26 Ιανουαρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και ψήφιση επί των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης: «Ρύθμιση θεμάτων εθνικών, νομαρχιακών και δημοτικών εκλογών και διευθέτηση ειδικών ζητημάτων».


 

Κυρία Πρόεδρε, κατά τη συζήτηση επί της αρχής έθεσα μία σειρά από θέματα σε σχέση με το άρθρο 1 του νομοσχεδίου. Τόνισα ότι αυτό το άρθρο τροποποιεί τον ισχύοντα εκλογικό νόμο και αν θέλουμε να εφαρμοσθεί άμεσα, πρέπει να υπερψηφισθεί από την πλειοψηφία τουλάχιστον των 2/3 του συνόλου του αριθμού των Βουλευτών.

Είναι αναγκαίο να γίνει αν θέλουμε να ψηφίσουμε ένα νόμο ο οποίος να μην πάσχει από εξωτερική τυπική αντισυνταγματικότητα την οποία μπορεί να διαγνώσει το Εκλογοδικείο, διότι η πλειοψηφία με την οποία ψηφίζεται ο νόμος δεν είναι στοιχείο που ελέγχει η εσωτερική αυτονομία της Βουλής, στοιχείο της εσωτερικής τυπικής αντισυνταγματικότητας αλλά της υπόστασης του νόμου.

Το γεγονός ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραβιάσουμε τη διαδικασία. Αν την παραβιάσουμε μία φορά, ανοίγουμε μία πολύ κακή πόρτα ως προς το σεβασμό μιας νωπής καινοτομικής συνταγματικής διάταξης που αναβαθμίζει τον πολιτικό πολιτισμό και εισάγει εγγυήσεις θεσμικής συναίνεσης.

Είπα επίσης ότι πρέπει να αλλάξει η διατύπωση και η διάταξη να μην καταστρώνεται ως δήθεν ερμηνευτική.

Δεν έχουμε ανάγκη αναδρομικής ισχύος της διάταξης, γιατί δεν μπορεί να ανατραπεί το δεδικασμένο του εκλογοδικείου. Ούτως ή άλλως μιλάμε για το μέλλον, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εμφανιζόμαστε με μια ψευδοερμηνευτική διάταξη.

Είπα επίσης ότι πρέπει η Βουλή να προβληματιστεί για την προκλητική αυτή απόφαση, την 12/2005 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Μια απόφαση που ελήφθη με οριακή πλειοψηφία, μια απόφαση που αλλοιώνει τη βούληση του εκλογικού σώματος. Μειώνει εν ψυχρώ κατά μία τις έδρες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και αυξάνει εν ψυχρώ κατά μία τις έδρες της Νέας Δημοκρατίας.

Η Κυβέρνηση αναγκάζεται έκτοτε να απολογείται για την απόφαση αυτή και τώρα ψάχνει τρόπους για να επανορθώσει. Αλλά όλα αυτά συντελούνται σε ένα κλίμα πολιτικό και σε ένα κλίμα δικαστικό, γιατί πολλοί δικαστές πιστεύουν ότι Σύνταγμα είναι ό,τι αυτοί νομίζουν ότι είναι, με βάση μια παλιά ρήση Αγγλοσάξονα δικαστή. Και πρέπει να προβληματιστεί η Βουλή για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με μέλη εκλεγόμενα όπως και στη Γερμανία με πλειοψηφία 2/3 από την Ολομέλεια της Βουλής, μεταξύ εγκύρων νομικών, κατά πλειοψηφία δικαστών, αλλά με συνείδηση ευθύνης συνταγματικής, ερμηνευτικής και θεσμικής με σταθερή σύνθεση, με σταθερή νομολογία και όχι με ευκαιριακή σύνθεση που μας οδηγεί στο φαινόμενο να μην ξέρουμε ποια είναι η νομολογία του εκλογοδικείου και του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να αλλάζει κατά το δοκούν από περίοδο σε περίοδο.

Και πρέπει επίσης η Βουλή να τονίσει ότι το δικαίωμα αυθεντικής ερμηνείας του Συντάγματος –γιατί περί αυτού πρόκειται- δεν κάνει έλεγχο συνταγματικότητας του εκλογικού νόμου το εκλογοδικείο. Επιχειρεί να επιβάλει αυθεντική ερμηνεία του Συντάγματος για τη λευκή ψήφο ότι αυτό το δικαίωμα ανήκει μόνο στην αναθεωρητική Βουλή και σε κανέναν άλλον. Το ξανάκανε αυτό το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το 1984 και αναγκάστηκε να επανορθώσει επειδή αντιστάθηκε η επιστήμη. Και τώρα πρέπει να αντισταθεί η Βουλή αλλά πρέπει να σταλεί και το μήνυμα σε σχέση με το Συνταγματικό Δικαστήριο κατά το γερμανικό πρότυπο, με δικαστές που θα περνούν από ακρόαση από την Ειδική Επιτροπή της Βουλής και θα εκλέγονται με μεγάλη συναίνεση με 2/3 από την Ολομέλεια για μια άπαξ θητεία επτά ετών με συνέχεια και με ευθύνη.

Θέλω να πω και δυο λόγια γιατί πρέπει να υπάρχουν στα Πρακτικά σκέψεις της Βουλής για το πώς πρέπει να υπολογίζεται η λευκή ψήφος. Διαφωνώ πλήρως με τον κ. Μάνο. Είναι άλλο πράγμα η διευκόλυνση που παρέχουμε σε όποιον θέλει να ψηφίσει «λευκό». Πρέπει να διευκολύνεται.

Είναι επίσης εσφαλμένο να λέμε ότι η υποχρεωτικότητα της ψήφου οδηγεί στο να υπολογίζονται ως έγκυρες οι λευκές ψήφοι. Λάθος. Με την Αναθεώρηση του 2001 επήλθε μια τομή. Καταργήθηκαν οι κυρώσεις σε σχέση με την υποχρεωτικότητα της ψήφου. Η διάταξη αυτή είναι ατελής. Δεν μπορούν να θεσπιστούν κυρώσεις. Άρα είναι απλή υπόδειξη και ο εκλογέας κάλλιστα μπορεί να απέχει ή να ψηφίζει ό,τι θέλει, να ψηφίζει και λευκό. Όπως όμως έχει πει ο υιός Σαρίπολος και τα ξέρει αυτά ο συνάδελφός μου ο κ. Παυλόπουλος από τη διδακτορική του τριβή στα τέλη του 19ου αιώνα ήδη για την αναλογική εκλογή είναι άλλο πράγμα μια εκλογή-απόφαση και άλλο πράγμα μια εκλογή-αντιπροσώπευση. Οι βουλευτικές εκλογές είναι εκλογή-αντιπροσώπευση, αναδεικνύεται το αντιπροσωπευτικό Σώμα. Εφόσον το Σύνταγμα επιβάλλει σταθερό αριθμό Βουλευτών και εφόσον ο αριθμός των εδρών δεν μειώνεται κατά το ποσοστό των λευκών ψήφων, δεν μπορούν οι λευκές ψήφοι να υπολογίζονται ως εκφρασμένες, γιατί αυτό αλλοιώνει το συσχετισμό των δυνάμεων, λειτουργεί αρνητικά εις βάρος των μικρών κομμάτων. Αυξάνει το εκλογικό μέτρο, αντιστρατεύεται στη βούληση των ψηφοφόρων που κάνουν κριτική οριακή στο κομματικό σύστημα, γιατί το μαθηματικό αποτέλεσμα είναι αντίθετο απ’ αυτό που θέλουν. Είναι δηλαδή υπέρ των μεγάλων κομμάτων και όχι υπέρ των μικρών κομμάτων ή των εναλλακτικών πολιτικών προτάσεων. Άρα, λοιπόν, δεν είχε καμία λογική, καμία συγκρότηση και καμία πραγματική αιτιολογία αυτή η προκλητική θέση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου που ελήφθη μάλιστα με οριακή πλειοψηφία. Και πρέπει να αποκαταστήσουμε, αλλά να αποκαταστήσουμε με το σωστό τρόπο και διαδικαστικά και συνταγματικά και η Βουλή να υπερασπίζεται το κύρος της και το κύρος της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006