Θεσσαλονίκη, 12 Ιουνίου 2010


Κυρία Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κυρία γενική πρόξενε, κύριε Νομάρχη, κυρίες και κύριοι αντιπρυτάνεις, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι στο Πανεπιστήμιο, φίλες και φίλοι.

Διαπιστώνω ότι πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που πήραμε την πρωτοβουλία να ιδρύσουμε το ΕΚΕΤΑ και αυτό σημαίνει ότι όλοι έχουμε μεγαλώσει. Μαζί με εμάς, μεγάλωσε και το ΕΚΕΤΑ, έχει αποκτήσει τις υποδομές, το εύρος και το κύρος που όλοι θέλαμε και περιμέναμε να αποκτήσει όταν αποφασίσαμε να το ιδρύσουμε.






Την δύσκολη διετία 1999-2000, όταν η χώρα είχε πολύ συγκεκριμένο όραμα και εθνικό στόχο την ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση και στη ζώνη του ευρώ, είχα την τύχη να είμαι Υπουργός Ανάπτυξης -Υπουργός Οικονομίας με τα σημερινά δεδομένα- έχοντας ως ευθύνη την ενέργεια, τη βιομηχανία, το εμπόριο, την έρευνα και τον τουρισμό. Ο μεγάλος μας στόχος ήταν τότε βεβαίως να διαμορφώσουμε τα μακροοικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη, τα οποία πρέπει να έχει μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, μεγέθη που δυστυχώς στη συνέχεια έπαψαν να τελούν υπό έλεγχο όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς η χώρα μας έγινε το πιο χαρακτηριστικό αρνητικό παράδειγμα τα τελευταία χρόνια γύρω από το θέμα αυτό.

Υπήρχαν όμως και άλλο στόχοι που αφορούσαν την πραγματική οικονομία, τους ενδογενείς πόρους ανάπτυξης, την γη και τους ανθρώπους, το διανοητικό κεφάλαιο και τότε, με την στενή συνεργασία του γενικού γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας, του καθηγητή Θανάση Τσαυτάρη, διευθυντή ενός από τα ινστιτούτα του ΕΚΕΤΑ, έλαβα την απόφαση να συγκροτήσουμε το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης με έδρα τη Θεσσαλονίκη, με πυρήνα βεβαίως τα υφιστάμενα ινστιτούτα, πρωτίστως το Ινστιτούτο Χημικών Διεργασιών που επί χρόνια με πολύ μεγάλη επιτυχία διηύθυνε ο καθηγητής κ. Βασσάλος, πρώτος ιστορικός πρόεδρος του ΕΚΕΤΑ.

Όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο καμία πολιτική απόφαση δεν είναι εύκολη, ούτε αυτή που φαίνεται να έχει έναν απλά διοικητικό χαρακτήρα, και καμία δεν εφαρμόζεται με αυτόματο τρόπο. Θεωρούσα αδιανόητο η Θεσσαλονίκη, η Βόρεια Ελλάδα, αλλά κυρίως η Θεσσαλονίκη που φιλοξενεί το μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο της χώρας, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με τον μεγαλύτερο όγκο ερευνητικού δυναμικού, να μην διαθέτει ένα ερευνητικό ινστιτούτο υπαγόμενο στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας, ένα ερευνητικό ινστιτούτο εθνικού επιπέδου. Την εποχή εκείνη, το Ινστιτούτο Χημικών Διεργασιών, όπως και άλλα ινστιτούτα αλλού -το Ινστιτούτο Ψηφιακών Εφαρμογών της Πάτρας για παράδειγμα- υπαγόντουσαν στο ΙΤΕ, στο Ίδρυμα Τεχνολογίας & Έρευνας που εδρεύει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Και δεν έχει κανείς αντίρρηση να υπάρχει στο Ηράκλειο ένα τόσο καταξιωμένο και λαμπρό ίδρυμα, το οποίο να εξακτινώνεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να διαμορφωθεί ένα περιφερειακό μοντέλο ανάπτυξης, δεν μπορεί μια μεγάλη περιοχή της χώρας όπως είναι όλη η Βόρεια Ελλάδα να μην διαθέτει τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις να κατακτήσει τη θέση που της αναλογεί σε σχέση με τον οικονομικό της όγκο και στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογίας.

Έτσι διαμορφώθηκε το θεσμικό πλαίσιο του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης, που στη συνέχεια θελήσαμε –πάντα με τον Θανάση Τσαυτάρη- να το εντάξουμε σε μία ευρύτερη στρατηγική για την καινοτομία στον χώρο της Βόρειας Ελλάδας και την καινοτομία στη χώρα μας. Εδώ η έδρα του ΕΚΕΤΑ γειτονεύει με το NOESIS, με το Τεχνολογικό Μουσείο που κι αυτό ήταν ένα αντικείμενο της μέριμνάς μας και τα χρόνια που ήμουν Υπουργός Ανάπτυξης και τα χρόνια που ήμουν Υπουργός Πολιτισμού. Εδώ δίπλα μας είναι το CEDEFOP, ο μόνος ουσιαστικός ευρωπαϊκός θεσμός που φιλοξενείται εδώ και χρόνια στην πόλη μας. Εδώ αναπτύσσονται νέες υποδομές του Πανεπιστημίου. Και εδώ βεβαίως έπρεπε και πρέπει να είναι ένας από τους πυρήνες της ζώνης της καινοτομίας της Θεσσαλονίκης που φυσικά δεν είναι μια δραστηριότητα ανάπτυξης ακινήτων, δεν είναι real estate development, αλλά είναι κυρίως ένας δυναμικός θεσμός, ο οποίος διαμορφώνει θύλακες παρέμβασης και αριστείας παντού όπου βρίσκεται η πραγματική οικονομία, παντού όπου βρίσκεται γνώση και κεφάλαιο που πρέπει να μπορεί να αυτοαναπαράγεται και να επεκτείνεται.

Θα ξέρετε ίσως ότι με βάση τους σύγχρονους δείκτες καινοτομίας, και τους εθνικούς και τους ευρωπαϊκούς, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας δεν κατέχει την δεύτερη θέση στη χώρα, όπως θα περίμενε κανείς, μετά την Αττική όπου υπάρχουν συσσωρεμένα κεφάλαια και συσσωρεμένα ινστιτούτα που ανήκουν στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης. Είμαστε αν δεν έχουν βελτιωθεί οι δείκτες με βάση τα τελευταία στοιχεία που είχα υπ’ όψιν μου πίσω από την Περιφέρεια Ηπείρου που παρά τον σχετικά μικρό της όγκο αναδεικνύει τη σημασία που έχουν οι ακαδημαϊκοί και ερευνητικοί θεσμοί της περιοχής. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε να διανύσουμε ακόμη πάρα πολύ δρόμο προκειμένου να φτάσουμε στον στόχο μας, εάν ο δρόμος αυτός δεν ανακόπτεται από εμπόδια τα οποία είναι και θεσμικά, αλλά πολλές φορές και διανοητικά, δηλαδή οφείλονται σε έναν πνευματικό επαρχιωτισμό που πρέπει να ξεπερνάει η χώρα μας με έναν όσο γίνεται πιο αποφασιστικό τρόπο. Το λέω αυτό γιατί δεν είναι δυνατόν να φτιάχνουμε τόσο πολλά πράγματα κι αυτά να μην συντίθενται και να μην αποδίδουν στον βαθμό που θέλουμε και να αδρανούν επί χρόνια, όπως έχει συμβεί τα τελευταία πολλά χρόνια στα θέματα της καινοτομίας, της έρευνας και της ανάπτυξης.

Επίσης, εδώ υπάρχει μια τεράστια επένδυση, η οποία είναι κατά βάση δημόσια και η οποία όμως μπορεί όμως να αντλεί πάρα πολλά κεφάλαια από ερευνητικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και από ιδιωτικούς πόρους. Πρέπει όμως να πούμε κάτι το οποίο δια γυμνού οφθαλμού δεν γίνεται αντιληπτό: στη χώρα μας ο δημόσιος τομέας επενδύει περισσότερο από τον ιδιωτικό τομέα στην έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη. Η αδράνεια, η αδυναμία αντίληψης που επιδεικνύει ο ιδιωτικός τομέας είναι αδιανόητη. Πρέπει να κινητοποιηθούν οι παράγοντες του επιχειρείν προκειμένου να αγκαλιάσουν τις δραστηριότητες αυτές και να αντιληφθούν ότι εδώ στο ΕΚΕΤΑ, σε όλα τα ερευνητικά ινστιτούτα, στα πανεπιστημιακά εργαστήρια, παράγεται μία γνώση που τους είναι πολύτιμη, δηλαδή τους είναι επιχειρηματικά απολύτως αξιοποιήσιμη. Και αυτό δυστυχώς δεν συμβαίνει.

Είχα πει και σε μια άλλη επέτειο του ΕΚΕΤΑ ότι κάποτε επισκεπτόμενος το Λονδίνο είχα συναντηθεί με τις μεγάλες πετρελαιοβιομηχανίες οι οποίες τώρα είναι εκτεθειμένες λόγω του προβλήματος στις ΗΠΑ, στον Κόλπο του Μεξικού, και μου αναφερόντουσαν συνεχώς στο Ινστιτούτο Χημικών Διεργασιών και στον κ. Βασσάλο γιατί πολλές πιστοποιήσεις περνούσαν από εδώ. Αλλά είχα βρεθεί και αρκετές φορές σε κύκλο Ελλήνων επιχειρηματιών σε τομείς πολύ μικρότερης τεχνολογίας που μου έλεγαν υπερήφανοι ότι αποστέλλουν τα προϊόντα τους για δοκιμή στο Λονδίνο. Κι αυτό ενώ υπάρχουν στην Ελλάδα ινστιτούτα, παλαιά, κλασικά ινστιτούτα όχι σε ιδρύματα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, αλλά πανεπιστημιακά εργαστήρια -το Αντοχής Υλικών για παράδειγμα- και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο που μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν τη δουλειά αυτή με πολύ μικρότερο κόστος και πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε ανταλλαγή πληροφοριών, χρειαζόμαστε ένα partenariat διαρκές, μια εταιρική σχέση η οποία να συνδέει τον χώρο της έρευνας, της ακαδημαϊκής έρευνας, τον χώρο της εφαρμοσμένης έρευνας, με τον χώρο των επιχειρήσεων γιατί τώρα που είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να δανειζόμαστε για να στηρίζουμε την ιδιωτική κατανάλωση, τώρα που χρειαζόμαστε πρωτογενή ανάπτυξη, φυσικά θα βασιστούμε στους ανθρώπους μας και στη γη μας, φυσικά θα βασιστούμε στην ικανότητα που έχουν οι Έλληνες επιστήμονες, οι Έλληνες επιχειρηματίες, οι Έλληνες εργαζόμενοι για να παραχθεί η υπεραξία που είναι απολύτως αναγκαίο να παραχθεί προκειμένου να κάνουμε την εκτίναξη η οποία απαιτείται και να ανορθώσουμε και πάλι τη χώρα μας.

Το ΕΚΕΤΑ λοιπόν είναι ένα χαρακτηριστικό και λαμπρό παράδειγμα για τις ικανότητες που έχουμε οι ίδιοι. Και επειδή χρειάζεται να αποκτήσουμε ξανά μια εθνική αυτοπεποίθηση, μια ακαδημαϊκή αυτοπεποίθηση, μια ερευνητική αυτοπεποίθηση, μια επιχειρηματική αυτοπεποίθηση, πρέπει να αναγνώσουμε σωστά αυτά τα τελευταία δέκα χρόνια και την λαμπρή εξέλιξη του ΕΚΕΤΑ. Μπορούμε αρκεί βέβαια να οργανωθούμε, να πειθαρχήσουμε, να αποκτήσουμε μια εθνική αφήγηση, να μάθουμε να ξεπερνάμε γραφειοκρατικές δυσκολίες, νομοθετικές, δικαστικές, οι οποίες είναι τεράστιες, και βεβαίως μόνο έτσι μπορούμε να αποκτήσουμε την αισιοδοξία που απαιτείται γιατί αν δεν αλλάξουμε το κλίμα της χώρας, της κοινωνίας, της αγοράς, της επιχειρηματικής κοινότητας, δεν θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τη δυσκολία αυτή.

Αυτό λοιπόν μας διδάσκει η επέτειος των δέκα ετών από την ίδρυση του ΕΚΕΤΑ. Αυτό μας διδάσκει το παράδειγμα όλων των ινστιτούτων του, η συνεργασία με το Πανεπιστήμιο απ’ όπου αντλεί κατά βάση το ερευνητικό του προσωπικό. Και θα ήθελα και η συνεργασία με την πραγματική οικονομία της χώρας και ιδιαίτερα της περιοχής μας να είναι πολύ καλύτερη και πολύ πιο αποτελεσματική.

Με τις σκέψεις αυτές θέλω να συγχαρώ τον Πρόεδρο, τον κ. Κυπαρυσσίδη, τους διευθυντές όλων των ινστιτούτων -το καθένα απ’ αυτά έχει να επιδείξει λαμπρά επιτεύγματα, όπως βραβεία, πρωτοποριακές εφαρμογές οι οποίες αλλάζουν τα δεδομένα σε πάρα πολλούς τομείς, στην ενέργεια, στη βιοτεχνολογία, στις επικοινωνίες- και να ευχαριστήσω πραγματικά από την καρδιά μου όλο το ερευνητικό προσωπικό, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τη διοίκησή του για τη συνεργασία με το ΕΚΕΤΑ και να καλέσω με τον τρόπο αυτό και όλη την κοινωνία και τους θεσμούς της περιοχής να το στηρίξουν.

Ως Υπουργός Αμύνης –και τελειώνω με αυτό- έχω μια συνάφεια ξανά με τον χώρο της έρευνας και της τεχνολογίας, λόγω της σχέσης μας με τις αμυντικές βιομηχανίες. Και όπως είχα την ευκαιρία να πω σε μια συνάντηση που είχα με τον κ. Κυπαρυσσίδη, σε λίγες εβδομάδες θα καλέσουμε όλα τα ερευνητικά ινστιτούτα της χώρας και όλα τα Πανεπιστήμια σε μία ημερίδα προκειμένου να δούμε με ποιους τρόπους με χαμηλού κόστους επενδύσεις και με έξυπνο τρόπο μπορούμε να καλύψουμε ανάγκες της αμυντικής μας πολιτικής αξιοποιώντας ιδέες και προϊόντα που υπάρχουν μέσα στην ερευνητική κοινότητα και οι οποίες μας είναι απολύτως αναγκαίες για τον δικό μας σχεδιασμό. Κινούμαστε δε έτσι, σε μία κλίμακα πάρα πολύ χαμηλή για το ΥΠΕΘΑ και για τους προϋπολογισμούς των εξοπλισμών, αλλά πάρα πολύ σημαντική για τους προϋπολογισμούς των ερευνητικών ινστιτούτων και των πανεπιστημιακών εργαστηρίων. Έτσι, πιστεύω ότι θα έχουμε και πάλι ένα πεδίο συνεργασίας και με το ΕΚΕΤΑ και με άλλα ερευνητικά ινστιτούτα της χώρας.

Εύχομαι λοιπόν να είστε πάντα μπροστά, να είστε όλοι δυνατοί και ισχυροί και καλή επιτυχία στα επόμενα δέκα χρόνια του ΕΚΕΤΑ.

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2010