1 Απριλίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης: «Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η τροπολογία για το πάγωμα των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και για την επιβολή της έκτακτης εισφοράς στα υποτιθέμενα δηλωμένα μεγάλα εισοδήματα είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του τι σημαίνει κακή πολιτική διαχείριση της κρίσης. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς στον κόσμο, που να μην έχει αντιληφθεί ότι η κρίση είναι απολύτως πολιτική και γιατί το έλλειμμα εποπτείας διεθνώς οδήγησε στο πρόβλημα και γιατί τώρα όλοι προσβλέπουν στο κράτος, στις εθνικές κυβερνήσεις, στην πολιτική αποφασιστικότητα που πρέπει να επιδεικνύεται από την πολιτική ηγεσία κάθε χώρας.

Στην Ελλάδα, η Κυβέρνηση, αντί να δείξει από την αρχή της κρίσης ότι έχει συνείδηση του προβλήματος και μπορεί να ανταποκριθεί, λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής της κρίσης. Δημιουργεί συνεχώς - και με τη σημερινή τροπολογία και με τις δηλώσεις των αρμοδίων Υπουργών και με τις διαρροές που διοχετεύει στον Τύπο - ένα κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας. Δηλαδή, ουσιαστικά καταρρακώνει την ψυχολογία της αγοράς και έτσι, αντί να ανακόψει την κρίση, εμφανίζεται η ίδια ως πρόσθετος παράγοντας της κρίσης. Αυτό αφορά τον Πρωθυπουργό προσωπικά, αφορά τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, όλο το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης.

Πώς μπορεί να πιστέψει ο Έλληνας πολίτης ότι υπάρχει στη χώρα αυτή πολιτική ηγεσία, κυβέρνηση στην προκειμένη περίπτωση, που έχει συνείδηση του προβλήματος και στοιχειώδη ικανότητα διαχείρισής του; Αυτό το πολιτικό έλλειμμα της χώρας μετατρέπεται σε ένα τεράστιο, όχι δημοσιονομικό, αλλά οικονομικό και αναπτυξιακό έλλειμμα της χώρας.

Είναι δυνατόν να παρακολουθεί ο πολίτης μία Κυβέρνηση, η οποία ψάχνεται καθημερινά, χωρίς να μπορεί να διαμορφώσει έναν ειρμό, έναν άξονα; Ακούω την επιχειρηματολογία ότι τα δεδομένα μεταβάλλονται, ότι οι προγνώσεις όλων των διεθνών οργανισμών επιδεινώνονται καθημερινά. Και άρα; Θα ακολουθήσουμε την προσφιλή μας γραμμή «βλέποντας και κάνοντας».

Όμως, αληθεύει ότι δεν ξέρουμε τα δεδομένα της κρίσης; Προφανώς και τα ξέρουμε, προφανώς και μπορούμε να κάνουμε τις βασικές προγνώσεις, προφανώς και μπορούμε να εφαρμόσουμε μία συγκροτημένη πολιτική, που είναι άλλο πράγμα από αποσπασματικά, παλινδρομούντα και αλληλοαναιρούμενα μέτρα. Όταν ερχόμαστε το Σεπτέμβριο και καλούμαστε να ψηφίσουμε την οριζόντια φορολογία με την κατάργηση του αφορολογήτου ορίου των ελευθέρων επαγγελματιών και των επιτηδευματιών και ερχόμαστε το Μάρτιο και καταργούμε το μέτρο αυτό, για να επιβάλουμε στη συνέχεια την έκτακτη εισφορά, ε, τότε αντιλαμβάνεστε ότι η Κυβέρνηση ομολογεί πώς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την μήτρα του προβλήματος.

Και η μήτρα του προβλήματος, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι όχι μόνον η παντελής έλλειψη σχεδίου εκ μέρους της Κυβέρνησης, αλλά και η παντελής έλλειψη πολιτικής βούλησης να πει την αλήθεια σε σχέση με ένα τεράστιο συλλογικό ψεύδος που υπάρχει στη χώρα. Το συλλογικό ψεύδος συνίσταται στο ότι δήθεν υπάρχει φορολογικό σύστημα, ενώ δεν υπάρχει. Υπάρχει μία χύμα φορολογική κατάσταση η οποία είναι άδικη, αναποτελεσματική, δεν επιτρέπει να εφαρμοστεί καμία δημόσια πολιτική, δημιουργεί στους πολίτες το αίσθημα της ανασφάλειας, της αδικίας, αλλά και της ανομίας. Και ο καθένας προκαλείται, ακούγοντας με την ευκαιρία της έκτακτης εισφοράς, ότι μόνο εκατόν είκοσι οκτώ χιλιάδες πρόσωπα στην Ελλάδα δηλώνουν ετήσιο εισόδημα άνω των 60.000 ευρώ και μόνο δεκαοκτώ χιλιάδες πρόσωπα άνω των 150.000 ευρώ. Αυτό είναι η στατιστική επισημοποίηση του συλλογικού ψεύδους και της παντελούς αδυναμίας άσκησης πολιτικής. Αυτό δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή και του κ. Παπαθανασίου.

Έρχεται προχθές ο παριστάμενος Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και εισάγει στη δημόσια συζήτηση τη μείωση του τέλους ταξινόμησης αυτοκινήτων, θεωρώντας ότι αυτό είναι ένα μέτρο ενίσχυσης της πραγματικής οικονομίας. Και ανοίγει μία συζήτηση, από την οποία προκύπτει ότι δεν έχουμε προφανώς καμία αίσθηση, δηλαδή η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή δεν έχει καμία αίσθηση, για τις προτεραιότητες των αναγκών της πραγματικής οικονομίας. Γιατί έπρεπε η συζήτηση να εστιάζεται στο τέλος ταξινόμησης των αυτοκινήτων, σε ένα μικρό εν πάση περιπτώσει κλάδο της αγοράς, και να μην εστιαστεί στην οικοδομή; Γιατί, αντί να πελαγοδρομεί η Κυβέρνηση, δεν αποφασίζει να δώσει εντολή στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας να προβεί σε μαζικές αγορές κατοικιών, για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες δικαιούχων του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, για να κινήσει το κράτος ως αγοραστής την αγορά της οικοδομής, μια που τα στεγαστικά δάνεια δεν διατίθενται από τις τράπεζες, γιατί και οι ίδιοι οι πολίτες δεν θέλουν να αναλάβουν το βάρος μιας δανειακής υποχρέωσης τώρα; Γιατί πελαγοδρομεί η Κυβέρνηση σε σχέση με τον τουρισμό, με τη δήθεν αύξηση των κονδυλίων για την προβολή της χώρας, όταν είναι το brand name της χώρας δεδομένο και δεν εφαρμόζουμε συνολικά το πακέτο μέτρων που η Κυπριακή Κυβέρνηση εφαρμόζει στη δική της τουριστική βιομηχανία, για να μην υποστούμε και τις συνέπειες ενός τουριστικού ενδοευρωπαϊκού dubbing στη μεσογειακή αγορά τουρισμού;

Και το κυριότερο, κύριε Υπουργέ. Τι γίνεται με το πακέτο των 28.000.000.000 ευρώ των τραπεζών; Γιατί οι τράπεζες προσήλθαν στο Ταμείο και πήραν το κονδύλιο των 5.000.000.000 ευρώ, που αφορά την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους επάρκειας, προσήλθαν εν μέρει και παρέλαβαν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου από το κονδύλιο των 8.000.000.000 ευρώ, για να τα ανταλλάξουν μεταξύ τους και να τα καταθέσουν στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, για να αντλήσουν χρήμα, αλλά αρνούνται να αξιοποιήσουν το μεσαίο κονδύλιο των 15.000.000.000 ευρώ; Γιατί τώρα δεν βλέπετε την ανάγκη να τροποποιηθεί επιτέλους η νομοθεσία, να καταστεί υποχρεωτική η άντληση των κονδυλίων αυτών, που είναι κονδύλια εξαιρετικά χρήσιμα για την άσκηση μιας πολιτικής αναχαίτισης της κρίσης, αφού δεν εγγράφονται στο έλλειμμα και άρα μπορεί να πέσει χρήμα στην αγορά, χωρίς να επιβαρύνεται το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας; Γιατί, λοιπόν, δεν έρχεστε με μία γενναία ρύθμιση να επιβάλλετε υποχρεωτικά την πλήρη ανάληψη του κεφαλαίου των 28.000.000.000 ευρώ, αλλά με συγκεκριμένους ασφυκτικούς και επιτηρούμενους όρους, ώστε τα χρήματα αυτά να πέσουν στην αγορά, προκειμένου να αναπνεύσει το λιανικό εμπόριο, να αναπνεύσουν οι μεταποιητικές επιχειρήσεις που υφίστανται τεράστια πίεση, να προστατευθεί η απασχόληση;

Το πρόβλημα δεν είναι να προχωρούν κουτσά-στραβά τα προγράμματα του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων, το πρόβλημα είναι η τεράστια φούσκα των μεταχρονολογημένων και εν πολλοίς εικονικών επιταγών ευκολίας, που οι τράπεζες επιβάλλουν ως πρακτική τις επιχειρήσεις, τις οποίες αιχμαλωτίζουν διαρκώς, γιατί δεν ανοίγουν διαφορετικά πιστώσεις. Το μεγάλο πρόβλημα είναι να δανειοδοτηθούν οι επιχειρήσεις που δεν θέλουν να κάνουν κάποιο επενδυτικό πρόγραμμα, αλλά θέλουν να ξεπεράσουν την αγωνία που έχουν σε σχέση με τις άμεσες υποχρεώσεις και σε σχέση με το κεφάλαιο κίνησής τους. Και αυτό μπορεί να διασφαλιστεί, εάν το κονδύλιο, το πακέτο των 28.000.000.000 ευρώ πραγματικά χρησιμοποιηθεί, προκειμένου να τονωθεί η πραγματική οικονομία και να επιτελέσουν οι τράπεζες τον κοινωνικό και αναπτυξιακό τους ρόλο επιτέλους. Όμως, χρειάζεται επιτήρηση, πολιτική βούληση και να τοποθετηθεί η Κυβέρνηση, να πει πειστικά ότι είναι με την πραγματική οικονομία, με τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Αλλά δεν μπορεί να το πει αυτό, γιατί δεν το πιστεύει, γιατί αυτό δεν αληθεύει και γιατί αυτήν τη στιγμή η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή είναι μία Κυβέρνηση χωρίς νεύρο, χωρίς προοπτική, μία Κυβέρνηση ηττοπαθής, παραιτημένη, μία Κυβέρνηση χωρίς νομιμοποίηση, χωρίς ικανότητα διαπραγμάτευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που ούτως ή άλλως συνολικά έχει ένα πρόβλημα πολιτικών αντανακλαστικών και αντίληψης των πραγμάτων.

Και θα μπορούσε μια κυβέρνηση μεσαίας χώρας να παίξει ρόλο, αλλά θέλει άλλου είδους δυναμική, άλλου είδους πρωτοβουλίες και άλλου είδους πολιτική αποφασιστικότητα.

Η Κυβέρνηση, λοιπόν, αποτελεί βάρος για τη χώρα. Αντί να είναι παράγοντας αντιμετώπισης της κρίσης είναι παράγοντας διόγκωσης και τροφοδότησης της κρίσης. Γι’ αυτό, κύριε Υπουργέ, αντιλαμβάνομαι τη δυσκολία της θέσης σας και τη δυσκολία της θέσης του κυρίου Πρωθυπουργού, αλλά η σωτηρία της πατρίδας είναι το μεγάλο ζήτημα και η σωτηρία της εθνικής οικονομίας. Και σε αυτό δεν μπορείτε να συνεισφέρετε τίποτα, γιατί αποτελείτε τροχοπέδη, βάρος και κίνδυνο.

[Μπορείτε να παρακολουθήσετε την αγόρευση, εδώ]

 

Tags: Αγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2009