Παρασκευή 14 Μαϊου 2010

 

«30 Χρόνια έρευνας για την Ευρώπη. Από την κρίση στην Ευρώπη του 2020: Η ΕΕ και η Ελλάδα απέναντι στην πρόκληση της οικονομικής διακυβέρνησης»


Κυρίες και κύριοι, χαίρομαι ειλικρινά γιατί μου δίνετε η ευκαιρία να διατυπώσω ζωντανά και επίσημα τις θερμές μου ευχές για την επέτειο των 30 ετών από την ίδρυση του ΕΚΕΜΕ. Για εμένα το ΕΚΕΜΕ ήταν και είναι πάντα ένας υψηλού επιπέδου κύκλος φίλων και συναδέλφων. Με συνδέουν με πολλούς από τους εταίρους του ΕΚΕΜΕ στενοί προσωπικοί και επιστημονικοί δεσμοί και θέλω να ευχαριστήσω τον Νίκο Φραγκάκη, παλιό και καλό φίλο, γιατί μου έκανε την τιμή να με καλέσει να μιλήσω σ' αυτήν την επετειακή εκδήλωση. Έχω παρακολουθήσει από  το ΄80 όλες τις φάσεις του ΕΚΕΜΕ  και θα μου επιτρέψετε να κάνω μια  ξεχωριστή μνεία σε τρεις από τους θανόντες εταίρους που ήταν πολύ στενοί προσωπικοί μου φίλοι, τον Δημήτρη Τσάτσο, τον Γιώργο Παπαδημητρίου και τον Κρατερό Ιωάννου.

 

Θα διατυπώσω ορισμένες  μάλλον κοινότοπες σκέψεις γιατί  οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών ομολογώ ότι δεν μου επέτρεψαν να εμφανιστώ ενώπιόν σας με μία εισήγηση μεγαλύτερων επιστημονικών και πολιτικών αξιώσεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη δημιουργία του ευρώ και τη συγκρότηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, πέρασε μια, μπορούμε να πούμε, χαλαρή δεκαετία. Η δεκαετία 2000 – 2010 σφραγίζεται από μία μεγάλη, θεσμική, πολιτική και οικονομική αμηχανία και αρρυθμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ατελέσφορη επιχείρηση της Συνθήκης για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Συντάγματος και στη συνέχεια οι συμβιβασμοί που ενσωματώνονται στη μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισαβόνας νομίζω ότι αποδεικνύουν του λόγου μου το ασφαλές.

Ίσως όμως μεγαλύτερη και  ισχυρότερη απόδειξη του ισχυρισμού μου να είναι ο τρόπος με τον  οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπισε την πρώτη φάση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης πριν από 2 – 2,5 περίπου χρόνια, όταν η κρίση εμφανίστηκε πρωτίστως ως μία κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ως μία κρίση των τραπεζών σε Ευρώπη και Αμερική.

Είδαμε την περίοδο  εκείνη την Ευρωπαϊκή Ένωση να αδυνατεί να αναλάβει μεγάλες, κοινές κοινοτικές πρωτοβουλίες. Η ευθύνη για τη διαχείριση εκείνης της πρώτης φάσης της κρίσης ανελήφθη από τα κράτη μέλη ή από άλλους τυπικούς ή άτυπους διεθνείς οργανισμούς, όπως η Σύνοδος των 8 (G8) ή των 20 (G20) πιο ανεπτυγμένων οικονομιών του κόσμου.
Επίσης, χώρες ευρωπαϊκές εκτός Ευρωζώνης, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, φάνηκε τότε να έχουν καλύτερα, ταχύτερα αντανακλαστικά και την ικανότητα λήψης μεγάλων πολιτικών πρωτοβουλιών με έναν τρόπο ο οποίος είναι αν μη τι άλλο αποφασιστικότερος από αυτόν που επέδειξε η Ευρωζώνη ως τέτοια.

Αυτή η πρώτη φάση της κρίσης στη συνέχεια μας οδήγησε  στην παγκόσμια δημοσιονομική κρίση, ενώ η εμπειρία της πρώτης φάσης της κρίσης θα έπρεπε να έχει κινητοποιήσει  πολύ νωρίτερα τα κράτη, να έχει καταστήσει καχύποπτα τα πολιτικά συστήματα  σε όλο το δυτικό κόσμο, για να μην πω σε όλο τον κόσμο.

Αυτά όμως τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ευρώπη ήταν αιχμάλωτη  αυτού του συνολικού θεσμικού και πολιτικού μετεωρισμού της, καθώς το μεγάλο βήμα της Νομισματικής Ένωσης δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχους θεσμούς ούτε για την άσκηση οικονομικής πολιτικής ούτε για την πολιτική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε ο έμφοβος, για να μην πω συμπλεγματικός τρόπος με τον οποίο πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετώπισαν την έννοια του Ευρωπαϊκού Συντάγματος νομίζω ότι είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του πώς αντιλαμβάνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση το πολιτικό και θεσμικό πρόβλημά της.

Όλα αυτά λοιπόν επηρέασαν και τον πιο κρίσιμο  από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς  και τον πιο λειτουργικό και  επιχειρησιακό, που είναι αναμφίβολα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Πάντως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επέδειξε, σε σχέση με άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τα καλύτερα και αποτελεσματικότερα αντανακλαστικά και στην πρώτη μεγάλη φάση της κρίσης και στην ενδιάμεση περίοδο από την τραπεζική στη δημοσιονομική κρίση.

Αυτή η κατάσταση  νομίζω ότι αποτυπώνεται με έναν χαρακτηριστικό, σχεδόν σχολικό τρόπο στην αμφιθυμία  με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση  και πιο συγκεκριμένα η Ζώνη του  Ευρώ αντιμετώπισε μετεκλογικά, μετά δηλαδή τον Οκτώβριο του 2009, το ελληνικό πρόβλημα θεωρώντας ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι ένα επεισόδιο μικρών ή πάντως ελεγχόμενων διαστάσεων. Χωρίς να αντιλαμβάνεται επί πολλούς μήνες ότι το ελληνικό επεισόδιο δεν ήταν παρά το προοίμιο ενός ευρωπαϊκού δράματος ενδεχομένως το οποίο θα έθετε υπό αμφισβήτηση το σύνολο των λειτουργιών και των αυτονοήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πιο συγκεκριμένα της Ζώνης του ευρώ.

Έχουμε εστιάσει την  προσοχή μας στη γερμανική  συμπεριφορά, στην αυτοσυνειδησία της  Γερμανίας μέσα στην Ευρωζώνη και  στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν έχουμε όμως ασχοληθεί γενικότερα με τις θεσμικές και πολιτικές παραμέτρους αυτής όλης της μεγάλης ευρωπαϊκής αμηχανίας την οποία βιώσαμε ως έλλειψη αλληλεγγύης, αλλά και ως έλλειψη διορατικότητας του ευρωπαϊκού φαινομένου τους πολύ κρίσιμους και αγωνιώδεις μήνες που πέρασαν ως τη συγκρότηση του μηχανισμού προστασίας και υποστήριξης της ελληνικής οικονομίας που συγκροτήθηκε τελικά με τη συμφωνία της Ελλάδος με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Δ.Ν.Τ.

Άλλωστε είχαμε ζήσει και  εμείς εδώ στην Ελλάδα τη δική μας  αμφιθυμία θεωρώντας ότι  θα μπορούσε η συμμετοχή του Δ.Ν.Τ. σε ένα σχέδιο διάσωσης και υποστήριξης  της ελληνικής οικονομίας να εκληφθεί ως μία αντιευρωπαϊκή κίνηση. Γι' αυτό και επιμέναμε πάρα πολύ σε μία λύση ευρωπαϊκού χαρακτήρα, σε μία λύση η οποία πάντως εάν προέβλεπε τη συμμετοχή του Δ.Ν.Τ. θα την προέβλεπε ως ευρωπαϊκή επιλογή, δηλαδή ως προϊόν ευρωπαϊκής συναίνεσης και όχι ως μία κίνηση εχθρική προς την ευρωπαϊκή αυτονομία και προς την Ζώνη του ευρώ.

Αυτό όλο είχε ως αποτέλεσμα να βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα νέο  θεσμικό υβρίδιο το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί από πολλές πλευρές. Η  Ευρωπαϊκή Ένωση που εγκυμόνησε με τόση καθυστέρηση και τελικά με τρόπο ατελέσφορο τη Συνθήκη για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, η Ευρώπη που περίμενε με αγωνία την πολωνική ή την ιρλανδική απάντηση απέναντι στη μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισαβόνας, η Ευρώπη που έδειξε να έχει μία χαλαρή σχέση με τον ιστορικό χρόνο όλη τη δεκαετία 2000 – 2010, η Ευρώπη που φάνηκε να είναι εξαιρετικά «άνετη» στην αντιμετώπιση αυτών των πολύ μεγάλων οικονομικών, δημοσιονομικών, θεσμικών και πολιτικών προκλήσεων, κατάφερε μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο ουσιαστικά να διαμορφώσει και να θέσει σε ισχύ μία νέα Συνθήκη. Επιφέροντας μέσω ερμηνευτικών διεργασιών και νομικών επινοήσεων στην πραγματικότητα θεμελιώδεις μεταβολές στο οικοδόμημα του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, θεμελιώδεις αλλαγές στις παραδοχές πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί η Οικονομική και Νομισματική Ένωση, θεμελιώδεις αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας.

Ο δημοσιονομικός και μακροοικονομικός κανόνας του Συμφώνου Σταθερότητας αποτύπωνε στις αρχές της δεκαετίας  του 1990 τους μέσους όρους των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών επιδόσεων των τότε κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και αυτή η αντίληψη, μια αντίληψη εμπειρική και μεσοσταθμική των αρχών της δεκαετίας του ΄90, μετετράπη μέσα από τις Συνθήκες, μέσα δηλαδή από το εργαλείο του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου σε ένα είδος δόγματος, ενώ δεν επρόκειτο περί δόγματος, αλλά επρόκειτο περί αποδοχής μιας πραγματικότητος μιας πολύ συγκεκριμένης εποχής. Αυτός ο δημοσιονομικός και μακροοικονομικός κανόνας που βρέθηκε βεβαίως εκτός πραγματικότητος τη στιγμή της κορύφωσης της κρίσης, τελικά οδήγησε, μέσα από την οριακότητα της νομισματικής πολιτικής που ασκούσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μία θεσμική αλλαγή, δηλαδή στη χαλάρωση όλων αυτών των κανόνων ή πάντως την αποδοχή ενός κανόνα έκτακτης ανάγκης. Αλλά όπως μας διδάσκει η ιστορία, αυτοί οι προσωρινοί, έκτακτης ανάγκης κανόνες πολύ συχνά αποκτούν μια καταθλιπτική μονιμότητα με την οποία πρέπει να συμβιβαστούμε και ίσως σιγά- σιγά να αρχίσουμε να παραδεχόμαστε ότι αυτή η μονιμότητα δεν είναι καταθλιπτική, αλλά μπορεί να είναι και σωτήρια, πάντως σίγουρα είναι σωστική.

Αυτό που συνέβη πριν από λίγες ημέρες είναι στην πραγματικότητα, τουλάχιστον έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ, η εντυπωσιακή απόφαση της καταφυγής της Ευρωζώνης συνολικά στη βοήθεια του Δ.Ν.Τ. Μία βοήθεια που δεν είναι μόνον νομισματική και δημοσιονομική, αλλά αφορά γενικότερα την τεχνογνωσία του ΔΝΤ και άρα το μοντέλο λειτουργίας της Ευρωζώνης.

Επειδή εμφανίζομαι  ενώπιόν σας πρωτίστως ως φίλος και συνάδελφος αλλά και με την ιδιότητα του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, πρέπει να σας πω ότι η σχέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το ΔΝΤ στο πεδίο της νομισματικής και γενικότερα της οικονομικής ασφάλειας, είναι το ιστορικό ομόλογο της σχέσης που έχει διαμορφώσει η ευρωπαϊκή ήπειρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση από τότε που ιδρύθηκε, με το ΝΑΤΟ στον τομέα της ασφάλειας με την στρατιωτική και τελικώς την πολιτική έννοια του όρου.

Αυτή η σχέση βεβαίως είναι εξαιρετικά παλιά. Είναι μία  σχέση που δημιουργείται περίπου  στο μέσο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν κινητοποιείται ο Πρόεδρος Ουίλσον και μία σχέση η οποία επαναλαμβάνεται με αφορμή τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μία σχέση που συνεχίζεται την εποχή του ψυχρού πολέμου. Μία σχέση που ανανεώνεται μετά την 11η Σεπτεμβρίου μέσα στο κλίμα των ασύμμετρων απειλών και του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Είναι μία σχέση η  οποία επισημοποιείται με τη μεταρρυθμιστική  Συνθήκη της Λισσαβόνας που αναγνωρίζει  την πρωταρχία του ΝΑΤΟ στα  θέματα πολιτικής ασφάλειας και  άμυνας και η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας θεωρεί βλασφημία  οτιδήποτε ξεφεύγει απ’ αυτό το πλαίσιο αναφοράς. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Και τώρα με καθυστέρηση  πολλά χρόνια μετά το 1945 και το Bretton Woods, έχουμε την επίσημη πλέον αξιοποίηση της ιστορικής συμμετοχής όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης στο  ΔΝΤ, έχουμε τη συγκρότηση ενός τεράστιου μηχανισμού προστασίας, μιας τεράστιας ομπρέλας προστασίας, που και αυτή αντιμετωπίζεται ως ανεπαρκής, αντιμετωπίζεται ως πρόκληση από τις διεθνείς αγορές, λίγα 24ωρα μετά την εξαγγελία της. Μιας τεράστιας ομπρέλας στην οποία το χειροπιαστό στοιχείο είναι τα 60 εκατ. του κοινοτικού προϋπολογισμού και οι “quotas” του ΔΝΤ, ενώ εξακολουθεί να είναι αμφίβολος ο μηχανισμός των εγγυήσεων.

Μεγάλο βάρος πέφτει βεβαίως στη δραστηριότητα της  ΕΚΤ, η οποία επίσης ξαφνικά  ερμηνεύει, για να μην πω τροποποιεί, το καταστατικό της και αποκτά έναν τελείως διαφορετικό ρόλο, καθιστάμενη μία φυσιολογική κεντρική τράπεζα απολύτως αντίστοιχη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Τράπεζας της Αγγλίας.

Πρόκειται για συγκλονιστικές αλλαγές στο δημοσιονομικό και μακροοικονομικό τομέα, για συγκλονιστικές αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για συγκλονιστική ανατροπή των αυτονόητων και βασικών παραδοχών του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Και ταυτόχρονα πρόκειται  για ένα εντυπωσιακά μεγάλο, αν και ασυντόνιστο και δεν ξέρω σε πόσο βαθμό συνειδητό βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Η ευρωπαϊκή αμηχανία τελικά μετατρέπεται σε μία ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα με το περιβόητο “πιστόλι στον κρόταφο”, που σημαίνει ότι η ιστορία δεν θα πάψει ποτέ να μας εκπλήσσει και η νομική και θεσμική επινοητικότητα δε θα πάψει ποτέ να παράγει νέα σχήματα τα οποία έρχονται να δικαιολογήσουν -και δυστυχώς όχι να προδικάσουν- πολιτικές αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται προκειμένου να αντιμετωπιστούν συνθήκες κρίσης, οι οποίες σε πολύ μεγάλο βαθμό δημιουργούνται επειδή αυτοί που έχουν τη θεσμική υποχρέωση και τη θεσμική ευθύνη να προβλέπουν, να αποτρέπουν και εντέλει να διαχειρίζονται τις κρίσεις, δεν είναι σε θέση να επιτελέσουν το έργο τους.

Άρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση  μετέχει με άλλους πλέον όρους  στον αδυσώπητο πόλεμο που διεξάγεται μεταξύ πολιτικών συστημάτων και  αγορών. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία  ότι αυτό το πρόβλημα που αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζουμε, είναι το πρόβλημα του διεθνούς πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Η ευρωπαϊκή διάστασή του  ως μία περιφερειακή διάσταση, αποδεικνύεται  ατελέσφορη και ανεπαρκής. Απ’ την άλλη μεριά η Ευρωπαϊκή  Ένωση ακόμη δεν έχει αποκτήσει δυστυχώς το βαθμό ενοποίησης και  αυτοσυνειδησίας που θα επέτρεπε σε μία πολύ ισχυρή περιφερειακή οντότητα να καθοδηγήσει τις εξελίξεις σε πραγματικά παγκόσμιο επίπεδο.

Ακόμη και τώρα χωρίς  τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου που βρίσκεται εκτός  Ευρωζώνης, χωρίς μία συνεχή, ανεπίσημη, αλλά ουσιαστική διαπραγμάτευση με τις χώρες της λεγόμενης ομάδας «BRIC», δεν μπορούν να ληφθούν οι αποφάσεις οι οποίες είναι κρίσιμες και αναγκαίες στο επίπεδο των οργάνων του ΔΝΤ. Δεν μπορούν να κινηθούν μηχανισμοί που είναι απολύτως αναγκαίοι για την επιβίωση της Ευρωζώνης μέσα στην οποία φυσικά εμείς εξακολουθούμε να φέρουμε το δικό μας σταυρό, διότι είμαστε μία χώρα η οποία λειτούργησε καταλυτικά, αλλά με μεγέθη τα οποία δεν είναι καταλυτικά.

Βρισκόμαστε αντιμέτωποι  με το φαινόμενο της προσχώρησης της Ευρωζώνης στο ΔΝΤ και βλέπουμε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση να κινείται κυρίως μέσα από την ολοκληρωτική αίσθηση του κοινού κινδύνου. Και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η αίσθηση του κοινού κινδύνου είναι η πιο ισχυρή αίσθηση κοινού συμφέροντος. Και μόνο πάνω στην αίσθηση του κοινού συμφέροντος μπορούν να οικοδομηθούν τα μεγάλα βήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Πριν από ένα περίπου  χρόνο σε μια σειρά διαλέξεών  μου στις Ηνωμένες Πολιτείες είχα θέσει το ερώτημα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ήδη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν παρακάθονται στο τραπέζι των 27 ως 28ο μέλος. Αν αυτό το οποίο συμβαίνει στα Συμβούλια Υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία μετέχει ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, στην πραγματικότητα συμβαίνει και στις Συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις Συνόδους του ECOFIN, στις συνόδους του EUROGROUP.

Και η απάντηση είναι, είτε το θέλουμε είτε όχι, μία απάντηση καταφατική. Δηλαδή δεν συγκροτείται αυτή τη στιγμή η ευρωπαϊκή οντότητα εάν δεν λάβει υπόψη της τη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και από την άλλη μεριά είναι προφανές ότι ο κίνδυνος γενικευμένης και ανεξέλεγκτης κρίσης στην Ευρωζώνη, κινητοποιεί τα πολιτικά αντανακλαστικά των Ηνωμένων Πολιτειών που πάντα επιδεικνύουν έναν πολιτικό βολονταρισμό πιο ισχυρό, πιο έντονο και πιο εύκολο από τον πολιτικό βολονταρισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι και αυτός πολλές φορές υπερχειλής, γιατί χωρίς τον πολιτικό βολονταρισμό δεν θα είχαμε φτάσει εδώ που φτάσαμε.

Όλα τα μεγάλα βήματα της  ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι βήματα οικοδομημένα πάνω στην πολιτική βουλησιαρχία. Τώρα όμως τα πράγματα γίνονται πολύ πιο κρίσιμα. Τώρα τα ερωτήματα είναι καταλυτικά, υπαρξιακά. Τώρα τα ερωτήματα για  την αντοχή του ευρώ, για το μέλλον της ευρωζώνης, για τη διεύρυνση  και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη σχέση μεταξύ νομισματικής και οικονομικής πολιτικής, τα ερωτήματα για την ανάγκη δημιουργίας μηχανισμών ομοσπονδιακού χαρακτήρα που ανακατανέμουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό, τον συγκροτούν πρωτίστως και τον ανακατανέμουν στη συνέχεια κατά τα πρότυπα πραγματικών ομοσπονδιακών ενοτήτων, είναι ερωτήματα τα οποία τίθενται. Πιστεύω όχι ακόμη με καθαρό τρόπο, γιατί σε κάθε χώρα, σε κάθε εθνικό πολιτικό σύστημα υπάρχουν ιδιομορφίες, επιφυλάξεις, στερεότυπα, υπάρχουν ταμπού τα οποία δεν μπορεί κανείς να υπερβεί, αλλά είναι πάντως ερωτήματα τα οποία υπάρχουν, έχουν τεθεί επί τάπητος και κανείς δεν μπορεί να τα αγνοήσει.

Το αίτημα για μετατροπή  της Ευρωζώνης σε ένα περιφερειακό σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης, έχει πλέον υπερκαλυφθεί από την ανάγκη να αναληφθούν μεγάλες πρωτοβουλίες παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Οι ρητορικές εξαγγελίες των τελευταίων Συνόδων των G-8, και των G-20 απεδείχθησαν σχεδόν βλάσφημες σε σχέση με τις αγορές και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αναγκασμένη να αναλάβει μεγάλες πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή, πρωτοβουλίες οι οποίες πρέπει να κινητοποιήσουν όλο το υφιστάμενο θεσμικό οπλοστάσιο, το οποίο δεν είναι και πάρα πολύ μεγάλο, ούτε πάρα πολύ σπουδαίο, αλλά δε θα μπορέσουμε να αποφύγουμε ένα νέο Μπρέτον Γουντς, δεν θα μπορέσουμε να αποφύγουμε μία ριζική τροποποίηση του καταστατικού του ΔΝΤ και άλλων σημαντικών μηχανισμών όπως είναι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου ή η Διεθνής Τράπεζα Διακανονισμών, γιατί χωρίς αυτό το νέο θεσμικό κέλυφος νομίζω ότι δεν θα μπορέσουν τα κράτη να αντιμετωπίσουν την ανεξέλεγκτη λειτουργία των αγορών.

Μέσα στο πλαίσιο  αυτό – και τελειώνω – εμείς  είμαστε αντιμέτωποι με ένα πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα στήριξης της  ελληνικής οικονομίας. Ένα πρόγραμμα  που μας φέρνει αντιμέτωπους με τα διαρθρωτικά και νοοτροπιακά προβλήματα της οικονομίας, της κοινωνίας και των θεσμών μας, ένα όμως πρόγραμμα το οποίο βασίζεται σε μακροοικονομικές παραδοχές, οι οποίες χωρίς να τηρηθεί η αναπτυξιακή παράμετρος είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθούν, ακόμη και εάν είμαστε δρακόντιοι στη λήψη και την εφαρμογή των μέτρων.

Γιατί υπάρχουν παράμετροι που δεν μπορούν να αποτυπωθούν  αριθμητικά. Υπάρχει η παράμετρος της οικονομικής ψυχολογίας, υπάρχει η αδυσώπητη σύγκρουση μεταξύ οικονομίας και παραοικονομίας καθώς η παραοικονομία πρέπει να υποταχθεί προκειμένου να  αντιμετωπιστούν τα τεράστια δημοσιονομικά μας προβλήματα. Αλλά απ’ την άλλη μεριά  η ανάγκη επιβίωσης της  πραγματικής οικονομίας και η  ανάγκη περιορισμού της ύφεσης, αναγκάζει  κάποιους να μετέρχονται νέους τρόπους επιβίωσης ή και επέκτασης της παραοικονομικής δραστηριότητας. Πρέπει να χτυπήσουμε καίρια και έγκαιρα αυτή τη θεμελιώδη αντίφαση, μια αντίφαση που στην πραγματικότητα μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα δομικό, γενετικό πρόβλημα του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας μας, που είναι όχι η παραοικονομία, αλλά η ατυπία γενικά, η σχέση μεταξύ τυπικών και άτυπων χαρακτηριστικών γενικά, σε όλα τα επίπεδα δημόσιας και κοινωνικής δράσης.

Και επειδή αυτό είναι  το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσουμε  στην πραγματικότητα τα επόμενα χρόνια μέχρι το 2014, είναι μία ευκαιρία να τοποθετήσουμε τον εθνικό μας εαυτό μέσα στα ευρωπαϊκά συμφραζόμενα, με ένα δίκαιο και έξυπνο τρόπο, χωρίς πνευματικούς επαρχιωτισμούς και ξεπερασμένες αναστολές, να νιώσουμε ότι το πρόβλημά μας δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά είναι ευρωπαϊκό. Να νιώσουμε ότι δικαιούμαστε να έχουμε άποψη και για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και δεν είμαστε επαίτες αλλά εταίροι. Ώστε στη συνέχεια να μπορέσουμε και εμείς να συμβάλουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας και χωρίς μικρομεγαλισμούς, με βάση τη συμβολή μας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ, στη διαμόρφωση των αναγκαίων παγκόσμιων πρωτοβουλιών, με στόχο να τεθεί με καθαρό τρόπο, το αίτημα της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης, δηλαδή ουσιαστικά το αίτημα η πολιτική και η δημοκρατία να κατισχύσει της ανεξέλεγκτης λειτουργίας των αγορών.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2010Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2010