Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Φίλες και φίλοι,

Χαίρομαι πολύ που είμαι στη Σαλαμίνα. Σας ευχαριστώ θερμά για την παρουσία σας. Θέλω να σφίξω το χέρι στην καθεμιά και στον καθένα από εσάς. Με τιμάτε εδώ σήμερα πολύ με την αγάπη σας και την εμπιστοσύνη σας. Θέλω να ευχαριστήσω την οργάνωσή μας, τη δημοτική και τη νομαρχιακή, τον Δήμαρχο, τον Δήμαρχο Αμπελακίων, που τώρα με τον Καλλικράτη θα συγκροτήσουν τον ενιαίο νησιωτικό δήμο της Σαλαμίνας. Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τους συναδέλφους μου στη Βουλή, τους φίλους μου και συντρόφους μου, τον Γρηγόρη, τον Δημήτρη, τον Γιάννη, τον Δημήτρη από την Α’ Πειραιώς και όλα τα στελέχη μας του κόμματος και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του συνδικαλιστικού κινήματος που είναι παρόντα εδώ σήμερα.



Άκουσα με προσοχή την δυναμική προσφώνηση του γραμματέα της οργάνωσής μας και, ούτως ή άλλως, οι συνάδελφοί μου οι βουλευτές και ο Δήμαρχος με είχαν ενημερώσει για τα μεγάλα προβλήματα του νησιού. Μιλήσαμε για το μεγάλο αναπτυξιακό έργο της αποχέτευσης. Γνωρίζω πόσο ταλαιπωρεί την περιοχή το βασικό αυτό ζήτημα γιατί οι κοινωνικές συνθήκες ήταν τέτοιες που οδήγησαν σε «ημι-νόμιμες» καταστάσεις που η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει φυσικά στο πλαίσιο του Συντάγματος και φυσικά με όσο γίνεται καλύτερη συνεννόηση με τη δικαστική εξουσία. Γιατί σε μια ευνομούμενη Πολιτεία τον τελευταίο λόγο δεν τον έχει πάντα η πολιτική εξουσία, δεν τον έχει πάντα η Βουλή ή η εκάστοτε κυβέρνηση. Είναι πολύ σημαντικός ο ρόλος που παίζει η Δικαιοσύνη, άρα είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε υπόψη μας πολλές παραμέτρους.

Σας υπόσχομαι όμως και με την πολιτική μου και με την επιστημονική μου ιδιότητα να συμβάλω στην προσπάθεια που θα κάνει πρωτίστως το Υπουργείο Περιβάλλοντος αλλά και η νέα περιφερειακή αυτοδιοίκηση προκειμένου να επιτευχθεί μια οριστική, εφαρμόσιμη, απλή λύση στο περιβόητο δασικό πρόβλημα της Σαλαμίνας που είναι ταυτόχρονα και πολεοδομικό και αναπτυξιακό πρόβλημα. ΄Ετσι ώστε χωρίς κόστος και χωρίς περαιτέρω γραφειοκρατικές ταλαιπωρίες να υπάρξει μια ασφάλεια δικαίου για τις κατοικίες, για τις μικρές περιουσίες που υπάρχουν εδώ και που είναι σημαντικές και πολύτιμες για πάρα πολλές οικογένειες που τώρα φυσικά δοκιμάζονται λόγω της δημοσιονομικής και γενικότερα της οικονομικής κρίσης που διέρχεται όχι μόνο η χώρα αλλά όπως βλέπετε καθημερινά στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων όλη η Ευρώπη, όλη η ζώνη του ευρώ, όλες οι μεγάλες δυτικές οικονομίες.

Είχα έλθει και πριν από δέκα μέρες στο νησί σας, στην άλλη πλευρά, επιθεωρώντας τον Ναύσταθμο και τον Στόλο και ξέρω πόσο στενές είναι οι σχέσεις του Πολεμικού Ναυτικού με τη Σαλαμίνα, όπως και με την απέναντι ακτή. Σταμάτησα προηγουμένως στο Δημαρχείο του Περάματος και άκουσα ανάλογα αιτήματα, ανάλογα προβλήματα, προβλήματα πολύ σοβαρά για επιβαρυμένες περιοχές που έχουν δίκαιο παράπονα. Θα κάνω ό,τι μπορώ ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας, ώστε η σχέση του Ναυτικού μας με τη Σαλαμίνα, που είναι στην πραγματικότητα η έδρα του, με τη Β’ Πειραιώς, με το Πέραμα, να γίνει λειτουργική, να λύσουμε προβλήματα. Απλά προβλήματα που μπορούν να λυθούν με μια υπογραφή του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι θα λυθούν το ταχύτερο δυνατόν.

Βεβαίως, η συνάντησή μας γίνεται υπό δύσκολες συνθήκες. Υπάρχει και μια ομάδα πολιτών που διαμαρτύρεται έξω από το Δημαρχείο, ενώ εδώ δεν πρόκειται για μια κυβερνητική δραστηριότητα, πρόκειται για μια κομματική, πολιτική εκδήλωση, άρα η Δημοκρατία ισχύει για όλους μας και η λογική της «αντι-συγκέντρωσης» δεν είναι μια προοδευτική αριστερή πρακτική και αυτό πρέπει να το θυμόμαστε. Αλλά εν πάση περιπτώσει όλοι μπορούμε να εκφραζόμαστε και όλοι μπορούμε να συνυπάρχουμε σε μια κοινή πατρίδα που ανήκει σε όλους μας, γιατί όλοι ζούμε τα ίδια προβλήματα και όλοι δικαιούμαστε να έχουμε τις ίδιες ελπίδες.

Φυσικά, φίλες και φίλοι, η κοινωνία είναι, όπως έχω πει πολλές φορές -και κάποιοι από εδώ μέσα με έχετε ακούσει- από μόνη της άνιση, άδικη, σκληρή. Ο κόσμος δεν μπορεί να επιβιώσει εύκολα μέσα στην κοινωνία, μέσα στην αγορά, με τους νόμους της οικονομίας. Εναποθέτει τις ελπίδες του στη Δημοκρατία, στην πολιτική. Εναποθέτει τις ελπίδες του σε ένα σοβαρό, ισχυρό, δημοκρατικό κράτος, σε ένα κράτος δικαίου, σε ένα κοινωνικό κράτος που μπορεί να βοηθήσει με αξιοπρέπεια και με αίσθημα δικαιοσύνης κάθε άνθρωπο, κάθε οικογένεια στο πρόβλημά της. Και το πρόβλημα είναι η ανεργία, τα γηρατειά, η φτώχια, η αρρώστια, οι κακές συνθήκες διαβίωσης. Εάν δεν μπορείς να προσφέρεις στον πολίτη καλή ποιότητα κρατικών υπηρεσιών, εάν δεν μπορείς να προσφέρεις ισχυρούς και λειτουργικούς θεσμούς, μια τοπική αυτοδιοίκηση με υπόσταση, μια τοπική αυτοδιοίκηση με κύρος, μια τοπική αυτοδιοίκηση με πόρους, με υποδομές, με αρμοδιότητες, εάν δεν μπορείς να προσφέρεις κρατικές υπηρεσίες οι οποίες να αντιλαμβάνονται τον πολίτη ως φίλο και όχι ως εχθρό, αν δεν μπορείς να προσφέρεις καλά νοσοκομεία, καλά κέντρα υγείας, αν δεν μπορείς να προσφέρεις ένα ασφαλιστικό σύστημα ισχυρό με δυνατότητα επιβίωσης που να μπορεί να δίνει κύριες και επικουρικές συντάξεις, δεν προσφέρεις στην πραγματικότητα τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Θέλω να σας πω, φίλες και φίλοι, ότι η Ελλάδα ζει την εξής εντυπωσιακή αντίφαση: είναι, όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο, μια πλούσια χώρα, μια ισχυρή οικονομία. Η Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων, με τα προβλήματά της, με την απαισιοδοξία της και τη μιζέρια της που έχει βγει στην επιφάνεια τον τελευταίο καιρό, εξακολουθεί να είναι η τριακοστή σε όγκο οικονομία στον κόσμο, η υπ’ αριθμόν 30 οικονομία σε απόλυτους αριθμούς. Έχουμε πολύ υψηλά επίπεδα επενδύσεων και αποταμιεύσεων. Έχουμε ένα υψηλό μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα, αλλά -όπως ξέρετε- η στατιστική λέει ψέματα γιατί εξομοιώνει τον πλούσιο και τον φτωχό για να βγάλει το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα. Έχουμε ένα μεγάλο δημόσιο χρέος που τώρα είναι το 125% του ΑΕΠ αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ -κάτι που ίσως δεν το ακούτε συχνά, ίσως δεν το έχετε ακούσει ποτέ- πως όλοι εμείς οι Έλληνες, τα νοικοκυριά δηλαδή και λιγότερο οι επιχειρήσεις έχουμε όλοι μαζί –πλούσιοι και φτωχοί βεβαίως πάλι στατιστικά- ακίνητη περιουσία που ξεπερνάει το 450% του ΑΕΠ, δηλαδή είναι πάνω από τρεις φορές περισσότερη και πάνω από το δημόσιο χρέος. Μόνο σε ιδιωτικές κατοικίες οι Έλληνες έχουν επενδεδυμένο περίπου το 250% του ΑΕΠ. Αλλά φυσικά δεν μπορείς να βάλεις τις επαύλεις της Μυκόνου δίπλα στα μικρά σπιτάκια της Σαλαμίνας που ξεκίνησαν ως αυθαίρετη δεύτερη κατοικία και τώρα πρέπει να νομιμοποιηθούν ως πρώτες κατοικίες πολλών οικογενειών. Όμως αυτός είναι ένας εθνικός πλούτος.

Αυτή λοιπόν η χώρα που έχει τέτοιες δυνατότητες και που από το 2000 μετέχει στο κλαμπ των ισχυρότερων ευρωπαϊκών χωρών, των ισχυρότερων δυτικών χωρών μέσα στη ζώνη του ευρώ, αυτή η χώρα όπως όλες οι χώρες του δυτικού κόσμου, οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, είναι μια χώρα με ανισότητες και αδικίες, με ταξικές διαφορές, με συγκρούσεις γιατί αυτή είναι η λογική του οικονομικού συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε. Υπάρχει μια αδυσώπητη σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται συντελεστής «κεφάλαιο» και σε αυτό που λέγεται συντελεστής «εργασία» και φυσικά δεν είναι ίδια η συμβολή του ενός και του άλλου συντελεστή στη δημόσια οικονομία. Γιατί το παράδοξο φαινόμενο είναι πως αυτό το πλούσιο κράτος, από πλευράς πολιτών, είναι φτωχό το ίδιο, γιατί ποτέ δεν μπορέσαμε να οργανώσουμε ένα δημοσιονομικό σύστημα, ποτέ δεν μπορέσαμε να οργανώσουμε ένα ολοκληρωμένο, ορθολογικό, διαφανές, έντιμο φορολογικό σύστημα. Γιατί ακόμη και τώρα ζούμε σε δύο επίπεδα. Στο επίπεδο της επίσημης οικονομίας και στο επίπεδο της παραοικονομίας, της ανεπίσημης οικονομίας. Και όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως –πλούσιοι, μεσαίοι και φτωχοί- ζουν και στα δύο επίπεδα καθημερινά, είτε ως επιχειρηματίες, είτε ως εργαζόμενοι, είτε ως ιδιοκτήτες ακινήτων, είτε ως χρήστες υπηρεσιών στην αγορά.

Τώρα, το κίνημα των αποδείξεων που ξεκίνησε τους τελευταίους μήνες ωθεί στη νόμιμη και επίσημη οικονομία ένα μεγάλο μέρος της παραοικονομίας. Όμως, για δείτε μια άλλη αντίφαση: προκειμένου να πετύχουμε τους μεγάλους δημοσιονομικούς στόχους και να μειώσουμε το τεράστιο, το δυσθεώρητο έλλειμμα που έχουμε, που έχει φτάσει κοντά στο 15% και πρέπει μέσα σε 3,5 χρόνια να πάει στο 3%, είμαστε υποχρεωμένοι να χτυπήσουμε ανελέητα τη φοροδιαφυγή και άρα την παραοικονομία. Η παραοικονομία εκδηλώνεται κυρίως ως φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή εις βάρος του δημοσίου ταμείου και των ασφαλιστικών ταμείων, αλλά έχει και πολλά άλλα πλοκάμια. Και από την άλλη μεριά, προκειμένου να σώσουμε τα εισοδήματα, προκειμένου να σώσουμε την αγορά, σκεφτόμαστε πόσο μπορεί να αντέξει η παραοικονομία προκειμένου να βοηθήσει τώρα που περιορίζονται εισοδήματα -γιατί περικόπτονται αποδοχές και συντάξεις αλλά και γιατί η αγορά στενάζει γιατί οι καταναλωτικές συμπεριφορές έχουν γίνει πολύ πιο προσεκτικές και πολύ πιο σφιχτές. Ο καθένας σκέφτεται πια τις επιλογές του, είτε αυτές είναι μεγάλες, όπως η αγορά ενός σπιτιού ή ενός ακινήτου, είτε αυτές είναι μικρές και αφορούν την καθημερινότητα, ακόμη και αυτά τα είδη πρώτης ανάγκης, τα είδη διατροφής που συνθέτουν το λεγόμενο καλάθι  της νοικοκυράς.

Γιατί το καλάθι του φτωχού και μεσαίου νοικοκυριού και άρα ο πληθωρισμός του φτωχού είναι δυστυχώς πάντα μεγαλύτερος από τον επίσημο πληθωρισμό τον οποίο μετράμε σε πολλά άλλα αγαθά που δεν μπορεί να τα πλησιάσει ή ακόμα και να τα σκεφτεί ένα μικρομεσαίο ή φτωχό νοικοκυριό.

Πώς φτάσαμε εδώ; Πώς φτάσαμε από την Ελλάδα του ευρώ, από την Ελλάδα που έδειξε την ικανότητά της να διοργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως αναπτυξιακό γεγονός και ως προσδοκία, σε αυτή την κατάπτωση; Φταίνε –λένε πολλοί- όλες οι κυβερνήσεις, όλοι οι πολιτικοί, φταίνε όλες οι επιλογές της μεταπολίτευσης. Μα, φίλες και φίλοι, η μεταπολίτευση δηλαδή τα τελευταία 36 χρόνια, από το 1974 μέχρι σήμερα, είναι μια γενιά- κάθε γενιά διαρκεί 33 χρόνια. Αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης είναι τα καλύτερα χρόνια του έθνους. Από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, από το 1821 και μετά, αν διαλέξει κανείς την καλύτερη 35ετία της πατρίδας μας προκειμένου να υπολογίσει την «σύνταξη» του έθνους, τα δικαιώματα που έχει τα ανταποδοτικά, θα διάλεγε αυτή την 35ετία. Από κάθε άποψη ήταν η 35ετία με την καλύτερη λειτουργία των θεσμών, με το υψηλότερο επίπεδο Δημοκρατίας και κράτους δικαίου, με τον μεγαλύτερο σεβασμό των δικαιωμάτων, με την καλύτερη και πιο συναινετική εθνικά εξωτερική πολιτική, η πιο ασφαλής 35ετία και ταυτόχρονα μια 35ετία που αύξησε τον όγκο της οικονομίας. Η χώρα άλλαξε επίπεδο και για αυτό βεβαίως βρεθήκαμε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ΟΝΕ και δεν είχαμε τις περιπέτειες άλλων χωρών με μικρά και ασθενή νομίσματα που υποτιμήθηκαν και ξανα-υποτιμήθηκαν με έναν τρόπο που δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό που υφιστάμεθα εμείς τώρα.

Όμως η αλήθεια είναι πως έγιναν πράγματι κινήσεις και ιδίως παραλείψεις οι οποίες χαλάρωσαν τα πάντα. Χαλάρωσαν μέσα από ένα αίσθημα άνεσης και πλεονεξίας τη λειτουργία και των πολιτικών θεσμών και της κοινωνίας και της αγοράς. Χάθηκαν οι αρμοί της κοινωνίας. Ο ατομικισμός είναι αυτός ο οποίος επικράτησε, τα μικρά συντεχνιακά συμφέροντα. Ο καθένας βεβαίως εύλογα ήθελε να βολέψει τα δικά του προβλήματα και όχι ακριβώς να τα λύσει με μία προοπτική. Αλλά ποιος δεν ζήτησε μία εξυπηρέτηση για το παιδί του, ποιος δεν πρόβαλε το αίτημα ενός διορισμού στο Δημόσιο ή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ποιος δεν προσπάθησε να χρησιμοποιήσει πλάγια μέσα προκειμένου να λύσει κάποιο πρόβλημά του; Και τι μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο που αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει πλάγια μέσα για να βρει ένα κρεβάτι σε ένα νοσοκομείο, για να κάνει μια εξέταση υπό συνθήκες γενικής εφημερίας επειδή το παιδί του έχει πυρετό ή γιατί θέλει να βρει μια λύση για ένα αυθαίρετο σπίτι 70 τ.μ. σε μια δασική περιοχή της Σαλαμίνας; Όμως, αυτοί οι πολίτες έκαναν και κάνουν τις επιλογές τους τις κομματικές, τις προσωπικές, στηρίζουν ή ανέχονται καταστάσεις και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το πολιτικό σύστημα, η πολιτική ηγεσία, οι κυβερνώντες έχουν τεράστιες ευθύνες γιατί πρέπει να ξέρουν να αντιστέκονται, πρέπει να ξέρουν να λένε την αλήθεια, πρέπει να ξέρουμε –δεν βγάζω τον εαυτό μου καθόλου έξω- να λέμε την αλήθεια, να λέμε «όχι», να εξηγούμε, να λειτουργούμε και ενημερωτικά και παιδαγωγικά.

Αυτό βεβαίως είναι δύσκολο γιατί πάντα ο κακός λόγος διώχνει τον καλό, όπως το κακό νόμισμα διώχνει το καλό νόμισμα από την αγορά. Γιατί η φτήνια, η δημαγωγία, η παραπλάνηση, ο λαϊκισμός έχουν μια ακαταμάχητη γοητεία. Κανείς δεν θέλει να ακούσει τα δύσκολα, όλοι θέλουν να ακούν λόγια που ηχούν ευχάριστα και αυτό είναι ένα πρόβλημα εγγενές στην ίδια τη Δημοκρατία. Γιατί όποιος εμφανίζεται υπερβολικά υπεύθυνος, άκαμπτος και σκληρός σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα και λέει πολλές αλήθειες συνήθως τιμωρείται εκλογικά και τελικά δεν μπορεί να ασκήσει και τα καθήκοντά του ως κυβέρνηση, γιατί κάποιοι άλλοι είναι αυτοί οι οποίοι προτιμώνται. Αυτός είναι ένας φαύλος κύκλος, βεβαίως, τον οποίο πρέπει να σπάσουμε αλλά για να τον σπάσουμε πρέπει όλοι ως κοινωνία, ως έθνος, να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με διαφορετικό τρόπο.

Και όταν φτάνει κανείς μπροστά στο δίλημμα «να αφήσω τη χώρα μου να πτωχεύσει, να καταρρεύσει οικονομικά, να αφήσω τον λαό μου να συρθεί στην ανέχεια, να αφήσω τις καταθέσεις στις τράπεζες να εξανεμιστούν, να αφήσω τα ασφαλιστικά ταμεία να δηλώσουν αδυναμία πληρωμών των συντάξεων ή να πάρω μέτρα σκληρά, αντιπαθητικά, αντιδημοφιλή, άδικα», οφείλει να δώσει μία απάντηση η οποία να ξεπερνά τα παλιά σχήματα πολιτικής σκέψης. Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τα προβλήματα αυτά, φίλες και φίλοι, με το «εσείς είσαστε χειρότεροι κι εμείς είμαστε καλύτεροι» ή το αντίστροφο. Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τα θέματα αυτά με τη λογική που λέει «φταίτε εσείς ή φταίμε εμείς». Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τα προβλήματα αυτά με έναν τρόπο ο οποίος διχάζει την κοινωνία και το έθνος και δεν δίνει μια προοδευτική προοπτική.

Ποιος αμφιβάλει ότι η προηγούμενη εξαετία, η εξαετία της Νέας Δημοκρατίας, η εξαετία του κ. Καραμανλή ήταν μια τραγικά χαμένη εξαετία για τη χώρα; Ποιος την υπερασπίζεται την εξαετία αυτή; Ποιος είναι υπερήφανος, ποιος την εκπροσωπεί; Ποιος θέλει να ταυτίσει το όνομά του και την προσωπική του διαδρομή με τα προηγούμενα έξι χρόνια της τελευταίας κυβερνητικής εμπειρίας της ΝΔ; Κανείς!
Ο ίδιος ο κ. Καραμανλής σιωπά. Και καλά κάνει. Γιατί πώς να υπερασπιστείς τα ανυπεράσπιστα πράγματα; Ποιος είναι αυτός που πιστεύει ότι έγινε έστω και ένα θετικό βήμα τα προηγούμενα έξι χρόνια; Κανείς!

Δεν ξέρω πόσο νόημα έχει να χτυπάς ένα πτώμα πολιτικό το οποίο έχει τιμωρηθεί, έχει καταψηφιστεί στις εκλογές του 2009. Το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι η σχέση του με τη ΝΔ. Δεν είναι η εκλογική του υπεροχή, ούτε το αν η υπεροχή αυτή θα επιβεβαιωθεί στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές σε λίγους μήνες, τον Νοέμβρη. Οι πολίτες σκέφτονται πια με διαφορετικό τρόπο, θέλουν να ακούσουν έναν άλλο λόγο και θέλουν να ακούσουν κυρίως την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι επώδυνη γιατί συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τις ευθύνες των άλλων, οι οποίες είναι αυταπόδεικτες και έχουν καταλογιστεί από τον λαό, αλλά και τις ευθύνες τις δικές μας. Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κι εμείς θα μπορούσαμε να ήμασταν -και οφείλαμε να είμαστε - πολύ καλύτεροι σε όλες τις κυβερνητικές μας θητείες. Και την δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 και τη δεκαετία του 2000 έως το 2004. Και νομίζω ότι το έχουμε μάθει το μάθημά μας. Το έχουμε μάθει αλλά δυστυχώς δεν έχουμε πείσει τον κόσμο, δεν έχουμε πείσει ούτε καν εσάς -εσάς τους φίλους και συντρόφους του ΠΑΣΟΚ- ότι το έχουμε μάθει το μάθημά μας. Γιατί σε τι διαφέρει ο συνταξιούχος του ΙΚΑ ή του ΟΓΑ που δηλώνει ΠΑΣΟΚ από τον συνταξιούχο του ΙΚΑ ή του ΟΓΑ που δηλώνει ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ ή ΚΚΕ; Σε τίποτε δεν διαφέρει. Στην ίδια δύσκολη κατάσταση είναι. Μπορεί η παράδοσή του, η ιδεολογία του, η αισθητική του, η οικογενειακή του ιστορία, οι προσωπικές του σχέσεις, να τον έχουν φέρει στη μία ή την άλλη πολιτική τοποθέτηση, αλλά το πρόβλημά του το κοινωνικό το οικονομικό, το προσωπικό, το υπαρξιακό είναι ίδιο.

Εμείς βεβαίως, έχουμε την υποχρέωση να διασφαλίσουμε κανόνες διαφάνειας, βεβαίως πρέπει να δώσουμε απάντηση στον λαό που λέει «επιτέλους πείτε μας αν υπάρχουν άνθρωποι, πολιτικά στελέχη που είναι επίορκοι και εγκλημάτησαν εις βάρος του δημοσίου χρήματος και του δημοσίου συμφέροντος». Κι αυτό γίνεται και γίνεται και με ανθρώπους δικούς μας, που ήταν δίπλα μας, που μετείχαν στις ίδιες κυβερνήσεις με μας. Και το βλέπετε αυτό τις τελευταίες ημέρες. Αλλά το θέμα δεν είναι να κρεμάσεις από το τσιγκέλι έναν, δύο, πέντε, δέκα, εκατό. Το θέμα είναι να ξαναδώσεις ελπίδα και προοπτική στον τόπο, στον κόσμο, στον πολίτη, στον νέο. Γιατί το πρόβλημα είναι να μη χαθεί μια ολόκληρη γενιά, να μη χαθεί μέσα από την ανεργία ή μέσα από μια αγορά εργασίας που δεν σέβεται τα προσόντα και τον κόπο των παιδιών. Εγώ ντρέπομαι πραγματικά όταν συναντώ μαθητές μου από το Πανεπιστήμιο, με πτυχία, με μεταπτυχιακά, με διδακτορικά, που δεν μπορούν να βρουν μια δουλειά των 600 ή των 700 ευρώ και αγωνίζονται να βρουν μια οποιαδήποτε θέση. Αυτό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα. Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι να μη χάσουμε μια γενιά.

Δεν συμφωνώ με αυτούς που θεωρούν ότι αρκεί να μετατρέψουμε την κοινωνία σε αρένα και να κατεβάσουμε μερικούς μονομάχους να τους ρίξουμε στα άγρια θηρία, να τους τιμωρήσουμε παραδειγματικά για να κλείσουμε στόματα. Γιατί ο λαός δεν θέλει μόνο «θεάματα», ο λαός θέλει και «άρτο». Θέλει και εισόδημα, θέλει και σύνταξη, θέλει και απασχόληση, θέλει και σχολείο και νοσοκομείο και παιδικό σταθμό, θέλει και καλή υπηρεσία όταν έχει πυρκαγιές, σεισμούς, πλημμύρες. Θέλει μια εντιμότητα της διοίκησης απέναντί του, θέλει μια δημοτική αρχή που να του συμπαρίσταται και να μην τον ταλαιπωρεί. Θέλει, εν πάση περιπτώσει- να ζει σε μια ευρωπαϊκή σύγχρονη χώρα.

Ξέρω ότι η εύκολη λύση είναι πάντα να τροφοδοτείς με οργή μια κοινωνία που είναι ήδη οργισμένη και απελπισμένη. Θέλω να σας πω πολύ καθαρά και πολύ έντιμα ότι η κοινωνία έχει το απόλυτο δικαίωμα να οργίζεται, έχει το απόλυτο δικαίωμα να κρίνει και να κατακρίνει. Έχει το απόλυτο δικαίωμα να καταψηφίζει, να αλλάζει πολιτικές επιλογές και σε σχέση με κόμματα και σε σχέση με πρόσωπα. Αλλά η κοινωνία δεν έχει δικαίωμα να εκδίδει δικαστικές αποφάσεις και να τις εκτελεί. Δεν το έχει για κανέναν, ούτε γι’ αυτόν που βίασε ή σκότωσε ένα μικρό παιδάκι. Άρα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, να διαφυλάξουμε πριν απ’ όλα τη Δημοκρατία μας και το κράτος δικαίου, την ικανότητά μας να αποφασίζουμε υπεύθυνα και ψύχραιμα και να ανακτήσουμε την αισιοδοξία και την προοπτική μας, γιατί η οικονομική ψυχολογία, η ψυχολογία του καταναλωτή είναι τελικά ένα πραγματικό οικονομικό μέγεθος που λειτουργεί είτε θετικά είτε αρνητικά και εδώ και πάρα πολύ καιρό λειτουργεί αρνητικά στη χώρα μας.

Πιστεύετε, φίλες και φίλοι, ότι θέλει κάποια κυβέρνηση και άρα κάποια ομάδα συγκεκριμένων ανθρώπων ο καθένας από τους οποίους έχει μια διαδρομή να βρεθεί στην ανάγκη να αποφασίσει περικοπή συντάξεων; Πιστεύετε ότι θέλει κανείς να βρεθεί στη θέση να αποφασίσει περικοπή των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων ή των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα; Είναι κανείς που ευχαρίστως θέλει να αποφασίσει την κατάργηση του δικαιώματος των γυναικών, μητέρων ανηλίκων παιδιών, να συνταξιοδοτούνται σε μικρότερη ηλικία; Είναι κανείς που θέλει να στερήσει τον επιχειρηματία από δάνεια τραπεζικά, την οικογένεια από στεγαστικά δάνεια, τον καταναλωτή από κάρτες που του επέτρεπαν να απολαμβάνει ένα επίπεδο ζωής υψηλότερο των δυνατοτήτων του, αλλά γιατί να μην το απολαμβάνει αν το σύστημα του επιτρέπει να το απολαύσει; Υπάρχει κανείς που θέλει να βλέπει επιχειρήσεις να κλείνουν επειδή δεν έχουν δουλειά ή επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στην τράπεζα; Είναι κανείς που θέλει να βλέπει την ανεργία να αυξάνεται; Φαντάζομαι ότι είναι αφελές και άδικο να το σκεφτεί κανείς αυτό.

Αλλά αν έχει κάποιος να διατυπώσει μια άλλη πρόταση οφείλει να πάρει το λόγο στη Βουλή και να τη διατυπώσει την πρότασή του, να πει «ξέρετε εγώ προτείνω μια άλλη λύση». Λένε πολλοί «εντάξει να παίρναμε τα δάνεια από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ αλλά να μην παίρναμε όλα αυτά τα μέτρα». Μακάρι, εάν μπορούσαμε να κάνουμε τη διαπραγμάτευση έτσι και να εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα όχι τριετίας ή πενταετίας, αλλά δεκαετίας ή εικοσαετίας, μακάρι. Αλλά βλέπετε δεν φτάνουν τα λεφτά από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ γιατί οι υποχρεώσεις που έχουμε αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και χρηματοδότησης του ελλείμματος κάθε χρόνο για να λειτουργεί το κράτος, για να πληρώνει συντάξεις και μισθούς είναι πολύ περισσότερες.

Λέει ο κ. Σαμαράς «μα μπορούσατε να επιβάλετε έναν φόρο λίγο πιο αυξημένο, μια μονάδα παραπάνω στον ΦΠΑ, και να μην περικόψετε τις συντάξεις». Θέλει πολύ μυαλό για να το σκεφτεί κανείς αυτό; Δεν το ξέρουμε αυτό ότι θα μπορούσαμε πράγματι αυτά τα δύο δισ. να τα βρούμε με μια ακόμα αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα τσιγάρα ή στα ποτά ή με μια ακόμη μονάδα ή μισή μονάδα στον ΦΠΑ; Αυτό φαντάζομαι ότι είναι μια απλή σκέψη. Βεβαίως και μπορούσε να γίνει αυτό. Έχεις όμως συνομιλητές οι οποίοι δεν διαπραγματεύονται ως ίσοι μαζί σου. Διαπραγματεύονται ως ισχυροί που έχουν τη δυνατότητα να σε δανείσουν ή να μην σε δανείσουν και οι οποίοι θέλουν να δουν περικοπές στις δαπάνες και όχι αύξηση των φορολογικών εσόδων. Γιατί το διεθνές μοντέλο: είναι αυτό που θέλεις να πετύχεις ως αποτέλεσμα, να το πετυχαίνεις κατά ένα τρίτο από την αύξηση των εσόδων και κατά δύο τρίτα από την περικοπή των δημοσίων δαπανών. Άρα θέλουν να δουν να περικόπτονται δαπάνες και αυτό είναι το «αίμα» που θέλουν να δουν. Γιατί κάθε δαπάνη που περικόπτεται στην πραγματικότητα οδηγεί σε περικοπή της ανάπτυξης και σε περικοπή του εισοδήματος, γιατί αν δεν έχεις δημόσιες επενδύσεις, δεν παρακινείς τις ιδιωτικές και αν δεν έχεις επενδύσεις έχεις αυξημένη ανεργία, ενώ θέλεις να έχεις αυξημένη απασχόληση για τους νέους ανθρώπους και για να διατηρείς στη δουλειά τους μεσήλικες, οι οποίοι είναι μια απειλούμενη ομάδα λίγο πριν την συνταξιοδότηση.

Ποιος θέλει ξαφνικά να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού και να εφαρμόσει έναν ασφαλιστικό νόμο, ο οποίος και τα χρόνια εργασίας αυξάνει και το ποσοστό αναπλήρωσης μειώνει; Κανείς, προφανώς κανείς. Και φυσικά θα μπορούσες να λύσεις το πρόβλημα αυτό ίσως με άλλους τρόπους, πάλι φορολογικά. Να εισπράξεις από φόρους για να δώσεις στο ασφαλιστικό ταμείο, αλλά έλα που έχεις απέναντί σου έναν τοίχο ο οποίος σου λέει ότι πρέπει να ακολουθήσεις ένα μοντέλο το οποίο είναι διεθνώς αποδεκτό και αν δεν το ακολουθήσεις δεν μπορείς να υπαχθείς στο σύστημα προστασίας που σου προσφέρουν.

Υπάρχει και η λύση που λέει, - που είναι μια αξιοσέβαστη λύση - «φύγετε και από το ευρώ και από την ΕΕ και ακολουθήστε τη διαδρομή μιας μοναχικής πορείας» που καμιά χώρα στην Ευρώπη, καμιά χώρα στον δυτικό κόσμο δεν ακολουθεί. Πρέπει όμως να εξηγήσουν αυτοί, οι φίλοι μας που με τόση ευκολία λένε αυτή την άποψη τι θα σήμαινε αυτό για τα εισοδήματα, για την απασχόληση, για την ανεργία, για την ποιότητα του κράτους, για ό,τι έχει καθημερινά ανάγκη η κάθε οικογένεια.

Πάμε λοιπόν αναγκαστικά, φίλες και φίλοι, σε μια εσωτερική υποτίμηση, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε νομισματική υποτίμηση και αντιλαμβανόμαστε πάρα πολύ καλά ότι όταν κάνεις μια υποτίμηση εισοδημάτων το λιγότερο που πρέπει να κάνεις είναι να κάνεις μια υποτίμηση και των τιμών γιατί αλλιώς η απώλεια της αγοραστικής δύναμης είναι τεράστια. Γι’ αυτό τώρα κάνουμε μια γιγαντιαία προσπάθεια που θέλει τη στήριξη της κοινωνίας προκειμένου να χτυπήσουμε τα φαινόμενα αισχροκέρδειας, προκειμένου να χτυπήσουμε τις μονοπωλιακές πρακτικές στα πιο απλά είδη: στο σούπερ μάρκετ, εκεί που παίζεται ο πληθωρισμός του φτωχού, το καλάθι της νοικοκυράς. Και πρότεινα να κάνουμε και καταγγελία επίσημη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά των διεθνών αλυσίδων που πουλούν ακριβότερα στην Ελλάδα απ’ ό,τι σε άλλες πολύ πιο ανεπτυγμένες και ισχυρότερες οικονομικά χώρες της ίδιας της ίδιας της ΕΕ. Και εκεί χρειάζεται το ισχυρό καταναλωτικό κίνημα. Εκεί χρειάζεται ο Δήμος με αρμοδιότητες για την τοπική αγορά. Εκεί χρειάζεται η ενίσχυση της τοπικής αγοράς. Εκεί χρειάζεται η παρέμβαση του κινήματος των πολιτών που μπορεί να βοηθήσει ένα κράτος που έχει πολιτικές και που μπορεί να εφαρμόσει τις πολιτικές αυτές.

Μπορούμε να βγούμε από το τούνελ; Υπάρχει φως στο τέλος; Αυτό είναι το προτελευταίο ερώτημα. Και το τελευταίο μου ερώτημα θα είναι αν αυτή η κατάσταση, αυτή η οικονομική και δημοσιονομική αδυναμία της χώρας, οδηγεί και σε μια αδύναμη εξωτερική και εθνική πολιτική. Γιατί χωρίς πατριωτισμό και χωρίς κυριαρχία δεν υπάρχεις μέσα στην Ευρώπη και μέσα στον κόσμο.

Υπάρχει λοιπόν φως στο τούνελ; Κοιτάξτε, αγωνιζόμαστε να το ανάψουμε το φως αυτό προσπαθώντας μέσα από τις καλές επιδόσεις του 2010, που πρέπει να είναι εντυπωσιακές και να στείλουν ένα ισχυρό μήνυμα διεθνώς και στους διεθνείς οργανισμούς και στις αγορές να προσπαθήσουμε να ξανα-τοποθετήσουμε τη χώρα, όσο γίνεται καλύτερα, σε μια διαρκή διαπραγμάτευση που είναι και πολιτική και οικονομική. Να μπορέσουμε να κάνουμε δηλαδή τις καλύτερες επιλογές σε σχέση με τις προοπτικές μας στα επόμενα όχι 3 ή 4, αλλά 5 ή 10 χρόνια, προκειμένου να μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε τα εισοδήματα, να ξαναδώσουμε πίσω αποδοχές και συντάξεις και κυρίως να στηρίξουμε τις επιχειρήσεις και να βάλουμε φραγμό στην ανεργία. Είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο, αλλά είναι κάτι το οποίο είναι εφικτό, δεν είναι καθόλου μα καθόλου ακατόρθωτο. Θέλει όμως σκληρά νεύρα, κοινωνική συνοχή, εθνική ενότητα, πολιτική συνεννόηση και στοιχειώδη σοβαρότητα στον δημόσιο λόγο. Και δημόσιος λόγος δεν είναι μόνο των κομμάτων, των κυβερνήσεων και των βουλευτών, αλλά και των δημοσιογράφων και των επιχειρηματιών και των διανοουμένων, γιατί όλοι έχουν ευθύνη για τον τόπο αυτό.

Ξαφνικά, όλοι είναι κριτές και τιμητές και κανείς δεν έχει καμία ευθύνη για τίποτα στον δικό του μικρό τομέα. Ο καθένας πρέπει να κάνει στον δικό του χώρο τη δουλειά του όσο γίνεται πιο καλά και πιο υπεύθυνα. Και εν πάση περιπτώσει -όπως έχει πει και ο Πρωθυπουργός, όπως λέμε όλοι μας- το πρόβλημά μας δεν είναι να κερδίσουμε τις επόμενες εκλογές. Το πρόβλημά μας είναι να κερδίσουμε το στοίχημα με τα μεγάλα αυτά ιστορικά διλήμματα και να μην ντρεπόμαστε για τις επιλογές μας. Να κρίνει ο λαός και να κρίνει και η ιστορία ότι κάναμε επιλογές αναγκαστικές, σκληρές, άδικες αλλά αποτελεσματικές, οι οποίες δίνουν ξανά μια προοπτική. Και αντιλαμβάνομαι ότι όταν μιλάς σε έναν άνθρωπο ο οποίος είναι προχωρημένης ηλικίας –και εγώ έχω περάσει το στάδιο της πρώτης ηλικίας και αντιλαμβάνομαι πάρα πολύ καλά αυτή την οπτική γωνία- σου λέει «εντάξει αλλά θα προλάβω εγώ να τα δω όλα αυτά»; Και θέλω να πω στην καθεμιά και στον καθένα σας ότι στόχος είναι οι μεγαλύτεροι να προλάβουν και οι νεότεροι να νιώσουν ότι έχουν μια θέση κάτω από τον ήλιο της χώρας μας.

Και επειδή δεν υπάρχει πράγματι κυριαρχία και ανεξαρτησία χωρίς δημοσιονομική αυτοτέλεια και είσαι παρίας, είσαι ο φτωχός συγγενής, όταν κάθεσαι στο τραπέζι ως δανειζόμενος και ως παραπονούμενος, ή ως κατηγορούμενος, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να κρατάμε σταθερά το τιμόνι των μεγάλων εθνικών μας θεμάτων γιατί ποτέ δεν διαπραγματεύεσαι όταν έχεις αρνητικούς συσχετισμούς, αλλά από την άλλη δεν μπορείς να αδρανείς και να κρύβεσαι. Κι έτσι χειριζόμαστε όλα τα μεγάλα θέματα που είναι ταυτόχρονα και μεγάλες ιστορικές εκκρεμότητες για μια χώρα η οποία βρίσκεται σε ένα από τα καλύτερα σημεία του κόσμου, σε ένα από τα καλύτερα σημεία της Ευρώπης, είναι γεμάτη με ιστορικά προνόμια, αλλά ταυτόχρονα, για τους ίδιους λόγους είναι γεμάτη και με προβλήματα και με επιβαρύνσεις και με απειλές.

Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ενωμένοι, πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι αναγκαστικά, δηλαδή με μια επιβεβλημένη αισιοδοξία, μια διατεταγμένη αισιοδοξία γιατί αν αφεθεί ο καθένας μόνος του θα νιώθει απαισιόδοξα και άβολα, άρα χρειάζεται μια πολιτική απόφαση: ότι πρέπει ο τόπος μας να γίνει ξανά αισιόδοξος, να αποκτήσει δυναμική γιατί έτσι θα μετατρέψουμε αυτή μας την προσδοκία και αυτή μας την αισιοδοξία σε χειροπιαστό υλικό αποτέλεσμα, θα ξαναβάλουμε μπρος τη μηχανή της ανάπτυξης, θα διατηρήσουμε το επίπεδο της ζωής, θα διατηρήσουμε δικαιώματα και προσδοκίες. Αυτή είναι μια υποχρέωση που έχουμε ως δημοκρατική προοδευτική παράταξη. Είναι μια υποχρέωση που έχουμε όλοι μας, από τον Γιώργο Παπανδρέου, μέχρι τον νεότερο νεολαίο του ΠΑΣΟΚ, εδώ της Σαλαμίνας. Είναι μια υποχρέωση που έχουμε απέναντι στα παιδιά μας. Και βεβαίως, είναι μια υποχρέωση που ξεπερνάει τα όρια του ΠΑΣΟΚ. Είναι μια υποχρέωση που έχει εθνικά χαρακτηριστικά.

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2010