27 Ιουλίου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας: «Ρυθμίσεις για την προώθηση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και άλλες διατάξεις».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, με εντυπωσίασε και πάλι σήμερα το έκδηλο άγχος του κυρίου Υπουργού. Το ίδιο άγχος έχει και ο κ. Καραμανλής και όλη η Κυβέρνησή του.

Θέλουν σώνει και καλά να εμφανίζονται ιδεολογικά αριστερότερα του ΠΑΣΟΚ Γιατί άραγε η Νέα Δημοκρατία έχει τόσο έντονο σύμπλεγμα ιδεολογικής και πολιτικής κατωτερότητας; Το έχει γιατί έχει ένα βαθύτατο αίσθημα ενοχής για αυτό που κάνει.

Τι κάνει άραγε ο κ. Καραμανλής; Πού στοχεύει με τα μέτρα αυτά; Έχουν κάποια προοπτική; Υπάρχει κάποιος πολιτικός σχεδιασμός; Προσδοκούν σε κάποιο οικονομικό, κοινωνικό και τελικά πολιτικό αποτέλεσμα; Όχι. Δεν υπάρχει καμία κυβερνητική πολιτική, υπάρχουν κλεψίτυπες πολιτικές, που συγκροτούν έναν τραγέλαφο.

Ο κ. Καραμανλής ζήτησε την εντολή του ελληνικού λαού υποσχόμενος ότι θα είναι ο έντιμος και αποτελεσματικός συνεχιστής της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, ως δεξιός δηλαδή ευρωπαίος σοσιαλδημοκράτης. Υπονόμευσε την πολιτική του επιλογή με τις τραγικές επιλογές που έκανε στη συνέχεια σε σχέση με την απογραφή και με τα τραγικά του λάθη σε σχέση με την διαπλοκολογία.

Ουσιαστικά ακύρωσε όλη του την προεκλογική στρατηγική. Βρέθηκε χωρίς άξονα και πήρε ένα άλλο δάνειο, που είναι η πολιτική του κ. Μητσοτάκη και έτσι έγινε ακραίος και ψυχρός εκφραστής του νεοφιλελευθερισμού και του νέου αυταρχισμού της περιόδου 1990-1993, εφαρμόζοντας μέτρα που η Κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν τόλμησε να προωθήσει, γιατί δεν είχε βέβαια και την κοινοβουλευτική άνεση που έχει ο κ. Καραμανλής.

Και αν με τρομάζει κάτι στην υπόθεση αυτή δεν είναι το γεγονός ότι η Κυβέρνηση κάνει μια ωμή και κυνική ταξική επιλογή και ουσιαστικά προσφέρει τις υπηρεσίες της, αυτόκλητη πολλές φορές, στην εργοδοσία, στο κεφάλαιο, στο ΣΕΒ. Δεν με τρομάζει, δεν με φοβίζει και δεν με ενοχλεί η αντεργατική πολιτική, η αντιλαϊκή ρύθμιση που περιέχεται στο νομοσχέδιο αυτό, η προσπάθεια παραπλάνησης ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων, όπως οι γυναίκες σε κατάσταση χηρείας.

Με τρομάζει κυρίως η διαπίστωση πως η Κυβέρνηση αδυνατεί να αντιληφθεί ποιο είναι το οικονομικό και αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας. Αδυνατεί να αντιληφθεί πού εστιάζεται το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Αδυνατεί να καταλάβει ποιες είναι οι ανάγκες ενός σύγχρονου μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης.

Εγκλωβίζεται σε αυτήν την αδιέξοδη αντίληψή της και πειθαναγκάζει και την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, τα στελέχη της μέσα στη Βουλή να υπερασπίζονται, με έναν κενό λόγο και με μια ρητορεία, που δεν έχει αντικείμενο, αυτές τις εσφαλμένες επιλογές, οι οποίες δεν έχουν ούτε κοινωνική ούτε αναπτυξιακή λογική.

Η Κυβέρνηση, κυρίες και κύριοι, καταφέρει τρία καίρια και πρωτοφανή πλήγματα κατά των εργαζομένων. Και όταν αναφέρομαι σε εργαζόμενους, αναφέρομαι στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Γιατί ο εργαζόμενος έχει οικογένεια, γιατί ο εργαζόμενος έχει κοινή μοίρα με τον αυτοαπασχολούμενο, με το μικρό και μεσαίο επιχειρηματία και τον αγρότη, γιατί σήμερα έρχεται για ψήφιση αυτό το ακραίο ταξικό νομοσχέδιο, αλλά την προηγούμενη εβδομάδα έγινε η επίθεση κατά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με το ωράριο. Και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι αποκλεισμένες από την τραπεζική αγορά. Είναι αποκλεισμένες από τα προγράμματα του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και δέχονται την φορομπηχτική επίθεση της Νέας Δημοκρατίας συνεχώς.

Το πλήγμα, λοιπόν, κατά της ελληνικής κοινωνίας συνολικά αφορά, πρώτον, τα εισοδήματα και το έχουμε αναλύσει αυτό. Πρόκειται για κλοπή εισοδημάτων. Και επειδή ενοχλείται ο κ. Παναγιωτόπουλος από όρους που εμπεριέχουν το στοιχείο της παρανομίας, θα πω ότι δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια παράνομη πράξη, για μια υπεξαίρεση εισοδήματος από τους εργαζομένους, αλλά για μια «κατ’ εξαίρεσιν» αφαίρεση εισοδήματος από τους εργαζομένους, όπως η κατ’ εξαίρεσιν υπερωρίες που είναι η μετονομασία των παράνομων υπερωριών.

Το δεύτερο μεγάλο πλήγμα είναι η κατάργηση του οκτάωρου και όλων των βασικών όρων εργασίας και όλων των όρων κοινωνικής και οικογενειακής ζωής.
Εδώ, ουσιαστικά, πράγματι αλλάζουμε πλαίσιο αναφοράς, αλλάζουμε περίοδο πολιτιστική. Η οπισθοχώρηση δεν είναι εργασιακή. Είναι, ουσιαστικά, πολιτιστική. Πρόκειται για μέτρο εκβαρβαρισμού των κοινωνικών σχέσεων, το οποίο δυστυχώς δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτό, γιατί έχει ενσταλαχθεί μια ολόκληρη ιδεολογική αντίληψη. Η Κυβέρνηση θέλει να επιβάλει την αντίληψη ότι: ναι, τα μέτρα είναι άθλια, αντικοινωνικά, κακά, αλλά μήπως είναι αναπόφευκτα; Ε, όχι, δεν είναι αναπόφευκτα, γιατί δεν έχουν καμία αναπτυξιακή λογική, δεν έχουν αντίκρισμα στην ανταγωνιστικότητα.

Και το τρίτο πλήγμα είναι βεβαίως το πλήγμα κατά του Εργατικού Δικαίου, κατά των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Καταργείται το δικαίωμα συνδικαλιστικής οργάνωσης, η συλλογική διαπραγμάτευση, η συλλογική σύμβαση, ο διάλογος των κοινωνικών εταίρων. Και δεν είναι μόνον αυτό, ότι ο εργαζόμενος μένει ως καλαμιά στον κάμπο, έκθετος, μόνος να διαπραγματεύεται με την εργοδοσία και να αναγκάζεται να προσχωρήσει σε όρους δυσμενείς γι’ αυτόν, σε ατομική βάση, χωρίς την αλληλεγγύη των συναδέλφων του. Είναι και το ότι αποθρασύνεται η πλευρά της εργοδοσίας. Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε δει τόσο αποθρασυμένη την ηγεσία του ΣΕΒ. Γιατί; Διότι αντιλαμβάνεται ότι έχει υπερκεραστεί ως ηγεσία του ΣΕΒ. από τις ταξικές πρωτοβουλίες της ίδιας της Κυβέρνησης. Πώς θα γίνει η διαπραγμάτευση για τη νέα Εθνική, Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας φέτος, όταν η Κυβέρνηση «ξεσκίζει» την υφιστάμενη, την ισχύουσα εθνική, γενική συλλογική σύμβαση εργασίας που αναγνωρίζει το καθεστώς των «κατ’ εξαίρεση» υπερωριών, της «ιδιόρρυθμης» υπερωρίας του νόμου του 2000 και έτσι προσβάλλει ευθέως το άρθρο 22 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει τη συλλογική αυτονομία; Γιατί να πάει να διαπραγματευτεί η εργοδοσία με τους εκπροσώπους της ΓΣΕΕ, όταν βλέπει ότι έχει τέτοια πολιτική υποστήριξη, που υπερβαίνει και τα πιο ευτυχισμένα όνειρα της εργοδοτικής πλευράς;

Αλλά αυτό οδηγεί σε επανάπαυση. Οδηγεί σε ένα νέο είδος ταξικού προστατευτισμού των επιχειρήσεων, οι οποίες έτσι δεν αντιλαμβάνονται την πίεση της διεθνούς οικονομίας, δεν υφίστανται την πίεση της ανταγωνιστικότητας και δεν αντιδρούν έξυπνα, δεν αντιδρούν δηλαδή με την αναγκαία ευελιξία της επιχείρησης, που είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από την αποδιάρθρωση της εργασίας, δηλαδή από την ευελιξία των εργασιακών σχέσεων, που δεν έχει νόημα και δεν παράγει αποτέλεσμα οικονομικό και αναπτυξιακό χωρίς την ευελιξία της επιχείρησης.

Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα δεν εστιάζεται ούτε στον πραγματικό χρόνο εργασίας, που είναι πάρα πολύ υψηλός, ούτε στο μισθολογικό κόστος εργασίας, που είναι πολύ συγκρατημένο, ούτε στη σχέση παραγωγικότητας και αποδοχών των εργαζομένων, γιατί η παραγωγικότητα της εργασίας είναι 8% υψηλότερη από τις αποδοχές των εργαζομένων και από τη συμμετοχή τους στα εισοδηματικά μερίδια.

Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας εστιάζεται στην επιχειρηματικότητα, στο γεγονός ότι δεν καλλιεργούμε τη σύγχρονη επιχειρηματικότητα, μια επιχειρηματικότητα όχι ταξική, όχι συνδεδεμένη μόνο με το κεφάλαιο και το κέρδος της επιχείρησης, αλλά συνδεδεμένη με την αυτοαπασχόληση, με την αγροτιά, με το μικρομεσαίο, μια επιχειρηματικότητα σύγχρονη, κοινωνική, που αφορά όλη την κοινωνία, όλη την οικονομία, το μοντέλο ανάπτυξης.
Το πιο τραγικό, όμως, είναι ότι η Κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο καίριο ερώτημα. Εντάξει, ζητάτε θυσίες και επιβάλλετε θυσίες στους εργαζομένους. Τους αφαιρείτε εισόδημα, τους αφαιρείτε ασφαλιστικά δικαιώματα και συνταξιοδοτική προσδοκία. Τι έχετε, όμως, ζητήσει και τι έχετε πάρει από την άλλη πλευρά; Τι έχετε ζητήσει και τι έχετε πάρει από την εργοδοσία; Έχετε ζητήσει, στο πλαίσιο μιας εθνικής, κοινωνικής, αναπτυξιακής συμφωνίας, επενδύσεις, αύξηση των επενδύσεων, εκσυγχρονισμό του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, συμμετοχή στα κέρδη των συνεπών εργαζομένων; Έχετε ζητήσει και έχετε πάρει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας; Τίποτα δεν ζητήσατε και τίποτα δεν πήρατε, γιατί και δεν θέλετε και δεν ξέρετε να ζητήσετε τίποτα.

Οι κυβερνήσεις στον 21ον αιώνα στην Ευρώπη κρίνονται μόνο σε ένα σημείο: στην ικανότητά τους να οργανώσουν και να εγγυηθούν εθνικές κοινωνικές αναπτυξιακές συμφωνίες. Αλλά για να το πετύχουν αυτό, πρέπει να ξέρουν τι θέλουν. Πρέπει να έχουν μοντέλο ανάπτυξης στο μυαλό τους και πρέπει να έχουν και βαθύ αίσθημα κοινωνικής ισορροπίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Αλλιώς, διολισθαίνουν σε κοινωνικό και αναπτυξιακό αδιέξοδο.
Γι’ αυτό η ρύθμισή σας είναι κοινωνικά άδικη και σκληρή και αναπτυξιακά τυφλή και γι’ αυτό δεν θα αποδώσει αποτελέσματα ούτε σε μικροοικονομικό επίπεδο, γιατί μία επιχείρηση που έχει αντίληψη των δεδομένων δεν θα κάνει κανονικά χρήση αυτών των διατάξεων, ούτε φυσικά σε μακροοικονομικό επίπεδο, εκεί που παίζεται το παιχνίδι της ανάπτυξης και της οικονομίας.

Πού ζητάτε νομιμοποίηση και στήριγμα για όλα αυτά; Στον Ανδρέα Παπανδρέου. Έλεος! Ο κ. Παναγιωτόπουλος είναι Υπουργός του Κώστα Καραμανλή, οπαδός και επίγονος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και ζητά τη νομιμοποίησή του στον Ανδρέα Παπανδρέου! Αλήθεια, θα εφαρμόσετε όλη την εργατική νομοθεσία της δεκαετίας του 1980; Τότε γιατί καταλύετε το βασικό εργατικό νομοθέτημα του Ανδρέα Παπανδρέου που είναι ο ν. 1264 και τον καταργείτε με τη ρύθμιση, την ταπεινωτική για τους εργαζομένους, που βάλατε τελευταία στιγμή στην επιτροπή για την αναγκαστική προσχώρηση στη βούληση του εργοδότη;

Σεβαστείτε, λοιπόν, τις διατάξεις του ν. 1264 για τη συνδικαλιστική οργάνωση, για τη συλλογική διαπραγμάτευση, για την αλληλεγγύη των εργαζομένων. Γιατί δεν αρκεί να δηλώνεις λαϊκός κοινωνιστής εννοώντας ότι είσαι δεξιός λαϊκιστής. Πρέπει να αναλαμβάνεις και τις επιπτώσεις τις οικονομικές και τις θεσμικές της όποιας δήλωσης κάνεις.

Η αλήθεια είναι ότι αποτύχατε σε όλη την επικοινωνιακή σας τακτική και απεκαλύφθη και η έλλειψη σχεδίου, αλλά και η σκληρότητα και η ταξικότητα της πρόθεσής σας. Αυτό δεν έγινε μόνο με τις δύο διατάξεις για τις εργασιακές σχέσεις, αλλά και με τις διατάξεις για το ασφαλιστικό, όπου πήγατε συνειδητά να παραπλανήσετε και να εξαπατήσετε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και αναγκαστήκατε να οπισθοχωρήσετε και να κατασκευάσετε μία μοναδική νομοτεχνική πατέντα βάζοντας στο άρθρο 5 ένα τελευταίο εδάφιο με το οποίο καταργείτε όλες τις προηγούμενες ρυθμίσεις του άρθρου που ψηφίζετε, επειδή ήταν ένα παραπλανητικό και ψευδεπίγραφο άρθρο, που αφορούσε μία ευαίσθητη ομάδα από την οποία στερούσατε εισοδήματα.

Κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής Πλειοψηφίας, η ευθύνη σας είναι τεράστια γιατί είναι πλέον ευθύνη ηθική απέναντι στην ελληνική κοινωνία. Έχετε παραβιάσει τις ηθικές υποχρεώσεις σας απέναντι στον ελληνικό λαό! Έχετε χάσει την ηθική σας νομιμοποίηση!

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2005