2 Φεβρουαρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και ψήφιση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης: «Κύρωση της από 31 Οκτωβρίου 2005 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Παράταση της αναστολής ισχύος των διατάξεων του ν. 3310/2005 (ΦΕΚ 270Α’)».  


 

Κυρία και κύριοι συνάδελφοι, σήμερα η Βουλή καλείται να τελέσει το «μνημόσυνο» μιας δημαγωγικής και ψευδεπίγραφης πολιτικής σε σχέση με τα Μέσα Ενημέρωσης.

Ο κ. Καραμανλής διεκδίκησε τη νίκη του κόμματός του στις εκλογές επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, κατά κόρον το ζήτημα των Μέσων Ενημέρωσης, της διαφάνειας και της διαπλοκής. Κατηγόρησε και συκοφάντησε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., τον Πρωθυπουργό και τα μέλη των κυβερνήσεων, που τα χαρακτήρισε «μέλη κυβερνήσεων της διαπλοκής», υποσχέθηκε αταλάντευτα μέτρα διαφάνειας και φθάσαμε στον πλήρη και απόλυτο ευτελισμό της ελληνικής πολιτείας, στον πλήρη και απόλυτο ευτελισμό της Βουλής των Ελλήνων. Και τώρα η Βουλή καλείται από την Κυβέρνηση να πιστοποιήσει η ίδια τον ευνουχισμό και τον ευτελισμό της.

Και για να χρησιμοποιήσω μία έκφραση που πρόσφατα χρησιμοποίησε ο κ. Καραμανλής, η Κυβέρνηση, για λόγους που δεν αντιλαμβάνομαι, έρχεται και ξύνεται μόνη της στη γκλίτσα του τσοπάνη. Διότι θα μπορούσε κάλλιστα να αφήσει να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία κύρωσης της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, μια που ούτως ή άλλως έχει λήξει η ουσιαστική της ισχύς και μια που ούτως ή άλλως μεσολάβησε νεότερη νομοθεσία με την οποία η Κυβέρνηση αναγνωρίζει πανηγυρικά το λάθος της, την ανακρίβεια των προεκλογικών της ισχυρισμών και, παρότι δεν ζήτησε ρητά συγνώμη από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., ουσιαστικά το έκανε με τον ισχύοντα νόμο για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Γιατί η Κυβέρνηση λοιπόν επιμένει να συζητηθεί αυτός ο κυρωτικός νόμος; Γιατί θέλει να κυρώσει μια Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που ήδη έχει λήξει και έχει εξυπηρετήσει το σκοπό της; Προφανώς γιατί θέλει να εμφανιστεί ως ιδιαίτερα ευαίσθητη στα θέματα της συνταγματικής τάξης, γιατί θέλει να μας πει ότι σέβεται το άρθρο 44 του Συντάγματος, τη Βουλή, και εισάγει προς κύρωση μια Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου εκ των υστέρων γιατί έτσι πρέπει.

Μπράβο, λοιπόν, τη συγχαίρω γι’ αυτήν την όψιμη ευαισθησία, μόνο που αυτή η ευαισθησία σε σχέση με το Σύνταγμα είναι μία ευαισθησία επιλεκτική και υποκριτική. Γιατί αν πρέπει να εφαρμόσουμε έτσι, κύριοι Υπουργοί, το άρθρο 44 του Συντάγματος και να βάλουμε τη Βουλή να πιστοποιήσει και να βεβαιώσει την ταλαιπωρία της και τον εξευτελισμό της, πρέπει να κάνουμε το ίδιο για άλλες πολύ πιο κρίσιμες διατάξεις, που αφορούν τα δικαιώματα του πολίτη, την ασφάλεια του ατόμου, το δημοκρατικό κράτος δικαίου. Και ένα τέτοιο άκρως επίκαιρο άρθρο του Συντάγματος είναι σήμερα το άρθρο 19 για το απόρρητο των επικοινωνιών και των ανταποκρίσεων, μια διάταξη που με την Αναθεώρηση του 2001 έχει γίνει πληρέστατη.

Έχουμε στην Ελλάδα το πληρέστερο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα για την προστασία του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών με ειδική Αρχή Προστασίας του Απορρήτου, με ειδικές εγγυήσεις για τα παράνομα αποδεικτικά μέσα, μόνο που αυτά πρέπει να τα γνωρίζουμε, να τα σεβόμαστε, να τα εφαρμόζουμε.
Τίθεται λοιπόν σήμερα με αφορμή τη συζήτηση του νομοσχεδίου αλλά και τη συζήτηση για το Σύνταγμα και το σεβασμό του Συντάγματος, ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα λειτουργίας -αλλά προσέξτε- και κυριαρχίας εσωτερικής και εξωτερικής του δημοκρατικού κράτους δικαίου. Και η Κυβέρνηση αντί να εμφανίζεται, όπως θα πράξουν σε λίγο οι τρεις παριστάμενοι Υπουργοί, ως θύμα ή ως παρατηρητής εξελίξεων, σχετικών με την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως το απόρρητο των επικοινωνιών, θα πρέπει να έχει συνειδητοποιήσει, ότι αυτή είναι που έχει την κύρια ευθύνη για τον σεβασμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και για την αποτελεσματική λειτουργία των εγγυητικών θεσμών που περιλαμβάνονται στο Σύνταγμά μας κατά τρόπο πλήρη, αναλυτικό και αξιοζήλευτο για άλλα δημοκρατικά Συντάγματα.

Η Κυβέρνηση όμως τους τελευταίους μήνες αντί να είναι προσανατολισμένη προς την κατεύθυνση του σεβασμού του Συντάγματος, είναι προσανατολισμένη προς την κατεύθυνση της παραβίασης και της καταστρατήγησης του Συντάγματος και θέλει να εγκαθιδρύσει μηχανισμούς «επίσημης» καταγραφής των στοιχείων των επικοινωνιών, όχι γιατί σέβεται πραγματικά το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα του πολίτη, αλλά γιατί ουσιαστικά τα παραγνωρίζει και τα υπονομεύει.

Εάν η Κυβέρνηση δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια του πολίτη στο κέντρο της Αθήνας, όπως φάνηκε με την εγκληματική ενέργεια σε βάρος του Προέδρου της Γ.Σ.Ε.Ε., του Χρήστου Πολυζωγόπουλου, εάν η Κυβέρνηση δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια και το απόρρητο των επικοινωνιών του Πρωθυπουργού της και των Μελών της και των Μελών της Βουλής των Ελλήνων και του κάθε πολίτη, τότε η Κυβέρνηση ασκεί ανεπαρκώς, πλημμελώς τα καθήκοντά της, δεν μπορεί να προσφέρει στον πολίτη το βασικό αγαθό, που έχει ανάγκη στον σημερινό κόσμο της ανασφάλειας, δηλαδή το αγαθό του αισθήματος της σιγουριάς και της ασφάλειας.

Αντί λοιπόν η Κυβέρνηση να έρθει και να ενημερώσει τη Βουλή και να προκαλέσει άμεση σύγκλιση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, όπως ήδη ζήτησα επικοινωνώντας με τον Πρόεδρο της Επιτροπής, έρχεται για να κάνουμε «μνημόσυνο» για ζητήματα που ήδη έχουν λήξει, έχουν ξεπεραστεί και είναι πλέον αυταπόδεικτα τα όσα λέμε, γιατί ο κόσμος κατάλαβε ότι η Κυβέρνηση αφού πήγε να παίξει το χαρτί της ευθείας σύγκρουσης με τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς τώρα αλλάζει προσανατολισμό και αρχίζει την αόριστη και μακρά διαβούλευση για το νομικό καθεστώς των Μέσων Ενημέρωσης, δηλαδή άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.

Έχει λοιπόν υποχρέωση η Κυβέρνηση να συνειδητοποιήσει την ευθύνη της, να σεβαστεί το Σύνταγμα να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς που μπορούν να εγγυηθούν της ασφάλεια του πολίτη και τα δικαιώματά του, να ενημερώσει τη Βουλή και κυρίως έχει την υποχρέωση να απολογηθεί, γιατί ως Κυβέρνηση έχει αποτύχει να προσφέρει στον πολίτη τις εγγυήσεις ενός σύγχρονου κράτους δικαίου.
Ευχαριστώ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006