24 Ιουνίου 2009

Αγόρευση Ευ.Βενιζέλου κατά τη συζήτησης επί των άρθρων 1- 29 του σχεδίου νόμου «Μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στη θεραπευτική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών και άλλες διατάξεις»


Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, επειδή σήμερα δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο η προκήρυξη της τρομοκρατικής οργάνωσης που ανέλαβε την ευθύνη για τη στυγερή δολοφονία του αστυνομικού, θέλω να επαναλάβω αυτό που είπα και χθες το βράδυ, δηλαδή πως όλος ο πολιτικός κόσμος, όλη η ελληνική κοινωνία, ομόθυμα, ομόψυχα, αντιστέκεται στη βία και την τρομοκρατία και αρνείται να υπαχθεί σε ένα καθεστώς απειλής και φόβου. Όλοι οι Έλληνες πολίτες, όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα στηρίζουμε την πολιτεία, στηρίζουμε τις αρμόδιες αρχές στον αγώνα που πρέπει να κάνουν, το σκληρό και επίπονο, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.


Η τρομοκρατία προσβάλλει τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία. Απαιτείται ψυχραιμία, συναίνεση, επαγγελματισμός, διορατικότητα, στοιχεία που δυστυχώς δεν υπάρχουν σε επαρκή βαθμό. Όμως, επαναλαμβάνω ότι είναι άλλο πράγμα η σκληρή και δίκαιη κριτική που ασκούμε στην Κυβέρνηση για την αποδιοργάνωση της Αστυνομίας και κρίσιμων υπηρεσιών, όπως η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία και άλλο πράγμα το κλίμα πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης, πολιτικής και κοινωνικής αντίστασης απέναντι στο φαινόμενο της τρομοκρατίας.

Επίσης, θέλω πριν από οτιδήποτε άλλο, να εκφράσω την απορία και τη θλίψη για το γεγονός πως τα ζητήματα της διαφάνειας και της καταπολέμησης της διαφθοράς έχουν φύγει πια από την ευθύνη της Βουλής και των συντεταγμένων οργάνων του κράτους και έχουν καταστεί αντικείμενο πρωτοβουλιών διαφόρων εκφάνσεων του επιχειρηματικού κόσμου.
Αλίμονο εάν η πρωτοβουλία των κινήσεων σ’ αυτά τα θέματα, σε ό,τι αφορά τη θωράκιση της πολιτείας απέναντι στη διαφθορά και τη διασφάλιση της διαφάνειας, φύγει από τα χέρια των θεσμών της δημοκρατίας. Μου κάνει εντύπωση πραγματικά πως ανοίγει μία δημόσια συζήτηση γύρω από προτάσεις για νέους θεσμούς διαφάνειας, για παράδειγμα στο πολύ κρίσιμο πεδίο των δημοσίων συμβάσεων, των συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών προς το δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, γύρω από ιδέες που έχουν χρόνια πριν κατατεθεί από πολιτικά κόμματα, από πολιτικά πρόσωπα, αλλά δεν είχαν προσεχθεί.

Αντίθετα, προσελκύουν μεγάλη προσοχή, όταν αυτά διατυπώνονται ως υπόδειξη προς τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και προς το πολιτικό σύστημα εκ των έξω. Για παράδειγμα, η πρόταση όλη η διαδικασία να γίνεται μέσω του διαδικτύου, προφορικά, με απόλυτη φυσική και ψηφιακή δημοσιότητα, έχει κατατεθεί προ πολλού από την Αξιωματική Αντιπολίτευση. Προσωπικά δε, την έχω καταθέσει και την έχω αναπτύξει σε επιστημονικές και πολιτικές ημερίδες και σε ειδική εκδήλωση του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης από το 2006. Είναι ένδειξη έκπτωσης της πολιτικής και ευτελισμού του Κοινοβουλίου αυτό το γεγονός, κύριε Υπουργέ. Και να το μεταφέρετε στον Πρωθυπουργό.

Επίσης, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός πως η συζήτηση για τα θέματα του νομοσχεδίου συμπίπτει σήμερα με τη συζήτηση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας γύρω από την ανάγκη αλλαγής του θεσμικού καθεστώτος της ευθύνης των Υπουργών. Όμως, είναι αυταπάτη της Κυβέρνησης και κυρίως απόπειρα παραπλάνησης της κοινής γνώμης ο ισχυρισμός ότι για την κρίσιμη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, για την κρίση εμπιστοσύνης που υπάρχει ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και την κοινωνία, φταίει το Σύνταγμα, φταίει ο νόμος, φταίει ο Κανονισμός της Βουλής. 

Δεν φταίει το Σύνταγμα όταν υπάρχει μία κοινοβουλευτική πλειοψηφία που αναγκάζεται να αποχωρήσει, προκειμένου να πειθαρχήσουν οι Βουλευτές της και να δεσμευθούν, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα ψηφίσουν κατά συνείδηση στη μυστική ψηφοφορία υπέρ της παραπομπής στο Ειδικό Δικαστήριο στελεχών της κυβερνητικής παράταξης.

Δεν φταίει το Σύνταγμα, ο νόμος και ο Κανονισμός της Βουλής, όταν υπάρχουν δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί που παραβιάζουν το Σύνταγμα, δεν διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις με ταχύτητα, δεν σέβονται την υποχρέωση να διαβιβάσουν κρίσιμους φακέλους αμελητί στη Βουλή, αλλά τρώνε πολύτιμο χρόνο και περιμένουν να περάσει η κρίσιμη Β΄ Τακτική Σύνοδος της Βουλής.

Δεν φταίει το Σύνταγμα, δεν φταίει ο Κανονισμός, δεν φταίει ο νόμος, όταν νύχτα ο Πρωθυπουργός την ημέρα που είναι εδώ στη Βουλή και διεξάγεται συζήτηση προ Ημερησίας Διάταξης σε επίπεδο Αρχηγών Κομμάτων, έρχεται και παίρνει την πρωτοβουλία πρόωρης και προκλητικής λήξης της Συνόδου, γνωρίζοντας ότι αυτό σημαίνει ουσιαστικά διαγραφή των ευθυνών, συγκάλυψη και παραγραφή.

Δεν φταίει το Σύνταγμα εάν η Πλειοψηφία δεν έχει συνείδηση ευθύνης, δεν έχει τις ηθικές και κοινωνικές ευαισθησίες που αξιώνει ο πολίτης. Ο ποινικός νόμος προβλέπει ρητά ισόβια κάθειρξη για την ανθρωποκτονία από πρόθεση και μπορεί να συλληφθεί επ’ αυτοφώρω ο δολοφόνος.

Εάν, όμως, ένας διεφθαρμένος ή ανίκανος δικαστής απαλλάξει τον κατηγορούμενο, δεν φταίει ο ποινικός νόμος. Φταίει αυτό το νοσηρό φαινόμενο που εντοπίζεται μέσα στη δικαστική εξουσία. Άρα, όταν υπάρχουν νοσηρές επιλογές στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος, δεν μας φταίει το Σύνταγμα και ο νόμος, αλλά μας φταίει η δική μας πολιτική επιλογή, δηλαδή η πολιτική επιλογή του κυρίου Καραμανλή και της Κυβέρνησής του.

Γι’ αυτό έχουμε φτάσει στην κατάσταση να μην μπορούμε να υπερασπιστούμε το κύρος του Κοινοβουλίου και του πολιτικού κόσμου απέναντι στην κοινή γνώμη. Και γι’ αυτό αναγκάστηκα να προτείνω μία ριζική αλλαγή, ώστε η Βουλή να περιοριστεί στην επιλογή δικαστικών λειτουργών που θα συγκροτούν ολιγομελές δικαστικό όργανο που θα είναι αρμόδιο για τη διενέργεια προκαταρκτικών εξετάσεων και θα αποφασίζει αυτό εάν πρέπει να ασκηθεί ή όχι ποινική δίωξη.

Όμως, στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος, η τελική απόφαση ανήκει πάντα στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία βεβαίως και μπορεί να επιλέγει δικαστικούς λειτουργούς, προκειμένου να τους αναθέσει την ευθύνη διενέργειας ανακριτικών πράξεων, ακόμη και την ευθύνη σύνταξης πορίσματος που ηθικά, δικανικά δεσμεύει τη Βουλή η οποία βεβαίως και μπορεί να διαφωνήσει, αναλαμβάνοντας όμως το πολύ μεγάλο πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η διαφωνία της αυτή.

Και έρχομαι στα τρία πρώτα κεφάλαια του νομοσχεδίου. Δεν θα μιλήσω για την Ιατροδικαστική Υπηρεσία, για την οποία μίλησε η Εισηγήτριά μας κα Τζάκρη εξαιρετικά.

Επαναλαμβάνω, όμως, αυτό που είπα και χθες το βράδυ, δηλαδή ότι υπάρχει υπερένταση στις φυλακές, ότι δεν λειτούργησε η πρόσφατη νομοθεσία για την αποσυμφόρηση των φυλακών, ότι υπάρχει πρόβλημα και ότι το πρόβλημα αυτό αφορά όλο τον πληθυσμό της φυλακής, όπου ξέρουμε ότι υπάρχει υπερεκπροσώπηση αλλοδαπών, όπου ξέρουμε ότι οι κατηγορούμενοι -οι υπόδικοι ή οι κατάδικοι, για να μιλήσω ακριβέστερα- που σχετίζονται με τη νομοθεσία περί ναρκωτικών πλειοψηφούν. Άρα, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να είμαστε σοβαροί, να είμαστε λυσιτελείς, να είμαστε πρακτικοί στη λήψη παρόμοιων μέτρων. Και δεν είναι μελετημένο και πλήρες μέτρο αυτό που προβλέπεται στο νομοσχέδιο, γιατί όλα γίνονται με προχειρότητα, όλα γίνονται τυχαία, όλα γίνονται αποσπασματικά και σπασμωδικά.

Και επειδή δεν έλαβα απάντηση, λέω ξανά, κύριε Υπουργέ, ότι είναι λάθος να μην συνδυαστούν τα προγράμματα χορήγησης υποκαταστάτων στους κρατουμένους με «στεγνά προγράμματα» μετά τη φάση της σωματικής αποτοξίνωσής τους. Αλίμονο εάν δημιουργήσουμε μία φάμπρικα χορήγησης υποκαταστάτων χωρίς να σεβόμαστε την προσωπικότητα και την προοπτική επανένταξης αυτών των ανθρώπων.

Και τελειώνω με μία βασική πολιτική παρατήρηση σε σχέση με το Γ’ Κεφάλαιο του νομοσχεδίου με τις τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα.

Δεσμευθείτε, κύριε Υπουργέ, όσο είστε ακόμα Κυβέρνηση και όσο διαχειρίζεστε τις τρέχουσες υποθέσεις -γιατί ο πολιτικός χρόνος τελειώνει- πως θα πάρετε την αναγκαία πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα και για την επανεξέταση του συνόλου του ποινικής νομοθεσίας. Διότι πλέον δεν ισχύει το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, δεν ισχύει η αρχή της αναλογικότητας, δεν υπάρχει συνέπεια, δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Είναι άνισες, άδικες και τυχαίες οι απειλούμενες ποινές. Υπάρχουν εγκλήματα πολύ σοβαρά με μεγάλη απαξία, τα οποία απειλούνται με πάρα πολύ μικρές ποινές και υπάρχουν εγκλήματα τα οποία έχουν πολύ μικρότερη απαξία, είτε τεχνικού ή συμπτωματικού χαρακτήρα και γι’ αυτά απειλούνται δρακόντειες ποινές. Δεν μπορεί να νομοθετούμε έτσι στο πεδίο του ποινικού δικαίου και δεν μπορεί να κάνουμε επίδειξη αυστηρότητας λέγοντας στην κοινωνία ψευδώς ότι όταν υπάρχει μία αυστηρή διάταξη καταστέλλεται το έγκλημα και καταπολεμάται η τρομοκρατία ή καταπολεμάται το οικονομικό έγκλημα μεγάλης κλίμακας. Αυτό δεν είναι ακριβές. Είναι ψεύδος.

Και αυτό συμβαίνει και σε σχέση με το περιβόητο ζήτημα των κουκουλοφόρων. Στηρίζουμε κάθε πρωτοβουλία που κατατείνει στην καταστολή και την εξαφάνιση της βίας των κουκουλοφόρων. Καταδικάζουμε απερίφραστα και αντιστεκόμαστε σε κάθε φαινόμενο βίας και σε κάθε επίδειξη κοινωνικού αυταρχισμού, διότι ο αυταρχισμός δεν εδρεύει μόνο στην πολιτεία, αλλά εδρεύει πολλές φορές και σε κοινωνικούς θύλακες και χώρους. Θέλουμε να κατασταλεί το φαινόμενο αυτό, αλλά δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε την απατηλή εντύπωση ότι εάν θεσπίσουμε επιβαρυντικές περιστάσεις δυσανάλογες και προβλέψουμε ακραίες ποινές, αυτό θα συμβεί. Δηλαδή, θα συλληφθεί ο κουκουλοφόρος, θα εντοπιστεί το κέντρο που συντονίζει με γραπτά μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα τις δραστηριότητές τους, ότι θα προστατευθεί η περιουσία και η δημόσια τάξη. Αυτό δεν είναι ακριβές.

Επαναλαμβάνω ότι δεν λείπουν ποινικές διατάξεις. Δεν είναι δυνατόν να διαλυθεί μια συγκέντρωση στην οποία όλοι εμφανίζονται ως κουκουλοφόροι, γιατί θέλουν να διαμαρτυρηθούν. Αυτό είναι «ΔονΚιχωτισμός» ποινικός, πολιτικός και αστυνομικός. Αυτό επιτείνει το πρόβλημα, διότι τελικά δημιουργεί κίνημα συμπαράστασης των κουκουλοφόρων από κάποιους πολίτες που θέλουν να αντιδράσουν απέναντι σε εκδηλώσεις πολιτικού και θεσμικού αυταρχισμού και πολιτικής και θεσμικής ανοησίας. Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε αυτή την εντύπωση.

Πρέπει να χτυπήσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του και χτυπάμε το πρόβλημα στη ρίζα του, όταν έχουμε ένα συνολικό σχέδιο αστυνομικού χαρακτήρα, διότι δεν μας λείπουν διατάξεις με βάση τις οποίες να καταδικαστεί ο συλλαμβανόμενος για τον οποίο αποδεικνύεται η ενοχή του, αλλά μας λείπει η ικανότητα να συλληφθεί και να φτάσει στο ακροατήριο. Δεν μας λείπει ο ποινικός εξοπλισμός προκειμένου να καταδικαστεί μετά τη σύλληψή του και αφού έχει τεκμηριωθεί η ενοχή του. Ας γίνει αντιληπτό αυτό. Ας γίνει αντιληπτό ότι το πρόβλημα δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αλλά στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και είναι λάθος για το κράτος δικαίου, είναι λάθος για τη δημοκρατία, είναι λάθος για τις ειλικρινείς και έντιμες σχέσεις μεταξύ πολιτείας και κοινωνίας να εμφανιζόμαστε και να λέμε ότι το πρόβλημα είναι πρόβλημα Υπουργείου Δικαιοσύνης, νομοθεσίας και δικαστικών και εισαγγελικών αρχών. Όχι. Είναι πρόβλημα ενός οργανωμένου αστυνομικού σχεδίου για την αντιμετώπιση του προβλήματος στην πηγή του έγκαιρα με τη λήψη προληπτικών μέτρων και με τη λήψη αποτελεσματικών κατασταλτικών μέτρων με σύμμαχο την κοινωνία, με σύμμαχο αυτούς που κατά περίπτωση ασκούν το συνταγματικό δικαίωμα του «συνέρχεσθαι».

Εάν ο νομοθέτης, δηλαδή η Πλειοψηφία της Βουλής, δηλαδή εσείς, κύριε Υπουργέ και η Κυβέρνηση στην οποία ανήκετε, καταφέρετε αντί να δημιουργήσετε ένα μεγάλο κοινωνικό κίνημα κατά της βίας των κουκουλοφόρων, να δημιουργήσετε ένα κίνημα συμπαράστασης, θα έχετε κάνει ένα τεράστιο στρατηγικό σφάλμα. Μην το κάνετε αυτό το σφάλμα.

Ας συγκροτήσουμε το μεγάλο μέτωπο συναίνεσης στην κοινωνία κατά της βίας των κουκουλοφόρων, κατά της τρομοκρατίας, υπέρ του κράτους δικαίου, υπέρ της δημοκρατίας, υπέρ των ατομικών δικαιωμάτων, γιατί μια μαχόμενη δημοκρατία και μια μαχόμενη κοινωνία είναι αυτή η οποία προστατεύει και τα δικαιώματα των πολιτών.
Ευχαριστώ πολύ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2009