26 Απριλίου 2007

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση των άρθρων του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης: «Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης ποινικού δικαίου για τη διαφθορά και του Πρόσθετου σε αυτήν Πρωτοκόλλου».



Κύριε Πρόεδρε, στις 11 Απριλίου παρουσιάσαμε με την Υπουργό Εξωτερικών και τον Υπουργό Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης τη σύμβαση του Ο.Η.Ε. για την καταπολέμηση της διαφθοράς και η Κυβέρνηση διά των Υπουργών της υποσχέθηκε ότι πολύ σύντομα θα κατατεθεί στη Βουλή για κύρωση.
Σήμερα κυρώνεται η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Υπάρχει πλούσιο έργο του Ο.Ο.Σ.Α.. Υπάρχει, επίσης, ένα πολύ σημαντικό απόθεμα ρυθμίσεων του εν ευρεία εννοία ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου. Υπάρχει σχεδόν ανταγωνισμός, άμιλλα των διεθνών οργανισμών για το ποιος θα πρωτοκινηθεί με πρωτοτυπία στα θέματα της καταπολέμησης της διαφθοράς, γιατί είναι προφανές ότι το έγκλημα -και μάλιστα το οργανωμένο έγκλημα, το οικονομικό έγκλημα- προηγείται του νομοθέτη, προηγείται των διωκτικών μηχανισμών, και, επίσης, η αγορά είναι πιο ευέλικτη, πιο «έξυπνη» και βεβαίως πιο ευρηματική από τις εθνικές νομοθεσίες και το διεθνή νόμο.

Όμως, δεν πρέπει να δημιουργείται η εντύπωση, μ’ αυτόν το συμβατικό και νομοθετικό πληθωρισμό, ότι το πρόβλημα της διαφθοράς είναι πρόβλημα νομικό, είναι πρόβλημα ελλείμματος της ποινικής κυρίως νομοθεσίας. Η διαφθορά δεν είναι ούτε πρόβλημα πρωτίστως νομικό ούτε πρόβλημα πρωτίστως ηθικό. Είναι πρόβλημα βαθύτατα αναπτυξιακό και πολιτικό.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι μ’ αυτόν τον πληθωρισμό των ρυθμίσεων, στον οποίο είμαστε αναγκασμένοι σε πολύ μεγάλο βαθμό να προσχωρήσουμε και εμείς ως χώρα, καλλιεργούμε μια πολύ μεγάλη παρεξήγηση, την παρεξήγηση ότι με ποινικού και γενικότερα κατασταλτικού χαρακτήρα ρυθμίσεις θα αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της διαφθοράς. Αυτό είναι πλάνη, η οποία μπορεί να αποβεί πολύ επικίνδυνη. Άλλου είδους ρυθμίσεις είναι αυτές που μπορούν να συλλάβουν το φαινόμενο της διαφθοράς και να το καταστείλουν:

Η ρύθμιση των αγορών, η ρύθμιση των σχέσεων κράτους και οικονομίας, η ρύθμιση των σχέσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα γενικότερα, αναπτυξιακά, τα θέματα που αφορούν τις διοικητικές διαδικασίες –προμήθειες, δημόσια έργα- η ίδια η διαδικασία της εποπτείας, όπως –καλή ώρα- η εποπτεία που δεν ασκήθηκε στα ασφαλιστικά ταμεία, η υπόδειξη καλών πρακτικών, η παροχή οδηγιών, αυτό που μεταφέρει τη διεθνή εμπειρία σε σχέση με τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Εκεί μάλιστα όπου το δημόσιο χρήμα είναι κατά κυριολεξία κοινωνικό απόθεμα, είναι το χρήμα των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων και των εργαζομένων.

Όταν εμφανιζόμαστε να ψηφίζουμε ένα νόμο στο όνομα της καταπολέμησης της διαφθοράς, με δρακόντειες και καινοτόμες διατάξεις, που έχουν προβλήματα βεβαίως νομοτεχνικά και συστηματικά και την ίδια ώρα ο ελληνικός λαός παρακολουθεί επί μήνες τώρα, επί δύο μήνες, καθημερινά στα δελτία ειδήσεων των τηλεοράσεων, την αδράνεια και την αμηχανία της Κυβέρνησης, το στρουθοκαμηλισμό της Κυβέρνησης που κρύβει το κεφάλι της στο χώμα, μη αντιλαμβανόμενη ότι καλείται να αναλάβει μια τεράστια ευθύνη για πράξεις και παραλείψεις της, τότε το φαινόμενο που επέρχεται, είναι η έκπτωση του νόμου, η θεσμική, ηθική και κοινωνική έκπτωση του νόμου. Κανείς δεν πιστεύει ότι εδώ σοβαρολογούμε και έχουμε συνείδηση του προβλήματος.

Όταν ο κόσμος παρακολουθεί τον Υπουργό Δικαιοσύνης να έρχεται εδώ και να εισηγείται ένα νομοσχέδιο, αδιάφορος για το γεγονός ότι συνάδελφοί του αναμεμιγμένοι, πολιτικά τουλάχιστον, στο σκάνδαλο των ομολόγων και των ασφαλιστικών ταμείων δεν έχουν την ευαισθησία να παραιτηθούν, όταν επί μήνες ο Πρωθυπουργός επιδεικνύει μια ύποπτη πλέον, μια ανεξήγητη σιωπή, αμηχανία και αδράνεια, τότε φοβούμαι ότι εκπέμπουμε ένα μήνυμα απαξίωσης του πολιτικού κόσμου και του θεσμικού μας συστήματος.

Και αυτό το τεράστιο κενό, που το παράγει η Κυβέρνηση με τον υποκριτικό, ηθικολογικό της λόγο –πριν από μερικά χρόνια- και με την παραδοχή της ενοχής της, δια της σιωπής της τώρα, μετά από τρία χρόνια, αυτό το τεράστιο έλλειμμα δεν καλύπτεται με τέτοιου είδους μερεμέτια ή με το να κρυβόμαστε πίσω από το συμβατικό έργο του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Ο.Η.Ε., του Ο.Ο.Σ.Α. ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα τεράστιο ζήτημα σχετικά με το πώς θα εφαρμοστούν πράγματι αυτές οι συμβατικές υποχρεώσεις της χώρας. Ζητάμε τη διεθνή συνδρομή, δικαστική και διοικητική, εκεί και όπου πρέπει; Επί τόσους μήνες, επί δύο μήνες, επί εξήντα μέρες, που το σκάνδαλο των ομολόγων βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και του κοινωνικού ενδιαφέροντος, κινήθηκαν οι μηχανισμοί της διεθνούς συνεργασίας; Έγιναν όλα όσα έπρεπε να γίνουν, ώστε να διασφαλιστούν τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων και να εντοπιστούν οι ευθύνες;

Είναι δυνατόν να πειστεί ο πολίτης ότι η Κυβέρνησή του έχει αίσθηση του βάρους και της ευθύνης της, όταν δεν μπορεί να διαχωρίσει στοιχειώδεις έννοιες ο ίδιος ο Πρωθυπουργός της χώρας, όταν δεν καταλαβαίνει, δηλαδή, ότι η πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης –που είναι πρωτίστως ευθύνη του Πρωθυπουργού- είναι αυταπόδεικτη, προκύπτει από το γεγονός ότι κάτι κακό συνέβη στη χώρα και δεν είναι αποτέλεσμα μιας ποινικής ή διοικητικής διερεύνησης;

Είναι δυνατόν εν έτει 2007 να φθάνουμε στο τραγικό φαινόμενο να υποστηρίζει –ή μάλλον να ψελλίζει- η Κυβέρνηση και όλο το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας ότι πολιτική ευθύνη προκύπτει, όταν αποκαλυφθούν ποινικές ευθύνες πολιτικού προσώπου; Μα, αν ανακαλυφθούν ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων, είμαστε στο πεδίο της ποινικής ευθύνης. Και βεβαίως θα διερευνηθεί και αυτό, γιατί ούτως ή άλλως διερευνάται αυτεπαγγέλτως πια από τη δικαιοσύνη και από ανεξάρτητες αρχές και σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο. Και εύχομαι να μην προκύψει, αλλά τίποτα πια δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Αυτό, όμως, είναι η ποινική ευθύνη. Η πολιτική ευθύνη καταλογίζεται από την κοινή γνώμη. Είναι το κόστος που πληρώνει η κυβέρνηση, αλλά δυστυχώς το πληρώνει και ο τόπος στην ηθική του υπόσταση, στην αυτοεκτίμησή του, στην αισιοδοξία του, η οποία έχει εξαλειφθεί, διότι εδώ πια υπάρχει μια ζοφερή κατάσταση και όλοι έχουν πειστεί ότι δεν υπάρχει διέξοδος, ότι δεν υπάρχει λύση, ότι είναι αναγκασμένος ο τόπος να βιώνει συνεχώς τέτοιου είδους προβλήματα. Ε, νομίζω ότι αξίζει μια καλύτερη μοίρα. Και απάντηση σ’ αυτού του είδους τις αγωνίες των πολιτών, δεν δίνουμε με τέτοιες πρωτοβουλίες.
Και σας έτυχε, κύριε Υπουργέ, η μοίρα –εν μέσω και της εξέγερσης στις φυλακές- να πρέπει να έρθετε στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων και να εισηγηθείτε ένα νομοσχέδιο που συνδέεται με το μεγάλο ζήτημα της διαφθοράς. Θα περίμενε κανείς σθένος, θάρρος, πρωτοτυπία, να πείτε κάτι. Όμως και εσείς έρχεστε εδώ και δεν λέτε τίποτα. Ακολουθείτε αυτήν την τραγική πια εικόνα των σιωπηλών Υπουργών που δείχνουν παραπέρα. Δείχνουν το διπλανό τους Υπουργό και εν τέλει όλοι δείχνουν τον Πρωθυπουργό, που βεβαίως είναι η προσωποποίηση της πολιτικής ευθύνης γι’ αυτήν την τραγική κατάσταση που βιώνει ο τόπος.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2007