21 Ιανουαρίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), ενσωμάτωση των Οδηγιών 2005/14/ΕΚ για την υποχρεωτική ασφάλιση οχημάτων και 2005/68/ΕΚ, σχετικά με τις αντασφαλίσεις και λοιπές διατάξεις».



Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θεωρώ ότι αδικούμε τη χώρα, τους εαυτούς μας και υποτιμούμε το μέγεθος των προβλημάτων όταν καθιστούμε την οικονομική, κοινωνική και ηθική κρίση που διέρχεται η χώρα, αντικείμενο μίας κομματικής αντιδικίας και όταν προσπαθούμε να αναλύσουμε τα φαινόμενα και να διατυπώσουμε προτάσεις με έναν απλουστευτικό, δημαγωγικό και στερεότυπο λόγο που επαναλαμβάνει τις ίδιες φράσεις, τα ίδια επιχειρήματα, τα οποία δεν έχουν συνήθως βάθος, και οδηγούν σε μία αυτάρεσκη επανάληψη συμπεριφορών.

Χρειάζεται μία πιο γενναία και πιο ριζοσπαστική προσέγγιση προκειμένου η κοινωνία, η οικονομία, ο πολίτης να αντιληφθεί ότι υπάρχουν στη χώρα πολιτικές δυνάμεις, προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις που καταλαβαίνουν τι γίνεται. Που ξέρουν το πρόβλημα της αγοράς, το πρόβλημα των επιχειρήσεων, το πρόβλημα των νοικοκυριών. Που ξέρουν και τη διεθνή αλλά και την ενδογενή διάσταση της κρίσης και που μπορούν να διαχειριστούν την κρίση αυτή, να την υπερβούν και να διατυπώσουν ένα σχέδιο που θα οδηγήσει την Ελλάδα και στην έξοδο από την κρίση αλλά και σε μία τοποθέτηση στο πλαίσιο της διεθνούς και της ευρωπαϊκής οικονομίας, που ενισχύει και την ανταγωνιστικότητα της και την ολική παραγωγικότητά της και τη θέση εν πάση περιπτώσει της εθνικής οικονομίας. Γιατί εδώ δοκιμάζεται συνολικά όχι μόνο η οικονομία κάθε χώρας, αλλά και η κυριαρχία κάθε χώρας, όπως δοκιμάζεται και η αντοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία βλέπουμε όλοι πόσο ανεπαρκής είναι θεσμικά και πόσο μεγάλες αδράνειες την διαπερνούν, γιατί δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι τα βασικά δόγματα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης δοκιμάζονται εδώ και έξι μήνες που έχει καταστεί κοινή συνείδηση στον κόσμο η κρίση, το μέγεθος και το βάθος της κρίσης.

Αναρωτιέμαι, ο κύριος Καραμανλής, που με ένα νεύμα του απέπεμψε τον κ. Αλογοσκούφη, έχει συνειδητοποιήσει το μέγεθος του εγκλήματος της απογραφής; Μετά από πέντε χρόνια μήπως πρέπει να ζητήσει συγγνώμη, όπως ζήτησε για την υπόθεση του Βατοπεδίου και για την απογραφή; Μήπως τώρα αντιλαμβάνεται πως εγκλωβίστηκε στην υπόθεση της απογραφής; Τώρα που η χώρα κινδυνεύει ξανά να τεθεί υπό επιτήρηση, να υπαχθεί στη διαδικασία των υπερβολικών ελλειμμάτων;

Υπάρχει κανείς, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, στην Αίθουσα αυτή αλλά και σε όλη τη χώρα που να μην καταλαβαίνει τώρα, μόλις ένα μήνα μετά την ψήφιση του Προϋπολογισμού του 2009, ότι η χώρα δεν έχει προϋπολογισμό; Είναι πάρα πολύ απλό. Έχουν ανατραπεί και επισήμως από προχθές με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι βασικές προβλέψεις του προϋπολογισμού, όλα τα κομβικά μεγέθη, ο ρυθμός ανάπτυξης, το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος, η τάση η αυξητική αντί για πτωτική του δημοσίου χρέους. Άρα δεν έχουμε προϋπολογισμό, είμαστε μία χώρα που δεν διαθέτει ούτε το πιο παραδοσιακό εργαλείο άσκησης μίας συγκροτημένης πολιτικής.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι το ΠΑΣΟΚ περιμένει υπομονετικά και πονηρά να περάσει η μεγάλη μπόρα. Περιμένει να διαχειριστεί ο κ. Καραμανλής την οξεία φάση της κρίσης, να αναλάβει το πολιτικό κόστος και το ΠΑΣΟΚ να έλθει σε μία ηπιότερη φάση προκειμένου να διαχειριστεί την άνοδο του οικονομικού κύκλου. Δεν είναι έτσι. Το βασικό οικονομικό και αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας είναι η έλλειψη πολιτικής εμπιστοσύνης, η έλλειψη δημόσιας εμπιστοσύνης, η καταρράκωση της κοινωνικής εμπιστοσύνης, χρειάζεται συνεπώς μία νέα αφετηρία, χρειάζεται αποκατάσταση της πολιτικής εμπιστοσύνης, χρειάζεται ένα πλεόνασμα πολιτικής εμπιστοσύνης προκειμένου να κινητοποιήσουμε κοινωνικές και παραγωγικές δυνάμεις, προκειμένου να καλύψουμε το τεράστιο έλλειμμα πίστης τραπεζικής και εμπιστοσύνης στη λειτουργία των αγορών. Μόνο έτσι μπορούμε να κάνουμε αυτό το βήμα που απαιτείται για να ανακόψουμε την κρίση και να αποκτήσουμε και ένα σχέδιο τοποθέτησης απέναντι στην επόμενη μέρα μετά την κρίση, γιατί όλες οι χώρες γι’ αυτό αγωνίζονται.

Θέλουμε, λοιπόν, εκλογές εδώ και τώρα, για να καταγραφεί ο νέος συσχετισμός, για να αποκτήσει η χώρα άλλο πολιτικό κλίμα, για να υπάρξει μία ανάσα, μία αναπνοή, μία ανόρθωση του δημόσιου βίου της χώρας. Όμως, δεν μπορεί το ΠΑΣΟΚ να επιβάλει τις εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ τις ζητά και ο κ. Καραμανλής θα αναγκαστεί να καταφύγει στη λύση αυτή.

Στο μεταξύ θα περιμέναμε από την Κυβέρνηση, έστω από μία κυβέρνηση που διαχειρίζεται τις τρέχουσες υποθέσεις ως υπηρεσιακή κυβέρνηση, να παρουσιάσει ένα υπεύθυνο, ενιαίο, συστηματικό σχέδιο για τη διαχείριση της κρίσης, να μην παραπαίει, να μην αλλάζει την πολιτική της κάθε μέρα. Αυτό το σχέδιο δεν έχει διατυπωθεί και αποτελεί πρόκληση προς τη νοημοσύνη των Ελλήνων και προς τη θεσμική ευαισθησία της Βουλής το ότι ο κ. Καραμανλής ζητά προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση με δική του πρωτοβουλία για την οικονομία, γιατί είμαι βέβαιος ότι δεν μπορεί να διατυπώσει και να παρουσιάσει ένα τέτοιο ολοκληρωμένο σχέδιο, όπως δεν μπόρεσε να παρουσιάσει και έναν ορθολογικό και στοιχειωδώς αξιόπιστο προϋπολογισμό.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, όλες οι χώρες ζουν αυτή τη στιγμή μία έντονη χρηματοοικονομική κρίση, μία κρίση ρευστότητας.

Η Ελλάδα, επιπλέον, ζει μία βαθιά δημοσιονομική κρίση, η οποία επιτείνει τη χρηματοοικονομική κρίση. Και ζει και μία κρίση του παραγωγικού της μοντέλου. Ουσιαστικά ζούμε μία κρίση ανάμεσα στην τυπική και την άτυπη οικονομία. Ζούμε μία κρίση ανάμεσα στην οικονομία και την παραοικονομία.
Κι αν δεν εφαρμοστεί ένα συμφωνημένο εθνικό κοινωνικό σχέδιο ήπιας και οργανωμένης μετάβασης από την ατυπία και την ανομία σε ορθολογικά και διαφανή σχήματα λειτουργίας της οικονομίας, δεν θα μπορέσει ποτέ η χώρα να υπερβεί τη δημοσιονομική της κρίση και να πάει σε ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης, μεταβιομηχανικό, ανταγωνιστικό, «πράσινο», που να αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας.

Δεν γίνεται να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με τόσο συγκυριακό, εναγώνιο τρόπο.

Διότι ο πολίτης καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει διαχειριστής της κρίσης, δεν υπάρχει ένα κράτος, το οποίο να εμπνέει εμπιστοσύνη. Και όταν ο πολίτης χάνει την ελπίδα του και την προοπτική του, ουσιαστικά χάνουμε τη μόνη πιθανότητα να ξεφύγουμε από την κρίση. Και γίνομαι κάπως πιο συγκεκριμένος.
Υπάρχει το εξής αντιφατικό φαινόμενο στην Ελλάδα. Οι καταθέτες έχουν εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Οι καταθέσεις των νοικοκυριών υπάρχουν μέσα στο τραπεζικό σύστημα. Η κάθε τράπεζα, όμως, έχοντας συνείδηση του δικού της προβλήματος, δεν εμπιστεύεται τη διπλανή τράπεζα. Και δεν πρόκειται να αποκατασταθεί σύντομα η λειτουργία της διατραπεζικής αγοράς.

Το περιβόητο σχέδιο των 28.000.000.000 ευρώ το οποίο αυτοϋπονομεύτηκε εκ γενετής λόγω της λυσσαλέας σύγκρουσης μεταξύ του κ. Αλογοσκούφη και του κ. Αράπογλου –αυτό δεν μπόρεσε να λύσει ως πρόβλημα ο κ. Καραμανλής επί δύο μήνες- δεν αποδίδει αποτελέσματα. Δεν αποκαθίσταται η ρευστότητα. Δεν αποκαθίσταται η λειτουργία της διατραπεζικής αγοράς. Εκεί χρειάζεται ισχυρή πολιτική παρέμβαση. Παρέμβαση και της Τράπεζας της Ελλάδος, που οφείλει να ασκήσει τις εποπτικές της αρμοδιότητες, αλλά και πολιτική παρέμβαση του ίδιου του Πρωθυπουργού, ώστε να αντιληφθούν οι τράπεζες ότι πρέπει να κινηθεί ο μηχανισμός της διατραπεζικής αγοράς. Πρέπει να ανταμείψουν την κοινωνία και τους καταθέτες, διότι αυτοί εξακολουθούν να εμπιστεύονται το σύστημα ενώ το σύστημα δεν εμπιστεύεται την αγορά, δεν εμπιστεύεται τις επιχειρήσεις, δεν εμπιστεύεται την πραγματική οικονομία.
Είχα πει, όταν συζητούσαμε για το σχέδιο των 28.000.000.000, ότι είναι τραγικό να μη συνδέεται το σχέδιο αυτό με δύο τουλάχιστον μηχανισμούς. Με το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων και με τα στεγαστικά δάνεια μέσω του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας. Και βλέπουμε τώρα εκεί να είναι το μαλακό υπογάστριο όλης της υπόθεσης.

Πρέπει επειγόντως να τροποποιηθεί το κανονιστικό πλαίσιο της παρέμβασης του ΤΕΜΠΜΕ, ώστε να πέσει χρήμα στην αγορά. Να μην υπάρχει κανένα πρόσχημα. Οι τράπεζες να κινήσουν τους μηχανισμούς, ώστε να ικανοποιηθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός αιτήσεων που έχουν υποβληθεί. Επιτέλους να ακούσει η Βουλή τα πραγματικά στοιχεία. Πόσες είναι οι αιτήσεις; Πενήντα τρεις χιλιάδες που λέει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών ή δέκα χιλιάδες που λέει το Υπουργείο Ανάπτυξης; Πόσες αιτήσεις έχουν εγκριθεί; Είτε έχουν εγκριθεί εκατόν πενήντα είτε χίλιες πεντακόσιες, είναι σταγόνα στον ωκεανό του μεγάλου προβλήματος ρευστότητας της οικονομίας.

Άρα να απελευθερωθεί με ευελιξία, με ριζοσπαστική πολιτική διάθεση ο μηχανισμός των δανείων μέσω του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων. Να απελευθερωθούν τα στεγαστικά δάνεια μέσω του ΟΕΚ. Και αυτό να τεθεί ως όρος, προκειμένου να εκταμιευτούν και τα υπόλοιπα κονδύλια από τους άλλους πυλώνες του σχεδίου των 28.000.000.000 ευρώ.

Και, βεβαίως, να αλλάξει όλο το πλαίσιο λειτουργίας του «ΤΕΙΡΕΣΙΑ», διότι η αγορά ασφυκτιά, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προεξοφλήσουν επιταγές, δεν λειτουργεί ο στοιχειώδης μηχανισμός της καθημερινής αγωνίας, που είχε πάντα η μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση, αλλά που τώρα έχει γίνει αγωνία ύπαρξης, αγωνία θανάτου της μικρής και πολύ μικρής επιχείρησης, που είναι βεβαίως και ο βασικός παράγων για τη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Διότι στη μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση υπάρχει και ο μεγάλος όγκος της απασχόλησης, ο μεγάλος αριθμός των εργαζομένων.

Άρα η βοήθειά μας στον εργαζόμενο, στο μισθωτό περνάει μέσα από τη βοήθεια προς την αγορά, μέσα από τη βοήθεια προς τη μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση, για να κινηθεί επιτέλους ο μηχανισμός της πραγματικής οικονομίας.

Έχετε την υποχρέωση, κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης, όσο είστε ακόμη στην κυβέρνηση, να κάνετε τα στοιχειώδη. Κάντε τα! Μη λειτουργείτε ως βάρος για την οικονομία, την κοινωνία και τους θεσμούς!

[Μπορείτε να παρακολουθήσετε την αγόρευση, εδώ]

 

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2009