28 Μαρτίου 2006

Αγορευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/87/Ε.Κ. του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοοικονομικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, στη δεκαετία του ’60 ένας από τους τότε παλαιότερους και γηραιότερους δικηγόρους της Θεσσαλονίκης αρεσκόταν να διηγείται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό των ποινικών δικαστηρίων.

Έλεγε, λοιπόν, στους νεότερους συναδέλφους του ότι όταν τελείωνε η ποινική δίκη και καταδικαζόταν ο κατηγορούμενος, αυτός τον κοιτούσε με απόγνωση και του έλεγε: «Και τώρα, κύριε συνήγορε;» Τώρα, αγαπητέ, εσείς εις την φυλακήν και εγώ εις το γραφείον μου».

Έτσι συμβαίνει και με τις γνωμοδοτήσεις που μέσα στην απόγνωσή του επικαλέστηκε προηγουμένως ο κ. Αλογοσκούφης. Αν ένας κατηγορούμενος είναι –για να χρησιμοποιήσω τις εκφράσεις μας- ανόητος ή κανίβαλος, δεν φταίει σε τίποτα ο συνήγορος υπεράσπισης. Και αν η Κυβέρνηση οδηγείται σ’ έναν πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο συμπαρασύροντας σ’ ένα μεγάλο πρόβλημα και μεγάλες τραπεζικές επιχειρήσεις, σας διαβεβαιώ ότι δεν φταίνε σε τίποτα οι νομικοί παραστάτες και οι δικηγόροι των τραπεζών. Κάνουν τη δουλειά τους όσο μπορούν καλύτερα. Και έχετε ανάγκη, κύριοι Υπουργοί, από πολύ υψηλού επιπέδου και πολύ υψηλού κόστους νομική υπεράσπιση εσείς και οι τράπεζες, που καθοδηγείτε και παρασύρατε, γιατί τους έχετε εμπλέξει σε μία περιπέτεια χωρίς τέλος.

Και αυτός ο δεύτερος ο διορθωτικός νόμος για το ασφαλιστικό των τραπεζοϋπαλλήλων θα καταστεί ανεφάρμοστος ως αντισυνταγματικός, ως αντίθετος προς το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο και κυρίως ως κοινωνικά προκλητικός και αναπτυξιακά τυφλός. Και θα αντιδράσει τελικά όχι μόνο το εργατικό κίνημα, όχι μόνο η ΟΤΟΕ και η ΓΣΕΕ, όχι μόνο οι άμεσα θιγόμενοι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του τραπεζοϋπαλληλικού κλάδου, θα αντιδράσει και η αγορά γιατί θα καταλάβει ότι τελικώς τους επιβαρύνετε με βάρη, αντί να τους λύσετε ένα πρόβλημα που είχαν και το οποίο είναι πασίγνωστο και οφθαλμοφανές.
Και θα παρακαλούσα να μην επικαλείται ο κ. Τσιτουρίδης άλλη φορά το νόμο 3029/2002 και μάλιστα τις διατάξεις του για την υποχρεωτική ομαδοποίηση ασφαλιστικών ταμείων που είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, γιατί αν έκανε τον κόπο να διαβάσει παρακάτω τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου 3029, θα έβλεπε ότι υπάρχει ειδική διάταξη του άρθρου 11 για τα επικουρικά ταμεία των τραπεζών, ακριβώς επειδή αυτά έχουν μία νομική ιδιορρυθμία ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου συνεστημένα επί τη βάσει συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Γιατί; Γιατί ο εργοδότης, δηλαδή η τράπεζα, είναι ένας χρηματοπιστωτικός οργανισμός με υπερβάλλουσα ευρωστία. Άρα, είναι ένας φορέας ικανός να αναλάβει αναλογιστικά βάρη, κάτι που δεν μπορεί να το κάνει οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που λειτουργεί ως εργοδότης.

Γι’ αυτό τα επικουρικά των τραπεζών έχουν τη μορφή της σύμβασης και του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, γιατί έχουν από πίσω μία τράπεζα που έχει το πλεονέκτημα να διαχειρίζεται το κοινωνικό πλεόνασμα, το χρήμα των καταθετών και άρα πρέπει να αναλαμβάνει και κοινωνικές ευθύνες, ενώ οι άλλες επιχειρήσεις, όσο μεγάλες και ισχυρές και αν είναι, δεν έχουν αυτό το πλεονέκτημα το χρηματοπιστωτικό και χρηματοοικονομικό. Έτσι εξηγείται η ιδιορρυθμία των τραπεζών και του ασφαλιστικού τους συστήματος.

Αυτό δεν το κατενόησε ο νέος Υπουργός Απασχόλησης, γιατί δεν διάβασε το άρθρο 11 του νόμου Ρέππα. Ο δε αγαπητός φίλος Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Μαγγίνας, επικαλείται τις πρώτες σκέψεις μιας απόφασης της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, της απόφασης 5024/1987, η οποία στην επόμενη και κρίσιμη σκέψη λέει ρητά ότι τέτοια υποχρέωση καταβολής εισφορών σε λογαριασμό αλληλοβοηθητικό, όπως είναι τα επικουρικά ταμεία των τραπεζών, μπορεί να αναλάβει ο εργοδότης, αλλά μόνο με βάση σύμβαση.

Ακριβώς περί αυτού συζητούμε. Συζητούμε για συμβάσεις, επί τη βάσει των οποίων οι εργοδότες, δηλαδή οι τράπεζες, έχουν αναλάβει υποχρέωση καταβολής εισφορών και έρχεστε τώρα και τους απαλλάσσετε από την υποχρέωση αυτή, εξωραΐζετε τις λογιστικές τους καταστάσεις, τους απαλλάσσετε από συμβατικές υποχρεώσεις, τους προσφέρετε παράνομη, έμμεση κρατική ενίσχυση, παραβιάζοντας όχι μόνο το Σύνταγμα αλλά και το άρθρο 87 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Παραβιάζετε επιπλέον και το άρθρο 2 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γιατί θίγετε την περιουσία των ασφαλιστικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων, την οποία ουσιαστικά υποτάσσετε τώρα στο δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
Όμως, το ακόμα χειρότερο είναι ότι θίγετε την περιουσία του Ι.Κ.Α. και τα ασφαλιστικά δικαιώματα των ασφαλισμένων στο Ι.Κ.Α., γιατί κλονίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του και η αναλογιστική του αντοχή, γιατί του φορτώνετε βάρη, όχι με μία αναλογιστική μελέτη που να αιτιολογεί τη ρύθμιση αλλά με μία οικονομική απλώς μελέτη.

Είναι δυνατόν να σοβαρολογούμε στην Αίθουσα αυτή, όταν συζητούμε για το ασφαλιστικό και για το δήθεν υπεύθυνο και συναινετικό τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση αντιμετωπίζει το μακροπρόθεσμο και μεγάλο πρόβλημα της χώρας; Και μας καλεί σε διάλογο και συναίνεση, όταν από τη μία πλευρά η Κυβέρνηση με υποκρισία και με παραπλανητικό τρόπο λέει «ελάτε να συμφωνήσουμε στην απογραφή της κατάστασης, για να λάβουμε μέτρα στην επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο» και, από την άλλη μεριά, με συγκεκριμένες μονομερείς, ταξικές και άδικες πρωτοβουλίες, όπως η σημερινή, έρχεστε και «σαλαμοποιείτε» το σύστημα, καταργείτε ασφαλιστικά ταμεία και συλλογικές συμβάσεις και υπονομεύετε το Ι.Κ.Α.;

Πώς έχετε το πολιτικό θράσος να συζητάτε για διάλογο στο ασφαλιστικό, όταν ο προϋπολογισμός σας του 2006 περιλαμβάνει εκ γενετής έλλειμμα 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ για τις ανάγκες χρηματοδότησης του Ι.Κ.Α. και των άλλων ασφαλιστικών ταμείων, για συντάξεις και για τον κλάδο υγείας; Είναι δυνατόν να σας πάρει κανείς στα σοβαρά, να σας εκλάβει ως ειλικρινείς, όταν έχετε αυτήν την αντιφατική συμπεριφορά;

Και, εν πάση περιπτώσει, η Κυβέρνηση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, πρέπει να σας εξηγήσει, εσάς που σας καλεί να ψηφίζετε τις ρυθμίσεις αυτές, γιατί η πρώτη γενιά μεταρρυθμιστικών δήθεν νόμων έχει μείνει ανεφάρμοστη και έχει αποτύχει.

Πού είναι ο νόμος για τις Δ.Ε.Κ.Ο.; Παρατάθηκε η προθεσμία και θα παραταθεί ξανά, εάν διασωθεί ο νόμος από την ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ του κ. Αλογοσκούφη και του κ. Λιάπη.

Πού είναι ο νόμος για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας; Συνεστήθησαν οι τριμερείς επιτροπές; Ήρθε καμία επιχείρηση να υπαχθεί στο νόμο ή γιγαντώθηκε η αδήλωτη και άτυπη εργασία; Τι απέγινε η εθελουσία έξοδος στον Ο.Τ.Ε. και το μεγαλεπήβολο σχέδιο του κ. Αλογοσκούφη και του κ. Βουρλούμη; Επτακόσιοι συνταξιούχοι περιμένουν στην ουρά επί μήνες να πάρουν σύνταξη και το Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε. δεν μπορεί να δώσει τη σύνταξη.
Ε, λοιπόν, πρέπει να σας εξηγήσει, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, ο Πρωθυπουργός σας και η Κυβέρνησή σας γιατί σας ταλαιπωρεί, σας ευτελίζει και σας ταπεινώνει.

Τι θα βγείτε να πείτε στον κόσμο; Πώς θα εξηγήσετε αυτήν την αδυναμία της Κυβέρνησης να κάνει έστω και ένα βήμα, έστω και προς λανθασμένη κατεύθυνση; Δεν σας προκαλεί αγωνία και φόβο η εικόνα μιας κυβέρνησης που κάνει βήμα σημειωτόν στο κενό; Και εσάς βεβαίως δεν σας προβληματίζει, γιατί έχετε ποιητικό οίστρο και σας αρέσει η σουρεαλιστική εικόνα μιας κυβέρνησης που κάνει σημειωτόν στον αέρα και πηγαίνει στο πουθενά. Όμως η χώρα δικαιούται να έχει κυβέρνηση με ευθύνη και προσανατολισμό. Αδικείτε και τον εαυτό σας, αδικείτε και τις προοπτικές των Ελλήνων πολιτών.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006