αυτό το οποίο βιώνει η Ευρωζώνη τώρα. Και εμείς βέβαια μέσα σε αυτό το συσχετισμό –προσπαθώ να τον περιγράψω όσο μπορώ πιο συνοπτικά- είμαστε στη χειρότερη δυνατή κατάσταση. Γιατί είμαστε βέβαια οι δανειζόμενοι, αυτοί που έχουν κακές επιδόσεις, τα προβληματικά παιδιά, υπάρχει αμφισβήτηση για τη σοβαρότητά μας, υπάρχει αμφισβήτηση για την αίσθηση κινδύνου που έχουμε και βέβαια μέσα σε όλα αυτά, το ερώτημα είναι τι αντιτάσσει κανείς, ποια είναι η αντιπρόταση και υπό ποιες συνθήκες προβάλλει την αντιπρόταση αυτή.

Υπάρχει αντιπρόταση του τύπου «να φύγουμε από το ευρώ»; Δεν θέλω να μπω σε αυτή τη συζήτηση τώρα, πιστεύω ότι και ο πιο απλός Έλληνας πολίτης, στη συντριπτική του πλειονότητα ο ελληνικός λαός, αντιλαμβάνεται πόσο επικίνδυνο και καταστροφικό είναι αυτό ως επιλογή. Δεν είναι η επιλογή, όμως, αν η Ελλάδα θα είναι στο ευρώ ή όχι, που είναι μια εύκολη επιλογή.

Το πρώτο ερώτημα είναι πώς θα διατηρηθεί το ευρώ καθαυτό. Πάντως δεν πρέπει να δημιουργούμε πρόσθετα προβλήματα εμείς.

Το δεύτερο ερώτημα, το οποίο είναι σημαντικό, είναι μέσα στο ευρώ και μέσα στο πρόγραμμα στήριξης με τέτοιο δανεισμό από τον επίσημο τομέα (που φτάνει τα 240 δισ. ευρώ τη στιγμή αυτή και αν βάλει κανείς και τη ρευστότητα από το ευρωσύστημα, πρέπει να προσθέσει άλλα 170 δισ. ευρώ, τα οποία λίγο ή πολύ συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), πώς θα μπορέσουμε να βελτιώσουμε τους όρους; Πιστεύω ότι εκεί υπάρχουν πράγματι πάρα πολλές δυνατότητες, αλλά οι δυνατότητες αυτές γεννιούνται και αξιοποιούνται μόνο αφ’ ης στιγμής πείσουμε ότι μπορούμε να διεκπεραιώσουμε το στάδιο αυτό στο οποίο τώρα κρινόμαστε καλώς ή κακώς και βέβαια αυτό γεννάει αδικίες, γεννάει ανισότητες, γεννάει προβλήματα. Πως είναι άλλωστε δυνατό να κάνεις αζημίως μια τέτοια προσαρμογή, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα που ξεκινάει  με ύφεση και καταλήγει σε μεγαλύτερη ύφεση και ταυτόχρονα έχοντας να εξυπηρετήσεις ένα δημόσιο χρέος με κόστος, που βαίνει αυξανόμενο από το 2009 έως το 2012. Αν δεν σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, δεν μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτε και να δώσουμε την προοπτική στον κόσμο.

Με ρωτούσαν χτες συνάδελφοι και του ΠΑΣΟΚ για τη χρηματοδότηση των Τραπεζών, τι γίνεται; Πώς είναι δυνατό να έχουμε φτάσει τώρα, με τη προσθήκη που κάναμε χτες μετά από ομόφωνη απόφαση που πήρε το Υπουργικό Συμβούλιο στην τελευταία του συνεδρίαση, σε παροχή εγγυήσεων ή ειδικών ομολόγων ή προνομιούχων μετοχών, που φτάνουν τα 155 δις και που πήγε αυτή η ρευστότητα.

Η ρευστότητα έχει πάει σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό στις ανάγκες αναχρηματοδότησης του εσωτερικού προβλήματος κάθε Τράπεζας, στην ανάγκη χρηματοδότησης των θυγατρικών της, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ένα μεγάλο μέρος της ρευστότητας αυτής έχει μεταφερθεί στο εξωτερικό για να στηριχθούν τα δίκτυα των θυγατρικών εταιρειών των ελληνικών Τραπεζών. Και αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα που πρέπει να δούμε, διότι αυτό το μπουμ το οποίο έγινε με τις Τράπεζες στην Τουρκία, στην Πολωνία, στη Σερβία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία, πρέπει να δούμε τώρα μέσα στη στρατηγική της ανασυγκρότησης του τραπεζικού συστήματος πώς τοποθετούμεθα απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Και βέβαια η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ ένα τραπεζικό σύστημα το οποίο στην πραγματικότητα έχει αρνητική πιστωτική επέκταση, διευθετεί δάνεια αναμφίβολα και θα το κάνει αυτό και με τα στεγαστικά δάνεια των δημοσίων υπαλλήλων και των μισθωτών, αλλά η διευθέτηση αυτή είναι λίγο πολύ αναγκαστική διότι από ένα σημείο και μετά ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος, αλλά στην πραγματικότητα χρηματοδότηση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών δεν έχουμε.

Όχι ότι υπάρχει και καμιά φοβερή πίεση στα γκισέ για νέα δάνεια αναπτυξιακού χαρακτήρα, αλλά εδώ υπάρχει πρόβλημα και με τα κεφάλαια κίνησης, υπάρχει πρόβλημα και με τις εξαγωγικές πιστώσεις. Και πρέπει να δει κανείς αυτά πώς θα εξομαλυνθούν σταδιακά γιατί, το επαναλαμβάνω κι εδώ, κανένα εξωτραπεζικό σύστημα ενίσχυσης της οικονομίας, δηλαδή αναπτυξιακός νόμος, ΕΤΕΑΝ, δε μπορεί να υποκαταστήσει την τραπεζική χρηματοδότηση.

Κανένα πρόγραμμα δεν ολοκληρώνεται χωρίς την τραπεζική χρηματοδότηση και κανένα μεγάλο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ δε μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς τραπεζικό δανεισμό. Δηλαδή οι οδικοί άξονες, οι συμβάσεις παραχώρησης. Έχεις ΕΣΠΑ, έχεις Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, αν δεν έχεις δάνεια μεγάλα κοινοπρακτικά τραπεζικά, δε μπορεί να προχωρήσει η σύμβαση. Αυτό είναι λίγο πολύ το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε.

Είπα και στην Ολομέλεια και στη σχετική συνέντευξη ότι ο προϋπολογισμός αυτός είναι ο προϋπολογισμός του πρωτογενούς πλεονάσματος, ενός οριακού πρωτογενούς πλεονάσματος, του 1,1%. Αν πετύχουμε όλους μας τους στόχους, με βάση τους κανόνες ΕSA θα είναι το ισοζύγιο, το πρωτογενές ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης, όχι της κεντρικής κυβέρνησης, πλεονασματικά κατά 1,1%.

Είναι ο προϋπολογισμός της μείωσης του χρέους. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να πετύχει το PSI, άρα είναι ο προϋπολογισμός του μειωμένου κόστους εξυπηρέτησης και είπαμε ότι το μειωμένο κόστος είναι 5,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το τι θα δίναμε το 2012 χωρίς PSΙ και 3,6 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2011. Έχουμε δυο διαφορετικές βάσεις σύγκρισης, το 2012 με τον εαυτό του σε δυο διαφορετικές εκδοχές και το 2012 με το 2011. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό μέγεθος αλλά αυτό όπως αντιλαμβάνεστε, προϋποθέτει ότι θα γίνει το PSI.

Και, επίσης, είναι ένας προϋπολογισμός -αυτό ενδιαφέρει πολιτικά και κοινωνικά τώρα- που έχει ενσωματωμένα τα σκληρά μέτρα, δεν χρειάζεται νέα μέτρα, δεν πρόκειται να φέρουμε νέα μέτρα για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, αρκεί να έχουμε μια στοιχειώδη συνέπεια σ’ αυτό που κάνουμε και να υπάρχει μια συνεργασία της Δημόσιας Διοίκησης και της κοινωνίας και της αγοράς για να έχουμε ένα στοιχειώδες αποτέλεσμα.

Πότε θα κληθούμε να πάρουμε νέα μέτρα, αυτό έχει μεγάλη σημασία για το πολιτικό χρονοδιάγραμμα της χώρας. Θα κληθούμε να πάρουμε νέα μέτρα τον Ιούνιο του 2012 ως χώρα, βλέποντας την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού που ελπίζω ότι θα είναι θετική, αλλά και για να φτιάξουμε τους προϋπολογισμούς του 2013 και του 2014 στο πλαίσιο του μεσοπροθέσμου προγράμματος δημοσιονομικής στρατηγικής.

Από τι θα εξαρτηθεί το τι και πόσα μέτρα, διότι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι στην πραγματικότητα 2% του ΑΕΠ, με τα τωρινά προ PSI δεδομένα, συν 1% αποθεματικό. Από τι θα εξαρτηθεί; Θα εξαρτηθεί από το πώς εκτελείται ο προϋπολογισμός και από το ποιο είναι το πραγματικό αποτέλεσμα σε σχέση με το PSI. Διότι αυτά είναι δεσμεύσεις από το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα με το παλιό αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.

Εάν το κόστος μειωθεί πραγματικά, τότε βεβαίως θα είναι πολύ πιο εύκολη η ζωή μας σε σχέση με αυτά που αναγκαστήκαμε να κάνουμε για τον προϋπολογισμό του 2012 και του 2011 και του 2010, τους προηγούμενους 24 μήνες περίπου που ασχολούμαστε με τα θέματα αυτά ως κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και τώρα ως κυβέρνηση συνεργασίας.

Και στο μεταξύ βέβαια ελπίζω ότι θα έχει σταθεροποιηθεί το διεθνές περιβάλλον, ότι θα έχουν λειτουργήσει οι μηχανισμοί της ευρωζώνης, ότι θα έχουν αναπνεύσει από την πίεση οι μεγάλες χώρες οι οποίες είναι αυτή τη στιγμή στο στόχαστρο και θα έχει λάβει μια απάντηση και η αγορά. Τώρα η αγορά να λάβει απάντηση είναι πάρα πολύ δύσκολο. Αυτό συνδέεται και με το PSI γιατί στην πραγματικότητα η πιο δύσκολη διαπραγμάτευση μεταξύ κρατών και Διεθνών Οργανισμών από τη μια μεριά και αγοράς με ρυθμισμένες και μη ρυθμισμένες οντότητες από την άλλη μεριά, είναι το ελληνικό PSI αυτού του μεγέθους.

Πρέπει να διαφυλαχθεί ο εθελοντικός χαρακτήρας. Δεν θέλω να γίνω πιο αναλυτικός στο θέμα αυτό, αλλά αυτό είναι ένα πολύ κρίσιμο στοίχημα.

Θα μου πείτε, εδώ τι ενδιαφέρει αυτό κάποιον ο οποίος έχει μειωμένο μισθό, μειωμένη σύνταξη, έχει να πληρώσει πολλούς φόρους, έχει να πληρώσει το ειδικό τέλος, έχει το παιδί του άνεργο ή τον εαυτό του σε κίνδυνο ανεργίας, δε μπαίνει δεύτερος μισθός στο σπίτι, νιώθει ότι είναι κλειστή η Τράπεζα, νιώθει ότι δε λειτουργεί ένα κράτος δικαίου και προστασίας του αδυνάτου.

Μα αυτό είναι η μεγάλη αντίφαση την οποία καλούμαστε να διαχειριστούμε. Και νομίζω ότι τελικά το στοίχημα της επόμενης, δεν θέλω να πω δεκαετίας, γιατί πάει στο 2020, οπότε θα κριθεί αν έχουμε πετύχει το στόχο μας σε σχέση με το χρέος, αλλά το στοίχημα της επόμενης τριετίας-τετραετίας, είναι στην πραγματικότητα το στοίχημα της ειλικρίνειας, να πεις την αλήθεια. Νομίζω ότι σ’ αυτό είμαστε πολύ κοντά, λέμε την αλήθεια, άρα πρέπει να έχει κανείς την αίσθηση του κινδύνου αλλά όχι την αίσθηση του πανικού, δηλαδή η συνείδηση της πραγματικότητας δεν πρέπει να οδηγεί σε απώλεια ψυχραιμίας, αλλά πρέπει να σε χαλυβδώνει να κάνεις το επόμενο βήμα.

Το επόμενο βήμα είναι:
1.    Πρώτον, να μπορείς να διαχειριστείς την κρίση, άρα πρέπει να την καταλάβεις και να την πεις.
2.    Δεύτερον, να μπορείς να τη διαχειριστείς με υπεύθυνο και ολοκληρωμένο τρόπο.
3.    Και τρίτον, να μπορείς να την εντάξεις μέσα στα κοινωνικά συμφραζόμενα, τα οποία είναι πάρα πολύ δύσκολα και να τη συνδυάσεις με συγκεκριμένες κινήσεις κοινωνικής συνοχής, αλληλεγγύης, αποκατάστασης των αδικιών και εγκαθίδρυσης ενός κράτους δικαίου το οποίο ταυτόχρονα λειτουργεί και ως κοινωνικό κράτος, γιατί όταν ο άλλος βλέπει ότι πληρώνουν όλοι, τιμωρούνται αυτοί οι οποίοι διαφεύγουν συστηματικά χρόνια και υπάρχει μια μέριμνα γι’ αυτόν που είναι σε κατάσταση κρίσης και δεν είναι κανείς μόνος και εγκαταλελειμμένος, μοναχικό και εγκαταλελειμμένο θύμα της κρίσης, νομίζω ότι έχεις πετύχει αυτό το στόχο.

Τώρα, μπορεί να διατυπωθεί άλλος πολιτικός λόγος ο οποίος να δίνει την υπόσχεση μιας επαναδιαπραγμάτευσης η οποία θα καταλήξει στο να κρατήσει τα πλεονεκτήματα του προγράμματος και να μην έχεις κανένα από τα μειονεκτήματα; Εγώ αυτό το θεωρώ πολιτικά ανεύθυνο, διεθνοπολιτικά αδύνατο και τελικά το θεωρώ και εξαιρετικά επικίνδυνο για τη χώρα γιατί μειώνει την αξιοπιστία, προκαλεί καθυστερήσεις, δημιουργεί μια νέα φενάκη και στην πραγματικότητα καθηλώνει τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου.

Υπάρχει άλλη εκδοχή; Ένας ριζοσπαστικός λόγος εκτός πλαισίου; Δε βλέπω κανέναν να τη διατυπώνει την πολιτική αυτή ευθαρσώς. Δε θεωρώ δηλαδή ότι τα κόμματα της Αριστεράς διατυπώνουν μια αντιπρόταση. Η πρότασή τους είναι συνδικαλιστικού χαρακτήρα, είναι μια άσκηση πίεσης, θεμιτή ώς ένα βαθμό όταν έχεις τέτοιες κοινωνικές συνθήκες, αλλά ώς εδώ.

Η διαφορά μεταξύ συνδικαλισμού ή πολιτικού συνδικαλισμού και πραγματικής πολιτικής είναι τεράστια. Τώρα, στο πεδίο της πραγματικής πολιτικής διασώζεται η πολιτική και η δημοκρατία όταν υπάρχει μια αναγκαστική ταύτιση πολιτικών δυνάμεων από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και διαφορετικές παραδόσεις και αισθητικές; Αυτό είναι ένα μεγάλο στοίχημα.

Πρέπει να διασωθεί η πολιτική και η δημοκρατία υπό συνθήκες κρίσης. Επειδή η Ευρώπη τα έχει ζήσει αυτά πολλές φορές, τα έχει ζήσει πρωτίστως στην περίοδο του μεσοπολέμου, πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί και πάρα πολύ καλά μελετημένοι σε σχέση με τα διδάγματα της ιστορίας, γιατί αναμφίβολα υπάρχει ένα πρόβλημα υπόστασης της πολιτικής και ένα πρόβλημα δημοκρατίας.

Και αυτό πρέπει να το προσέξουμε ιδιαιτέρως, γιατί αυτό είναι το ζήτημα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας η οποία ηττάται διαρκώς. Γιατί δεν υπάρχει τώρα στην πραγματικότητα κάποια ιδεολογική διάκριση. Η διάκριση που υπάρχει είναι η διάκριση μεταξύ του ποιος έτυχε να είναι κυβέρνηση και του ποιος έτυχε να είναι αντιπολίτευση.

Άρα δεν υπάρχει ένα διακύβευμα το οποίο είναι ιδεολογικοπολιτικό, στην πραγματικότητα υπάρχει ένα διακύβευμα που απορρέει από την τυχαιότητα του πολιτικού κύκλου και από το αν είσαι θεσμικά κυβέρνηση ή αντιπολίτευση. Και επωφελείται αυτός που έτυχε να είναι αντιπολίτευση, φθείρεται αυτός που έτυχε να είναι κυβέρνηση και γι’ αυτό είναι πάρα πολύ μεγάλο το στοίχημα το οποίο τίθεται με την κυβέρνηση συνεργασίας, διότι στην πραγματικότητα ξανατοποθετεί αυτό το θέμα και μας επιτρέπει να μιλήσουμε με πιο ολοκληρωμένο τρόπο για τα θέματα αυτά.

Αλλά θέλει βεβαίως μια προσοχή, διότι αυτή η διαδικασία πρέπει να γίνει με πάρα πολύ ήπιο τρόπο και σταδιακό και με μια εξαιρετικά προσεκτική επιχειρηματολογία. Όποιος θεωρεί ότι μπορεί να κάνει μια μπρούτα προσέγγιση και να επαναλάβει τη συμβατική αντιπαράθεση των κομμάτων μέσα σ’ ένα σχήμα συμπολιτευόμενης αντιπολίτευσης και αντιπολιτευόμενης συμπολίτευσης, κάνει κατά τη γνώμη μου πολύ μεγάλο λάθος.

Και πιστεύω ότι ο πολίτης έχει αρχίσει να παρακολουθεί με διαφορετικό τρόπο τα πολιτικά κόμματα, τις πολιτικές δυνάμεις, και τα πρόσωπα βέβαια, διότι σε τελευταία ανάλυση τον ενδιαφέρει και ποιοι έχουν την ικανότητα να διαχειριστούν τις καταστάσεις κρίσης. Αυτό είναι λίγο πολύ το στοίχημα του προϋπολογισμού πολιτικά.

Ο προϋπολογισμός, όπως ξέρετε, έχει προσαρτημένο το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, επικαιροποιημένο σύμφωνα με την πέμπτη αναθεώρηση και έχει τα μεγέθη τα οποία σας είπα, τα οποία μπορώ να σας τα πω και πιο αναλυτικά, αλλά νομίζω ότι αν θέλετε να διαβάσετε την ομιλία μου στο Υπουργικό Συμβούλιο, που σας την έχω στείλει, δε θα χρειαστεί να σας κουράσω περισσότερο.

Νομίζω ότι αυτά αρκούν ως μια πολιτική εισαγωγή στη συγκυρία και στον προϋπολογισμό είναι επαρκές όπως το είπα.redsq

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΦορολογικό Σύστημα | Δημοσιονομική ΠολιτικήΠΑ.ΣΟ.ΚΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2011