7 Απριλίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επερώτησης Βουλευτών του ΠΑΣΟΚ αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας σχετικά με τη βιομηχανία φωσφορικών Λιπασμάτων Α.Ε.


 

Κυρία και κύριοι συνάδελφοι, η Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων Θεσσαλονίκης, δηλαδή το αιφνιδιαστικό και αυταρχικό κλείσιμο του εργοστασίου και το πέταγμα των εργαζομένων στο δρόμο, είναι ουσιαστικά το μνημείο της κοινωνικής σκληρότητας, της διαχειριστικής ανικανότητας, της αναπτυξιακής μυωπίας και της πολιτικής αναξιοπιστίας και ανακολουθίας της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Το πόσο αναξιόπιστη, δε, ανακόλουθη, αλλά και ανάλγητη είναι η Κυβέρνηση προκύπτει και από το γεγονός ότι μία επερώτηση τέτοιας σημασίας, που απευθύνεται σε τέσσερις Υπουργούς, στον Υπουργό Οικονομίας, στον Υπουργό Ανάπτυξης, στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και στον Υπουργό Απασχόλησης, αντιμετωπίζεται από την Κυβέρνηση στο επίπεδο του αγαπητού φίλου και καθ’ όλα ικανού κ. Γιακουμάτου, ο οποίος όμως προφανώς δεν έχει ούτε τη γνώση ούτε την εξουσιοδότηση να δώσει απαντήσεις για το σκληρό πυρήνα της οικονομικής πολιτικής και της αντικοινωνικής βεβαίως και αντιαναπτυξιακής πολιτικής της Κυβέρνησης.

Στο ζήτημα της Βιομηχανίας Φωσφορικών Λιπασμάτων δοκιμάζονται μια σειρά από πολύ κρίσιμα ζητήματα.

Κατ’ αρχάς έχουμε στο απόγειό του το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην Κυβέρνηση και τη διορισμένη από την Κυβέρνηση διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας και της Εμπορικής Τράπεζας.

Η Κυβέρνηση με περισσή υποκρισία, υποτιμώντας τη νοημοσύνη μας -ενώ ξέρουμε όλοι ότι η ίδια επιλέγει και διορίζει τους διοικητές αυτών των τραπεζών, όπως και της Αγροτικής- δηλώνει «αθώα του αίματος» και τη στιγμή που φέρνει στη Βουλή νόμους για να επιλύσει συγκεκριμένα προβλήματα ισολογισμού τραπεζών, μέσα από τη δημιουργία του νέου ασφαλιστικού συστήματος των τραπεζοϋπαλλήλων, σφυρίζει αδιάφορα σε σχέση με τη μη σύναψη κλαδικών συμβάσεων με την Ο.Τ.Ο.Ε. και ακόμα πιο αδιάφορα όταν οι διοικήσεις, οι οποίες έχουν διοριστεί από αυτή, λαμβάνουν ή υπαγορεύουν αποφάσεις που πλήττουν μία ολόκληρη περιοχή, πλήττουν την πραγματική οικονομία, αυξάνουν, αντί να μειώνουν, την ανεργία.

Ποιος μπορεί να πειστεί ότι ο κ. Αράπογλου και ο κ. Προβόπουλος παίρνουν τέτοιες αποφάσεις, χωρίς συνεννόηση με τον κ. Αλογοσκούφη και τον κ. Καραμανλή; Πώς είναι δυνατόν τη στιγμή που οι τράπεζες αυτές εμφανίζουν τέτοια κερδοφορία, τέτοια προκλητική στάση απέναντι στους καταναλωτές, να μένουν αδιάφορες απέναντι στην πραγματική οικονομία;

Η Κυβέρνηση έχει άποψη για τον αναπτυξιακό και κοινωνικό ρόλο των τραπεζών; Οι τράπεζες είναι για να τζιράρουν τα χρήματα του ελληνικού λαού και να κερδοσκοπούν; Δεν έχουν κοινωνική ευθύνη; Δεν έχουν ευθύνη για την απασχόληση και την ανεργία; Δεν έχουν ευθύνη για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων; Δεν έχουν ευθύνη για την ανάπτυξη; Και αν δεν έχουν έμμεση ευθύνη για τις επιχειρήσεις που οφείλουν να δανειοδοτούν και να στηρίζουν, δεν έχουν ευθύνη άμεση όταν οι ίδιες είναι οι βασικοί μέτοχοι και άρα οι διοικούντες, μεγάλων παραγωγικών μονάδων, όπως η Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων;

Ποιον «δουλεύει» η Κυβέρνηση όταν προσπαθεί να οχυρωθεί πίσω από την ανεξαρτησία τραπεζών, στις οποίες έχει δώσει εκ προοιμίου πολύ σημαντικό αντάλλαγμα, εξωραΐζοντας τους ισολογισμούς τους -όπως έγινε με τον ισολογισμό κυρίως της Εμπορικής- αλλά και όταν πριμοδοτεί εθελουσία έξοδο στην Εθνική και άλλες μεγάλες επιχειρηματικές αποφάσεις, όπως η πρόσφατη για την αγορά της τουρκικής τράπεζας, οι οποίες είναι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις;

Η Κυβέρνηση δείχνει επίσης πόσο ψευδής και υποκριτική είναι όταν δηλώνει ανενημέρωτη για την αρχική απόφαση των τραπεζών να κλείσουν το εργοστάσιο της Θεσσαλονίκης, αλλά στη συνέχεια μεσολαβεί, χαίρεται όταν μπορεί να κάνει την παραπλανητική ανακοίνωση ότι το εργοστάσιο ανοίγει και λειτουργεί ξανά, για να χαρούν και στη συνέχεια να απογοητευτούν οικτρά οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους. Δεν μας εξηγεί, όμως, τι από τα δύο ισχύει.

Ισχύει το αρχικό δόγμα ότι πρόκειται για αμιγώς επιχειρηματικές αποφάσεις των τραπεζών, χωρίς πολιτικά κριτήρια ή το δεύτερο δόγμα της πολιτικής και κοινωνικής ευαισθησίας της Κυβέρνησης και της δυνατότητάς της να παρεμβαίνει και να αλλάζει την εσφαλμένη και προκλητική απόφαση που πήραν μονομερώς και αυταρχικά οι τράπεζες; Η παλινωδία των τραπεζών και η παλινωδία της Κυβέρνησης αποδεικνύει όλο αυτό το σκηνικό, για το οποίο σας είπα προηγουμένως. Δείχνει όμως και την έλλειψη ευαισθησίας. Διότι όταν ένας Υπουργός, όπως ο Υπουργός Μακεδονίας-Θράκης ή ο Υπουργός Απασχόλησης κάνει μιαν ανακοίνωση και παίζει με την αγωνία οικογενειών, με την αγωνία ανθρώπων γύρω από την επιβίωση τους και το εισόδημά τους, τότε δείχνει ότι έχουμε χάσει πλήρως την αίσθηση κάθε κοινωνικής ευθύνης στα θέματα αυτά.

Πρέπει, επίσης, από την πρώτη στιγμή να πούμε ότι η προσπάθεια των διοικήσεων των τραπεζών να πείσουν για την οικονομική λογική της απόφασής τους, δηλαδή για την απόφαση του κλεισίματος του εργοστασίου της Θεσσαλονίκης, δεν αποδίδει. Έχει αποδειχθεί, μέσα από τα ίδια τα στελέχη της επιχείρησης που έχουν μείνει στο πλευρό των εργαζομένων όλο αυτό το μεγάλο διάστημα του αγώνα τους και της κατάληψης, ότι η απόφαση αυτή δεν έχει καμία οικονομική και αναπτυξιακή λογική. Όπως είναι ανεπίτρεπτο και πολιτικά σκανδαλώδες το τεχνητό δίλλημα που επιχειρεί να στήσει η Κυβέρνηση «ή Καβάλα ή Θεσσαλονίκη, ή θα απολυθούν οι εργαζόμενοι στην Καβάλα ή θα απολυθούν οι εργαζόμενοι στη Θεσσαλονίκη». Πρόκειται για ένα κοινωνικά και πολιτικά χυδαίο δίλημμα, το οποίο κανείς δεν έπρεπε να θέσει και το οποίο δεν υπακούει σε καμία οικονομική και αναπτυξιακή λογική. Διότι μπορούν φυσικά να επιβιώσουν και οι δύο μονάδες, αρκεί να προσανατολιστούν σωστά, αρκεί να διοικηθούν σωστά, αρκεί να υπάρχει χρηστή διαχείριση, αρκεί να υπάρχει εξαγωγική πολιτική, αρκεί να υπάρχει μια συγκεκριμένη αντίληψη για το ρόλο τέτοιων βιομηχανιών. Διότι όταν έχεις ένα εργοστάσιο που απασχολεί πεντακόσιους πενήντα περίπου ανθρώπους, που δίνει εργασία μέσα από εργολαβίες σε άλλους χίλιους πεντακόσιους ανθρώπους, που στηρίζεται από όλο τον κλάδο της βιομηχανίας ζωοτροφών, που στηρίζεται από τους εισαγωγείς των προϊόντων του σε άλλες χώρες, τότε μπορείς κάλλιστα να αναδιαρθρώσεις την παραγωγή και μπορείς να κάνεις μια ορθολογική διαχείριση που να αποδίδει οικονομικά αποτελέσματα. Γιατί πρέπει να μάθει η Βουλή και ο ελληνικός λαός ότι το εργοστάσιο στη Θεσσαλονίκη έχει ένα εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό παραγομένων προϊόντων μη αγροτικής χρήσης, όπως είναι η χρήση για το νερό που πίνουμε στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, που και αυτό ετέθη υπό κίνδυνο τις προηγούμενες εβδομάδες.

Έχει τεράστιες εξαγωγικές δυνατότητες. Έχει δυνατότητα παραγωγής οικολογικά ευαίσθητων προϊόντων που θα τροφοδοτήσουν τις αγορές όλης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Και είναι πραγματικά κωμικοτραγικό την περίοδο που κλείνει το εργοστάσιο ο κύριος Πρωθυπουργός να επισκέπτεται την Κίνα και να καμαρώνει επειδή υπογράφει συμφωνία για να εξαχθούν από την Ελλάδα δύο καραβιές λιπάσματα, λες κι έτσι λύθηκε το πρόβλημα της εγχώριας βιομηχανίας λιπασμάτων. Αυτό δείχνει ότι ο Πρωθυπουργός, αν και Βουλευτής Θεσσαλονίκης, είναι απληροφόρητος, δεν έχει καμία αντίληψη για το τι σημαίνει χημική βιομηχανία, τι σημαίνει παραγωγική δομή στη βόρεια Ελλάδα, πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα αυτά.

Αυτό που λέω αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το πολιτικό προσωπικό της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη έχει καταλάβει την αδικία και την τυφλότητα αυτής της πολιτικής και συμπαρίσταται και στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στους εργαζόμενους. Διότι εδώ, πέρα από το γενικότερο πρόβλημα που υπάρχει για την κυβερνητική πολιτική, για τις σχέσεις Κυβέρνησης και τραπεζών, για τη σκληρότητα, τον αυταρχισμό, υπάρχει κι ένα πρόβλημα Θεσσαλονίκης και βόρειας Ελλάδας, το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ελπίζω να έχει διαβάσει η Κυβέρνηση τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα των χρήσεων των βορειοελλαδικών επιχειρήσεων, όπου έχουμε μία εντυπωσιακή κάμψη της κερδοφορίας την προηγούμενη χρονιά, ενώ τα κλαδικά αποτελέσματα σε εθνικό επίπεδο είναι τελείως διαφορετικά.

Στη βόρεια Ελλάδα λόγω και της δομής της οικονομίας, αλλά κυρίως του ελληνικού κράτους, λόγω της απόστασης από τα κέντρα λήψης πολιτικών αποφάσεων και με δεδομένο ότι το κράτος και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας είναι ένας μεγάλος πελάτης της οικονομίας, έχουμε ένα τραγικό έλλειμμα, μια υστέρηση στη συσσώρευση κεφαλαίου. Η Θεσσαλονίκη έχει μείνει πολύ πίσω και αυτό φαίνεται στα πάντα. Φαίνεται στο αυξημένο ποσοστό ανεργίας, στο μειωμένο ποσοστό επενδύσεων. Φαίνεται στον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία. Φαίνεται στα φαινόμενα συντηρητισμού που αναπτύσσονται. Φαίνεται όλο αυτό στους τομείς της δημόσιας ζωής, από τον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο μέχρι τον πολιτισμό.

Και αντί η Κυβέρνηση να αναπτύξει ειδικά συντονισμένα μέτρα για την αντιμετώπιση του οικονομικού και αναπτυξιακού προβλήματος της Θεσσαλονίκης με πρωτοβουλίες, με προτάσεις, με γενναίες ρυθμίσεις έρχεται και κλείνει εργοστάσια, κλείνει επιχειρήσεις και τροφοδοτεί την ανεργία. Πού; Εκεί όπου υπάρχει το «μαλακό υπογάστριο» του προβλήματος της ανεργίας, εκεί όπου φαίνεται το διαρθρωτικό πρόβλημα της παραγωγικής μας δομής.

Άρα, λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση εμφανίζεται προκλητική απέναντι στη μισή Ελλάδα, στην εκτός Αθηνών Ελλάδα. Και αυτό δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο, όχι μόνο γιατί αυτό είναι ένα πολιτικό λάθος, αλλά και γιατί είναι ένα οικονομικό και αναπτυξιακό λάθος. Εκτός και αν πιστεύει η Κυβέρνηση ότι το πρόβλημα θα το λύσει ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, ο οποίος τώρα διατυπώνει το όραμα η Θεσσαλονίκη να διεκδικήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2036 για να πορεύεται με έναν στόχο, ο οποίος στη συνέχεια μπορεί να μετατεθεί για το 2076 και μετά για το 2136, για να γιορτάσουμε ίσως το 2112 τα διακόσια χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης, ενώ όλα τα άλλα εγκαταλείπονται όπως η EXPO, οι επενδύσεις.

Αφήστε που τα μεγάλα έργα έχουν μείνει στο σημείο που τα παρέλαβε ο κύριος Σουφλιάς, παρά τις προσπάθειες που κάνει, για να δείτε πόσο εύκολα είναι τα λόγια όταν είσαι έξω από το χορό και πόσο δύσκολο είναι να κάνεις πράγματα, να μετακινείς μια πέτρα από εδώ ως εκεί, όταν έχεις την ευθύνη των χειρισμών για το μετρό, για την υποθαλάσσια, για το αεροδρόμιο, για τη βιομηχανική πολιτική, για την πολιτική απασχόλησης.

Βέβαια η Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων είναι ένα δραματικό, αλλά και διδακτικό παράδειγμα για το σύνολο της ιλαροτραγωδίας των δήθεν μεταρρυθμίσεων της Κυβέρνησης. Η Κυβέρνηση πιστεύει ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι πρόβλημα εργασίας, πρόβλημα εργαζομένων, ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει την ανταγωνιστικότητα και την προοπτική που πρέπει, γιατί έχουμε αυξημένες αποδοχές, μεγάλο μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος, γιατί έχουμε ισχυρά εργασιακά δικαιώματα και γιατί έχουμε ασφαλιστικές υπερβολές.

Αυτό είναι το πρόβλημα της οικονομίας; Το πρόβλημα της οικονομίας δεν είναι η δημόσια διοίκηση, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι υστερήσεις σε βασικές υποδομές; Το πρόβλημα της οικονομίας δεν είναι η έλλειψη επιχειρηματικότητας; Πώς εξηγείται η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα να προσεγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, να είναι το 93% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, οι αποδοχές να είναι ανάλογα με την κατηγορία των εργαζομένων από το 75% έως το 80%, αλλά η αποδοτικότητα του κεφαλαίου να είναι πολύ χαμηλότερη; Πώς εξηγείται η Ελλάδα ως χώρα τα δυο τελευταία χρόνια να κατηφορίζει στον κατάλογο της ανταγωνιστικότητας στην ευρωπαϊκή και τη διεθνή κατάταξη; Φταίνε οι εργαζόμενοι; Δηλαδή το πρόβλημα των επιχειρήσεων είναι το κόστος εργασίας και η ευελιξία, η δυνατότητα να απολύεις και να απολύεις χωρίς αποζημίωση;

Αντί, λοιπόν, η Κυβέρνηση να αντιληφθεί ότι δεν υπάρχουν ουδέτερες μεταρρυθμίσεις, ότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν πρόσημο προοδευτικό ή αρνητικό και να εφαρμόσει μια πολιτική κοντά στις προεκλογικές της εξαγγελίες, εγκαταλείπει την λογική της ήπιας προσαρμογής, τη λογική του μεσαίου χώρου, τη λογική του κοινωνικού κέντρου και διολισθαίνει στον πολιτικό αυταρχισμό, τη μονομέρεια, την ταξικότητα, εξαναγκάζοντας τη Βουλή να ψηφίζει διατάξεις ανεφάρμοστες. Η ίδια μετά αρχίζει να φέρνει τον πρώτο διορθωτικό νόμο, το δεύτερο διορθωτικό νόμο και μεγαλώνει την τρύπα στο νερό. Αυτό έγινε με τις Δ.Ε.Κ.Ο., αυτό έγινε με την εθελουσία στον Ο.Τ.Ε., αυτό έγινε με το ασφαλιστικό των τραπεζών, αυτό έγινε με τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Και εκεί που πήγε να εφαρμόσει το νόμο για το ωράριο των καταστημάτων, βλέπουμε μια ομόθυμη κοινωνική αντίδραση και μια αντίδραση των επιχειρήσεων όπως έδειξε και η έρευνα της Γ.Σ.Ε.Β.Ε..

Τι θα μας πει ο κ. Γιακουμάτος; Θα μας πει τι είπε ο Γιώργος Παπανδρέου στο Λαύριο, επαναλαμβάνοντας για μια ακόμη φορά τις ψευδολογίες και τις συκοφαντίες που αναπαράγουν διάφορα στελέχη της κυβερνητικής παράταξης.

Θα μας πει τι εννοούσε στο «ECONOMIST» όταν μιλούσε για το σκανδιναβικό μοντέλο και αν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. το εκφράζουν οι θέσεις που ανέπτυξε ο συνάδελφος κ. Φλωρίδης.

Ε, δεν περνάν αυτές οι δημαγωγίες και αυτές οι ευτέλειες. Διότι οι θέσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι πολιτικά καθαρές, κοινωνικά ευαίσθητες και ως τέτοιες είναι δημοσιονομικά τεκμηριωμένες και αναπτυξιακά εφαρμόσιμες. Γιατί εμείς θέλουμε να εφαρμόσετε το νόμο που ψηφίσαμε το Φεβρουάριου του 2004, το ν.3227/2004, για τις άνεργες μητέρες με ανήλικα παιδιά, για τους άνεργους νέους έως είκοσι πέντε ετών, για τους εργαζόμενους έως πενήντα πέντε ετών που είναι κοντά στη σύνταξη και θέλουν λίγα ένσημα.

Γιατί το νόμο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που εξειδικεύει και υλοποιεί μια πολιτική αντίληψη, τον αφήσατε ανεφάρμοστο στα συρτάρια σας και δεν δώσατε ούτε μια ευκαιρία απασχόλησης με βάση τη ρύθμιση αυτή;

Αφήστε, λοιπόν, τα φληναφήματα και ελάτε να μας εξηγήσετε την πολιτική σας για το ασφαλιστικό. Δεν απαντήσατε στην πρότασή μας να πάρουμε ως βάση συζήτησης την τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα της ομοσπονδίας των εργαζομένων στα ασφαλιστικά ταμεία.

Ελάτε στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων επιτέλους, ο κ. Αλογοσκούφης με τον κ. Τσιτουρίδη, να πείτε ποια είναι η άποψή σας και κυρίως, αυτά που είπατε στους εργαζόμενους στη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων, τηρήστε τα και τιμήστε τα. Δεν μπορείτε να τους κοροϊδεύετε, να τους εξευτελίζετε. Δεν μπορείτε να ταπεινώνετε την κοινωνία. Μια κυβέρνηση που κάνει το λαό εχθρό, μια κυβέρνηση που αντιδικεί με την κοινωνία, μια κυβέρνηση που παράγει ανεργία, που οδηγεί σε καταλήψεις εργοστασίων, είναι μια κυβέρνηση που έχει χάσει το πολιτικό παιχνίδι.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006