Αθήνα, 22 Οκτωβρίου 2015 

Παρέμβαση Ευάγγελου Βενιζέλου. Ένσταση αντισυνταγματικότητας του σχεδίου νόμου «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης και άλλες διατάξεις».

Κύριε Πρόεδρε, το άρθρο 14 παράγραφος 9 του ισχύοντος Συντάγματος της χώρας, που είχα την τιμή να το εισηγηθώ το 2001 και να ψηφιστεί με συντριπτική πλειοψηφία στην τότε Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, επιβάλλει πολύ συγκεκριμένους κανόνες και πολύ σαφείς θεσμικές εγγυήσεις για τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης.

Ο θεμελιώδης κανόνας είναι η διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας και αυτό εξειδικεύεται στην υποχρέωση να είναι γνωστά τα μέσα χρηματοδότησης, το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η οικονομική κατάσταση των μέσων ενημέρωσης, στην απαγόρευση συγκέντρωσης και πιο συγκεκριμένα στην απαγόρευση συγκέντρωσης περισσότερων από ένα ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και βέβαια στην επιβολή ασυμβίβαστων δραστηριοτήτων μεταξύ της ιδιοκτησίας και της διεύθυνσης ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και άλλων δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Θα περίμενε κανείς, μετά από όσα είχε προαναγγείλει κατά επανάληψη ο κ. Τσίπρας και η Κυβέρνησή του, να εισαχθεί τελικά στη Βουλή ένα δρακόντειο νομοσχέδιο, το οποίο εφαρμόζει το Σύνταγμα με άτεγκτο και αποτελεσματικό τρόπο, αναβαθμίζει τις εγγυήσεις διαφάνειας και πολυφωνίας, θεσπίζει αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου της οικονομικής κατάστασης και του τρόπου απόκτησης των οικονομικών μέσων των σταθμών, διασφαλίζει στην πράξη την απαγόρευση συγκέντρωσης και βέβαια τη διαφάνεια στις άλλες οικονομικές δραστηριότητες του κράτους, ώστε να χτυπηθεί στον πυρήνα της η διαπλοκή.

Ενώ, λοιπόν, αναμένουμε «να γεννήσει το όρος» ένα νομοσχέδιο, το οποίο θα κάνει πάταγο, τελικά παρουσιάζεται ένα νομοσχέδιο που λειτουργεί ως όχημα διευκόλυνσης της αδιαφάνειας και της διαπλοκής.

Θυμίζω ιστορικά ότι το καθεστώς των μέσων ενημέρωσης διαμορφώθηκε στην Ελλάδα το 1989 με πολύ ενεργό, σχεδόν καταλυτικό, ρόλο των Υπουργών που μετείχαν εκ μέρους της τότε Αριστεράς, στην Κυβέρνηση Τζανετάκη και έκτοτε το καθεστώς αυτό έχει επιβληθεί –υπάρχουν πολλά προβλήματα σε σχέση με την εφαρμογή της νομιμότητας-, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν ξέρει ποιος επιχειρηματίας, ποια επιχειρηματική οντότητα ελέγχει ποιον τηλεοπτικό σταθμό στην Ελλάδα και ιδίως τους κεντρικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Όλοι ξέρουμε ποιος είναι ποιος. Είναι γνωστό ποιος μπορεί να ασκήσει επιρροή. Ξέρουμε ποιος είναι αυτός που συναλλάσσεται με το Δημόσιο.

Επίσης, πρέπει να σας πω ότι η ερμηνεία που τελικά έδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, μεταξύ 2008 και 2011 στο άρθρο 14, παράγραφος 9 σε σχέση με τις ασυμβίβαστες ιδιότητες, είναι αυτή που έλεγα στη Βουλή από το 2001, αυτή η οποία επιτρέπει την εναρμόνιση εθνικού Συντάγματος και Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου.

Το νομοσχέδιο είναι ψευδεπίγραφο και ενώ εκπέμπει την ιαχή «μπροστά, να φάμε την αδιαφάνεια και τη διαπλοκή», διαμορφώνει τις νομοθετικές προϋποθέσεις για να δημιουργηθούν τα λεγόμενα «νέα τζάκια» στο χώρο της ενημέρωσης, δηλαδή για να εγκατασταθούν άγνωστα και ανεξέλεγκτα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία μπορεί να συναλλάσσονται με την Κυβέρνηση ή με οποιοδήποτε άλλο, αλλά δεν υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου.

Πιο συγκεκριμένα, είναι κραυγαλέα αντισυνταγματική η διάταξη των άρθρων 4 – 5 του νομοσχεδίου, προσκρούει στο άρθρο 14 παράγραφος 9 του Συντάγματος, γιατί μέσω της δήθεν ονομαστικοποίησης των μετοχών, εισάγονται τόσες εξαιρέσεις, που τελικά οποιαδήποτε μη ελληνική εταιρεία, οποιασδήποτε μορφής μπορεί να έχει τον έλεγχο ενός τηλεοπτικού σταθμού εθνικής εμβέλειας με ενημερωτικό και πολιτικό περιεχόμενο και να μην ξέρουμε ποιος είναι ποιος.

Υπάρχει το εξής παράδοξο: Ενώ για την απαγόρευση συγκέντρωσης και για τα θέματα του λεγόμενου βασικού μετόχου το νομοσχέδιο παραπέμπει στη ισχύουσα νομοθεσία, αλλάζει τις διατυπώσεις της νομοθεσίας για την ονομαστικοποίηση. Άρα, ενώ δήθεν οι μετοχές θα είναι ονομαστικές, μπορούν να λειτουργούν επιχειρηματικές οντότητες που δεν ξέρουμε ποιος είναι ποιος. Αν δεν ξέρουμε ποιος είναι ποιος, δεν μπορείς να ελέγξεις ούτε τη συγκέντρωση, ούτε τα ασυμβίβαστα, ούτε όλες τις άλλες θεσμικές επιταγές του Συντάγματος.

Γιατί δεν παραπέμπει στην ισχύουσα νομοθεσία και για την ονομαστικοποίηση, αλλά αλλάζει αυτό το κρίσιμο σημείο που καταλύει όλες τις άλλες εγγυήσεις; Και να πω το εξής: Στην εποχή μας μπορούμε να μιλάμε, εν έτει 2015, για τον κανόνα της ονομαστικοποίησης όταν διεθνώς αυτός δεν προσφέρει τίποτα; Πρέπει να εισαχθεί στο νομοσχέδιο ρήτρα ότι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης χρησιμοποιεί διεθνείς έμπειρες ελεγκτικές εταιρείες, οι οποίες συντάσσουν για κάθε υποψήφιο έκθεση για το ποιος πραγματικά είναι αυτός που έχει τον επιχειρηματικό έλεγχο και για το ποια είναι τα οικονομικά μέσα. Υπάρχουν έμπειρες εξειδικευμένες εταιρείες, οι οποίες μπορούν να παρουσιάσουν την πραγματική εικόνα ανεξαρτήτως νομικής μορφής, εισαγωγής στο Χρηματιστήριο, ονομαστικοποίησης, χωρίς να υπάρχει κανένας φραγμός.

Το θέμα είναι πραγματικό. Ποιος είναι αυτός που ελέγχει; Ακούμε διάφορα για εξωχώριες εταιρείες, για συμφέροντα που συνδέονται με άλλες χώρες. Λοιπόν, ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Δεύτερη αντισυνταγματικότητα. Το άρθρο 2 προβλέπει περιορισμένο αριθμό αδειών που προκύπτουν από τον χάρτη συχνοτήτων και τον αριθμό αδειών και τον καθορίζει με απόφασή του ο Υπουργός. Αυτό καταρχάς προσκρούει στους συνταγματικούς κανόνες περί νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Όταν παρέχεται εξουσιοδότηση για ένα τόσο σημαντικό θέμα που δεν είναι ειδικότερο τεχνικό ή λεπτομερειακό, απαιτείται κανονιστικό Προεδρικό Διάταγμα ώστε να μεσολαβεί η γνωμοδότηση και ο έλεγχος νομιμότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτό είναι κραυγαλέο.

Όμως και επί της ουσίας ο χάρτης συχνοτήτων και ο αριθμός αδειών πρέπει να συνδέεται με την ψηφιακή πραγματικότητα και όχι με την αναλογική της δεκαετίας του 1990 ή του 1980. Δεν υπάρχει τώρα σπάνις συχνοτήτων. Πρέπει ο χάρτης συχνοτήτων και άρα η σχετική ρύθμιση με διάταγμα να προσφέρει τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό αδειών. Αλλιώς, παραβιάζεται ο κανόνας της πολυφωνίας, το άρθρο 14 του Συντάγματος, το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Γιατί μας φοβίζουν οι πολλές άδειες; Η αγορά θα κρίνει πόσες θα επιβιώσουν. Αλλά δεν μπορείς να περιορίζεις εξ αρχής. Και η επιβίωση μπορεί να μην είναι αμιγώς επιχειρηματική γιατί μπορεί να θέλουν να εκφραστούν κοινωνικές οντότητες κοινωφελούς και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Τρίτη μεγάλη αντισυνταγματικότητα: Περιορίζονται κατ’ ουσίαν οι αρμοδιότητες του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Όμως, το άρθρο 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος αναθέτει ρητά και απευθείας στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης την εποπτεία επί των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και όχι στον Υπουργό, πέραν του ότι η νομοθεσία διασπά τον έλεγχο πλέον μεταξύ του Εθνικό Συμβούλιου Ραδιοτηλεόρασης, της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τις συγκεντρώσεις και της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, η οποία δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη αλλά είναι κοινοτικά κατοχυρωμένη και με το άρθρο 18 του σχεδίου ευτελίζεται. Τα μέλη της τελούν υπό την απειλή του αρμόδιου Υπουργού Υποδομών μέσω της αλλαγής του πειθαρχικού καθεστώτος.

Άρα, έχουμε και πρόβλημα κατοχύρωσης του Εθνικού Συμβούλιου Ραδιοτηλεόρασης που πρέπει επιτέλους να συγκροτηθεί νομίμως, αλλά και συστηματικής ενοποίησης της εποπτείας.

Τέταρτο ζήτημα, o καθορισμός του τιμήματος με δημοπρασία ανά άδεια. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό παραβιάζει και τον κανόνα για τον έλεγχο των οικονομικών μέσων και την πολυφωνία. Γιατί δημοπρασία ανά άδεια και όχι συνολικά;

Ο συνολικός αριθμός των αδειών δεν καθορίζει το τίμημα; Είναι το ίδιο να έχεις μία άδεια και το ίδιο να έχεις δέκα άδειες; Και επιπλέον όταν το τίμημα υπερβαίνει την οικονομική λογική, τις αντοχές της αγοράς, το μέγεθος της διαφήμισης, για ποιον λόγο ένας επιχειρηματίας να δίνει τίμημα μεγαλύτερο από την προσδοκία κέρδους που έχει;

Για κάποιον λόγο πολιτικό, για κάποιον λόγο που εξυπηρετεί συμφέροντα αδιαφανή, διότι διαφάνεια σημαίνει να αντέχεις και οικονομικά, μέσα από τη λειτουργία της αγοράς. Αλλιώς, τι θέλεις να κάνεις; Γιατί δαπανάς και επενδύεις χρήματα; Αυτό, λοιπόν, είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα που ανάγεται στο άρθρο 14 παράγραφος 9.

Τελευταίο ζήτημα, οι υφιστάμενες επιχειρήσεις έχουν προκύψει όπως έχουν προκύψει. Είναι γνωστές. Είναι έξι εθνικοί τηλεοπτικοί σταθμοί, έχουν προσωπικό, έχουν φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις που πρέπει να καλύψουν στο Δημόσιο και το Δημόσιο έχει εύλογο συμφέρον να εισπράξει. Υπάρχουν τραπεζικά και άλλα δάνεια που εκκρεμούν.

Στο νομοσχέδιο δεν υπάρχει μεταβατική ρύθμιση, δεν υπάρχει διαχρονικό δίκαιο, δεν υπάρχει πρόβλεψη τι γίνεται με τις υφιστάμενες επιχειρήσεις, όχι από πλευράς επιχειρηματικών συμφερόντων αλλά από πλευράς εργαζομένων, από πλευράς ασφαλιστικών ταμείων, από πλευράς φορολογικών αξιώσεων του δημοσίου και από πλευράς τραπεζών που ανήκουν στο χαρτοφυλάκιο του Δημοσίου και θα ανήκουν ακόμη περισσότερο μετά την ανακεφαλαιοποίηση.

Αυτό παραβιάζει και το κράτος δικαίου και την αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνονται συνταγματικά ως θεμελιώδεις αρχές του συστήματος της έννομης τάξης της ελληνικής…

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Νικήτας Κακλαμάνης): Κύριε Πρόεδρε, σας παρακαλώ να τελειώνετε.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: …και ένας μηχανισμός συνεχούς εκβιασμού και πίεσης, διότι ώσπου να αρθούν τα συμφέροντα που ετοιμάζονται και οργανώνονται και τα ξέρει η Κυβέρνηση αλλά τα αγνοεί η Βουλή και η κοινή γνώμη, τα νέα τζάκια, απειλούνται οι υπάρχουσες επιχειρήσεις και αυτό μπορεί να κρατήσει πάρα πάρα πολύ καιρό.

Κλείνω με μία παρατήρηση ηθικού και ιστορικού χαρακτήρα. Αρχή άνδραν δείκνυσι και όταν λέω άνδρα εννοώ κάθε πολιτικό  και κάθε δημόσιο πρόσωπο. Άρα, ο κύριος Πρωθυπουργός, ο κύριος Υπουργός, η Κυβέρνηση τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με τα ερωτήματα που έθεταν με πολύ μεγάλη άνεση όλα τα προηγούμενα χρόνια. Οι προηγούμενοι, οι παλιοί, οι κακοί…

Υποχωρεί λοιπόν η Κυβέρνηση κατά τρόπο ευτελιστικό απέναντι σε άγνωστα συμφέροντα και το νομοσχέδιο αυτά τα ενθαρρύνει αντί να τα ανακόψει.

*** 

Δευτερολογία Ευάγγελου Βενιζέλου στη συζήτηση για την ένσταση αντισυνταγματικότητας του σχεδίου νόμου περί τηλεοπτικών αδειών

 

Η ονομαστικοποίηση οδηγεί στον έλεγχο των οικονομικών μέσων και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Ζούμε εν έτει 2015, δεν αρκούν οι διατάξεις του εμπορικού δικαίου. Υπάρχουν πλέον έμπειρες, διεθνείς, ελεγκτικές εταιρίες, που μπορούν, ανεξαρτήτως νομικής μορφής της εταιρίας, να σου πουν ποιος είναι αυτός που έχει τον έλεγχο, ποια είναι τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ποια είναι τα χρηματοδοτικά μέσα. Ζητώ από την Κυβέρνηση να τροποποιήσει τα άρθρα 4 και 5 ώστε για κάθε υποψήφιο αδειούχο να ζητείται και να συντάσσεται έκθεση διεθνούς ελεγκτικής εταιρίας που αποτυπώνει την κατάσταση αυτή ώστε να ξέρει το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας και ο ελληνικός λαός. Απλά πράγματα.

Διότι ενώ για τον περιβόητο «βασικό μέτοχο» και την συγκέντρωση σταθμών, το νομοσχέδιο παραπέμπει στην ισχύουσα νομοθεσία, αλλάζει την ισχύουσα νομοθεσία στα ζητήματα ονομαστικοποίησης και ανοίγει τεράστια παράθυρα ώστε μέσω αλλοδαπών εταιριών και εξωχώριων να ελέγχεις επιχείρηση τηλεοπτικού σταθμού κρύβοντας ποιος είσαι, αν εκπροσωπείς συμφέροντα αλλοδαπά, άνομα, εάν ξεπλένεις χρήματα, εάν  υπηρετείς συμφέροντα τα οποία συγκρούονται με μεγάλες επιλογές της εθνικής πολιτικής και αν παίζεις με τα συμφέροντα αυτά. Απάντηση συγκεκριμένη.

Και αυτό που είπε ο εκπρόσωπος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων ότι κρίθηκε  αντισυνταγματικός ο νόμος του 2002, είναι απολύτως ανακριβές, κρίθηκε αντισυνταγματικός ο νόμος περί βασικού μετόχου του 2005 και μάλιστα, για την ακρίβεια, όχι αντισυνταγματικός, αντίθετος με το κοινοτικό δίκαιο τελικώς όμως η απόφαση και του Συμβουλίου Επικρατείας του 2011 και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2008 επιτρέπει μια ισορροπία ακριβώς όπως την είχα περιγράψει όταν η Βουλή ψήφισε το 2001 και σύσσωμοι οι βουλευτές ζητούσαν αυστηρά μέτρα κατά του βασικού μετόχου και υπέρ των ασυμβιβάστων. Είχα προειδοποιήσει τότε ότι υπάρχει το όριο του Ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου και αυτό επιτέλους έγινε καθαρό μέσα από την εξέλιξη της νομολογίας.

Δεύτερο θέμα: Λέει ο κύριος εκπρόσωπος του Σύριζα  πως είπα ότι θα γίνεται καθορισμός τιμήματος ανά άδεια, ενώ είναι ανά κατηγορία.  Δεν είπα αυτό Ο καθορισμός τιμής εκκίνησης  θα γίνεται ανά κατηγορία. Η δημοπράτηση όμως μπορεί να γίνεται και ανά άδεια. Το κρίσιμο είναι να συμφωνήσουμε εδώ ότι οι άδειες θα είναι όσες τεχνικά  είναι εφικτές. Εφόσον η ψηφιακή τεχνολογία επιτρέπει έναν ν αριθμό αδειών, αυτές πρέπει να δημοπρατούνται.

Αυτό που είπα όμως, το κρίσιμο, είναι άλλο, για ποιο λόγο κάποιος θα δίνει τίμημα μεγαλύτερο από αυτό που δικαιολογεί η αγορά, η προσδοκία κερδοφορίας και  επιβίωσης της επιχείρησή του. Γιατί κάποιος θέλει να κάνει μια ζημιογόνα επιχείρηση;  Έχει λεφτά που ξεπλένει;  Θέλει να ασκήσει λαθρεμπόριο πολιτικής επιρροής ;  Να μας το εξηγήσει λοιπόν.  Να το ανακόψει αυτό το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.

Γιατί λέτε διάφορα λόγια, ότι θα αλλάξετε το τοπίο, το αποτέλεσμα θα είναι να κρατηθεί το τοπίο το ραδιοτηλεοπτικό όπως είναι τώρα υπό πίεση και εκβιασμό πολιτικό και να αρχίσει μία αδιαφανής συναλλαγή με άγνωστα συμφέροντα που καραδοκούν και στη μέση τροχονόμος να είναι ο κύριος Τσίπρας με τον κύριο Παππά. Αυτό δεν βοηθάει ούτε εσάς ούτε την Δημοκρατία.

Μιλάτε συνεχώς. Θα χτυπήσετε τη διαπλοκή.  Δηλαδή, τι θα κάνετε συγκεκριμένα; Με τις προμήθειες και τα έργα του Δημοσίου τι θα κάνετε;  Κάντε το.

Λοιπόν ως εκ τούτου το να επικαλείται  δια του κυρίου Κατρούγκαλου η Κυβέρνηση για μια ακόμη φορά το επιχείρημα της αλαζονείας του εκλογικού νικητή είναι από ένα σημείο και μετά αντιαισθητικό. Διότι, εντάξει, η Κυβέρνηση σας έχει πλειοψηφία 39,2% στο εκλογικό σώμα, την μικρότερη των τελευταίων 40 ετών. Αυτό σημαίνει ότι τώρα αρχίζει η Δημοκρατία και η Ιστορία στη χώρα;  Τώρα υπάρχουν προβλήματα τα οποία ξεπερνούν την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών. Έχετε μεγάλη ευθύνη γιαυτό.

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΔιαφάνειαΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2015