12 Οκτωβρίου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας: «Καταδύσεις αναψυχής και άλλες διατάξεις».


 

Κύριε Πρόεδρε, επειδή είμαι ο συντάκτης του ισχύοντος αρχαιολογικού νόμου 3028/02, θεωρώ υποχρέωσή μου να επεκτείνω ορισμένες από τις επιφυλάξεις και παρατηρήσεις που ήδη εξέθεσε ο εισηγητής του κόμματός μας κ. Διαμαντίδης στην αγόρευσή του.

Αναγνωρίζω πως βασική στόχευση του σχεδίου νόμου είναι να ενισχύσει και να διευκολύνει πολύ εξελιγμένες μορφές τουρισμού που φέρνουν προστιθέμενη αξία. Και όλοι υποστηρίζουμε αυτό το στόχο. Ιδίως σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που έχει τον τουρισμό ως αιχμή του δόρατος της αναπτυξιακής πολιτικής, είναι σημαντικό να ενισχύονται ειδικές μορφές τουρισμού, ιδίως αυτές που έχουν τώρα πολύ μεγάλη άνθιση διεθνώς και πολλά περιθώρια επέκτασης στην Ελλάδα.

Τίποτε όμως δεν είναι σημαντικότερο για την τουριστική και αναπτυξιακή πολιτική μιας χώρας όπως η Ελλάδα, από την αρχή της αειφορίας. Δηλαδή από την ανάγκη μακροχρόνιου σεβασμού και διαφύλαξης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας. Κορυφαία δε συγκριτικά πλεονεκτήματα είναι ο φυσικός πλούτος, συνεπώς και ο θαλάσσιος πλούτος και η πολιτιστική κληρονομιά.

Το Σύνταγμα στο άρθρο 24 επιβάλλει και το σεβασμό της αρχής της αειφορίας και τον πλήρη σεβασμό του φυσικού αλλά και του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Μια θεμελιώδης δε διάταξη του άρθρου 24 είναι αυτή της παραγράφου 6 που επιβάλλει τη διηνεκή προστασία των μνημείων. Διάταξη που έχει επεξεργαστεί νομολογιακά εδώ και πολλά χρόνια το Συμβούλιο της Επικρατείας. Και σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας η προστασία αυτή πρέπει να είναι αδιάλειπτη. Φορέας δε οργάνωσης και διαχείρισης της προστασίας αυτής είναι εκ του Συντάγματος με αυτοτελείς αρμοδιότητες που δεν μπορούν να θιγούν από τον κοινό νομοθέτη, ο εκάστοτε Υπουργός Πολιτισμού και οι υπηρεσίες του.

Αυτό οφείλει να το γνωρίζει ο σημερινός Υπουργός Πολιτισμού και Πρωθυπουργός, ο οποίος δεν υπογράφει το νομοσχέδιο αυτό, όπως δεν το υπογράφει και ο έχων τη νομοθετική πρωτοβουλία για θέματα αρχαιολογικής πολιτικής Υφυπουργός του Υπουργείου Πολιτισμού.

Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι ο παριστάμενος Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας εκπροσωπεί αυθεντικά και τον Πρωθυπουργό και Υπουργό Πολιτισμού και θέλω να θέσω με σαφήνεια το πρόβλημα που προκύπτει.

Αν στόχος είναι να δημιουργήσουμε μια νέα νομοθεσία η οποία θα μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς προβλήματα, άρα εάν θέλουμε να προχωρήσουμε σε έκδοση διοικητικών πράξεων που δεν θα ακυρώνονται σωρηδόν από το Συμβούλιο της Επικρατείας, πρέπει η ρύθμιση αυτή να σέβεται πλήρως την ενότητα της έννομης τάξης, τις διεθνείς συμβάσεις και πρωτίστως το Σύνταγμα της χώρας. Αυτό δεν συμβαίνει με το νομοσχέδιο αυτό. Και στο μέτρο που το νομοσχέδιο δημιουργεί αμφισημίες και αμφιβολίες ερμηνευτικές ως προς τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών του Υπουργείου Ναυτιλίας και του Υπουργού Πολιτισμού που είναι στην περίοδο αυτή ο ίδιος ο Πρωθυπουργός της χώρας, θα υπάρχει πάντα ο κίνδυνος άμεσης ακύρωσης και εμπλοκής λόγω της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Το πρόβλημα εστιάζεται κυρίως στα άρθρα 11 και 13. Η καθαρή και απλή λύση, για την οποία περιμένω να τοποθετηθεί στην αγόρευσή του επί της αρχής ο Υπουργός, είναι να προστεθεί στην ακροτελεύτια διάταξη σαφής ρήτρα, η οποία διατηρεί την ισχύ του αρχαιολογικού νόμου 3028/02. Εάν δεν επιλεγεί η λύση αυτή, τότε πρέπει να διατυπωθούν με απόλυτη σαφήνεια οι διατάξεις των άρθρων 11 και 13 του νομοσχεδίου. Το άρθρο 11 είναι διατυπωμένο, έτσι ώστε να μπορεί να ερμηνευτεί με τρόπο που να θίγει θεμελιώδεις ρυθμίσεις του αρχαιολογικού νόμου και τις αρμοδιότητες του Υπουργείου Πολιτισμού.

Δηλαδή, πρωτίστως, το άρθρο 12 του αρχαιολογικού νόμου για την κήρυξη και οριοθέτηση αρχαιολογικών χώρων, μεταξύ αυτών και των ενάλιων αρχαιολογικών χώρων και το άρθρο 15 που δεν αφορά την κήρυξη και οριοθέτηση, αλλά τη θέσπιση δραστηριοτήτων μέσα σε κηρυγμένους και οριοθετημένους ενάλιους χώρους. Πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα.

Επειδή όμως στο νομοσχέδιο, πιο συγκεκριμένα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, του άρθρου 11 του νομοσχεδίου, προβλέπεται συμμετοχή του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας στην οριοθέτηση των ενάλιων αρχαιολογικών χώρων και όχι στη θέσπιση θεμιτών δραστηριοτήτων μέσα στους οριοθετημένους ενάλιους χώρους, που είναι άλλο πράγμα, έχουμε παραβίαση του Συντάγματος, της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και έχουμε έτσι την πηγή τεραστίων προβλημάτων που θα οδηγήσουν σε εμπλοκές, ακυρώσεις και περιπέτειες.

Άρα, πρέπει στο άρθρο 11 να είναι σαφής η παραπομπή στα άρθρα 12 και 15 του αρχαιολογικού νόμου, χωρίς καμιά άλλη απόκλιση ή αμφισημία. Και το ίδιο πρέπει να συμβεί στο άρθρο 13 όπου προβλέπεται η αρμοδιότητα του Υπουργού Περιβάλλοντος, αλλά η θεσμοθετημένη και ισχύουσα συναρμοδιότητα του Υπουργού Πολιτισμού για όλες τις χωροταξικές αρμοδιότητες του Υπουργού Περιβάλλοντος, δεν επαναλαμβάνεται. Και μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγεται εξαίρεση η οποία θα είναι αντισυνταγματική.

Προτείνω λοιπόν σε συνεργασία με τον Πρωθυπουργό και Υπουργό Πολιτισμού, μέχρι την αυριανή συνεδρίαση, όπου θα έχουμε και την κατ’ άρθρο συζήτηση και επεξεργασία, να λυθούν αυτά τα θέματα ώστε να είμαστε σαφείς ως πολιτεία, να μη δημιουργούμε φρούδες ελπίδες σε κάποιους που νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν εντατική υπερεκμετάλλευση φυσικών και πολιτιστικών πόρων για σκοπούς που δεν μπορεί να τους ελέγξει καμία έννομη τάξη στα σημερινά δεδομένα και από την άλλη μεριά να προστατεύσουμε την αρχή της αειφορίας και τα μεγάλα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα φυσικά και ανθρωπογενή.

Έχω ήδη διατυπώσει δύο λύσεις. Οι δύο λύσεις είναι σωρευτικές. Είναι η γενική επιφύλαξη της ισχύος του αρχαιολογικού νόμου, η παραπομπή του άρθρου 11 του νομοσχεδίου στα άρθρα 12 και 15 του αρχαιολογικού νόμου, χωρίς περαιτέρω αποκλίσεις ή διαφοροποιήσεις και η επαναφορά της αρμοδιότητας του Υπουργού Πολιτισμού στο άρθρο 13. Αυτές είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις συνταγματικής σοβαρότητος του νομοσχεδίου αυτού.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2005