24 Ιουνίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας με θέμα την αλλαγή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών




Ευ. Βενιζέλος: Να συζητήσουμε το θέμα αυτό, για να έχουμε καλούς λογαριασμούς μεταξύ συναδέλφων και μεταξύ κομμάτων που σέβονται το θεσμικό τους ρόλο. Κάθε κίνηση προς τη κατεύθυνση της αναβάθμισης του ρόλου της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, μας βρίσκει όλους σύμφωνους. Συναντήσαμε στο παρελθόν αντιστάσεις, σε σχέση με την έκταση της αρμοδιότητας της Επιτροπής. Πέρυσι μάλιστα, συναντήσαμε αντιστάσεις και ως προς το αν η Επιτροπή μπορεί να συνεδριάζει κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής.

Χαίρομαι, γιατί αυτό αποσαφηνίστηκε με την τροποποίηση του Κανονισμού. Αλλά πρόπερσι και τις προηγούμενες χρονιές είχε συνεδριάσει η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής. Χαίρομαι, επίσης, γιατί γίνεται αντιληπτό τώρα, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 43α παράγραφος 2 του Κανονισμού της Βουλής, η Επιτροπή αυτή δεν είναι αρμόδια μόνο για τον Κοινοβουλευτικό Έλεγχο ούτε μόνο για τον Έλεγχο επί των Μέσων Ενημέρωσης ούτε μόνο για τον έλεγχο επί της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών που προβλέπεται ρητά, αλλά είναι αρμόδια να συζητά και για κάθε θέμα που σχετίζεται με τη διαφάνεια στον δημόσιο βίο, να διατυπώνει θέσεις και προτάσεις. Ως εκ τούτου και το ζήτημα της ευθύνης γενικά στην πολιτική ζωή, πολιτικής και ποινικής, είναι μεγάλο ζήτημα διαφάνειας και εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα μπορούσε και η επιτροπή να πάρει την πρωτοβουλία και να συζητήσει το θέμα αυτό από μόνη της, αλλά δεν βλάπτει η πρωτοβουλία αυτή να προέρχεται από τον Πρωθυπουργό, από την Κυβέρνηση ή από τον Πρόεδρο της Βουλής. Άρα, μπορούμε να συζητήσουμε και μπορεί να εκθέσει τις απόψεις της η Κυβέρνηση, αν έχει απόψεις ή μπορεί να πει ότι δεν έχει ακόμη απόψεις και ότι θέλει να ακούσει τις απόψεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης και βουλευτών της συμπολίτευσης, προκειμένου να διαμορφώσει την άποψή της.

Θέλω, όμως, να ξεκαθαρίσω ότι πολιτικά μπορεί να έχει αλλάξει στο μεταξύ σκέψεις από την επιστολή μέχρι σήμερα. Εμένα με ενδιαφέρει ένα μείζον πολιτικό και ηθικό ζήτημα, το οποίο έχει τεράστιες θεσμικές επιπτώσεις. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να δημιουργηθεί ψευδής εντύπωση ότι για την κρίση της εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας, που έχει προκύψει στη σχέση μεταξύ πολιτικού συστήματος και κοινωνίας, με αφορμή και τα θέματα της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, ευθύνονται οι θεσμοί και, πιο συγκεκριμένα, το Σύνταγμα. Για την απαξίωση του πολιτικού κόσμου, για την απαξίωση των κομμάτων, για το κίνημα διαμαρτυρίας κατά του πολιτικού κόσμου και για το φαινόμενο της πρωτοφανούς αποχής στις ευρωεκλογές δεν ευθύνεται ούτε το Σύνταγμα ούτε ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών. Δεν ευθύνεται το Σύνταγμα και ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών για το πρωτοφανές φαινόμενο της κατ’ επανάληψη αποχώρησης της πλειοψηφίας της Βουλής από συνεδριάσεις που αφορούν προτάσεις για σύσταση επιτροπής διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης κατά το άρθρο 86. Όταν ψηφίστηκε η αναθεώρηση του άρθρου 86 το 2001, με ευρύτατη πλειοψηφία και χωρίς πολλές διαφορετικές προτάσεις, δεν είχε σκεφθεί κανείς ότι μπορεί να φτάσουμε στο σημείο να αποχωρεί η πλειοψηφία από τη διαδικασία, προκειμένου να μην εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 86 και να παρακωλύεται η κατά συνείδηση μυστική ψήφος των βουλευτών συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης. Δεν μας φταίνε, λοιπόν, οι θεσμοί και το Σύνταγμα για την κατάσταση στην οποία περιήλθαμε και για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η Κυβέρνηση, που καταβάλει τεράστιο εκλογικό και πολιτικό κόστος με αφορμή υποθέσεις, όπως το Βατοπέδι και η υπόθεση «Παυλίδης».

Απ. Σταυρου (Πρόεδρος της Επιτροπής): Κύριε Βενιζέλο, συγγνώμη δεν θέλω να διακόπτω, αλλά νομίζω ότι είμαστε για συγκεκριμένο θέμα. Αυτά τα έχετε πει πάρα πολλές φορές στην αίθουσα της Ολομέλειας.

Ευ. Βενιζέλος: Με συγχωρείτε. Θέλω να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι ούτε για αυτά φταίει το Σύνταγμα ούτε για τους πρωτοφανείς χειρισμούς ορισμένων συγκεκριμένων εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι, παρακωλύοντας τη διαδικασία και υφαρπάζοντας την αρμοδιότητα της Βουλής, καθυστέρησαν επί πάρα πολύ χρόνο στην επεξεργασία υποθέσεων, με αποτέλεσμα να περάσει και η δεύτερη Τακτική Σύνοδος της παρούσας περιόδου. Και κυρίως, κύριε Πρόεδρε, δεν φταίει το Σύνταγμα και ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών, όταν στις 7 Μαΐου ο Πρωθυπουργός, ενώ την ίδια μέρα είναι στη Βουλή και συζητά σε επίπεδο αρχηγών κομμάτων διάφορα θέματα, το βράδυ θυροκολλεί το Διάταγμα λήξεως της Τακτικής Συνόδου, γεγονός που επιφέρει τη λήξη και της κατά χρόνον αρμοδιότητας της Βουλής να ασκεί τη δίωξη κατά το άρθρο 86 για ζητήματα που έχουν προκύψει μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2007. Εάν η πρωτοβουλία της Κυβέρνησης να φέρει το θέμα αυτό στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας σημαίνει πολιτικά ότι «τι να κάνουμε, δεν φταίμε εμείς, γιατί πήραμε αυτές τις πρωτοβουλίες, δεν φταίει η μικρή ομάδα δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών για την έκπτωση του Συντάγματος και τον ευτελισμό των θεσμών, αλλά φταίει το Σύνταγμα και ο Νόμος», τότε εμείς δεν συμφωνούμε. Διότι δεν φταίει το Σύνταγμα και ο Νόμος για τα φαινόμενα αυτά.

Απ. Σταυρου: Κύριε Βενιζέλο, τότε εσείς γιατί κάνατε την πρόταση περί αλλαγής του Νόμου;

Ευ. Βενιζέλος: Όταν πάρω τον λόγο επί της ουσίας θα πω γιατί. Γιατί διετύπωσα την πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο σε σχέση με την ποινική ευθύνη των Υπουργών; Γιατί, δυστυχώς ή κακώς, έχει εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη η εντύπωση ότι υπάρχει ένα καθεστώς ατιμωρησίας του πολιτικού κόσμου, υπάρχουν προνόμια δικονομικά, τα οποία είναι αδικαιολόγητα και σκανδαλώδη και ότι λειτουργεί ένας μηχανισμός συγκάλυψης ευθυνών εκ μέρους των κομμάτων, όταν αυτά είναι στην Κυβέρνηση και συμψηφισμού ευθυνών μεταξύ των κομμάτων, που ιστορικά εναλλάσσονται στην εξουσία και είναι τα μεγάλα κόμματα, τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας.

Δεν φταίει, όμως, για την κατάσταση αυτή, η οποία είναι τραγική πραγματικότητα στη συνείδηση των πολιτών, το Σύνταγμα και ο Νόμος. Φταίει ο τρόπος, με τον οποίο χειρίστηκαν οι συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις και οι συγκεκριμένοι λειτουργοί και οι συγκεκριμένοι άνθρωποι το Σύνταγμα και τον Νόμο, καταστρατηγώντας και παραβιάζοντας το πνεύμα τους. Και το παράδειγμά μου είναι πάρα πολύ απλό: η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως τιμωρείται από τον ποινικό κώδικα και τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Και μπορεί να έχουμε προφανή και αυταπόδεικτο δράστη. Αλλά μπορεί και να έχουμε και έναν διεφθαρμένο δικαστή ή έναν δικαστή, ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται τα πράγματα και αθωώνει τον δράστη. Δεν φταίει ο ποινικός κώδικας ούτε το άρθρο 299 του ποινικού κώδικα ούτε το άρθρο 7 του Συντάγματος, εάν φτάσουμε σε τέτοια φαινόμενα. Προφανώς, φταίει η έλλειψη δικαστικής συνείδησης ή η έλλειψη ικανότητας για την αντίληψη και τη διαχείριση των πραγμάτων.

Όμως, είμαι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσω μία επικοινωνιακή και κοινωνική πραγματικότητα. Διότι όλοι τώρα σου λένε υπακούοντας και σε έναν θεσμικό λαϊκισμό ότι «ξέρετε φταίει το Σύνταγμα και ο Νόμος, δεν πρέπει να υπάρχουν ειδικές διατάξεις και ειδικές ρυθμίσεις». Διατυπώνω, λοιπόν, μία πρόταση, η οποία βεβαίως στην ολοκληρωμένη της μορφή είναι πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, θυμίζοντας ότι το 2001 αυτή η διάταξη ψηφίστηκε με ευρύτατη συναίνεση, το δε 2006-2008 δεν είχε υποβληθεί από κανένα κόμμα πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 86. Μεμονωμένοι βουλευτές προσπάθησαν να συγκεντρώσουν υπογραφές ως δική τους ατομική πρωτοβουλία και χωρίς να ξέρουμε προς ποια κατεύθυνση.

Θέλω, επίσης, να σας θυμίσω ότι το ελληνικό κράτος από τη σύστασή του, από τα επαναστατικά συντάγματα, από το 1822 ρυθμίζει λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο τα ζητήματα της ποινικής ευθύνης των Υπουργών. Δηλαδή, καθιστά αποφασιστικό και κυρίαρχο όργανο για τα θέματα της ποινικής ευθύνης τη Βουλή των Ελλήνων.

Απ. Σταυρου: Τώρα, τι πράττουμε κύριε Βενιζέλο; Η ιστορική αναδρομή είναι χρήσιμη, βέβαια, αλλά κάπου να καταλήξουμε.

Ευ. Βενιζέλος: Θέλω να υπενθυμίσω ότι οι θεσμοί αυτοί έχουν διαμορφωθεί ιστορικά με έναν πολύ παράδοξο τρόπο. Διότι ιστορικά – κάποιοι ενδεχομένως θα προβάλουν ένσταση μόλις το ακούσουν – στη διαμόρφωση των κοινοβουλευτικών και αντιπροσωπευτικών θεσμών η ποινική ευθύνη των Υπουργών προηγείται της πολιτικής ευθύνης και είναι ο δίαυλος μέσω του οποίου εγκαθιδρύεται ο θεσμός της πολιτικής ευθύνης, της εξάρτησης δηλαδή της κυβέρνησης από τη Βουλή. Διότι ο Υπουργός ως μοναρχικό όργανο, δηλαδή ως υπάλληλος του μονάρχη, έπρεπε να υπαχθεί σε κοινοβουλευτικό έλεγχο και η υπαγωγή σε κοινοβουλευτικό έλεγχο έγινε σταδιακά μέσα από την οργάνωση της ποινικής του ευθύνης. Όταν ολοκληρώθηκε η πολιτική ευθύνη, άρα η εξάρτηση της Κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής, το πρόβλημα ήταν πια άλλο. Ήταν η ρύθμιση της σχέσης της Βουλής με τον μονάρχη, γιατί πια ο υπουργός ήταν εξαρτημένος από τη Βουλή και δεν έπρεπε η εκτελεστική εξουσία να μπορεί να παρεμβαίνει στα της Βουλής. Άρα, υπήρχε ένα πρόβλημα αυτονομίας της Βουλής. Εξ ου η αρμοδιότητα της Βουλής για τα θέματα αυτά και η δικαστική αρμοδιότητα.

Στη συνέχεια, όταν άρχισε να ολοκληρώνεται το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης και το αντιπροσωπευτικό σύστημα, το πρόβλημα μεταφέρθηκε στο εσωτερικό της Βουλής. Η ποινική ευθύνη των Υπουργών έγινε πια ένα πεδίο σύγκρουσης μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, γιατί η ποινική ευθύνη δεν ήταν ποινική ευθύνη των εν ενεργεία Υπουργών, αλλά ήταν ποινική ευθύνη των πρώην Υπουργών. Άρα ήταν ενδεχόμενο η εκάστοτε Κυβέρνηση να εκδικείται  την προηγούμενη Κυβέρνηση και νυν Αντιπολίτευση. Άρα, έπρεπε να δούμε και το πρόβλημα των σχέσεων συμπολίτευσης – αντιπολίτευσης και δεν μπορούσε αυτή η εκκρεμότητα, η οποία, ενδεχομένως, ήταν μια εκκρεμότητα εκβιαστική, μια εκκρεμότητα απειλητική, μια εκκρεμότητα νοσηρή για το πολιτικό σύστημα και τη δημοκρατία να διαρκεί επί μακρόν. Εξ ου και οι περιορισμένοι χρόνοι, κοινοβουλευτικοί χρόνοι, άσκησης της αρμοδιότητας για δίωξη Υπουργών, με την έννοια, πρωτίστως, των πρώην Υπουργών, εξ ου και η μια Σύνοδος που έγινε δύο το 2001, διπλασιαζομένου του χρόνου.

Στη συνέχεια,  τέταρτη φάση, υπήρξε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα διαρρύθμισης των σχέσεων Δικαστικής Εξουσίας και Κοινοβουλίου και Δικαστικής Εξουσίας και Πολιτικού Συστήματος. Γιατί η Δικαστική Εξουσία είναι ανεξάρτητη, είναι ελεύθερη, κρίνει κατά συνείδηση, αλλά δεν μας έχουν λείψει, διεθνώς και στην Ελλάδα, τα παραδείγματα πολιτικών παρεμβάσεων στον χώρο  της Δικαιοσύνης αλλά και από τον χώρο της Δικαιοσύνης, δεν μας είχαν λείψει τα παραδείγματα δικαστικού και εισαγγελικού λαϊκισμού. Δεν μας είχαν λείψει τα παραδείγματα πρωτοβουλιών συγκεκριμένων δικαστών που οργάνωναν την πολιτική τους σταδιοδρομία μέσα από υπερβολές και λαϊκισμούς σε σχέση με πολιτικά πρόσωπα. Άρα, δείτε ιστορικά πως έχει διαμορφωθεί  ο θεσμός και πόσα θεσμικά αγαθά πρέπει να  λαμβάνει υπόψη του το σύστημα των ρυθμίσεων που αφορά τον θεσμό της ποινικής ευθύνης των Υπουργών: σχέση Εκτελεστικής Εξουσίας και Κοινοβουλίου, εσωτερικές σχέσεις συμπολίτευσης – αντιπολίτευσης, σχέσεις μεταξύ πολιτικού συστήματος και Δικαιοσύνης και όλα αυτά μέσα σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα αμφισβήτησης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αμφισβήτησης των κομμάτων, αμφισβήτησης της εντιμότητας και των κινήτρων των πολιτικών προσώπων.

Δεν υπάρχει, δε, στο δυτικό κόσμο και κυρίως στα Κοινοβουλευτικά Ευρωπαϊκά Πολιτεύματα κανένα παράδειγμα όπου, λίγο ή πολύ, η κεντρική απόφαση σε σχέση με την ευθύνη των Υπουργών να μην λαμβάνεται από το Κοινοβούλιο. Ακόμη και εκεί όπου η μοναδική παρέμβαση του Κοινοβουλίου είναι η άρση της ασυλίας ενός εν ενεργεία Υπουργού ή ενός πρώην Υπουργού, προκειμένου αυτός να παραπεμφθεί στη τακτική Δικαιοσύνη, αυτή η απόφαση για την άρση της ασυλίας είναι μια απόφαση κοινοβουλευτική η οποία λαμβάνεται με μια σειρά από κριτήρια. Και υπάρχουν, φυσικά, χώρες στις οποίες υπάρχουν ειδικά δικαστήρια, υπάρχουν ειδικά δικαστήρια στα οποία μετέχουν ως δικαστές πολιτικά πρόσωπα, όπως συμβαίνει στη Γαλλία, υπάρχουν πολλές μορφές, πολλές παραλλαγές αλλά προσπαθούμε να αναδείξουμε τους κοινούς παρανομαστές.

Όταν, λοιπόν, φθάσαμε,  μετά από μια μακρά συζήτηση από το 1995 έως το 2001, στη διαμόρφωση του ισχύοντος άρθρου 86, έπρεπε να τα λάβουμε όλα αυτά υπόψη και έπρεπε να απαντήσουμε στη σκληρή εμπειρία της περιόδου 1989 – 1994. Τι μας είχε διδάξει η εμπειρία του 1989 – 1994; Ότι δεν πρέπει η εκάστοτε νωπή πλειοψηφία να καθιστά κατηγορούμενη τη νωπή αντιπολίτευση, χωρίς σοβαρές εγγυήσεις, εξ ου  και η απόλυτη πλειοψηφία που απαιτείται και οι εγγυήσεις δημοσιότητας και ωριμότητας χρόνου που απαιτούνται. Δεν έπρεπε να ξαναζήσουμε το φαινόμενο των κατηγόρων Βουλευτών. Δεν έπρεπε να πηγαίνουμε κατευθείαν στην Προανακριτική Επιτροπή, δηλαδή, στην άσκηση δίωξης χωρίς να έχει μεσολαβήσει Προκαταρκτική Εξέταση. Δεν έπρεπε να πηγαίνουμε κατευθείαν στο ακροατήριο του Ειδικού Δικαστηρίου, χωρίς να μεσολαβεί κύρια ανάκριση από αρεοπαγίτη ανακριτή και χωρίς να μεσολαβεί βούλευμα δικαστικού συμβουλίου. Δεν έπρεπε να ταλαιπωρούμεθα ως προς την σχέση νόμου και Κανονισμού της Βουλής, γιατί υπήρχαν τεράστιες αντιφάσεις σε κορυφαία θέματα όπως οι συμμέτοχοι και η δικαιοδοσία  των κοινών δικαστηρίων επί των συμμετόχων. Δεν έπρεπε να μετέχουν οι Πρόεδροι Εφετών στην κλήρωση για να αναδειχθούν μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου, διότι αυτοί κρίνονται από τους Αρεοπαγίτες, δηλαδή, από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο για ενδεχόμενη προαγωγή τους και άρα έπρεπε να είναι ομοιόβαθμα όλα τα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Έπρεπε, όπως συνέβη και στο παρελθόν, να επανέλθει η συμμετοχή του Συμβουλίου της Επικρατείας  στο Ειδικό Δικαστήριο, γιατί κάθε πράξη του Υπουργού έχει μια διάσταση δημοσίου δικαίου και όχι μόνο μια διάσταση ποινικού δικαίου, γιατί, όταν μιλάς για Υπουργό, μιλάς πάντα για διοικητικές πράξεις, για διοικητικές συμβάσεις, για νομοθετικές πρωτοβουλίες, άρα πρέπει να υπάρχουν δικαστές εξοικειωμένοι με το αντικείμενο του Υπουργού που είναι η άσκηση δημόσιας εξουσίας. Και έτσι φθάσαμε σε μια ρύθμιση, η οποία έχει μια σειρά από καινοτομίες: Ο διπλασιασμός του χρόνου από την πρώτη στη δεύτερη Τακτική Σύνοδο, η διάταξη για την υποχρέωση καθενός που διενεργεί ανάκριση ή εξέταση οποιασδήποτε μορφής να παραπέμπει αμελλητί στη Βουλή τον φάκελο, η διάταξη για την διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης και μετά για την άσκηση δίωξης, η διάταξη για τον Αεροπαγίτη Ανακριτή, για το πενταμελές Δικαστικό  Συμβούλιο, για τη νέα σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου, για την κατάργηση των κατηγόρων και την κλήρωση Εισαγγελέα ή Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κατέχει την Εισαγγελική Έδρα και να εκπροσωπεί το νόμο στη σχετική διαδικασία, η ρητή διάταξη για την τύχη των συμμετόχων, η ρητή διάταξη για την υπεροχή του νόμου σε σχέση με τον Κανονισμό στα θέματα αυτά.

Δυστυχώς, όμως, όταν φθάσαμε στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, βρεθήκαμε αντιμέτωποι, ως κοινωνία και ως πολιτικό σύστημα, με τα φαινόμενα τα απροσδόκητα και τα προκλητικά που ανέφερα προηγουμένως. Δηλαδή, είδαμε μια συμπολίτευση, μια πλειοψηφία να αγωνίζεται να προστατεύσει μέλη της, να αγωνίζεται να προστατεύσει εν ενεργεία ή πρώην Υπουργούς της, να αποχωρεί από την διαδικασία, να μην επιτρέπει τους Βουλευτές της να  εκφραστούν. Και τελικά όλα αυτά να συνδυάζονται με απαράδεκτες και προκλητικές καθυστερήσεις στην διεξαγωγή προκαταρκτικών εξετάσεων από εισαγγελείς, στην διεξαγωγή τακτικών ανακρίσεων. Είδαμε φακέλους να πηγαινοέρχονται και είδαμε έναν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να παραβιάζει ρητά το Σύνταγμα μη λαμβάνοντας καθόλου υπόψη του τις νέες διατάξεις και επικαλούμενος μελέτες του τις οποίες είχε δημοσιεύσει υπό την ισχύ της προηγουμένης  διάταξης, πριν από την Αναθεώρηση. Να αποφαίνεται για παραπεμφθέντες Υπουργούς, να παρακωλύει την άσκηση του έργου της Εισαγγελίας και να παραγνωρίζει το γεγονός ότι μετά το 1975 ο Εισαγγελέας είναι ισόβιος δικαστικός λειτουργός που κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων δεν υπόκειται σε ιεραρχική εξάρτηση και ότι η ιεραρχική δομή της Εισαγγελίας δεν αφορά αυτό καθεαυτό το δικαιοδοτικό έργο. Δηλαδή το πού καταλήγω ως προανακριτής, τι εισηγούμαι στο Συμβούλιο, τι προτείνω στο Δικαστήριο όταν είμαι εκπρόσωπος της ισταμένης δικαιοσύνης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Εκεί δεν υπάρχει παρέμβαση στη συνείδηση του Εισαγγελέα ο οποίος είναι ισόβιος, ανεξάρτητος δικαστικός λειτουργός.

Όλα αυτά, βεβαίως, με ανάγκασαν και εμένα να πω ότι πρέπει να απαντήσουμε πια στη κοινή γνώμη που θέλει μια αλλαγή. Και, πιστεύω ότι σταθμίζοντας όλα αυτά που είπα ιστορικά, πολιτικά, κοινωνικά πρέπει να καταλήξουμε σε ένα σχήμα όπου η Βουλή είναι πάντα το κέντρο της όλης διαδικασίας. Αλλά η Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία  2/3 αρκείται στο να κάνει μια και μόνη ενέργεια, να επιλέξει ένα ολιγομελές Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο κατ’ εντολή και εξουσιοδότηση της Βουλής αξιολογεί τις υποθέσεις, αποφασίζει αν πρέπει να διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, την διενεργεί και στη συνέχεια αποφασίζει αν πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη οπότε στη συνέχεια επιλαμβάνεται ο αρεοπαγίτης ανακριτής, το δικαστικό συμβούλιο και το Ειδικό Δικαστήριο.

Άρα, η βασική αλλαγή που εγώ θα έβλεπα με Αναθεώρηση του Συντάγματος είναι η Βουλή να διατηρεί την αρμοδιότητα με 2/3, δηλαδή, με ευρυτάτη συναίνεση και με εγγυήσεις διαφάνειας, να επιλέγει αυτό το ολιγομελές υψηλού κύρους δικαστικό όργανο. Και το συνδέω αυτό με την πρότασή μου και η επιλογή των κορυφαίων θέσεων της Δικαιοσύνης, των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων να γίνεται από τη Βουλή  με 2/3. Γιατί η πρόταση του Προέδρου, κ. Κακλαμάνη, η επιλογή των μελών των Ανεξαρτήτων Αρχών να γίνεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων με 4/5 απεδείχθη σοφή και λειτουργική και προσέδωσε κύρος και συνέχεια στις Ανεξάρτητες Αρχές.
Όταν συμφωνούμε για την επιλογή των μελών των ανεξάρτητων αρχών με τέσσερα πέμπτα, δεν μπορούμε να επιλέγουμε τις κορυφαίες θέσεις των στελεχών της δικαιοσύνης με δύο τρίτα ή τα μέλη αυτού του ολιγομελούς οργάνου; Εωσότου, όμως, φτάσουμε σε αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ισχύει και μας δεσμεύει το άρθρο 86 του Συντάγματος. Το άρθρο 86 του Συντάγματος θέλει απόφαση της Βουλής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, απόφαση της Βουλής για την άσκηση ποινικής δίωξης και την παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο και άρα στον αεροπαγίτη ανακριτή και στο δικαστικό συμβούλιο του ειδικού δικαστηρίου. Δεν μπορούμε να κινηθούμε εκτός του άρθρου 86.

Υπάρχει, όμως, στον Κανονισμό της Βουλής μια διάταξη η οποία μπορεί να μας εμπνεύσει. Σας θυμίζω ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 147, η εξεταστική επιτροπή μπορεί να αναθέσει σε εφέτη ή πρωτοδίκη, που υπηρετεί στην περιφέρεια όπου πρόκειται να διεξαχθεί η σχετική έρευνα, τη διεξαγωγή συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων και, σύμφωνα με το άρθρο 156, παράγραφος 4 του Κανονισμού της Βουλής, η επιτροπή διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης μπορεί να αναθέσει σε εισαγγελέα πρωτοδικών ή εισαγγελέα εφετών - εδώ δεν υπάρχει καν αναφορά στον τόπο όπου υπηρετεί ο εισαγγελέας - τη διενέργεια ειδικοτέρων πράξεων, σχετιζομένων με το αντικείμενο της προκαταρκτικής εξέτασης.

Θυμίζω, επίσης, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 89, παράγραφος 2 του Συντάγματος, είναι θεμιτή η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού, άρα και εισαγγελικού λειτουργού, σε συμβούλια ή επιτροπές που έχουν αρμοδιότητες δικαιοδοτικού χαρακτήρα. Δεν παρακωλύεται, συνεπώς, κατά το Σύνταγμα, ένας δικαστής να μετέχει σε μια επιτροπή ή σε ένα συμβούλιο, η συγκρότηση του οποίου προβλέπεται από τον νόμο περί ευθύνης υπουργών και από τον Κανονισμό της Βουλής, που έχει ως αρμοδιότητα τη διενέργεια ορισμένων πράξεων ή κατ’ ανάθεση της Βουλής και των επιτροπών της και τη διενέργεια όλων των πράξεων και υποβολή πορίσματος, το οποίο, βεβαίως, θα τίθεται, σε κάθε περίπτωση, υπό την κρίση της εξεταστικής επιτροπής ή υπό την κρίση της προκαταρκτικής επιτροπής και, εν τέλει, υπό την κρίση της Ολομέλειας, η οποία και έχει το αποφασιστικό δικαίωμα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, υπό την ισχύ του Συντάγματός μας και του άρθρου 86, η αποφασιστική αρμοδιότητα θα ανήκει πάντα στην Ολομέλεια της Βουλής και, πριν από την Ολομέλεια της Βουλής, εισηγητικά, στην επιτροπή διενέργειας της προκαταρκτικής εξέτασης ή, αν θέλουμε να πάμε και πριν ακόμη από την προκαταρκτική εξέταση, στην εξεταστική επιτροπή. Αλλά, βεβαίως, αντιλαμβάνεται κανείς ότι, όταν ο Κανονισμός και ο νόμος προβλέπει ανάθεση καθήκοντος σε ένα δικαστικό όργανο, ατομικό ή συλλογικό, αυτό το πόρισμα θα έχει μια βαρύτητα νομική, ηθική, πολιτική, η οποία θα είναι καθοριστική.

Άρα, αν θέλουμε, μπορούμε να κάνουμε κινήσεις με σεβασμό στο Σύνταγμα, χωρίς να παραβιάζουμε την αρχή του νόμιμου δικαστή. Διότι, όταν συγκροτείται μια νομοπαρασκευαστική επιτροπή ή όταν συγκροτείται μια επιτροπή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, κάλλιστα μπορεί η επιλογή να γίνει χωρίς αυτό να απαιτεί απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου ή - ας το πάω και ακόμη παρακάτω - ποιο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο δε θα αποδεχόταν την επιλογή της Βουλής με πλειοψηφία δύο τρίτων; Αυτό είναι προφανές ότι δεν συνιστά πρόβλημα. Έτσι δεν παραβιάζουμε ούτε το πνεύμα ούτε το γράμμα του Συντάγματος, διότι η αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει στη Βουλή.

Επαναλαμβάνω, όμως, ότι και στην προκειμένη περίπτωση, αν η σημερινή Κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να προστατεύσει τον κ. Παυλίδη, αν ήταν αποφασισμένη να προστατέψει τους υπουργούς που εμπλέκονται, καλώς ή κακώς - γιατί δεν μπορέσαμε ποτέ να το διερευνήσουμε πλήρως - στην υπόθεση του Βατοπεδίου θα μπορούσε, ανεξαρτήτως του τι θα έλεγε οποιοσδήποτε δικαστής και οποιαδήποτε επιτροπή δικαστών, να αποχωρήσει από σχετική ψηφοφορία και να παρεμποδίσει τη λήψη της τελικής απόφασης από την Ολομέλεια της Βουλής.

Άρα, επαναλαμβάνω, κλείνοντας, ότι δεν μας φταίει το Σύνταγμα, δεν μας φταίει ο νόμος. Μας φταίει η πολιτική μας αδυναμία, ο πολιτικός πανικός, η νευρικότητα και η κακή κομματική αντίληψη που επικράτησε, δυστυχώς. Παρόλα αυτά - και αυτή είναι η τελευταία μου φράση - δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να υπερασπιστούμε την ανάγκη ειδικής ρύθμισης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να υπάρχουν εγγυήσεις σε σχέση με την ποινική ευθύνη των υπουργών. Γιατί αλίμονο αν πηγαίναμε στην άλλη άποψη, στην άποψη, δηλαδή, ότι ο υπουργός ανήκει στη δικαιοδοσία της τακτικής ποινικής δικαιοσύνης ή στην ακόμη πιο ακραία άποψη ότι κάθε μήνυση ή κάθε δικογραφία αυτομάτως πρέπει να οδηγεί σε άσκηση δίωξης, χωρίς καμιά ουσιαστική κρίση, και στην παραπομπή του υπουργού στην κρίση του αεροπαγίτη ανακριτή και του δικαστικού συμβουλίου. Αυτό θα σήμαινε κατάλυση της δημοκρατίας, θα σήμαινε ακυβερνησία, θα σήμαινε εξάρτηση κάθε κυβέρνησης, κάθε υπουργού και κάθε υφυπουργού, από οποιονδήποτε εκβιαστή, από οποιοδήποτε οικονομικό συμφέρον, που θεωρεί ότι πλήττεται ή που θέλει να εκβιάσει. Θα εξηρτάτο η κάθε κυβέρνηση και το κάθε πολιτικό πρόσωπο από οποιονδήποτε επικοινωνιακό ή διαδικτυακό εκβιασμό. Δε θα μπορούσε να κυβερνηθεί ο τόπος.

Άρα, πρέπει να σταθμίσουμε όλα αυτά τα δεδομένα και να πούμε την αλήθεια για το τι φταίει και δεν φταίει, να διακρίνουμε τις πολιτικές αιτίες από τις θεσμικές και, αναγνωρίζοντας πια το χάσμα που υπάρχει μεταξύ πολιτικού συστήματος και κοινωνίας, να διατυπώσουμε μια θεσμική πρόταση, με σεβασμό στο Σύνταγμα, αλλά και με προοπτική για μετά από μια αναθεώρηση του Συντάγματος. Αυτό, όμως, για να ολοκληρωθεί, θέλει μια πλειοψηφία η οποία έχει εντολή, έχει νομιμοποίηση, έχει ηθικό κύρος, λέει αλήθειες, παραδέχεται σφάλματα που έχει κάνει, με γενναιοδωρία τοποθετείται απέναντι στα θέματα, δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της, δεν δημιουργεί ψευδαισθήσεις σε σχέση με τους θεσμούς και το τι πρέπει να γίνει. Και αυτές οι προϋποθέσεις, οι πολιτικές και ηθικές προϋποθέσεις, στην παρούσα περίοδο της Βουλής, με την παρούσα πλειοψηφία, δεν υπάρχει, κύριε Πρόεδρε.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2009