10 Ιανουαρίου 2006

Αγορεύσεις Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Δομή και λειτουργία της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτό το νομοσχέδιο για την Ανώτατη Εκκλησιαστική Εκπαίδευση συντελεί ένα διπλό λάθος. Πρώτον, ένα λάθος εκ μέρους της πολιτείας η οποία με αυτήν την νομοθετική πρωτοβουλία υπονομεύει και υποβαθμίζει την ίδια την έννοια του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Έτσι καταστρατηγεί το άρθρο 16 του Συντάγματος και δεν προστατεύει τα δημόσια ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και πιο συγκεκριμένα τις θεολογικές σχολές που περιλαμβάνουν στους κόλπους τους και τα παλιά ποιμαντικά τμήματα που η ελληνική πολιτεία είχε ιδρύσει για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της Εκκλησίας και τα οποία τώρα λειτουργούν ως τμήματα Κοινωνικής Θεολογίας.

Η πολιτεία κάνει επίσης λάθος γιατί συμφωνεί να εισχωρήσει το κράτος στο χώρο της αυτόνομης ύπαρξης και λειτουργίας των εκκλησιαστικών οντοτήτων, ουσιαστικά δηλαδή παραβιάζει την θρησκευτική ελευθερία της ορθόδοξης εκκλησίας.

Το λάθος όμως βρίσκεται και στην άλλη πλευρά. Η εκκλησία κάνει λάθος ζητώντας αυτήν τη νομοθετική πρωτοβουλία, πιέζοντας για την θέσπισή της γιατί είναι προφανώς, δια των εκπροσώπων της δηλαδή καταγοητευμένη από πολιτειοκρατικού χαρακτήρα αντιλήψεις και ακολουθεί μια εκκοσμικευμένη αντίληψη για το τι σημαίνει κληρικός, τι σημαίνει εκπαίδευση του κληρικού και τι σημαίνει στελέχωση της εκκλησίας. Κάνει επίσης λάθος η εκκλησία, διότι αποκλίνει από τη σοφή, μακροχρόνια παράδοση, στα θέματα αυτά, του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο πράγματι και διεκδικεί να ανοίξει τη Σχολή της Χάλκης και έχει στις επαρχίες του θρόνου πολλές ανώτατες εκπαιδευτικές σχολές εκκλησιαστικού ή θεολογικού χαρακτήρα οι οποίες όμως έχουν είτε τη μορφή ενός αμιγώς εκκλησιαστικού ιδρύματος ιδιωτικού δικαίου όπως συνέβαινε με τη Χάλκη και όπως θέλουμε να ξανασυμβεί με τη Χάλκη δεν πρόκειται για κρατικό πανεπιστήμιο αλλά για ιδιωτικού δικαίου εκκλησιαστική σχολή που λειτουργεί στο πλαίσιο μιας ιεράς μονής, της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος είτε, για παράδειγμα στη Βοστόνη, στη Σχολή του Τιμίου Σταυρού, έχει αμιγώς πανεπιστημιακά ιδρύματα τα οποία εντάσσονται στη λογική και τη δομή της πανεπιστημιακής νομοθεσίας της πολιτείας π.χ. της Μασαχουσέτης, και γενικότερα της Νέας Αγγλίας. Δεν έχει όμως αυτό το ερμαφρόδιτο και πολλαπλά εσφαλμένο σχήμα μιας κρατικά οργανωμένης δήθεν ανώτατης σχολής που υποδύεται το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Και το υποδύεται και ως προς τη μορφή και ως προς ονοματολογία, με καθηγητές, με λέκτορες, με ερευνητικά και ακαδημαϊκά συμβούλια και με όλα αυτά που συνιστούν τη συμβολική και ιστορική ουσία της ανώτατης εκπαίδευσης που βασίζεται στην ακαδημαϊκή ελευθερία, δηλαδή στην ύψιστη εκδήλωση της ελευθερίας της γνώμης, της ελευθερίας του λόγου, της ελευθερίας της έρευνας και της ελευθερίας της διδασκαλίας.

Από εδώ αρχίζει η συρροή αντισυνταγματικοτήτων της διάταξης αυτής. Η διάταξη αυτή είναι πολλαπλά αντίθετη στο Σύνταγμα, παραβιάζει και το άρθρο 16 παράγραφος 5 και το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 για την αρχή της ισότητας και το άρθρο 13 για τη θρησκευτική ελευθερία, διότι ο νομοθέτης θέλει να εντάξει τις σχολές αυτές στη δομή του ελληνικού δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και να τις διαβαθμίσει ως ανώτατες. Αν θέλει να τις εντάξει στη δομή της ελληνικής εκπαίδευσης και μάλιστα της δημόσιας και να τις διαβαθμίσει κατά τρόπο που ισχύει για τις εκπαιδευτικές βαθμίδες τις ελληνικές τις πολιτειακές, τότε είναι υποχρεωμένος ο νομοθέτης να σεβαστεί και όλο το πλέγμα των συνταγματικών εγγυήσεων. Τη θρησκευτική ελευθερία όλων των δικαιουμένων να εισέλθουν και να διδάξουν, τη θεσμική εγγύηση της πλήρους αυτοδιοίκησης των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την ισότητα των πολιτών και την ισότητα ανδρών και γυναικών. Γιατί η εκκλησία διολισθαίνει σε λύσεις εκκοσμικευμένες και πολιτειοκρατικές και δεν διαφυλάσσει τη δική της αυτονομία, τη δική της θρησκευτική ελευθερία και τη δική της εκκλησιολογική υπόσταση και κανονική τάξη; Γιατί πρέπει η εκκλησία να ζητήσει από την πολιτεία τέτοια ρύθμιση; Ενός κακού, λοιπόν, μύρια έπονται. Τα δύο θεμελιώδη λάθη, ένα του κράτους της Κυβέρνησης και ένα της εκκλησίας, οδηγούν σε νομικό τραγέλαφο.

Και εάν αυτό το σύστημα όλο ελεγχθεί με βάση τα πορίσματα της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα καταλήξουμε σε απόλυτο αδιέξοδο, γιατί με σειρά αποφάσεών του εδώ και δεκαετίες το Συμβούλιο της Επικρατείας διασώζει τα δομικά χαρακτηριστικά της έννοιας του πανεπιστημίου κατά το άρθρο 16. Αυτό το κάνει ελέγχοντας τις διαδικασίες για την ισοτιμία και το ομοταγές των ακαδημαϊκών τίτλων που χορηγούνται από πανεπιστήμια του εξωτερικού, τα οποία ελέγχονται ως προς την ακαδημαϊκή τους δομή, ως προς το εάν εμπίπτουν στην έννοια του άρθρου 16. Και πώς αλλιώς; Αρνούμενο επί χρόνια το δικαστήριο να αναγνωρίσει την ανωτατοποίηση των Τ.Ε.Ι. έως ότου έκρινε ότι τα ανώτατα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της τελευταίας ρύθμισης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχουν πλέον τα θεσμικά και δομικά χαρακτηριστικά του πανεπιστημίου, με αυτοδιοίκηση και ακαδημαϊκή αξιοκρατία.

Άρα, η μακροχρόνια και πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει εμπεδώσει κριτήρια για το τι είναι και τι δεν είναι πράγματι πανεπιστήμιο και οδηγείστε σε απόλυτο αδιέξοδο, και η Κυβέρνηση και η Εκκλησία, ως προς το θέμα αυτό.

Πρέπει, επίσης, να σας πω ότι όλα αυτά γίνονται για ανύπαρκτους λόγους, διότι υπάρχουν θέσεις στις θεολογικές σχολές, διότι οι θεολογικές σχολές στελεχώνονται με πολλούς καθηγητές κληρικούς, γιατί λειτουργούν όχι μόνο τμήματα Θεολογίας, αλλά και τμήματα Κοινωνικής Θεολογίας –δηλαδή τα τμήματα Ποιμαντικής- τα οποία είχαν ακριβώς αυτόν το σκοπό εκ γενετής και αυτόν έχουν πάντα, διότι ουσιαστικά απαξιώνονται τα μελλοντικά στελέχη της Εκκλησίας και είναι διαφορετικό να έχεις ένα μελλοντικό επίσκοπο πτυχιούχο ενός δήθεν εκκλησιαστικού πανεπιστημίου και διαφορετικό να έχεις έναν Χαλκίτη επίσκοπο ή έναν επίσκοπο από τη Βοστώνη ή έναν επίσκοπο από τις περίσεμνες θεολογικές σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Αυτό δεν προσφέρει υπηρεσία σε κανέναν.

Κύριε Πρόεδρε, έχω δέκα λεπτά, γιατί είμαι έβδομος.

Εάν, λοιπόν, θέλουμε να καταλήξουμε σε μία λύση, η οποία να σέβεται την έννοια του πανεπιστημίου, να σέβεται τους διακριτούς ρόλους Εκκλησίας και κράτους και να σέβεται το θεσμικό και εγγυητικό ρόλο της πολιτείας υπέρ της ισότητας όλων των πολιτών και υπέρ της θρησκευτικής και ακαδημαϊκής ελευθερίας όλων των πολιτών, η λύση είναι απλή.

Θα πρέπει να αποσύρετε, κυρία Υπουργέ, αυτό το νομοσχέδιο και να επαναφέρετε την όλη ρύθμιση αργότερα με τη μορφή μιας λιτής, λακωνικής νομοθετικής εξουσιοδότησης προς τα ίδια τα όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος και της ημιαυτόνομης Εκκλησίας της Κρήτης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, ώστε να μπορούν να ιδρύσουν τα δικά τους εκπαιδευτήρια, τις δικές τους αμιγώς εκκλησιαστικές σχολές με το δικό τους τρόπο -όπως νομίζουν- με το προσωπικό που νομίζουν, με τα κριτήρια εισαγωγής που νομίζουν, με το πρόγραμμα που νομίζουν, στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως και κάθε άλλης θρησκευτικής κοινότητας. Η Εκκλησία να τα οργανώσει όπως θέλει, να δώσει το κύρος που θέλει και μπορεί. Το κράτος να μην εισέρχεται στο χώρο της αυτονομίας και της θρησκευτικής ελευθερίας ούτε της Ορθόδοξης Εκκλησίας ούτε καμιάς άλλης οντότητας –θρησκευτικής ή ομολογιακής- και έτσι, να έχουμε λύσεις καθαρές που προστατεύουν και την έννοια του πανεπιστημίου και την αυτονομία της κοινωνίας των πολιτών και το κύρος της Εκκλησίας και την παραδοσιακή πνευματική σχέση της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Όλα τα άλλα είναι λύσεις, οι οποίες είναι «ερμαφρόδιτες», ανιστόρητες, αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες και οι οποίες οδηγούν σε απόλυτο αδιέξοδο και ταπεινώνουν τελικά και την πολιτεία και τη διοικούσα Εκκλησία. Ευχαριστώ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006