12 Ιανουαρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων και των τροπολογιών του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Δομή και λειτουργία της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης».


 

Κύριε Πρόεδρε, κατά τη συζήτηση επί της αρχής είχα υποβάλει μια πολύ συγκεκριμένη πρόταση για το χειρισμό του θέματος αυτού. Είχα ζητήσει από την κυρία Υπουργό να αποσύρει το νομοσχέδιο και να επανέλθει αργότερα με μία λιτή διάταξη που θα ανέθετε στην Εκκλησία και τα όργανά της στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησής της και της θρησκευτικής της ελευθερίας να ρυθμίσει όπως νομίζει, με τον καλύτερο γι’ αυτήν τρόπο, το θέμα της κατάρτισης των στελεχών της, χωρίς όμως αυτές οι Εκκλησιαστικές Σχολές να εντάσσονται στη δομή του πολιτειακού εκπαιδευτικού συστήματος και χωρίς διαβάθμιση που θέτει σοβαρότατα θέματα προσβολής του άρθρου 16 και καταστρατήγησης των ακαδημαϊκών και συνταγματικών κριτηρίων χαρακτηρισμού ενός εκπαιδευτηρίου ως Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος κατά το άρθρο 16. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την πάγια αυστηρή νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που η κ. Γιαννάκου φάνηκε να τη γνωρίζει με αφορμή τον έλεγχο της ανωτατοποίησης των Τ.Ε.Ι..

Δεν έλαβα απάντηση γι’ αυτήν την πρότασή μου, η οποία θα μπορούσε να διαφυλάξει και το ρόλο και το κύρος της Πολιτείας και το ρόλο και το κύρος της Εκκλησίας, η οποία δεν τα χρειάζεται αυτά, αντιθέτως παραιτείται από την ίδια την αυτονομία της και από την ίδια τη θρησκευτική της ελευθερία. Και η πολιτεία παρεμβαίνει πολιτειοκρατικά σε ένα σχέδιο που δεν την αφορά και παραβιάζει το Σύνταγμα, διότι ουσιαστικά αποδέχεται ότι είναι πανεπιστήμια-σχολές που δεν είναι κατά το Σύνταγμα πανεπιστήμια.

Θα μπορούσε, λοιπόν, να υπάρξει ένας χειρισμός που να διορθώνει το διπλό λάθος της κατάθεσης του νομοσχεδίου αυτού, λάθος εις βάρος της πολιτείας, γιατί η πολιτεία δεν σέβεται το ρόλο της και την έννοια του πανεπιστημίου, λάθος της Εκκλησίας γιατί η Εκκλησία αναθέτει ένα πολύ σημαντικό εκκλησιολογικό ζήτημα στην πολιτεία.

Είπα, επίσης, ότι παραβιάζεται και η παράδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γιατί στο μεν εξωτερικό το Πατριαρχείο ενθαρρύνει ή στηρίζει ή ιδρύει σχολές αμιγώς πανεπιστημιακές, όπως στη Βοστώνη του Τιμίου Σταυρού, στη δε Κωνσταντινούπολη η Χάλκη πάντα ήταν ιδιωτικού δικαίου σχολή και ως τέτοια διεκδικούμε να λειτουργήσει και όχι φυσικά ως κρατικό ίδρυμα της Τουρκίας.

Ο έλεγχος της συνταγματικότητας –και έρχομαι στη δεύτερη παρατήρησή μου- διακρίνεται, κύριε Πρόεδρε, όπως γνωρίζουν ή πρέπει να γνωρίζουν όλα τα στελέχη της Κυβέρνησης και φυσικά όλοι οι συνάδελφοι στη Βουλή, σε έλεγχο πολιτικό που διενεργείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε έλεγχο δικαστικό. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία διατυπώνει την άποψή της στη Βουλή στην πρώτη φάση του πολιτικού ελέγχου συνταγματικότητας, δεν σημαίνει τίποτα για το δικαστικό έλεγχο. Και αυτός θα ακολουθήσει και θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην εφαρμογή αυτού του νόμου, προβλήματα για τα πανεπιστήμια, προβλήματα για τους σπουδαστές, προβλήματα για τους πτυχιούχους και προβλήματα στην εκλογή επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, γιατί και αυτή η διαδικασία ελέγχεται –κακώς κατά τη γνώμη μου, αλλά πάντως ελέγχεται- και διοικητικά και από το Συμβούλιο της Επικρατείας ακυρωτικά.

Βέβαια, στα Πρακτικά της Βουλής, τουλάχιστον και για λόγους αξιοπιστίας και εγκυρότητας των λεγομένων σ’ αυτή την Αίθουσα, πρέπει να καταγράψω και εγώ την άποψή μου για την πρωτοφανή θεωρία που διατυπώθηκε εδώ ότι το προοίμιο του Συντάγματος –που κανείς δεν του αναγνωρίζει κανονιστική ισχύ, του αναγνωρίζουμε όλοι μόνο ιστορική και συμβολική σημασία γιατί παραπέμπει στα Συντάγματα του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, κανένα άλλο περιεχόμενο δεν έχει το προοίμιο- αλλά και το άρθρο 3 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ερμηνευτική βάση για τον περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας.

Το άρθρο 3 έχει τελείως διαφορετικό περιεχόμενο. Επικρατούσα θρησκεία δεν είναι η κρατική ή η επίσημη θρησκεία, αλλά η θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Και το άρθρο 3 ρυθμίζει τις σχέσεις ελληνικής πολιτείας και Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και τις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά δεν συνιστά συνταγματική βάση για την εισαγωγή ή την ανοχή περιορισμών στη θρησκευτική ελευθερία και ισότητα των Ελλήνων κατά το άρθρο 13, το οποίο είναι μάλιστα και μη υποκείμενης αναθεώρησης θεμελιώδης διάταξη, διάταξη του σκληρού πυρήνα του Συντάγματος.
Άρα, λοιπόν, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί εδώ –γιατί αυτό το έχει αντικρούσει παγίως η νομολογία όλων των Ανωτάτων Δικαστηρίων- ότι το άρθρο 3 μπορεί να λειτουργήσει έτσι.

Και τελειώνω με μία παρατήρηση σε σχέση με τις Θεολογικές Σχολές και τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν, γιατί αυτό συνδέεται και με τη συζήτηση επί των συγκεκριμένων διατάξεων. Είπε –και ορθά- ο κ. Γείτονας ότι εδώ θα έχουμε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, θα μειωθεί ο αριθμός αποφοίτων των Θεολογικών Σχολών που θα καταλαμβάνουν σημαντικές θέσεις στον κλήρο.

Αυτό πιστεύετε ότι είναι προσφορά υπηρεσίας στην Εκκλησία; Πιστεύετε ότι είναι προσφορά υπηρεσίας στην Ορθοδοξία που θέλει ανοιχτούς ορίζοντες, που θέλει άλλη θεολογική προσέγγιση των πραγμάτων, που θέλει οικουμενική θεώρηση της ανθρώπινης ύπαρξης και της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου;
Είναι δυνατόν να προτιμήσει κάποιος που θέλει να έχει μία διαδρομή στον κλήρο να πάει στις Θεολογικές Σχολές που θεωρούνται ύποπτες ως μη πειθαρχημένες σε σχέση με τη διοικούσα Εκκλησία και δεν θα προτιμήσει αυτά τα επαγγελματικά εκπαιδευτήρια, τα οποία κατά καταστρατήγηση του Συντάγματος χαρακτηρίζονται ως Ανώτατα;

Και φυσικά, φθάνουμε και σε τραγελαφικές καταστάσεις, να εκπροσωπείται, δηλαδή, το ένα εκκλησιαστικό καθεστώς της χώρας, η Εκκλησία της Ελλάδος, να εκπροσωπείται το δεύτερο, η ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, και να μην εκπροσωπείται το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κρήτης που έχει τη δικαιοδοσία στις μητροπόλεις της Δωδεκανήσου και στην Πάτμο, της οποίας επίσκοπος είναι ο Πατριάρχης προσωπικά, διότι ο έξαρχος της Πάτμου, ο ηγούμενος της Πατριαρχικής Μονής δεν είναι κατ’ ανάγκην επίσκοπος και άρα έχουμε πέντε επισκοπές στη Δωδεκάνησο, γιατί έχουμε και τον Πατριάρχη αυτόν τούτον. Βέβαια, μπορώ να σας πω ότι και η Εκκλησία της Ελλάδος έχει διπλό καθεστώς. Είναι άλλες οι Μητροπόλεις της αυτοκεφάλου Εκκλησίας και άλλες οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών. Χρειάζεται ο πολιτειακός νομοθέτης να εμπλέκεται σ’ αυτά;

Επανέρχομαι, λοιπόν, στην ανάγκη, έστω και την υστάτη στιγμή, απόσυρσης αυτού του εσφαλμένου νομοθετήματος και επαναφοράς μίας λιτής εξουσιοδοτικής διάταξης που θα αναθέτει στην Εκκλησία της Ελλάδος να οργανώσει όπως η ίδια νομίζει στο πλαίσιο της αυτονομίας και της ελευθερίας της δικής της εκπαίδευσης, χωρίς όμως συνάφεια με το εκπαιδευτικό σύστημα και με την έννοια του πανεπιστημίου που είναι προσδιορισμένη ιστορικά, ακαδημαϊκά και νομολογιακά με πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006