21 Νοεμβρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης: «Τροποποίηση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988 (ΦΕΚ 35 Α’) σχετικά με την αναδιοργάνωση της Επιθεώρησης Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις».


 

Κύριοι Βουλευτές, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης συνήθως αντιμετωπίζεται με την εξωτερική της όψη, ως ανεξαρτησία έναντι των πολιτικών οργάνων του κράτους και άλλων πολύ ισχυρών πηγών επιρροής επί της δικαιοσύνης και των αποφάσεών της.

Πιο λεπτή, όμως και πιο κρίσιμη όψη της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης είναι η εσωτερική της ανεξαρτησία, η διαφύλαξη της ελεύθερης δικανικής συνείδησης του δικαστικού λειτουργού, σε σχέση με τους προϊσταμένους τους, σε σχέση με τα όργανα του ίδιου του δικαστικού Σώματος που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην υπηρεσιακή του εξέλιξη, στην προαγωγή του, στις τοποθετήσεις του, στον τρόπο με τον οποίο κινείται μέσα στο χώρο της δικαιοσύνης. Η επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών είναι ο κύριος μοχλός για την παραβίαση της εσωτερικής ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, όταν αυτή δεν οργανώνεται και δεν ενεργείται σωστά.

Το νομοσχέδιο θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα νομοσχέδιο που δεν επιφέρει μεγάλο πλήγμα στη δικαιοσύνη, αν το βλέπαμε αποκομμένο από τα συμφραζόμενά του. Το νομοσχέδιο, όμως, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου αθώο, γιατί πρέπει να ερμηνευτεί ως κυβερνητική πρωτοβουλία, σε συνδυασμό με όλα όσα συμβαίνουν και παρατηρούνται στο χώρο της δικαιοσύνης. Δεν μπορούμε να δούμε το νομοσχέδιο αυτό μόνο ως ένα διαδικαστικό σύστημα επιλογής των επιθεωρητών, εφαρμογής κριτηρίων αξιολόγησης, δυνατοτήτων προσφυγής του επιθεωρούμενου κατά των εκθέσεων του επιθεωρητή.

Ακόμη όμως και έτσι, το νομοσχέδιο αυτό έχει τεράστια προβλήματα σε σχέση με επιλεκτικές παρεμβάσεις στη διαδικασία επιλογής των επιθεωρητών, προβλήματα προκλητικής αοριστίας σε σχέση με τα κριτήρια αξιολόγησης των δικαστικών λειτουργών, προβλήματα σε σχέση με τους περιορισμούς που τίθενται στη δυνατότητα προσφυγής του επιθεωρούμενου κατά της έκθεσης στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, προβλήματα σε σχέση με τη μη πλήρη αναγνώριση του καθοριστικού ρόλου του δικηγορικού Σώματος στη διαδικασία της επιθεώρησης. Και περιμένουμε να τιμηθεί πλήρως η συμφωνία που έχει επιτευχθεί μεταξύ των δικηγορικών συλλόγων και των δικαστικών ενώσεων κατά το γράμμα της και κατά το πνεύμα της. Διότι το πνεύμα της συμφωνίας αυτής αναγνωρίζει πλήρη ρόλο στους δικηγορικούς συλλόγους, στη διαδικασία επιθεώρησης όλων των δικαστών και όλων των εισαγγελέων.

Όλα αυτά, όμως, που σας περιγράφω, τα σοβαρά προβλήματα του νομοσχεδίου, είναι απλές πταισματικές παραβάσεις μπροστά στα συμφραζόμενα του νομοσχεδίου.

Τι συμβαίνει στο χώρο της δικαιοσύνης; Υπάρχει κλίμα αυταρχισμού, κλίμα νοσηρό, κλίμα που έχει πολύ συγκεκριμένο στόχο να πειθαρχήσει με τη χειρότερη δυνατή έννοια του όρου τους δικαστές και να τους υποτάξει σε μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη για τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης και κυρίως για το χειρισμό κοινωνικά και πολιτικά κρίσιμων υποθέσεων.

Γι’ αυτό, όχι μόνον εμείς, αλλά όλη η Αντιπολίτευση και οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας με τη χθεσινή διαμαρτυρία τους, την αποχή τους από τα δικαστικά τους καθήκοντα, διαμαρτυρόμαστε για την εγκύκλιο του Προέδρου του Αρείου Πάγου που παραβιάζει ρητή διάταξη του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και συνιστά πειθαρχικό αδίκημα, για το οποίο ο Υπουργός της Δικαιοσύνης, ως πειθαρχικός προϊστάμενός του, θα όφειλε να τον έχει ήδη ελέγξει και να του έχει επιβάλλει την ανάκληση μιας εγκυκλίου που κατά το κρίσιμο μέρος της που αφορά τους συμβασιούχους, αποδεικνύεται ταπεινωτική για τη δικαιοσύνη αντιγραφή αντίστοιχης εγκυκλίου του Υπουργείου Εσωτερικών.

Τη στιγμή που αυτή η εγκύκλιος προσπαθεί να παρέμβει σε κρίσιμες υποθέσεις, όπως είναι οι υποθέσεις των συμβασιούχων ή άλλες υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων γύρω από συγκρούσεις ιδιωτικών συμφερόντων, έχουμε την απόφαση του ειδικού δικαστηρίου του άρθρου 99, του κακώς αποκαλούμενου μισθοδικείου –γιατί πρόκειται για το δικαστήριο αγωγών κακοδικίας- που με μια κοινωνικά προκλητική απόφαση επεκτείνει την εφαρμογή ευνοϊκών διατάξεων, που αφορούν άλλα πρόσωπα με άλλο υπηρεσιακό καθεστώς, και στο σύνολο των δικαστικών λειτουργών.

Και ενώ προσφέραμε στην Κυβέρνηση δικονομική λύση με την τροπολογία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που προβλέπει μηχανισμό άρσης των αντιφάσεων μεταξύ πιθανώς αντιθέτων αποφάσεων του ειδικού αυτού δικαστηρίου με διαφορετική σύνθεση, προκειμένου να υπάρχει ενότητα και κοινωνική αξιοπιστία της νομολογίας και προστασία του δημοσίου συμφέροντος, η Κυβέρνηση απεμπόλησε την ευκαιρία και δεν απεδέχθη την πρότασή μας να λυθεί το θέμα αυτό.

Πρέπει εδώ να σας πω ότι, όπως θα μου δοθεί αύριο αναλυτικότερα η ευκαιρία να κάνω στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, υπάρχει σωρεία αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων και κυρίως των τριών ανωτάτων δικαστηρίων γύρω από θέματα αποδοχών και συντάξεων δικαστικών λειτουργών τόσο πριν από την Αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 όσο και μετά την Αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001. Έχουμε δε πρόσφατες αποφάσεις και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας που διακρατούν τις υποθέσεις. Τις δικάζουν αυτά τα δικαστήρια και όχι το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 99. Επεκτείνουν με τρόπο προβληματικό έως προκλητικό ευνοϊκές διατάξεις και στους δικαστικούς λειτουργούς.

Θα σας πω μόνο ότι το 2003 η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επέκτεινε στους εν ενεργεία και στους συνταξιούχους δικαστικούς τις φορολογικές ρυθμίσεις του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1974 για τους Βουλευτές, ενώ είναι γνωστό ότι η βουλευτική αποζημίωση κατά ένα μέρος διοχετεύεται στα κόμματα, κατά ένα άλλο μέρος καλύπτει έξοδα πολιτικών δραστηριοτήτων και δεν συνιστά μηνιαίο εισόδημα. Αυτό το έκανε η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Τη στιγμή, λοιπόν, που ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου εκδίδει αυτήν την παράνομη εγκύκλιο και παραβιάζει το νόμο, έρχεται η Κυβέρνηση και ενθαρρύνει τα δικαστήρια να κάνουν τους συμβασιούχους, μια μεγάλη κοινωνική ομάδα, μπαλάκι μεταξύ των αντιφάσεων και των κενών του δικαστικού μας συστήματος, με τα πολιτικά δικαστήρια να λένε ότι είναι αρμόδια να προβούν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων, με το Συμβούλιο της Επικρατείας να λέει ότι δεν μπορεί να επεκταθεί η εφαρμογή του διατάγματος, αλλά ορθώς ενεργούν τα πολιτικά δικαστήρια και με το Ελεγκτικό Συνέδριο να λέει ότι κακώς ενεργούν τα πολιτικά δικαστήρια, «μην πληρώνετε ούτε αποδοχές ούτε ένσημα!». Ε, δεν πρέπει να εξεγερθούμε απέναντι σε αυτό το φαινόμενο και να βρούμε δικονομικές λύσεις;

Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και με άλλα φαινόμενα. Οι παραλείψεις στις προαγωγές στις κορυφαίες θέσεις δικαιοσύνης, οι παραιτήσεις με κείμενα των παραιτουμένων, όπως το κείμενο του Αρεοπαγίτη κ. Βερέτσου, που είδε το φως της δημοσιότητας, συνιστούν κόλαφο για την Κυβέρνηση και για την πολιτική που εφαρμόζει στο χώρο της δικαιοσύνης, προσβολή της ανεξαρτησίας και του κύρους της δικαιοσύνης και δεν έχει δοθεί απάντηση, ούτε καν προσχηματική ούτε καν εικονική.

Στο δε παραδικαστικό κύκλωμα, για το οποίο καμαρώνει ο Υπουργός Δικαιοσύνης προαναγγέλλοντας δικονομικές ενέργειες και παραβιάζοντας τη διάκριση των εξουσιών και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έχουμε λόγια και επικοινωνιακές μεθοδεύσεις, αλλά νέες θεσμικές εγγυήσεις δικονομικού χαρακτήρα, οι οποίες να αποκλείουν την επανάληψη των φαινομένων αυτών, είτε στο χώρο της πολιτικής δίκης και της διοικητικής δίκης είτε στο χώρο της ποινικής δικαιοσύνης, δεν έχουμε. Επί δυόμισι χρόνια, με το θέμα ανοικτό, δεν υπάρχει καμία σοβαρή δικονομικού χαρακτήρα παρέμβαση που να αποτρέπει την επανάληψη των φαινομένων.

Και βέβαια, επίκεινται πολύ σοβαρά προβλήματα με κορυφαίο παράδειγμα τη δίκη για την περιβόητη υπόθεση της «Δ.Ε.Κ.Α.», όπου η δικονομική μεθόδευση που έγινε στο επίπεδο του Αρείου Πάγου είναι προκλητική και πρωτοφανής.

Όμως, επειδή όλα εδώ πληρώνονται πρέπει να ξέρουν οι παριστάμενοι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης –ο κύριος Υπουργός Δικαιοσύνης, αλλά και ο κύριος Υπουργός Οικονομικών- ότι η δίκη αυτή ως ακροαματική διαδικασία, ως δημόσια διαδικασία θα γίνει το βήμα της αντίστροφης εξέτασης των πράξεων και των μεθοδεύσεων της Κυβέρνησης -τραπεζών που τελούν υπό κρατική διοίκηση και δημοσίων επιχειρήσεων- τα τελευταία δυόμισι χρόνια και θα δούμε εκεί στο ακροατήριο, μέσα από μια βασανιστική διαδικασία, τι ακριβώς συμβαίνει την περίοδο αυτή, σε σχέση με την αγορά χρήματος και κεφαλαίου.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το νομοσχέδιο αυτό μας επιτρέπει και μας επιβάλλει να αξιολογήσουμε συνολικά την πολιτική της Κυβέρνησης στο χώρο της δικαιοσύνης, την πολιτική της Κυβέρνησης γύρω από τους θεσμούς και να διαπιστώσουμε ότι η Κυβέρνηση με την πολιτική της προκαλεί κρίση των θεσμών, κακοποιεί τους θεσμούς και άρα, η Βουλή χρειάζεται να αντισταθεί απέναντι σ’ αυτό το φαινόμενο.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2006