4 Ιουλίου 2007

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων του σχεδίου νόμου του Υπουργού Επικρατείας: «Συγκρότηση και αδειοδότηση Επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης και άλλες διατάξεις».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αναδείχθηκε χθες, κατά τη συζήτηση επί της αρχής, το μείζον πολιτικό πρόβλημα που θέτει το νομοσχέδιο αυτό.

Η πολιτική της Κυβέρνησης στο χώρο των Μέσων Ενημέρωσης, στο γενικότερο πλαίσιο της ρητορείας της περί διαφάνειας, ήταν το μεγαλύτερο μνημείο πολιτικής υποκρισίας και πολιτικής δημαγωγίας, όλης της μεταπολιτευτικής περιόδου. Και αυτό το νομοσχέδιο, μετά τα νομοσχέδια, ήδη νόμους του κράτους, που μεσολάβησαν σε σχέση με το λεγόμενο «βασικό μέτοχο», είναι η νομοθετική ολοκλήρωση της πολιτικής ταπείνωσης, μιας θρασύδειλης στο ζήτημα αυτό Κυβέρνησης.

Υπάρχει βέβαια και μια καλοδεχούμενη πολιτική όψη στο νομοσχέδιο αυτό. Η κατάθεσή του στο τέλος της συνόδου, λίγο πριν κλείσει η Βουλή. Ουσιαστικά σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη της προεκλογικής περιόδου.

Πρόκειται για ένα ομολογημένα εικονικό νομοσχέδιο. Το νομοσχέδιο αυτό δεν ψηφίζεται για να εφαρμοστεί, αλλά ψηφίζεται απλώς για να συζητηθεί και με τον τρόπο αυτό για να παραχθεί μία εντύπωση. Η εντύπωση, όμως, είναι βλαπτική και θεσμικά και πολιτικά. Τελικά δεν θα προσφέρει υπηρεσία στην Κυβέρνηση, θα την εκθέσει σε περαιτέρω φθορά. Διότι με το νομοσχέδιο έχουμε μια νομοθετική επιβεβαίωση του status quo στην κεντρική ραδιοτηλεοπτική σκηνή και μία νευρική και επιθετική προσπάθεια να τεθούν υπό ομηρία τα περιφερειακά και τοπικά ραδιοτηλεοπτικά Μέσα Ενημέρωσης. Δεν πρόκειται αυτή η προσπάθεια εκβιασμού και υποταγής να περάσει. Θα ανοίξει πολλές τοπικές εστίες φθοράς της Κυβέρνησης και οξείας κριτικής εναντίον της, γιατί φυσικά όλα εδώ πληρώνονται, όταν αναλαμβάνει κάποιος τέτοιες πρωτοβουλίες.

Το χειρότερο όμως που συμβαίνει με το νομοσχέδιο αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι ότι η Βουλή σύρεται σε μία απαράδεκτη επίδειξη νομοθετικού και πνευματικού επαρχιωτισμού. Γιατί τη στιγμή που σε όλη την Ευρώπη μιλάμε για τη νέα ψηφιακή εποχή, εμείς διαθέτουμε με το πιο αλόγιστο και ξεπερασμένο τρόπο, αναλογικές συχνότητες, δηλαδή, ουσιαστικά την εθνική και πολλές περιφερειακές ψηφιακές πλατφόρμες.

Αντί να μπαίναμε σε αυτήν την περιπέτεια, ως Βουλή, να ψηφίσουμε ένα εικονικό και τελικά ταπεινωτικό νομοσχέδιο που δεν θα εφαρμοστεί και θα δημιουργήσει περιπλοκές από μόνη την κατάθεσή του και τη συζήτησή του, θα έπρεπε να έχουμε ανοίξει τη συζήτηση για τη νέα ψηφιακή εποχή. Όχι μόνο για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση, όχι μόνο για μία άλλη σύλληψη της σχέσης που έχει η ευρυζωνικότητα στις τηλεπικοινωνίες, με τη νέα τηλεοπτική εποχή, αλλά έπρεπε να συζητήσουμε σοβαρά για τη διαδικτυακή τηλεόραση, έπρεπε να συζητήσουμε σοβαρά για άλλες μορφές έκφρασης της κοινωνίας των πολιτών που νιώθει να υποαντιπροσωπεύεται όχι μόνο πολιτικά από το κομματικό σύστημα και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, αλλά νιώθει να υποαντιπροσωπεύεται και από το σύστημα ενημέρωσης. Και γι’ αυτό αναπτύσσονται πολύ σημαντικές, παράπλευρες μορφές έκφρασης της κοινωνίας, κυρίως μέσα από το διαδίκτυο, αλλά όχι μόνο. Το κίνημα των bloggers -για το οποίο έχουμε μιλήσει ήδη στην Αίθουσα αυτή με αφορμή την τραγική υπόθεση της Αμαλίας- στο χώρο του Εθνικού Συστήματος Υγείας και το κίνημα των bloggers για το οποίο μιλάμε και πάλι αυτές τις ημέρες ως αντίδραση των πολιτών απέναντι στο έγκλημα της καταστροφής στην Πάρνηθα και σε άλλες περιοχές, πολύ σημαντικές, του δασικού πλούτου της χώρας, είναι δύο χαρακτηριστικά δείγματα του πώς αγωνίζεται η κοινωνία να εκφράσει τις απόψεις της και να συζητήσει στο εσωτερικό της.

Αυτά είναι ζητήματα τα οποία, δυστυχώς, το νομοσχέδιο ούτε τα αντιλαμβάνεται, ούτε τα διευκολύνει γιατί, προς Θεού, δεν πρέπει να τα ρυθμίσει. Ή βεβαίως και πρέπει να τα ρυθμίσει, παρέχοντας εγγυήσεις. Και τέτοιες εγγυήσεις μιας πραγματικής πολυφωνίας δεν προσφέρει το νομοσχέδιο αυτό.
Άλλωστε πρέπει πραγματικά να αντιληφθούμε πού κινείται πλέον η συζήτηση σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Δεν είμαι οπαδός μιας συντηρητικής προσέγγισης των θεσμών. Ήταν τελείως διαφορετική η κατάσταση το 1995, όταν η Βουλή ψήφισε ομόφωνα το ν. 2328 για τα Μέσα Ενημέρωσης. Και τότε είχαμε πάρει μία πρωτοβουλία να αντιμετωπίσουμε δυσάρεστες καταστάσεις που επιβλήθηκαν εν μία νυκτί, το 1989, μέσα στο κλίμα εκείνης της εποχής, την περίοδο της λεγόμενης συγκυβέρνησης. Αλλά τότε εκείνη η μείζων πολιτική και νομοθετική πρωτοβουλία βασίστηκε σε μία ευρύτατη συναίνεση. Είχε τη στήριξη, πολλές φορές καθ’ υπερβολή, της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης υπό το Μιλτιάδη Έβερτ.

Τώρα έχουμε μία μονομερή πρωτοβουλία χωρίς ουσιαστική διαβούλευση και χωρίς να διαμορφώνεται εδώ καμμία κοινοβουλευτική και πολιτική συναίνεση. Και αυτό ουσιαστικά δείχνει ότι το πολιτικό σύστημα δεν έχει αντιληφθεί ποια είναι η κατάστασή του και ποιες είναι οι ευθύνες του, γιατί αν είχαμε αντιληφθεί ως πολιτικό σύστημα και ως Κοινοβούλιο συνολικά σε ποια κατάσταση έχουμε περιέλθει μέσα στο συνολικό δημόσιο βίο, μέσα στα πεδία στα οποία αναπτύσσεται ο δημόσιος λόγος στη χώρα μας, τότε θα παίρναμε άλλου τύπου πρωτοβουλίες και θα είχαμε φυσικά μια Κυβέρνηση η οποία θα ήταν ικανή να τα συλλάβει όλα αυτά και να τα διαχειριστεί στο στάδιο της προνομοθετικής διαβούλευσης και προετοιμασίας.

Όλα αυτά δεν γίνονται. Και όλα αυτά δείχνουν ότι δεν υπάρχει προβλεπτικότητα, δεν υπάρχει ικανότητα διαχείρισης κρίσεων, δεν υπάρχει στρατηγική και δεν υπάρχει και καμμιά αντίληψη για τη δημοκρατία και τους θεσμούς. Γιατί ουσιαστικά η συζήτηση που κάνουμε για το σύστημα ενημέρωσης της χώρας, για την τηλεόραση, για την ψηφιακή εποχή, είναι μία συζήτηση που αναφέρεται στα δύο πιο σημαντικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και κάθε ευρωπαϊκής κοινωνίας: Στο πρόβλημα του μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης, στο πρόβλημα της κοινωνίας της πληροφορίας, της ψηφιακής εποχής, της δημιουργίας πλούτου και θέσεων απασχόλησης σε πεδία τα οποία είναι πάρα πολύ πρόσφορα για μια περίπτωση όπως η ελληνική. Και επί πλέον, ομιλούμε για το πρόβλημα της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Θα έπρεπε να μιλούμε για την ανακαίνιση, για την επανίδρυση της δημοκρατίας μας. Και αντί να κάνουμε αυτό κάνουμε μια συζήτηση πελατειακή, μικροεκβιαστική, η οποία τελικά είναι μίζερη χωρίς ορίζοντα και χωρίς πρακτική. Δηλαδή, ουσιαστικά η Κυβέρνηση και με αυτό το νομοσχέδιο διαχειρίζεται το στρατηγικό της αδιέξοδο και την προεκλογική της νευρικότητα. Και γι’ αυτό θα αναλάβει την ευθύνη και εκλογικά θα της καταλογιστεί και αυτή η ήττα της που είναι ήττα δημοκρατική, θεσμική και αναπτυξιακή.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2007