Αθήνα, 31 Οκτωβρίου 2015

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών, «Για το πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών.»


Κυρίες και Κύριοι βουλευτές, όταν έγιναν οι προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις Τραπεζών μετά το ξέσπασμα της κρίσης και την είσοδο της χώρας σε πρόγραμμα προσαρμογής και ανασυγκρότησης, η Βουλή γνώριζε ψηφίζοντας τους σχετικούς νόμους ποιο είναι το ακριβές σχήμα της ανακεφαλαιοποίησης, τι ζητούμε από τους ιδιώτες μετόχους, παλιούς και νέους και τι είναι έτοιμο να προσφέρει το κράτος μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Στήριξης και με επιβάρυνση του ελληνικού λαού, γιατί πρόκειται για επιβάρυνση του δημοσίου χρέους.

Αυτό δεν συμβαίνει με το παρόν νομοσχέδιο. Αυτή η ανακεφαλαιοποίηση, η ανακεφαλαιοποίηση που οφείλεται στα λάθη, τις αστοχίες και τις βλάβες που προκάλεσε η Κυβέρνηση Τσίπρα – Καμένου γίνεται στην πραγματικότητα ερήμην της Βουλής. Η Βουλή ψηφίζει σήμερα αόριστα και από αύριο το Υπουργικό Συμβούλιο με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου θα προσδιορίσει τα πιο κρίσιμα στοιχεία της διαδικασίας και του σχήματος της ανακεφαλαιοποίησης.

Αυτό δεν γεννά απορίες; Δεν πρέπει να είναι αντικείμενο συζήτησης στην Ολομέλεια του Σώματος;

Άκουσα πολλά στη συζήτηση και σήμερα και χθες στις Επιτροπές. Ανάμεσα στο 2012 και το 2014, κυρίες και κύριοι βουλευτές, έπρεπε να αντιμετωπίσει η χώρα μια γιγαντιαία διαρροή καταθέσεων, την ύφεση, τη διόγκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά λόγω της σωστικής παρέμβασης που έγινε στο δημόσιο χρέος το 2012 -παρέμβαση που όπως έχουμε πει δεν είναι μόνο η ονομαστική μείωση, το "κούρεμα"  με το PSI αλλά και μια εξίσου σημαντική μείωση σε καθαρή παρούσα αξία μέσω του OSI ,του Official Sector Involvement- αποκόμισε το κράτος ως όφελος από τις Τράπεζες περίπου 23 δισεκατομμύρια ευρώ.

Δεν είναι όμως αυτή η ενέργεια που προκάλεσε την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης. Η ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης προκλήθηκε λόγω των μη εξυπηρετούμενων δανείων, των προβληματικών δανειακών χαρτοφυλακίων, λόγω της ύφεσης, λόγω της κάμψης της ελληνικής οικονομίας.

Έπρεπε όμως να προστατεύσουμε το σύστημα, να προστατεύσουμε τις καταθέσεις. Άρα η ανακεφαλαιοποίηση δεν ήταν στήριξη των τραπεζιτών, δηλαδή στήριξη των παλιών μετόχων και κυρίως των μεγάλων μετόχων, ήταν στήριξη των Τραπεζών άρα των καταθέσεων και της δυνατότητας της ελληνικής οικονομίας να αναστηθεί, να ορθοποδήσει. Γιατί χωρίς το μηχανισμό των Τραπεζών δεν μπορείς να τροφοδοτήσεις την πραγματική οικονομία, τις επενδύσεις, την απασχόληση.

Από το 2012 έως και το 2014 προσελκύσαμε με τον τρόπο αυτό, λόγω της σταδιακά οικοδομούμενης αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας ,περισσότερα από 13 δις ευρώ διεθνή ιδιωτικά κεφάλαια, που επενδύθηκαν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Το δε κράτος επένδυσε συνολικά 39, αντί για τα προβλεπόμενα 50, δις από τα οποία 25 για την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών Τραπεζών και 14 για την εκκαθάριση των μη συστημικών Τραπεζών με πλήρη προστασία των καταθέσεων.

Οι εκκαθαριστές ήδη έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν περίπου 2,5 δις από τα 14 και συνεχίζεται η διαδικασία αυτή.

Το χαρτοφυλάκιο που απέκτησε το ΤΧΣ εξ ονόματος του ελληνικού δημοσίου από τα 25 δις που τοποθετήθηκαν στις συστημικές Τράπεζες, έφτασε να έχει το Μάιο του 2014, πριν από τις ευρωεκλογές, χρηματιστηριακή αξία 25 δις ευρώ, δηλαδή είχαμε πλήρη ανάκτηση.

Σύμφωνα με τη μελέτη βιωσιμότητας του χρέους η προοπτική ήταν να αποκτήσουμε 16 δις ως επιστροφή, όταν θα ορθοποδήσει η ελληνική οικονομία, δηλαδή πολύ αργότερα. Και ήδη το Μάιο του 2014 είχαμε χρηματιστηριακή αξία 25 δις. Η αβεβαιότητα που προκλήθηκε λόγω των ευρωεκλογών και λόγω της επικείμενης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, έφτασε στην εξής εικόνα:

Στις 31 Δεκεμβρίου του 2014 παρά την πίεση, παρά την προεκλογική εκστρατεία ,η χρηματιστηριακή αξία να υπερβαίνει τα 19 δις ευρώ.

Και σήμερα, όπως ξέρετε, μετά από το δημοψήφισμα, μετά τα capital controls, μετά από τη βλάβη που προκάλεσε το εννιάμηνο Τσίπρα – Καμμένου στην ελληνική οικονομία, η αξία του χαρτοφυλακίου του ελληνικού δημοσίου στις Τράπεζες είναι μικρότερη από 2 δις, δηλαδή έχουμε μια απώλεια η οποία θεωρητικά ,ως notional απώλεια, αλλά αυτή είναι η δυναμική της οικονομίας, ξεπερνάει τα 23 δις ευρώ από το αρχικό χαρτοφυλάκιο με τιμές Μαΐου 2014 και έχουμε ταυτόχρονα την ανάγκη να δανειστούμε άλλα 25 για τις ανάγκες της ανακεφαλαιοποίησης.

Θα μου πείτε «δεν θα τα διαθέσουμε, γιατί οι ανάγκες ακόμη και στο πιο αντίξοο σενάριο, σήμερα ανακοινώθηκε ότι είναι 14,5 δις». Όμως τα υπόλοιπα 10 πρέπει να υπάρχουν κάπου  ως αποθεματικό, όπως υπήρχαν και τα 11 δις του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας τα οποία εν μια νυκτί τα παρέδωσε ο κ. Τσίπρας με τον κ. Βαρουφάκη στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ,στο EFSF, με την περιβόητη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, η οποία μας αφαίρεσε και το αποθεματικό του ΤΧΣ, πέρα όλων των άλλων δραματικών επιπτώσεων που είχε η πορεία από τον Φεβρουάριο μέχρι τις 12 Ιουλίου.

Γιατί αν είχαμε συνάψει τελικά και εφαρμόσει τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, θα ήταν η χώρα σε πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτή που είναι με τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Η βλάβη της χώρας μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 20ης Φεβρουαρίου είναι μεγάλη και ακόμη συντριπτικότερη μεταξύ 20ης Φεβρουαρίου και 12ης Ιουλίου.

Τώρα λοιπόν έρχεται η Κυβέρνηση και λέει τις γνωστές αοριστίες σε σχέση με τα κόκκινα δάνεια, λέει ότι τώρα έχουμε συνεκτιμήσει και τα κόκκινα δάνεια, ενώ ξέρει πάρα πολύ καλά, ότι:

Πρώτον, ο νόμος Κατσέλη για την προστασία του αδύναμου δανειολήπτη είναι δικό μας έργο. Η κα Κατσέλη είναι τώρα οπαδός και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. Ο νόμος που φέρει το όνομά της, είναι έργο των δικών μας Κυβερνήσεων.

Ξέρει επίσης, δεύτερον, ότι -και θέλω να το ακούσουν αυτό οι Έλληνες πολίτες από το βήμα της Βουλής- δεν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα με τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια, δεν υπάρχει πρόβλημα με τα δάνεια του νοικοκυριού. Εκτός κι αν μιλάμε για υπερβολικές καταστάσεις πολύ ευπόρων ανθρώπων, αλλά για τον κανονικό μέσο Έλληνα, δεν υπάρχει πρόβλημα στεγαστικού ή καταναλωτικού δανείου.

Οι λύσεις είναι εύκολες, οι λύσεις είναι φιλικές, οι λύσεις είναι ασφαλείς και τις λύσεις αυτές τις θέλει και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και θα τις επιβάλλει. Δεν έχουν γίνει πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας και είναι κρίμα από το Θεό μετά από τόσα χρόνια, τώρα, κοντά στο 2016 ,να υπάρχει αμφιβολία και αγωνία αν θα υπάρξουν πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας. Όχι, ανεξαρτήτως του τι θα πει η νομοθεσία, ανεξαρτήτως των αοριστιών, των ψεμάτων, των δημαγωγιών, που έχουμε ακούσει από την πλευρά της Κυβέρνησης, δεν υπάρχει πρόβλημα πραγματικό, με τα δάνεια των νοικοκυριών, με τα στεγαστικά και καταναλωτικά.

Υπάρχει όμως πρόβλημα με τα επιχειρηματικά δάνεια. Διότι ο τρόπος με τον οποίο έγινε η αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου των Τραπεζών, η αξιολόγηση των  στοιχείων  του ενεργητικού τους, το AQR το περιβόητο, στην πραγματικότητα δημιουργεί ένα φραγμό για το δανεισμό μεσαίων και μικρών ελληνικών επιχειρήσεων στο μέλλον.

Το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε ως κράτος, ως Βουλή, ως οικονομία είναι το μέλλον. Εάν, με βάση τους κανόνες που εφαρμόστηκαν για την αξιολόγηση και άρα για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών αναγκών, μπορεί πράγματι να δανειστεί μια μεσαία και μικρή επιχείρηση με ανεκτό επιτόκιο, ή αν είμαστε δέσμιοι μιας μεγάλης διαρθρωτικής ανισότητας στο κόστος χρήματος, στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, όπως συμβαίνει και με το κόστος της ενέργειας. Αυτό είναι το μεγάλο θέμα.

Και αυτό πρέπει να λύσουμε ως πρόβλημα, εάν θέλουμε το τραπεζικό σύστημα να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και ως επίκεντρο του νέου μοντέλου ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας. Γιατί τώρα που θα εμφανιστούν τα distress funds, τώρα που θα αρχίσει η συζήτηση για την αναδιάρθρωση επιχειρηματικών δανείων και επιχειρήσεων ,τώρα, αν δεν έχεις μοντέλο ανάπτυξης, αν δεν έχεις φιλοεπενδυτική στρατηγική, αν δεν ξέρεις να απαντήσεις στις ερωτήσεις που σου κάνουν στην Αμερική ή αλλού στον κόσμο για τα θέματα αυτά και ψελλίζεις άρρητα  ρήματα, δεν μπορείς να βοηθήσεις ούτε τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά κυρίως δεν μπορείς να βοηθήσεις τη μικρή και μεσαία ελληνική επιχείρηση, την οποία αιχμαλωτίζεις σε ασύμφορα επιτόκια. Αυτό είναι το μεγάλο θέμα.

Το μεγάλο θέμα είναι αυτό  τώρα :

-επειδή προκλήθηκε νέα διαρροή καταθέσεων 42 δις

-επειδή κρεμαστήκαμε στον ELA όλους τους προηγούμενους μήνες,

-επειδή διογκώνονται λόγω της δυσπραγίας και της επιστροφής στην ύφεση τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

-επειδή έγιναν τα κολοσσιαία λάθη διαπραγμάτευσης στα οποία αναφέρθηκα

-επειδή έγινε το δημοψήφισμα του «ΝΑΙ» - «ΟΧΙ»- «ΝΑΙ»,

-επειδή πήγαμε στα capital controls με απόφαση και πράξη της Ελληνικής Κυβέρνησης και όχι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

- επειδή είχαμε τη χρηματιστηριακή απαξίωση των Τραπεζών, την εξανέμιση του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, το 3ο Μνημόνιο και το κολοσσιαίο δάνειο των 86 δις, ενώ δεν ήθελαν να πάρουν τις υπολειπόμενες δόσεις του προηγούμενου δανείου. Το θυμάστε αυτό. Δεν ήθελαν, ήταν υπερήφανοι και λεβέντες και ήθελαν ένα πρόγραμμα – γέφυρα!

Αυτό το οποίο τώρα συμβαίνει, είναι στην πραγματικότητα, πρώτον  η ανάγκη να προστατεύσουμε μελλοντικές χορηγήσεις δανείων σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις με ένα λογικό επιτόκιο και  δεύτερον, να μην κλονίσουμε την εμπιστοσύνη της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας, η οποία έχει βάλει ήδη πάνω από 13 δις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα τελευταία τρία χρόνια.

Άρα δεν χωρούν αμφιθυμίες και ασάφειες, ούτε είναι δυνατό να μην ξέρει η Βουλή ποιο είναι το τελικό σχήμα. Διότι ποιο είναι το πρόβλημα: Το πρόβλημα είναι ότι εμείς είπαμε, εάν οι ιδιώτες βάλουν το 10% θα έχουν προνόμια στη Διοίκηση, υπό πολλαπλή εποπτεία όμως. Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα,  Ενιαίος Μηχανισμός Εποπτείας, ΤΧΣ, Τράπεζα της Ελλάδος, Ελληνικό Δημόσιο.

 Τώρα ποιο είναι το σχήμα;  Τώρα δε λέει η κυβέρνηση στη Βουλή τη συμμετοχή του Δημοσίου στην ανακεφαλαιοποίηση, για το αντίξοο σενάριο. Σε τί ποσοστό θα γίνει με κοινές μετοχές και σε τι ποσοστό θα γίνει με μετατρέψιμα υπό αίρεση ομόλογα, με Cocos . Αυτό θα είναι το θέμα.

Διότι από την κατανομή των δυο αυτών ποσοστών,  θα εξαρτηθεί ποιος ελέγχει τη Γενική Συνέλευση, τη Διοίκηση και τι δυνατότητες έχει ο ιδιώτης ν’ αποκομίσει χρηματιστηριακά κέρδη, αλλά και τί δυνατότητες έχει το Δημόσιο να ξαναπάρει πίσω τα 25 δις που έβαλε και που τα εξανέμισε ο κ. Τσίπρας με τον κ. Καμένο ,ενώ υπήρχαν ως πραγματικότητα στην αγορά και τι θα γίνει με τα περίπου 10 που θ’ αναγκαστεί να βάλει τώρα εάν δεν έχουμε κάποιο άλλο πρόβλημα που ελπίζω και εύχομαι να μην έχουμε.

Δεν είναι δυνατόν λοιπόν, η Βουλή να μην ξέρει. Με τη  τροπολογία, προτείνω να προστεθούν παράγραφοι στο άρθρο 1 και στο άρθρο 4 ώστε οι Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου και όλες οι κανονιστικές πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας που εκδίδονται σ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, να γνωστοποιούνται αμέσως στη Βουλή ώστε κατά τον κανονισμό, εάν οι Βουλευτές ή ο Υπουργός θέλει, να κινείται η σχετική διαδικασία συζήτησης στις Επιτροπές ή ακόμη και στην Ολομέλεια.

Η ενημέρωση της Βουλής και η παρέμβαση της Βουλής είναι στο σημείο αυτό διαφορετική από την υποχρέωση του ΤΧΣ να υποβάλλει έκθεση στη Βουλή ,όπως υποβάλλει και η Τράπεζα της Ελλάδος. Τώρα δε μιλάω για το Ταμείο ή για την Τράπεζα, μιλάω για την κυβέρνηση που χειρίζεται τα θέματα αυτά και πρέπει να τα χειρίζεται με διαφάνεια υπό τον έλεγχο της Βουλής, γιατί στις προηγούμενες φάσεις η Βουλή τα είχε περιλάβει στους νόμους τους σχετικούς.

Για να κλείνω. Η συζήτηση σε λίγο θα ολοκληρωθεί. Δεν άκουσα τίποτα. Δεν άκουσα ν’ απολογείται ή να εξηγεί η κυβέρνηση γιατί προκάλεσε τη ζημία που προκάλεσε. Δε ζητά συγνώμη, δε δίνει καμία εξήγηση για τα ψέματα, τις συκοφαντίες, τα μυθεύματα. Τι έγινε; Απλώς αλλάξατε άποψη και δεν τρέχει τίποτα; Δεν έσταξε η ουρά του γαϊδάρου; Τέτοιος κυνισμός; Τέτοια αλαζονεία; Τέτοιος αυταρχισμός;  Ή απλώς τέτοια επικίνδυνη ανικανότητα, τέτοια πλήρης παράδοση στους δανειστές;

Γιατί έχουμε πάει στο άλλο άκρο, στο ζηλωτισμό, προκειμένου η κυβέρνηση ν’ αποδείξει ότι θα κατέστρεφε τη χώρα με την προηγούμενη πολιτική της και άρα, ορθώς ήρθε στη δική μας πολιτική, έχει γίνει  ένας τυφλός  ζηλωτής στη σκληρή εφαρμογή του μνημονίου.

Δεν είναι καλό αυτό, δε βοηθάει ούτε  τη χώρα ούτε την οικονομία. Αυτό που χρειάζεται να κάνει η χώρα, με εθνική συναίνεση, είναι να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης που ξεκινά από την εφαρμογή του μνημονίου  αλλά το υπερβαίνει το Μνημόνιο.

Αλλιώς θα κυνηγάμε την ουρά μας ως χώρα.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΧρηματοοικονομική ΣφαίραΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2015