3 Νοεμβρίου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων και των τροπολογιών του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης: «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας».


 

Κύριε Πρόεδρε, αφού ο Υπουργός Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και αγαπητός φίλος, κ. Παυλίδης, μίλησε ως συμπατριώτης του Ιπποκράτη, έχω την υποχρέωση και εγώ να επικαλεστώ την σχέση εντοπιότητος που εν ευρεία εννοία έχω με τον Αριστοτέλη ως Βορειοελλαδίτης, προκειμένου να επαναφέρω τη συζήτηση στο πρακτικό πεδίο της κοινής λογικής, το οποίο είναι πολύ κρίσιμο.

Φοβούμαι ότι η κατ’ άρθρον συζήτηση επιβεβαιώνει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο τις παρατηρήσεις που είχαμε κάνει στη συζήτηση επί της αρχής, για τη νομοθετική φιλαυτία και νομοθετική προχειρότητα που ακολουθεί η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και συγκεκριμένα ο Υπουργός Υγείας. Με τρομάζει πραγματικά ο ρυθμός με τον οποίο ο κ. Κακλαμάνης εισηγείται ενώπιον της Βουλής κατά τη διάρκεια της συζήτησης τροποποιήσεις ουσιαστικότατες επί όλων σχεδόν των άρθρων του υπό ψήφιση νομοσχεδίου. Με τρομάζει για την ποιότητα του νομοθετικού έργου η ευκολία και η ταχύτητα με την οποία υιοθέτησε τις εύστοχες παρατηρήσεις του κ. Καστανίδη. Πραγματικά, περίμενα με αγωνία, εάν θα σπεύσει να τοποθετηθεί και επί του ζητήματος της ευθανασίας και της μακράς και ανεπίστρεπτης κωματώδους καταστάσεως. Γιατί, αν το ζούσαμε και αυτό εδώ μέσα, δηλαδή, εάν λύναμε τέτοιου είδους φιλοσοφικά, υπαρξιακά, βιοηθικά και ανθρωπολογικά προβλήματα με τέτοια προχειρότητα, όπως αυτή που επιδεικνύει ο κ. Νικήτας Κακλαμάνης, πραγματικά θα ένοιωθα εξαιρετικά ανασφαλής ως πολίτης σε αυτόν τον τόπο.

Και όλα αυτά συμβαίνουν με αφορμή ένα νομοσχέδιο, το οποίο είναι πολιτικά ανώδυνο, ένα νομοσχέδιο που θα μπορούσε να είναι αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής ιατρικής και νομοτεχνικής επεξεργασίας, ένα νομοσχέδιο που θα μπορούσε να είναι αντικείμενο ομόφωνης ψήφισης στη Βουλή. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δήλωσε, αφού έγιναν δεκτές οι παρατηρήσεις και του εισηγητή μας του κ. Χάϊδου και εμού, από τον κ. Κακλαμάνη, ότι εντάξει το ψηφίζουμε επί της αρχής και επί των άρθρων με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, του άρθρου 31, για το ζήτημα των εκτρώσεων, που έθεσε με τόσο γλαφυρό τρόπο η κυρία Κατσέλη.

Γιατί ούτως ή άλλως αυτές οι συνειδησιακές ρήτρες καλύπτονται από το άρθρο 2 παράγραφος 5, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Βουλή παράγει ένα σοβαρό νομοθέτημα. Και αν πιστεύει ο Υπουργός Υγείας ότι μπορεί να επαίρεται ότι ψήφισε ένα ακόμη νομοσχέδιο και άρα έχει να παρουσιάσει -πριν φύγει από τη θέση του για τις δικές του πολιτικές επιδιώξεις, οι οποίες δεν αφορούν τη Βουλή και δεν αφορούν και τους Έλληνες ασθενείς σε τελευταία ανάλυση- έργο πολιτικής υγείας, θα του έλεγα ότι δεν έχει παρουσιάσει τίποτα ως πραγματική πολιτική παρέμβαση στον ευαίσθητο χώρο του οποίου έχει την πολιτική ευθύνη.

Και ακόμη περιμένω, κύριε Πρόεδρε, απάντηση στα ερωτήματα που έθεσα στην αγόρευσή μου επί της αρχής. Τι θα γίνει με τα μεγάλα θέματα; Ξεκινάω από το ιατρικό προσωπικό. Τι θα γίνει με τις ειδικότητες; Τι θα γίνει με τις εργασιακές σχέσεις στον ευρύτερο δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα; Τι θα γίνει με την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας όπου περιμένουν να απασχοληθούν χιλιάδες γιατρών, οι οποίοι τώρα έχουν εργασιακή ασάφεια και αυτό αποβαίνει εις βάρος της δημόσιας υγείας και της υγείας του πληθυσμού. Τι θα γίνει με τις προσλήψεις στο Ε.Σ.Υ. ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού; Τι θα γίνει με τον εξοπλισμό που λείπει; Τι θα γίνει με το νέο κτηριολογικό πρόγραμμα;

Και κορυφαίο ερώτημα, που το έθεσα ως ζήτημα τιμής για την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και εισπράττω σιωπή: τι θα γίνει με τον προϋπολογισμό του 2006 για την υγεία, την πρόνοια, την κοινωνική αλληλεγγύη και το ασφαλιστικό σύστημα, ο κλάδος υγείας του οποίου είναι πυλώνας του συστήματος υγείας της χώρας; Θα ψηφίσουμε προϋπολογισμό που ξεκινά με ονομαστικό έλλειμμα 1.500.000.000 ευρώ γιατί οι νομοθετημένες υποχρεώσεις του κλάδου απέναντι στα ασφαλιστικά ταμεία δεν καλύπτονται. Και αν συνυπολογίσουμε και το έλλειμμα το λειτουργικό πολλών ταμείων θα φτάσουμε σε ένα έλλειμμα που υπερβαίνει τα 2.500.000.000 ευρώ.

Πώς, λοιπόν, έρχεται τώρα η Κυβέρνηση και ανοίγει μία συζήτηση η οποία είναι συζήτηση χωρίς συνείδηση των προβλημάτων και χωρίς συνείδηση των καταστάσεων; Ζούμε σε μία εικονική πραγματικότητα; Τα προβλήματα της υγείας είναι προβλήματα φιλοσοφικά, βιοηθικά, σαν αυτά που βλέπουμε στις ταινίες που κάνουν πάταγο «η θάλασσα μέσα μου» ή «η επέλαση των βαρβάρων», που όλες είναι ταινίες γύρω από τέτοιου είδους μεγάλα και αναπάντητα εν τέλει φιλοσοφικά ερωτήματα;

Εδώ το ερώτημα είναι: η Κυβέρνηση μετά και από τη σημερινή, νομίζω, πλέον οριστική και αμετάκλητη ταπεινωτική ενέργεια του κ. Αλογοσκούφη να αποσύρει την τιτλοποίηση για το 2006 και να περιορίσει αναγκαστικά την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενη, την τιτλοποίηση για το 2005, οδηγείται σε δημοσιονομικό διασυρμό και σε οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο. Αυτό το πιστοποίησε και ο Υφυπουργός του Γενικού Λογιστηρίου με απάντηση που μας έδωσε σε σχετική ερώτησή μας για τις δαπάνες που έχουν προβλεφθεί για προσλήψεις και εξοπλισμούς στο χώρο της υγείας, που παραπέμπει με αιδήμονα σιωπή στο Υπουργείο Υγείας για απάντηση, λες και το Υπουργείο Υγείας έχει τα δικά του κονδύλια. Δηλαδή, ουσιαστικά, αφήνουν ακάλυπτη την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και μας λένε με απροκάλυπτο και προσβλητικό τρόπο ότι δεν υπάρχει ευαισθησία κοινωνική, υπάρχει τραγικό έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας στο επίπεδο του Πρωθυπουργού και στο οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης. Αλλά αυτό είναι το θέμα.

Για ποιον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας μπορούμε να μιλάμε όταν δεν έχουμε προϋπολογισμό στο προτελευταίο έτος της κυβερνητικής θητείας; Ο κ. Καραμανλής χειρίστηκε ήδη τρεις από τους τέσσερις προϋπολογισμούς που αντιστοιχούν στην πρωθυπουργική του θητεία. Του απομένει ένας. Δεν έχει περιθώρια γενναιοδωρίας και παροχών. Είναι σε αδιέξοδο. Και η κατάρρευση της τιτλοποίησης είναι η κατάρρευση η οριστική του πολιτικού και οικονομικού σχεδιασμού της Κυβέρνησης.

Αυτό το πληρώνουν πρωτίστως οι κοινωνικές πολιτικές, η πολιτική υγείας, η πολιτική πρόνοιας, το ασφαλιστικό σύστημα, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης. Έχει υποχρέωση η ηγεσία του Υπουργείου Υγείας να τοποθετηθεί επ’ αυτών. Και έχει, επίσης, την υποχρέωση να δεσμευθεί ενώπιόν μας για το πότε και πώς θα φέρει τα ουσιαστικά νομοθετήματα που αφορούν την πολιτική υγείας, με κορυφαίο, βέβαια, την πρωτοβάθμια φροντίδα, να εφαρμόσουν τον ισχύοντα και ψηφισμένο νόμο, όχι να ξεκινήσουν συζήτηση, για να μην τεθεί ζήτημα εφαρμογής την τρέχουσα τετραετία του θεσμού της πρωτοβάθμιας φροντίδας.

Δεν θα έχετε αφήσει τίποτα, φεύγοντας από το Υπουργείο Υγείας, κύριε Υπουργέ! Θα έχετε αφήσει αριθμούς νόμους, οι οποίοι μένουν γράμμα κενό ή, εν πάση περιπτώσει, θίγουν δευτερεύουσες και τριτεύουσες πτυχές του προβλήματος. Εδώ τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά και πρέπει οι απαντήσεις που θα δώσει η Κυβέρνηση να είναι σαφείς, στο όνομα μια κοινωνικής ευαισθησίας που τη διατυμπάνισε προεκλογικά και την ξέχασε μετεκλογικά.

Εάν δεν λάβουμε απαντήσεις, θα εκλάβουμε την υπεκφυγή και τη σιωπή ως οριστική πλέον ομολογία μιας κυβερνητικής πολιτικής που είναι ανάλγητη, ταξική, αδιέξοδη και η οποία τελικώς οδηγείται και σε ταπεινωτικές ήττες, οι οποίες έρχονται η μία μετά την άλλη. Μετά το «Βασικό Μέτοχο» η απόρριψη της τιτλοποίησης από τη ευρωπαϊκή επιτροπή. Αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα δημοσιονομικής υγείας, που συναρτάται απολύτως με την υγεία του ελληνικού πληθυσμού, γιατί συναρτάται απολύτως με τις πολιτικές υγείας και πρόνοιας. Και εκεί είναι το θέμα. Εκεί είναι το πεδίο της πραγματικής δοκιμασίας των Υπουργών. Αυτό ήταν το πεδίο δοκιμασίας για εμάς, αλλά τώρα, εδώ και δύο χρόνια –γιατί κοντεύουμε να συμπληρώσουμε δύο χρόνια- είναι το πεδίο δοκιμασίας του κ. Καραμανλή και των συνεργατών του.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2005