6 Απριλίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων και των τροπολογιών του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης: «Μεταρρύθμιση του Συστήματος Φαρμακευτικής Περίθαλψης».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στη συζήτηση επί της αρχής έθεσα μια σειρά από μείζονα ζητήματα σε σχέση με το νομοσχέδιο αυτό. Και χαίρομαι γιατί ο Υπουργός Υγείας και ο παριστάμενος Υφυπουργός έσπευσαν –τηρώντας βέβαια κάποια ενδοκομματικά προσχήματα, τα οποία είναι κατανοητά- να αποσύρουν τη σκανδαλώδη διάταξη του άρθρου 12 και να τροποποιήσουν την προβληματική διάταξη του άρθρου 9 για τη διάθεση νοσοκομειακών φαρμάκων από τα ιδιωτικά φαρμακεία. Αρκεί βεβαίως να λυθεί και το ζήτημα του υπολογισμού του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας πάνω στη νοσοκομειακή τιμή με την οποία πρέπει να διατίθεται το φάρμακο και από το ιδιωτικό φαρμακείο, εάν το επιτρέψει ο θεράπων ιατρός και η πρακτική που πρέπει να ακολουθείται lege artis στα θέματα αυτά.

Όμως, φτάνουμε στο τέλος της κατ’ άρθρον συζήτησης και δεν έχουν γίνει αλλαγές, οι οποίες να ανταποκρίνονται στην αξίωση για μια ενιαία, συστηματική, σοβαρή και εφαρμόσιμη φαρμακευτική πολιτική.

Απετράπη ένα σκάνδαλο –και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά- καταγράφτηκε, αλλά δεν έχουν λυθεί ούτε θέματα συγκρούσεως αρμοδιοτήτων με το Υπουργείο Ανάπτυξης ούτε θέματα σχέσεων με τα ασφαλιστικά ταμεία.

Έτσι, πρέπει να σας πω ότι το μόνο που θα απομείνει από το νομοσχέδιο αυτό είναι η ψευδής εντύπωση που θα δημιουργηθεί στο Σώμα των σημερινών φαρμακοποιών που έχουν άδεια λειτουργίας φαρμακείου ότι δήθεν τους καλύπτετε και τους εξυπηρετείτε.

Αυτό είναι ψευδές και σε λίγους μήνες με την πρώτη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας θα βρεθείτε, κύριε Υπουργέ, αντιμέτωποι με την οργή του Σώματος των φαρμακοποιών που θα έχουν βρεθεί μετέωροι λόγω της προφανούς αντίθεσης και της νέας αυτής ρύθμισης του άρθρου 14 προς το Σύνταγμα της χώρας, διότι έχει πει το Συμβούλιο της Επικρατείας σε νωπή απόφασή του ότι πρέπει να ισχύουν κριτήρια δημόσιας υγείας και ότι τα πληθυσμιακά κριτήρια δεν είναι κριτήρια δημόσιας υγείας.

Δεν εκφράστηκε μεν πρόσφατα το Συμβούλιο Επικρατείας για το ζήτημα των αποστάσεων, είναι όμως προφανές ότι και οι αποστάσεις μπορούν να λειτουργήσουν μόνο εάν εντάσσονται στη λογική της προστασίας της δημόσιας υγείας και τέτοια λογική, όπως σας είπα, δεν υπάρχει, όταν κλιμακώνονται οι αποστάσεις με κριτήριο την ύπαρξη ή μη προηγούμενης άδειας που μεταφέρεται. Αυτό σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει κάποιο πρόταγμα δημόσιας υγείας, αλλά υπάρχει ένα κριτήριο εμπορικότητας, παλαιότητας, επαγγελματικής κατοχύρωσης, άσχετο με τη δημόσια υγεία.

Αυτό το πλέγμα ρυθμίσεων θα καταρρεύσει. Εξυπηρετείτε μία κοινωνική ομάδα που η ίδια εύλογα πιέζει, αλλά εσείς ό,τι κάνετε πρέπει να το κάνετε μετά λόγου γνώσεως, με αίσθηση νομιμότητας, με θεσμική σοβαρότητα και να τους πείτε την αλήθεια: ότι πρέπει να γίνει ένας άλλος τύπος διαλόγου μαζί τους επί της ουσίας, για να βρεθεί μία βιώσιμη και δίκαιη και ορθολογική λύση.

Από την άλλη μεριά, βεβαίως, υπάρχουν φαρμακοποιοί που αυτή τη στιγμή εργάζονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας σε ιδιωτικές εταιρείες, υπάρχουν φαρμακοποιοί που εργάζονται στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και μπορεί να αποχωρήσουν χωρίς πλήρη σύνταξη, υπάρχουν νέοι φαρμακοποιοί. Και είναι λογικό να βρεθεί και γι’ αυτούς μια λύση, γιατί και αυτοί είναι μία ομάδα κοινωνική, επιστημονική που έχει εύλογες αξιώσεις.

Και μπορεί να βρεθεί λύση που δεν θίγει καθόλου τα υφιστάμενα φαρμακεία, που επιτρέπει την ομαλή διαδοχή εκεί όπου υπάρχει δεύτερη γενιά φαρμακοποιού στην ίδια οικογένεια, που αποτρέπει αγοραπωλησίες δικαιωμάτων «κάτω από το τραπέζι», με αδιαφανείς παραοικονομικές διαδικασίες εις βάρος των φαρμακοποιών που έχουν σήμερα άδειες, οι οποίοι πολλές φορές αναγκάζονται να προβούν σε τέτοιες ενέργειες χάριν των παιδιών τους.

Όλο αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν η Κυβέρνηση, η Διαρκής Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων, με τη σύμπραξη της Αντιπολίτευσης, πάρει την πρωτοβουλία ενός σοβαρού διαλόγου, ώστε να καταλήξουμε σε ένα σχήμα νομικό, οικονομικό, λειτουργικό, εφαρμόσιμο, σύγχρονο, αξιοποιώντας και τα δεδομένα άλλων χωρών, που να δίνει δουλειά και στους σημερινούς φαρμακοποιούς και στους επόμενους, που να τους κρατά όλους σ’ ένα υψηλό επίπεδο αξιοπρέπειας και βεβαίως να ενισχύει και τη δημόσια υγεία, διαμορφώνοντας μεγάλα ισχυρά φαρμακεία, τα οποία μπορούν να λειτουργούν ανταγωνιστικά, ιδίως ως προς το σκέλος των άλλων προϊόντων και όχι στενά το φαρμακευτικό, όπου ο ανταγωνισμός που υφίστανται είναι τεράστιος.

Βεβαίως, είναι γνωστό ότι σ’ αυτά τα συμπληρωματικά προϊόντα πολλές φορές επενδύουν τις ελπίδες τους για οικονομική επιβίωση ή ανάπτυξη, αλλά σ΄ αυτά τα προϊόντα, τα μη συνταγογραφούμενα, δεν μπορούν να αντέξουν τον ανταγωνισμό άλλων εμπορικών καταστημάτων, άλλων εμπορικών κέντρων, άλλων δραστηριοτήτων που θα τις υπερκαλύψουν.

Άρα, λοιπόν, χρειάζεται μία σοβαρή, διαφανής και δίκαιη προσέγγιση. Και αν πιστεύουν ορισμένοι ότι κλείνουν το μάτι σε δέκα χιλιάδες φαρμακοποιούς, που λειτουργούν φαρμακεία τώρα, εξυπηρετώντας μια κατάσταση, είναι γελασμένοι γιατί πολύ σύντομα θα κληθούν να απολογηθούν για το αδιέξοδο στο οποίο θα οδηγηθεί αυτή η ρύθμιση.

Δεν τους προσφέρετε τίποτα ούτε στο μεσοδιάστημα και είναι τυχοδιωκτική η προσέγγιση που λέει «ας ψηφιστεί, να πάει το μήνυμα ότι η Κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία εκπλήρωσαν μία υποχρέωση και ας καταπέσει στο Συμβούλιο της Επικρατείας».

Δεν νομίζω ότι στη σημερινή εποχή μπορεί μία κυβέρνηση και μία κυβερνητική πλειοψηφία να κρύβεται πίσω από τέτοιου είδους επιχειρήματα, ιδίως όταν είναι βέβαιο ότι θα συμβεί αυτό που σας λέω τώρα. Στέλνουμε το μήνυμα στο σύνολο του φαρμακευτικού κόσμου ότι αυτό που εμείς ως ΠΑ.ΣΟ.Κ. τους λέμε είναι συγκεκριμένο, είναι εφαρμόσιμο, είναι υπεύθυνο, αφορά την παρούσα γενιά φαρμακοποιών με φαρμακείο και τη μελλοντική γενιά φαρμακοποιών με φαρμακείο, αλλά και όλο το σώμα των υπολοίπων φαρμακοποιών, που βεβαίως δεν θέλουν να είναι σε δεύτερη μοίρα και να αποκλείονται από μία δυνατότητα, ιδίως όταν χάνονται θέσεις εξαρτημένης εργασίας μέσα από την εξέλιξη της φαρμακοβιομηχανίας ή της χοντρικής εμπορίας φαρμάκων.

Συνοψίζω, λέγοντας ότι και το νομοσχέδιο για το φάρμακο εμφανίστηκε με τυμπανοκρουσίες ως μείζονος σημασίας παρέμβαση, ως κάτι το καινοτομικό. Δεν μένει ουσιαστικά τίποτα. Η τιμολόγηση διέπεται από τη νέα διάταξη του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία παραμένει ανενεργός, γιατί θα ανεβάσει τις τιμές και θα προκαλέσει κρίση και κατάκριση κατά της Κυβέρνησης. Οι αρμοδιότητες δεν κανονίζονται. Η λίστα παραμένει και αλλάζει όνομα. Με τα ασφαλιστικά ταμεία το πρόβλημα δε λύνεται, διότι μόνο η ενιαία διαπραγμάτευση, με σοβαρότητα απέναντι στις φαρμακευτικές εταιρείες, μπορεί να οδηγήσει σε λύση.
Αναγκαστήκατε να αποσύρετε και να τροποποιήσετε διατάξεις και σας έμεινε το άρθρο 14, το οποίο είναι έωλο, αντισυνταγματικό, ανεφάρμοστο. Ηθικό δίδαγμα; «Μια τρύπα στο νερό», γιατί είστε υποχρεωμένοι να δημιουργείτε τώρα την εντύπωση ότι δεν κατεδαφίζετε την πολιτική του προηγουμένου Υπουργού Υγείας. Όμως, όπως είπα κατ’ επανάληψη, το επικοινωνιακό απόστημα στο χώρο της υγείας έσπασε και αποκαλύπτεται πλέον το κενό της περασμένης διετίας, αποκαλύπτονται οι αδράνειες, οι παραλείψεις, οι αντιφάσεις, αλλά δυστυχώς και ενέργειες βλαπτικές για τη δημόσια υγεία και την υγεία των πολιτών, ενέργειες που απαξιώνουν το δημόσιο σύστημα υγείας, ενέργειες που έχουν θύματα. Και εδώ πρέπει να δοθούν εξηγήσεις εκ μέρους της Κυβέρνησης, γιατί η ευθύνη δεν είναι μόνο ατομική, αλλά και συλλογική στο δημοκρατικό κοινοβουλευτικό πολίτευμά μας.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006