1 Νοεμβρίου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης: «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι προφανές ότι ο Υπουργός Υγείας έχει ένα έντονο νομοθετικό άγχος. Μετράει συνεχώς σε διάφορες ομιλίες του στη Βουλή και δηλώσεις του στα μέσα ενημέρωσης τα νομοσχέδια που έχει προωθήσει στη Βουλή και τα έχει καταστήσει νόμους του κράτους.

Τον βλέπω να είναι πάντα πολύ υπερήφανος, γιατί αυξάνεται ο αριθμός των νομοσχεδίων αυτών. Τα νομοσχέδια αυτά είναι νομοσχέδια εν πολλοίς ανώδυνα, που θα μπορούσαν να είναι γνήσια πεδία συναίνεσης πολιτικής και κοινωνικής. Αυτά τα είχαμε πει και στο νομοσχέδιο για την αιμοδοσία πριν από λίγες εβδομάδες. Τα είχαμε πει και στο νομοσχέδιο –τώρα νόμος του κράτους και αυτός- για τη δημόσια υγεία, ενώ στον κατάλογο των πρωτοβουλιών είναι νομοσχέδια, όπως αυτό για την Ένωση Νοσηλευτών και άλλα, τα οποία δε χρειάζεται να μνημονεύσουμε.

Φαίνεται ότι υπάρχει μία παρεξήγηση. Η πολιτική υγείας δεν είναι μία νομοθετική άσκηση, μία άσκηση επί χάρτου. Όλα αυτά είναι ευπρόσδεκτα. Το νομοσχέδιο αυτό, όπως είπε και ο εισηγητής μας, η Αξιωματική Αντιπολίτευση το ψηφίζει επί της αρχής και δέχεται και τη συντριπτική πλειονότητα των άρθρων, ιδίως, μετά τις τροποποιήσεις που έκανε μέχρι και πριν από λίγα λεπτά ο Υπουργός Υγείας.

Όμως τι σημαίνει αυτό; Παράγεται κάποιο νέο γεγονός; Αλλάζει κάτι στον πραγματικό κόσμο με την ψήφιση και τη θέση σε ισχύ αυτού του νόμου; Όχι, βέβαια. Δε διαμορφώνεται έτσι μια νέα κοινωνική πολιτική, μια νέα πολιτική υγείας. Η πολιτική υγείας θέλει γενναίες πολιτικές αποφάσεις σε επίπεδο Πρωθυπουργού, Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και τριτευόντως στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας. Χρειάζεται νέες πρωτοβουλίες σε σχέση με τις υποδομές, συμπλήρωση των εξοπλισμών, πλήρωση των κενών θέσεων ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού. Χρειάζεται νέες μεγάλες πρωτοβουλίες σε σχέση με την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και, βεβαίως, πρέπει να έχουμε ιατρούς που σέβονται το λειτούργημά τους και τηρούν τον Κώδικα Δεοντολογίας, που ούτως ή άλλως ισχύει με το Σύνταγμα, με διεθνείς συμβάσεις.

Βεβαίως, προηγούνται άλλα θέματα. Προηγούνται τα ζητήματα της εργασιακής κατάστασης των ιατρών και του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού τομέα. Προηγούνται θέματα που αφορούν την ιατρική ειδικότητα, τη μετατροπή του προβλήματος του ιατρικού πληθωρισμού σε ένα πλεονέκτημα για το κοινωνικό κράτος και την αναπτυξιακή πολιτική στην Ελλάδα. Προηγούνται θέματα, όπως αυτά που αφορούν την οργάνωση της ποινικής και αστικής ευθύνης των ιατρών, την οργάνωση της αστικής ευθύνης του κράτους από πράξεις των υπαλλήλων του ιατρών.

Αυτά θα ήταν πολύ πιο ουσιώδεις επεμβάσεις από αυτές που διακηρύσσει, αλλά δεν πραγματοποιεί το νομοσχέδιο. Θα μπορούσε να υπάρχει αφειδώλευτη η συναίνεσή μας, εάν η Κυβέρνηση είχε ακούσει την πρότασή μας και είχε εισακούσει την παράκλησή μας να μη φορτώσει και αυτό το νομοσχέδιο, όπως έγινε, προηγουμένως, με το νομοσχέδιο για την αιμοδοσία, και με «λοιπές» άσχετες διατάξεις που δεν έχουν καμία μα καμία θέση σε ένα νομοθέτημα χαρακτήρα κώδικα και μάλιστα Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, που έχει φιλοδοξίες μακροβιότητας, μακροχρόνιας ισχύος και δεν πρέπει να συνοδεύεται από συγκυριακού χαρακτήρα, ειδικότερες και λεπτομερέστερες διατάξεις.

Συνεπώς υπάρχει μία πίεση χρονική, κατασκευασμένη για τη δημιουργία εντυπώσεων. Όμως, με τέτοιου είδους εντυπώσεις δεν μπορεί να συγκαλυφθεί το πρόβλημα που προκύπτει από το σχέδιο του προϋπολογισμού του 2006, όπου καταγράφεται το έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας της Κυβέρνησης, καθώς μόνο για τις νομοθετημένες υποχρεώσεις του κράτους έναντι του Ι.Κ.Α. και των άλλων ασφαλιστικών ταμείων λείπουν κονδύλια ύψους τουλάχιστον 1,2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Εάν σε αυτά προσθέσουμε και τα λειτουργικά ελλείμματα που προβλέπεται να παρουσιαστούν σε κάποια άλλα ταμεία, πέρα των νομοθετημένων υποχρεώσεων του κράτους, θα διπλασιαστεί το κονδύλιο και άρα το έλλειμμα. Μιλάμε, δηλαδή, για ένα ποσό άνω των 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Δηλαδή, μιλάμε για 1,3% του Α.Ε.Π.. Ε, αυτό είναι πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από κανένα νομοθέτημα, ακόμη και αν το ψηφίζουμε, πανηγυρίζοντας με αλαλαγμούς όλοι εδώ μέσα!

Επίσης, υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα κοινωνικής διαβούλευσης, κοινωνικής συμμετοχής και ποιότητας του νομοθετικού έργου. Όταν μπορούμε να νομοθετήσουμε ανώδυνα, συναινετικά, μακροπρόθεσμα, σύγχρονα σε τέτοια θέματα που είναι κοινής αποδοχής, όπως η ιατρική δεοντολογία, γιατί πρέπει όλα αυτά να γίνουν τόσο βεβιασμένα;

Γιατί πρέπει ένας κώδικας, που κανονικά θα έπρεπε να ψηφιστεί μόνο στο σύνολό του, χωρίς συζήτηση επί των άρθρων και τροπολογίες επί τροπολογιών επί των άρθρων, στη φάση αυτή, γιατί πρέπει ένας κώδικας τέτοιου χαρακτήρα να τροποποιείται, επειδή ο Υπουργός –και καλά κάνει- δέχεται τις παρατηρήσεις που και εμείς κάνουμε προφορικά, την τελευταία στιγμή, γιατί δεν υπάρχει άλλη διαδικαστική ευχέρεια;

Γιατί πρέπει να έχουμε τροποποιήσεις ακόμη και στην αιτιολογική έκθεση, που ο κύριος Υπουργός πιστεύει ότι ισχύουν ως διατάξεις του νόμου, ενώ είναι απλά στοιχεία της ιστορικής ερμηνείας και δεν δεσμεύουν κανένα δικαστήριο και κανέναν ερμηνευτή;

Άρα, λοιπόν, πρέπει όχι μόνο να γίνονται αλλαγές στα άρθρα, αλλά πρέπει αυτές να γίνονται lege artis, όπως θα λέγαμε και στην ιατρική επιστήμη και σε κάθε επιστήμη και τέχνη, διότι όπως φαίνεται και από την εξαιρετική –πρέπει να πω, στην περίπτωση αυτή- έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής, ο κύριος Υπουργός στη συζήτηση των άρθρων πρέπει να κάνει, τουλάχιστον, άλλες είκοσι τροποποιήσεις, προκειμένου να αποτυπωθεί στο γράμμα του νομοσχεδίου αυτού το πνεύμα των συντακτών του και το πνεύμα όλων των πτερύγων της Βουλής. Και κάντε τον κόπο, κύριε Υπουργέ και κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να διαβάστε προσεκτικά την έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου, για να δείτε πόσες και ποιες νομοτεχνικές, αλλά και ουσιαστικές παρατηρήσεις γίνονται, που αφορούν κρίσιμες έννοιες, λεπτότατες καταστάσεις, που ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής ηθικής, της βιοηθικής, των κοινωνικών σχέσεων.

Γιατί έπρεπε αυτά να γίνουν έτσι, με τέτοια πίεση; Γιατί θέλετε να πείτε ότι «ψηφίσαμε ακόμη ένα νομοσχέδιο». Ναι, αλλά δεν έχετε δώσει απάντηση σε κανένα πρόβλημα και σε καμία αγωνία. Υπάρχει, βεβαίως, πάντα η λογική του επικοινωνιακού πυροτεχνήματος, η οποία όμως, δυστυχώς, για την Κυβέρνηση χάθηκε.

Όταν πρωτοεμφανίστηκε το νομοσχέδιο αυτό, τα μεγάλα θέματα ήταν το χτύπημα στα «φακελάκια», οι νέες πειθαρχικές διαδικασίες που οδηγούν σε γρήγορη αφαίρεση άδειας των παραβατών ιατρών και βεβαίως η ριζική αλλαγή της νομοθεσίας για τα ιατρικά πιστοποιητικά και η εξίσωση της αρμοδιότητας των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και των ιδιωτών ιατρών σε σχέση με τα πιστοποιητικά. Μετά από την επεξεργασία που έγινε και μετά από τις προτάσεις που διατύπωσε η Αντιπολίτευση και σωστά δέχτηκε ο Υπουργός, δεν αλλάζει τίποτα σε σχέση με τα πιστοποιητικά, γιατί έγιναν οι σωστές προσθήκες στο κείμενο του σχετικού άρθρου. Επίσης, δεν αλλάζει τίποτα –σας διαβεβαιώ- σε σχέση με τα «φακελάκια», διότι τελευταία στιγμή σώσαμε τη διάταξη, η οποία θα μπορούσε από την «πίσω πόρτα», όπως ήταν στην αρχική διατύπωση του νομοσχεδίου, να νομιμοποιεί τη συναλλαγή. Και ευτυχώς ο κύριος Υπουργός έκανε την προσθήκη που του εισηγηθήκαμε, γιατί αλλιώς θα μπορούσαμε να έχουμε μια μεγάλη κερκόπορτα στο σύστημα.

Σε σχέση με την αφαίρεση άδειας, εντάξει, βελτίωσε κάπως τη διάταξη, αλλά δεν έχουν συγχρονιστεί οι πειθαρχικές και ποινικές διαδικασίες και βεβαίως πρέπει να γνωρίζουμε όλοι εδώ μέσα ότι αυτήν τη διαδικασία που προβλέπεται –και καλώς προβλέπεται- θα την ψηφίσουμε και αυτήν, αλλά με όλες τις επιφυλάξεις που διατυπώνουμε και ο εισηγητής μας και όλοι εμείς.

Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτή η διαδικασία είναι διοικητική διαδικασία, υπόκειται σε ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα, σε αναστολή εκτελέσεως από το Συμβούλιο της Επικρατείας κ.λπ.. Και μη νομίζετε ότι θα αλλάξει κάτι μέσα από το μηχανισμό αυτό του άρθρου 36. Άρα, τι μένει; Δεν μένει πραγματικά τίποτα.

Αντί, λοιπόν, να αρκούμαστε σε μια νομοθετική φιλαρέσκεια της Κυβέρνησης, ας συμφωνήσουμε εδώ ότι στην αυριανή μέρα που μεσολαβεί – γιατί αλλάζει, απ’ ό,τι έχω αντιληφθεί η ημερήσια διάταξη και ο ρυθμός συζήτησης των νομοσχεδίων να λάβει η Κυβέρνηση σοβαρά υπ’ όψιν της όλες τις παρατηρήσεις των συναδέλφων, του εισηγητή του κόμματός μας και, βεβαίως, τις παρατηρήσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής. Να ξαναδείτε και τις παρατηρήσεις που και εγγράφως σας διατύπωσα στη συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή, τις οποίες σε πολύ μεγάλο βαθμό όντως περιλάβατε.

Και επιπλέον να δεσμευθείτε εδώ κατά την ομιλία σας σε σχέση με τα ουσιώδη θέματα, τα οποία έθεσα, αρχής γενομένης από το κραυγαλέο και προκλητικό έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας του προϋπολογισμού του 2006. Το θέτω ως θέμα τιμής για την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, να έρθει ο οριστικός προϋπολογισμός με άλλες προβλέψεις για την υγεία.

Και βεβαίως να δεσμευτείτε σε σχέση με την εφαρμογή του νόμου για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και για την τύχη του νομοσχεδίου για τις ιατρικές ειδικότητες που, ούτως ή άλλως, θα το προωθήσουμε και εμείς με τη μορφή πρότασης νόμου. Αυτές είναι ουσιώδεις επεμβάσεις και όχι οι αζήμιες και αδάπανες ασκήσεις επί χάρτου. Ευχαριστώ πολύ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2005