27 Απριλίου 2009


Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και ψήφιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του Συντάγματος,  της πρότασης του Προέδρου της Βουλής «Για την τροποποίηση διατάξεων του Κανονισμού της Βουλής»




Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θέλω να διαβεβαιώσω τον Πρόεδρο της Βουλής, τον κ. Δημήτρη Σιούφα ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση -και το σύνολο των μελών της Βουλής, θέλω να πιστεύω- στηρίζουμε ολόθερμα κάθε προσπάθεια που κατατείνει στην αναβάθμιση του Κοινοβουλίου, στην υπεράσπιση και την ανάδειξη του ρόλου του Βουλευτή.

Θα είμαστε πάντα στο πλευρό σας, κύριε Πρόεδρε και στο πλευρό όλων των Προέδρων του Σώματος, γιατί πρέπει να είναι συνεχής η προσπάθεια διαφύλαξης και αναβάθμισης του κύρους του Κοινοβουλίου, σε μια εποχή αμφισβήτησης των θεσμών, σε μια εποχή βαθιάς και διάχυτης κρίσης που διαπερνά όλους τους αρμούς της κοινωνίας και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να τίθενται εν αμφιβόλω όλοι οι δημοκρατικοί και δικαιοκρατικοί θεσμοί. Άρα, η υπεράσπιση του Κοινοβουλίου είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας, είναι η υπεράσπιση του κράτους δικαίου και αυτό το μήνυμα πρέπει να το στείλουμε στον πολίτη, ο οποίος εκφράζει την επιθετική δυσπιστία του απέναντι στους θεσμούς, δεν πιστεύει πια κανέναν και τίποτα, ισοπεδώνει, γενικεύει, αφορίζει και αυτό σε πολύ μεγάλο βαθμό δικαιολογείται από όλα όσα έχουν συμβεί και συμβαίνουν στο δημόσιο βίο.

Γι’ αυτό πρέπει να καταβάλουμε πολύ μεγάλη, ενσυνείδητη και επώδυνη προσπάθεια, προκειμένου να ξανακοιτάξουμε τους πολίτες στα μάτια και να τους κάνουμε να πιστέψουν ότι η ενασχόληση με την πολιτική υπακούει σε ευγενή και όχι σε ευτελή κίνητρα, ότι έχει σημασία να ασχολείται κανείς με την πολιτική, γιατί, ασχολούμενος με την πολιτική υπερασπίζεται το γενικό συμφέρον, υπερασπίζεται τη δημοκρατία, εκφράζει κοινωνικές δυνάμεις συγκρουόμενες, οι οποίες έχουν την αξίωση από τα πολιτικά πρόσωπα και τα πολιτικά κόμματα που εμπιστεύονται και επιλέγουν να εκφράζουν με αυθεντικότητα και συνέπεια και μαχητικότητα τις απόψεις στο όνομα των οποίων έλαβαν την εντολή από τους πολίτες να βρεθούν στην Αίθουσα αυτή και μέσα από τις διαδικασίες του κοινοβουλευτικού συστήματος, να ασκήσουν εξουσία ή να ασκήσουν έλεγχο.

Είναι δύσκολα τα πράγματα. Είναι δύσκολα τα πράγματα για τα Κοινοβούλια διεθνώς εδώ και πολλές δεκαετίες. Η κρίση του κοινοβουλευτισμού μάστιζε τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες και την περίοδο του Μεσοπολέμου και αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και τώρα, η διεθνής οικονομική κρίση έχει αναδείξει τις πρωτίστως πολιτικές της διαστάσεις, γιατί οι πολιτικές ανεπάρκειες και οι θεσμικές ελλείψεις είναι αυτές που επέτρεψαν να διαμορφωθεί η μήτρα του κακού και να διογκωθεί το πρόβλημα.

Το πρόβλημα της διεθνούς οικονομικής κρίσης είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό πρόβλημα ιδεολογικό, θεσμικό, πολιτικό. Δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν θεσμοί παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης. Δεν λειτουργούν στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσμοί και εγγυήσεις πρόγνωσης και διαχείρισης κρίσεων, αλλά και σε εθνικό επίπεδο είναι προφανές ότι είναι πολύ δύσκολο πια να ασκείς πολιτική αξιόπιστη και αποτελεσματική. Και η Βουλή των Ελλήνων πρέπει να δείξει ότι αντιλαμβάνεται τα μηνύματα των καιρών και αφουγκράζεται την αγωνία των πολιτών. Αυτό σε πολύ μικρό βαθμό θεραπεύεται με διαδικαστικού και τεχνικού χαρακτήρα παρεμβάσεις.

Ιστορικά, η Βουλή ως θεσμός προηγείται του θεσμού του πολιτικού κόμματος. Σήμερα, όμως, στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η ιστορική και θεσμική σειρά έχει αντιστραφεί. Οι παθογένειες του Κοινοβουλίου και οι προοπτικές του Κοινοβουλίου εξαρτώνται από τις παθογένειες και τις προοπτικές του κομματικού φαινομένου.

Για να βελτιωθεί το Κοινοβούλιο, πρέπει να βελτιωθεί η θεσμική ποιότητα του κόμματος. Από το κόμμα και τη λειτουργία του εξαρτάται –και ιδίως όταν πρόκειται για μεγάλα κόμματα εξουσίας- η ποιότητα της Βουλής, η ποιότητα του μοντέλου διακυβέρνησης, η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, η ποιότητα της αυτοδιοίκησης, η ποιότητα του συνδικαλισμού, η ποιότητα του πανεπιστημίου και του εκπαιδευτικού συστήματος, η ποιότητα του δημόσιου λόγου και του δημόσιου βίου.

Άρα, ο κορυφαίος θεσμός και το κορυφαίο πρόβλημα είναι το κόμμα. Και αυτό το βλέπουμε εδώ, όπου θεσμικά εδρεύουν και λειτουργούν τα πολιτικά κόμματα. Συνεπώς, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πούμε στον πολίτη την αλήθεια, ότι δηλαδή αν θέλει συμμετοχή, αν θέλει αυθεντική αντιπροσώπευση, αν θέλει να έχει λόγο και ψήφο με ουσία για όλα τα θέματα, πρέπει να διεκδικήσει την ποιοτική αναβάθμιση, την εσωτερική δημοκρατική οργάνωση, την ουσιαστική συλλογική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων στο πλαίσιο της ιδεολογικής ταυτότητας και επαγγελίας του καθενός. Όμως, υπάρχουν ορισμένες θεμελιώδεις θεσμικές προδιαγραφές που πρέπει να τηρούνται από όλα τα κόμματα και αυτό συνδέεται και με τη διαφάνεια και με το πολιτικό χρήμα και με το πολύ μεγάλο ζήτημα της σχέσης των κομμάτων με το σύστημα ενημέρωσης.

Η Βουλή επίσης –και απευθύνομαι σε σας, κύριε Πρόεδρε- είναι ένας πολύ μεγάλος διοικητικός οργανισμός, όπως πολύ σωστά είπατε, με σημαντικό, έμπειρο, πολυάριθμο προσωπικό, το οποίο και εγώ ευχαριστώ για το έργο του και για τον κόπο του. Όμως, η Βουλή ως διοικητικός μηχανισμός πρέπει να είναι υποδειγματικός. Πρέπει να είναι μία υποδειγματική εκδοχή της δημόσιας διοίκησης από πλευράς αξιοκρατίας, διαφάνειας, αποτελεσματικότητας, εκσυγχρονισμού των υποδομών, αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών. Πρέπει τα πάντα εδώ να λειτουργούν σε επίπεδο άψογο, άριστο, στο optimum των επιδόσεων της δημόσιας διοίκησης. Και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να το ενστερνιστούμε όλοι. Πρέπει η Βουλή να λειτουργεί υποδειγματικά ως πεδίο δημόσιας διοίκησης.

Επίσης, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να ξεκινήσουμε μία μακροπρόθεσμη και μεγαλεπήβολη διαδικασία ριζικής αναθεώρησης και επαναξιολόγησης του Κανονισμού της Βουλής. Είναι πολύ σημαντικές οι επιμέρους τροποποιήσεις –αναφέρομαι στο κοινοβουλευτικό μέρος- αλλά είναι περισσότερο συχνές απ’ ό,τι πρέπει μερικές φορές. Πρέπει να λειτουργήσει κατά τη γνώμη μου μία πολυπρόσωπη επιτροπή, η οποία να εξετάσει συνολικά εκ βάθρων το ζήτημα του Κανονισμού, τοποθετώντας την ελληνική Βουλή στην εμπροσθοφυλακή των διαδικαστικών και των θεσμικών καινοτομιών που υπάρχουν ή που μπορούν να επινοηθούν στο πλαίσιο ενός σύγχρονου δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.

Εάν πιστεύουμε ότι δεν φθάνει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπως την ξέρουμε, αλλά ότι χρειαζόμαστε μία «μετααντιπροσωπευτική» δημοκρατία, μία αντιπροσωπευτική δημοκρατία «συν» σε σχέση με αυτή που έχουμε, εάν θέλουμε να λειτουργούν διαδικασίες συναινετικές, διαδικασίες «μεταπλειοψηφικές», διαδικασίες συνεχούς επαφής με την κοινωνία των πολιτών και συνεχούς διαλόγου ανάμεσα στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και τους θεσμούς της συνδικαλιστικής, επαγγελματικής, κοινωνικής και άλλης έκφρασης, πρέπει αυτό να το οργανώσουμε στο Κοινοβούλιο με τη βοήθεια των ανεξάρτητων αρχών, με τη βοήθεια της οικονομικής και κοινωνικής επιτροπής, με τη βοήθεια των μεγάλων Σωμάτων του κράτους που ασκούν ελεγκτικό ή συμβουλευτικό έργο. Και αυτό πρέπει να αποτυπωθεί σε έναν εκσυγχρονισμένο νέο Κανονισμό της Βουλής.

Πρέπει, επίσης, να καταφέρουμε κάτι το οποίο είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημά μας, να εναρμονίσουμε τον κοινοβουλευτικό με τον πολιτικό χρόνο. Ο πολιτικός χρόνος ρέει με διαφορετική ταχύτητα και διαφορετική πυκνότητα από τον κοινοβουλευτικό χρόνο. Αυτό είναι που καθιστά τη Βουλή υποχείριο των Μέσων Ενημέρωσης σε πολύ μεγάλο βαθμό και τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις απλή αφορμή για τη μετάδοση αποσπασμάτων από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση ή αφορμή για τη διατύπωση σχολίων στο διαδίκτυο.

Μόνον όταν ο πολιτικός χρόνος ταυτιστεί με τον κοινοβουλευτικό, μόνο όταν όλα όσα συμβαίνουν στην πραγματικότητα συζητούνται σε πραγματικό χρόνο αμέσως στη Βουλή, μόνο έτσι αυτό το forum θα γίνει ο θεσμικός συμβολισμός του πραγματικού πολιτικού χρόνου.

Τώρα αυτό δεν επιτυγχάνεται στο βαθμό που πρέπει. Έχουν γίνει βήματα προς τα μπρος, αλλά ακόμα μας χωρίζει πολύ μεγάλη απόσταση από την πραγματικότητα του πολιτικού χρόνου. Υπάρχει διαφορά φάσης μεταξύ πολιτικού και κοινοβουλευτικού χρόνου. Τα θέματα εισάγονται με καθυστέρηση ως οργανωμένη ολοκληρωμένη συζήτηση και υποτάσσονται βεβαίως στη Βουλή των Αρχηγών ή έστω στη Βουλή των Κοινοβουλευτικών Εκπροσώπων. Δεν λειτουργεί η Βουλή ως Βουλή των Επιτροπών και ως Βουλή των Βουλευτών με την ταχύτητα και την κοινωνική αποτελεσματικότητα που απαιτείται.

Και εκεί πράγματι πρέπει να βοηθήσει ο τηλεοπτικός και ο ραδιοφωνικός σταθμός της Βουλής, ο οποίος κατά την προσωπική μου γνώμη πρέπει να αφιερώνει όλες τις ώρες του στη μετάδοση –την απευθείας ή αυτή των μαγνητοσκοπημένων συνεδριάσεων- ώστε να μπορεί ο πολίτης ανά πάσα στιγμή και όλες τις ώρες της ημέρας να έρθει σε επαφή με διάφορες όψεις κοινοβουλευτικού διαλόγου. Δεν χρειάζεται να έχουμε τηλεοπτικό πρόγραμμα που καλύπτεται από το σύνολο των συνηθισμένων τηλεοπτικών σταθμών. Δεν χρειάζεται να είμαστε ένα υποδειγματικό πολιτιστικό κανάλι. Πρέπει όλες τις ώρες να υπάρχουν κοινοβουλευτικές συζητήσεις. Δεν πιστεύω ούτε καν στις συζητήσεις που διοργανώνονται δημοσιογραφικά, γιατί και εκεί είμαστε ένα μικρό και ατελές αντίγραφο των συζητήσεων των μεγάλων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Μιλάμε, για τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τις συζητήσεις στην Ολομέλεια και στις Επιτροπές, όμως με τη σοβαρότητα και την πυκνότητα λόγου που απαιτείται.

Επίσης, είναι απολύτως αναγκαίο, κυρία Πρόεδρε, να ενισχύσουμε μέσα στη συγκυρία της διεθνούς οικονομικής κρίσης και της εθνικής κρίσης, της εθνικής ανομίας που μας μαστίζει, τη θεσμική αξιοπιστία μας. Η διάταξη του άρθρου 31Α του Κανονισμού της Βουλής για την Επιτροπή Παρακολούθησης-Εκτέλεσης του Προϋπολογισμού και του Απολογισμού και του Ισολογισμού του Κράτους δείχνει ότι δεν δίνουμε τη θεσμική απάντηση που θέλει ο πολίτης. Δεν απέδωσε αυτή η ρύθμιση. Είναι μία ατελής, ασθενής ρύθμιση.

Εδώ γίνεται η συντέλεια του κόσμου, υπάρχει μία διεθνής αγωνία, μια καθημερινή έκρηξη. Σ’ αυτά δεν μπορεί να δώσει απάντηση αυτή η ρύθμιση. Χρειάζονται πολύ πιο γενναίες, πολύ πιο ριζοσπαστικές προσεγγίσεις στα θέματα αυτά, ώστε να μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις. Και μπορεί να υπάρχει και η ευχέρεια ad hoc κινήσεων. Δεν χρειάζεται να είναι πάγιες οι κινήσεις. Όμως, για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, φυσικά και χρειάζεται μία θεσμικού χαρακτήρα πάγια ρύθμιση.

Επίσης, έχει πολύ μεγάλη σημασία να μπορούμε να μετανοούμε. Δηλαδή, το γεγονός ότι η πλειοψηφία απέρριψε την πρόταση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τη σύσταση Διακομματικής Επιτροπής σε σχέση με την Αστυνομία, δεν σημαίνει ότι πρέπει να μείνουμε αμετακίνητοι σ’ αυτό. Η πράξη απέδειξε ότι θα ήταν πολύτιμη η λειτουργία μιας τέτοιας Επιτροπής. Και πρέπει να μπορούν να επανέρχονται αυτά τα θέματα, έστω με άλλη θεσμική μορφή, για να δίνουμε απαντήσεις.

Η οικονομία και η ανασφάλεια είναι δυο μεγάλα θέματα. Και σ’ αυτά δεν δίνουμε ούτε καν θεσμική απάντηση, ώστε να ξέρει ο πολίτης ότι καθημερινά παρακολουθούμε κάποια θέματα, διατυπώνουμε απόψεις, ελεγχόμαστε για την ποιότητα των προτάσεών μας και μπορούμε να διαμορφώσουμε πεδία διαφωνίας και πεδία συμφωνίας.

Επίσης, κύριε Πρόεδρε, θα σας έλεγα να ανοίξουμε τη συζήτηση για τη σχέση μας με τις ανεξάρτητες αρχές. Μου έχει αναθέσει με ομόφωνη απόφασή της η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας να υποβάλω μία εισήγηση –που θα υποβάλω αύριο, μετά από τις απαντήσεις που έλαβα σε ένα ερωτηματολόγιο από τις πέντε συνταγματικά προβλεπόμενες ανεξάρτητες αρχές- γιατί θα χρειαστούν επίσης γενναίες κινήσεις προκειμένου να στηρίξουμε το θεσμό και να τον καταστήσουμε βραχίονα του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου και του Νομοθετικού Έργου της Βουλής.

Μόνο ως παρακολούθημα και βραχίονας της Βουλής έχουν θεσμικό μέλλον οι ανεξάρτητες αρχές και αυτό αφορά και τον προϋπολογισμό τους. Άρα, θεωρώ ότι είναι προσωρινού χαρακτήρα η ρύθμιση που εισάγεται τώρα για τον προϋπολογισμό των ανεξάρτητων αρχών.

Κλείνω με μία σκέψη σύντομη και τελική.
Εάν δεν «βάλουμε το δάχτυλο εις τον τύπον των ήλων» πραγματικά σε σχέση με την κρίση του πολιτικού συστήματος και αν δεν πούμε την αλήθεια στους πολίτες, δεν θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες αυτής της πολύ κρίσιμης και επιτακτικής περιόδου. Ο καθένας πρέπει να κάνει το καθήκον του εκεί όπου καλείται να το εκτελέσει. Η Βουλή καλείται να εκτελέσει το καθήκον της εδώ μέσα, στην Ολομέλεια, στις επιτροπές, μέσα από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό.

Πρέπει να δείξουμε ότι έχουμε συνείδηση του προβλήματος και ότι έχουμε και θέλουμε να πούμε ουσιαστικά, ειλικρινή πράγματα με εντιμότητα, αμεσότητα, ευθύτητα, επινοητικότητα, επιχειρησιακότητα, αυτά που λέμε να μπορούν να εφαρμοστούν, να αποδίδουν πρακτικό αποτέλεσμα και έτσι να κριθούμε όλοι, Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση.

Θα μου πείτε, τώρα θα κριθεί η Κυβέρνηση; Η Κυβέρνηση έχει κριθεί προ πολλού. Και ξέρετε ότι η πολιτική θέση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι δεδομένη. Είναι η ανάγκη για επιτάχυνση των εξελίξεων, για προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Όμως, η Βουλή θα υπάρχει και την επομένη των εκλογών. Και θέλουμε πραγματικά η επόμενη σύνθεση της Βουλής να βρει έτοιμο το θεσμικό υπόβαθρο που θα της επιτρέψει να ασκήσει τα καθήκοντά της με τον πιο ολοκληρωμένο, ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο.
Σας ευχαριστώ πολύ.

[Μπορείτε να παρακολουθήσετε την παρέμβαση, εδώ]


Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2009