5 Φεβρουαρίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων και των τροπολογιών του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των κατόχων απολυτηρίου Επαγγελματικού Λυκείου και άλλες διατάξεις».


 

Κύριε Πρόεδρε, σε συνέχεια των όσων είπα χθες και προχθές για την απουσία του Υπουργού Παιδείας από τη συζήτηση του νομοσχεδίου, θέλω να ενημερώσω εσάς και το Σώμα, πως πριν από λίγα λεπτά συνέβη η εξής καταπληκτική σκηνή στο κτήριο της Βουλής των Ελλήνων.

Ο κ. Σπηλιωτόπουλος που βρισκόταν στο κτήριο της Βουλής, γιατί είχε συνάντηση με τον κ. Μητσοτάκη, έκανε εκτενείς δηλώσεις στα Μέσα Ενημέρωσης στην είσοδο του Κοινοβουλίου αναφερόμενος στην προετοιμασία της διαδικασίας του διαλόγου. Πλην όμως δεν μπήκε στον κόπο να έρθει στην Αίθουσα να πάρει το λόγο, έστω και για λίγα λεπτά, για να στηρίξει το νομοσχέδιο, αναφερόμενος στα όσα είπε ο κ. Λυκουρέντζος επί της ουσίας, να ενημερώσει το Σώμα για τις προσπάθειές του, ειλικρινείς ή εικονικές, σε σχέση με τη διαδικασία του διαλόγου για την εκπαίδευση. Αυτό το θεωρώ βαριά προσβλητικό για το Κοινοβούλιο. Εκτός και εάν ο Υπουργός δεν νοιώθει ακόμη έτοιμος να εμφανισθεί στην κατ’ εξοχήν αίθουσα του διαλόγου. Είναι ένα μήνυμα εξαιρετικά αρνητικό για τη σχέση των κοινοβουλευτικών θεσμών με το σύστημα ενημέρωσης. Γιατί προφανώς, όταν εμείς οι ίδιοι προτάσσουμε την επαφή μας με τα τηλεοπτικά συνεργεία, σε σχέση με την παρουσία μας στο Κοινοβούλιο, στέλνουμε ένα μήνυμα απαξίωσης των κοινοβουλευτικών θεσμών -ενώ κάλλιστα τα όσα λέγονται εδώ μέσα μπορούν να γίνουν κτήμα του ελληνικού λαού, αλλά μεταδιδόμενα από τα Μέσα Ενημέρωσης- και εν πάση περιπτώσει, πρέπει να γίνουν οι σχετικές συστάσεις και από τον Πρόεδρο της Βουλής προς τον κύριο Υπουργό της Παιδείας.

Παρακολουθώ ότι η Κυβέρνηση έχει αφιερώσει όλη την προσπάθειά της στο να πείσει διάφορους παράγοντες, κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς, προσωπικότητες, για την αναγκαιότητα συμμετοχής στο διάλογο. Είναι δυνατόν αυτό να είναι το κεντρικό ζήτημα απασχόλησης του Υπουργού Παιδείας, ο οποίος είναι πολιτικά υπεύθυνος για έναν τομέα ζωντανό, γεμάτο προβλήματα και συγκρούσεις που θέλει παρεμβάσεις, που θέλει δουλειά, που θέλει διοικητική μέριμνα και που θέλει και λόγο επί της ουσίας, έμπνευση, άποψη;

Έχω πια σχηματίσει την πεποίθηση ότι όσο θα διαρκέσει ακόμη ο βίος αυτής της Κυβέρνησης -όχι πολύ σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις- ο κ. Σπηλιωτόπουλος, το Υπουργείο Παιδείας, θα κάνει επαφές εθιμοτυπικού χαρακτήρα, επισκέψεις σε διάφορους φορείς, για να οργανώνει την προσδοκία ενός διαλόγου, ο οποίος δεν θα γίνει ποτέ επί της ουσίας, γιατί η κοινωνία, τα παιδιά, οι οικογένειες, η εκπαιδευτική κοινότητα, δεν έχουν καμμία εμπιστοσύνη πως η Κυβέρνηση αυτή έχει κάτι στο μυαλό της και θέλει κάτι να κάνει. Απλώς δημιουργεί μία ψευδή εντύπωση ότι είναι συναινετική, ότι είναι ανοικτή σε διάλογο, ότι θα εφαρμόσουμε μία εθνική πολιτική. Αλλά για να αποκτήσει μία οποιαδήποτε πολιτική συναινετικά και εθνικά χαρακτηριστικά, πρέπει πρώτα να υπάρξει, κάποιος να την περιγράψει, κάποιος να τη συγκροτήσει, κάποιος να την εξηγήσει, κάποιος να την τεκμηριώσει. Και αυτή δεν είναι η περίπτωση, βέβαια, της Κυβέρνησης του κ. Καραμανλή. Άρα, είχαμε σήμερα, όχι μόνο την πανηγυρική επιβεβαίωση των όσων καταγγείλαμε τις δύο προηγούμενες ημέρες σε σχέση με τη συμπεριφορά του Υπουργού Παιδείας, αλλά είχαμε και μία πρωτοφανή, κατά τη γνώμη μου, προσβολή του κύρους του Κοινοβουλίου. Και λυπάμαι, γιατί ο κ. Σπηλιωτόπουλος είναι ένας νέος συμπαθής πολιτικός και προσπαθεί να είναι πάρα πολύ προσεκτικός στις κινήσεις του και να μην δημιουργεί αντιθέσεις. Άρα, αυτά που λέω, δεν τα στρέφω εναντίον του, αλλά τα στρέφω κατά του κ. Καραμανλή που τον επέλεξε και τον καθοδηγεί πολιτικά, όπως έχει υποχρέωση ως Πρωθυπουργός. Γιατί προφανώς επιλογή του κ. Καραμανλή είναι να μη γίνει απολύτως τίποτε στο χώρο της εκπαίδευσης και να κυκλοφορεί διαρκώς αυτός ο μύθος του διαλόγου, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από μία μεγάλη υπεκφυγή, μία μεγάλη δήλωση αδυναμίας και παραίτησης της Κυβέρνησης να ασκήσει τα καθήκοντά της.

Η Κυβέρνηση υψώνει παντού λευκή σημαία, δεν μπορεί να χειριστεί κανένα θέμα. Έχουμε πλήρη διάλυση στον τομέα της δημόσιας τάξης, την πλήρη και απόλυτη απαξίωση της Ελληνικής Αστυνομίας. Το αίσθημα ανασφάλειας του ελληνικού λαού τροφοδοτείται και οξύνεται καθημερινά με όλα αυτά τα περιστατικά τα οποία βλέπουμε.

Έχουμε πλήρη κατάρρευση της αξιοπιστίας της Κυβέρνησης στη διαχείριση του μεγάλου θέματος της ελληνικής γεωργίας και της έντονης κοινωνικής εξέγερσης και διαμαρτυρίας των αγροτών με όσα συνέβησαν στο λιμάνι του Πειραιά και βεβαίως κάθε μέρα πληθαίνουν οι πληροφορίες, όχι απλά και μόνο οι ενδείξεις, ότι υπάρχει αδυναμία χάραξης μιας οικονομικής πολιτικής ενός ενιαίου σχεδίου για την αντιμετώπιση της συγκυρίας για την υπέρβαση της κρίσης, αλλά και για την αναδιάρθρωση του μοντέλου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, γιατί αν αυτά τα δύο δεν συνδυαστούν δεν μπορεί να αποδώσει κανένα αποσπασματικό νευρικό μέτρο το οποίο μετά από λίγο μπορεί να χρειαστεί να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί και αυτό το βλέπουμε τώρα σε όλα τα μέτωπα, στη φορολογία των ελευθέρων επαγγελματιών και στην κατάργηση του αφορολογήτου, στο Ενιαίο Τέλος Ακίνητης Περιουσίας, σε όλα τα θέματα.

Αλλά δεν είναι μόνο η παιδεία. Η Κυβέρνηση δηλώνει την αδυναμία της σε όλα τα μέτωπα. Και αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε, προκαλεί μία κρίση νομιμοποίησης. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν πολλοί Έλληνες πολίτες που σκέφτονται ότι οι εκλογές θα ήταν ενδεχομένως βλαπτικές για τη σταθερότητα της οικονομίας. Όμως αυτό που ζητούν οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι να παραμείνει στην εξουσία μία κυβέρνηση χωρίς νομιμοποίηση, χωρίς σχέδιο, χωρίς συνοχή, χωρίς προοπτική, χωρίς αξιοπιστία, αυτό που ζητούν είναι να τους δώσει κάποιος ασφάλεια και προοπτική. Και αυτό μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την εκλογική καταγραφή μίας νέας κοινωνικής προοδευτικής πλειοψηφίας που έχει συγκροτηθεί και που ζητά να εκφραστεί και εκλογικά και κοινοβουλευτικά. Ευχαριστώ.

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2009