Θεσσαλονίκη, Ξενοδοχείο HYATT, Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ, στο πλαίσιο του  Money Show 2010

Οι προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση *


Συνέπεσε η συνάντησή μας αυτή με την όξυνση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης. Στην πραγματικότητα, τις τελευταίες ημέρες γυρίσαμε δύο χρόνια πίσω διεθνώς. Γυρίσαμε στην περίοδο του 2008 όταν ακόμη η κρίση ήταν πρωτίστως κρίση του τραπεζικού συστήματος, κρίση χρηματοοικονομική και δεν είχαμε συνειδητοποιήσει σε όλη του την έκταση το γεγονός πως η κρίση θα καταλήξει να είναι μια κρίση δημοσιονομική, μια κρίση του δημοσίου χρέους.

Από την τραπεζική στη δημοσιονομική κρίση και το αντίστροφο

Εδώ και ένα χρόνο, η κρίση έχει πράγματι καταστεί κρίση δημοσιονομική διεθνώς. Ξαφνικά όμως ο ιρλανδικός τίγρης στράφηκε προς το εσωτερικό του και ανέδειξε ένα τεράστιο υπόλοιπο της κρίσης του παγκόσμιου και σίγουρα του ευρωπαϊκού -αν και τέτοια στεγανά δεν υπάρχουν- τραπεζικού συστήματος. Επειδή είμαστε εθισμένοι με τα ελληνικά μακροοικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη, επειδή συζητούμε πάρα πολύ για το ύψος του δημοσιονομικού μας ελλείμματος, επειδή κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να κερδίσουμε ένα δέκατο παρακάτω στο έλλειμμα του 2010, όπως τελικά θα καταγραφεί επισήμως από τους εταίρους μας, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη Eurostat, θεωρούμε ότι ενδεχομένως είμαστε μόνοι εμείς που έχουμε τόσα υψηλά επίπεδα δημοσιονομικού ελλείμματος.


Αυτό το ξέρετε ότι δεν είναι αλήθεια. Υπάρχουν πολλά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντός ή εκτός της Ζώνης του Ευρώ που κινούνται σε επίπεδα που πλησιάζουν ή υπερβαίνουν τις δέκα ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ στο δημοσιονομικό έλλειμμα.

Έχουμε επίσης την εδραία πεποίθηση ότι μόνοι εμείς, αποσυνάγωγοι και παθογόνοι, μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Ζώνη του Ευρώ έχουμε ένα τεράστιο δημόσιο χρέος που εκφραζόμενο ως ποσοστό επί του ΑΕΠ ήδη φτάνει το 140% και στο τέλος του προγράμματος ανασυγκρότησης το 2013 θα κινδυνεύει να ξεπεράσει το 160% του ΑΕΠ, μετά την τελευταία αναπροσαρμογή στα μεγέθη του 2009 που ανακοίνωσε πριν από λίγες μέρες η Eurostat.

Δημόσιο και ιδιωτικό χρέος

Πρέπει όμως τώρα να σκεφτούμε και αντίστροφα: πως η Ελλάδα είναι μια χώρα με τεράστιο πράγματι δημόσιο χρέος, είναι όμως μια χώρα που ευτυχώς σε σχέση με άλλες χώρες της ευρωζώνης δεν έχει ανάλογα υψηλό εξωτερικό ιδιωτικό χρέος. Το τραπεζικό της σύστημα ήταν για λόγους παράδοσης και νοοτροπίας πολύ πιο συντηρητικό. Υπάρχουν αναμφίβολα επισφαλή στοιχεία. Υπάρχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια, καταναλωτικά και στεγαστικά αλλά και επιχειρηματικά. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα όμως ποτέ δεν έπαιξε στην φούσκα των παραγώγων και ποτέ το συνολικό του μέγεθος δεν κατέστη επικίνδυνο σε σχέση με το μέγεθος του ελληνικού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος.

Τα πράγματα σε άλλες χώρες είναι διαφορετικά. Μπορεί το δημόσιο χρέος της Πορτογαλίας να είναι πολύ μικρότερο αλλά υπάρχει μεγάλο ιδιωτικό χρέος και αυτό σίγουρα είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας, όπου τώρα καταλαβαίνουμε όλοι ότι η έκθεση του τραπεζικού συστήματος αλλά και όσων εκτός Ιρλανδίας έπαιξαν σε αυτό το σύστημα, ιδίως των παραγώγων, μπορεί να είναι τεράστια. Άλλοι μιλούν για 350 δισ. άλλοι για 750 δισ. δολάρια και πάντως τώρα είναι κατανοητό ότι αφ’ ης της στιγμής το πρόβλημα μετατοπιστεί και καταστεί και εκεί δημοσιονομικό, φυσικά τα μεγέθη του δημοσίου χρέους της Ιρλανδίας θα είναι τεράστια.

Η σύγκρουση τυπικών και άτυπων χαρακτηριστικών

Από την άλλη δεν πρέπει να ξεχνάμε -και το λέω εισαγωγικά- πως η Ελλάδα, μεσούσης της κρίσης που είναι πρωτοφανής -η κρίση αυτή είναι ο πόλεμος της γενιάς μας- εξακολουθεί να είναι μια χώρα που έχει τεράστιο ενδιαφέρον, έχει πολύ μεγάλες ενδογενείς δυνάμεις αναπτυξιακές. Γιατί ακόμη και έτσι είναι μια από τις τριάντα μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου σε όγκο, σε απόλυτα μεγέθη, είναι πάντα μέσα στις 20–25 χώρες που εμφανίζουν τους καλύτερους δείκτες κοινωνικής ανάπτυξης με βάση τα σύνθετα κριτήρια του ΟΗΕ.

Είναι, όμως, μια χώρα στην οποία διεξάγεται πάντα μια λυσσώδης μάχη μεταξύ τυπικών και άτυπων χαρακτηριστικών από συστάσεως του ελληνικού κράτους, από το 1830 και μετά: η τυπική και άτυπη οικονομία συγκρούονται, η επίσημη οικονομία και η παραοικονομία, η τυπική και η άτυπη κοινωνία συγκρούονται, γιατί υπάρχουν ατυπίες κοινωνικές, η τυπική και η άτυπη πολιτική συγκρούονται.

Το μεγάλο στοίχημα της χώρας στην πραγματικότητα είναι να συμφιλιώσουμε αυτά τα δύο συγκρουόμενα χαρακτηριστικά και να πετύχουμε μια ήπια, σταδιακή και οργανωμένη μετάβαση από την άτυπη στην τυπική οικονομία, κάτι που είναι πολύ πιο σύνθετο από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, κάτι που είναι πολύ πιο σύνθετο και από την καταπολέμηση της παραοικονομίας με την συνήθη έννοια του όρου, γιατί μιλάμε ταυτόχρονα για νοοτροπίες, για πρακτικές, για συνήθειες, για δομές που έχουν διαμορφωθεί εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες.

Η επέκταση της κρίσης ως ευκαιρία


Καθώς η κρίση γενικεύεται και επικρατεί μια ανασφάλεια που αφορά το σύνολο πια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωζώνης, του διεθνούς νομισματικού συστήματος, καθώς αναδεικνύεται η ανεπάρκεια αυτού που ονομάζεται παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση και σίγουρα η ανεπάρκεια της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεννιέται και μια ελπίδα. Διότι έτσι όπως ανακινείται η κολυμβήθρα του Σιλωάμ μπορεί κανείς να βρει λύσεις σε προβλήματα που είναι επιτακτικά και τα οποία περιμέναμε να τα λύσουμε την κατάλληλη διαπραγματευτική στιγμή. Γιατί δεν μπορείς να τα κάνεις όλα αμέσως και όλα όποτε θέλεις. Ιδίως όταν διαπραγματεύεσαι ως αδύναμος δανειζόμενος και φυσικά οι δανειστές και οι εταίροι σου και οι επιτηρητές σου έχουν τη δυνατότητα να υπαγορεύσουν τους δικούς τους όρους και κυρίως να επιβάλουν τη δική τους αντίληψη για τα πράγματα.

ΔΝΤ και ΝΑΤΟ

Το πρόβλημα όμως δεν είναι δυστυχώς ελληνικό. Και λέω “δυστυχώς” διότι δεν μπορούμε να επηρεάσουμε πολλές κρίσιμες παραμέτρους. Δεν είναι καν ευρωπαϊκό, είναι προφανώς παγκόσμιο. Και γι’ αυτό βλέπετε την προθυμία με την οποία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μετέχει σε όλες τις διασωστικές προσπάθειες, σε όλους τους μηχανισμούς στήριξης. Θυμίζοντας ούτε λίγο ούτε πολύ αυτό που συμβαίνει εδώ και εξήντα χρόνια στο επίπεδο της ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας που στην πραγματικότητα οργανώνεται γύρω από την ύπαρξη και τη λειτουργία του ΝΑΤΟ, δηλαδή η προσέγγιση είναι ευρωατλαντική. Και αν στη θέση του ΝΑΤΟ τοποθετήσετε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μπορείτε να αντιληφθείτε ενεργέστερα ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό, το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουμε τώρα είναι ευρωατλαντικό, πάντως όχι μόνο ευρωπαϊκό, και το αντιμετωπίζει η ευρωζώνη, αλλά και η Αμερική που εξαρτάται και μάλιστα σε διακρατική βάση ως προς το δημόσιο χρέος της από την Κίνα, το αντιμετωπίζουν όλες οι νομισματικές ζώνες, δεν το αντιμετωπίζει μόνο η ζώνη του ευρώ.

Σύγκρουση κυριαρχίας

Το πρόβλημα λοιπόν τώρα αποκτά διαστάσεις οι οποίες είναι πρόδηλα αντιφατικές. Η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, με βάση τη δανειακή σύμβαση για το μηχανισμό των 110 δισ. ευρώ για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας, δανείζουν την Ελλάδα με επιτόκια φτηνότερα από αυτά που δανείζονται οι ίδιες. Η Ιρλανδία έπαψε να δανείζεται ήδη, εντάσσεται σε ένα μηχανισμό. Η Πορτογαλία εξακολουθεί να μας δανείζει με επιτόκια τα οποία είναι μικρότερα από αυτά που η ίδια καταβάλει. Θυμάστε την αντίδραση της Σλοβακίας; Άρα αυτό που συμβαίνει αποκτά άλλες πολιτικές και θεσμικές διαστάσεις. Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σύγκρουση μεταξύ κρατών και αγορών, με μία σύγκρουση κυριαρχίας.

Το ερώτημα είναι ποιος ασκεί την κυριαρχία. Και το επόμενο ερώτημα είναι εάν όλα αυτά θα εξελιχθούν μέσα σε ένα σύστημα συμβάσεων, δηλαδή αντιλήψεων, θεσμών, πρακτικών, παραδοχών που αφήνει τον τελευταίο λόγο στις αγορές υποτάσσοντας τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς -δηλαδή και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως περιφερειακή οντότητα, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα κ.ο.κ. Ή αν θα αναληφθούν οι αναγκαίες πολιτικές πρωτοβουλίες και πρωτίστως πρωτοβουλίες ευρωπαϊκές, ευρωαμερικανικές και ευρύτερες που αναπτύσσονται ήδη σε άλλα πεδία.

Αλλά προφανώς αυτό που τίθεται επί τάπητος είναι η ανάγκη μεγάλων πολιτικών και θεσμικών πρωτοβουλιών στο επίπεδο της ευρωπαϊκής και εν τέλει της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης.

Η ανάγκη για μεγάλες διεθνοπολιτικές πρωτοβουλίες

Το 2007, το 2008, αναζητούσαμε ένα Συμβούλιο Ασφαλείας οικονομικού και νομισματικού χαρακτήρα και θεωρούσαμε ότι οι G20 ή έστω οι G8 θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο αυτό. Δεν μπόρεσαν. Οι αποφάσεις και οι ρητορικές εξαγγελίες του 2008 και του 2009 έμειναν στα χαρτιά, δεν μετουσιώθηκαν σε αλλαγές θεσμικές και τελικά νομικές. Άρα αυτό που πρέπει να γίνει είναι πρωτίστως να ξεκινήσουμε από το πιο βατό επίπεδο που είναι το επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι γενετικές αντιφάσεις της ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δυστυχώς είναι αιχμάλωτη μιας γενετικής αντίφασης. Προχώρησε πάρα πολύ στους χρηματοοικονομικούς θεσμούς, στη νομισματική ενοποίηση. Η Ζώνη του Ευρώ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι πολύ προωθημένα δείγματα ομοσπονδιακής αντίληψης. Από την άλλη όμως η Ευρώπη δεν έχει κάνει κανένα ουσιαστικό βήμα στο επίπεδο της πολιτικής και θεσμικής ενοποίησής της.

§ Πώς μπορείς να έχεις ένα νόμισμα, όπως το ευρώ και μια Κεντρική Τράπεζα, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και να μην έχεις μηχανισμούς εσωτερικής ανακατανομής του πλεονάσματος;
§ Πώς είναι δυνατόν να έχεις μια νομισματική πολιτική που ασκείται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χωρίς την αναγκαία πολιτική υποστήριξη ή πολλές φορές κατ’ ανάγκη σε αντίθεση με πολιτικές οδηγίες και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου;
§ Πώς είναι δυνατόν να μην έχεις μια πολιτική που να είναι «κοινή» και από πλευράς φορολογικής, κοινωνικής και αναπτυξιακής;
§ Πώς είναι δυνατόν να αφήνουμε την Ευρώπη αιχμάλωτη, τέτοιων διαρθρωτικών ανισοτήτων που κανείς κοινοτικός προϋπολογισμός της τάξης του 1% δεν μπορεί να αντιμετωπίσει;
§ Πώς είναι δυνατόν να ανεχόμαστε όλα αυτά τα ντάμπινγκ τα οποία αναπτύσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Η Ιρλανδία είναι το καλύτερο παράδειγμα φορολογικού ντάμπινγκ. Χώρες που έχουν ενταχθεί πρόσφατα στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην πραγματικότητα ασκούν ένα κοινωνικό ντάμπινγκ: μισθολογικό και ασφαλιστικό.
§ Και κυρίως πώς είναι δυνατόν να ανεχόμαστε χωρίς καμία περαιτέρω συζήτηση την ανεξέλεγκτη εξέλιξη του ενδοκοινοτικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών;

Στις ΗΠΑ που είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ομοσπονδιακής χώρας μεγάλου μεγέθους, είναι μια ήπειρος, το διαπολιτειακό εμπόριο είναι ένα τεράστιο θέμα πολιτικό, αναπτυξιακό, νομικό. Άρα πρέπει να συζητηθεί το ζήτημα αυτό και στην Ευρώπη με άλλους όρους, αλλά πρέπει να έχεις και ένα κοινωνικό πλαίσιο -και ένα πολιτικό πλαίσιο το οποίο να σε εμπνέει και να σε πιέζει προς την κατεύθυνση αυτή.

Η αίσθηση των μεγεθών και η θέση της Ελλάδας

Αυτό είναι το στοίχημα των πολιτικών ηγεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του πολιτικού της προσωπικού. Αλίμονο αν η μοίρα της Ευρώπης είναι -στη δεύτερη δεκαετία του 21ού αιώνα και μέσα σε τέτοιες οικονομικά πολεμικές συνθήκες- να αναπτυχθούν φαινόμενα οικονομικού εθνικισμού και εθνικού προστατευτισμού, διότι περί αυτού πρόκειται τώρα. Στην πραγματικότητα αναπτύσσονται μηχανισμοί εθνικού προστατευτισμού.

Άρα υπάρχουν τεράστια προβλήματα στα οποία πρέπει να τοποθετηθούμε και η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει κανενός είδους μικρομεγαλισμό. Έχει πλήρη συνείδηση του συσχετισμού των δυνάμεων. Αλλά έχει και πλήρη συνείδηση της κατάστασης. Και αυτό κάνουμε. Λέμε καθαρά σε ευρωπαϊκό και σε διεθνές επίπεδο την κατάσταση και προσπαθούμε να μετάσχουμε σε πρωτοβουλίες οι οποίες αφορούν τους αναγκαίους αμυντικούς μηχανισμούς.

Στην πραγματικότητα το ερώτημα είναι αν θα επικρατήσει μια πολιτική θεσμική και διαφανής αντίληψη ή αν θα αφεθούμε να ασκήσουν οι ανώνυμες ανεξέλεγκτες και αδιαφανείς αγορές τη δική τους τελική κυριαρχία, την πολιτική τους κυριαρχία. Πρόκειται για μια σύγκρουση εξουσίας, θύματα της οποίας είναι οι εθνικές οικονομίες και τελικώς οι πολίτες.

Εισοδήματα και περιουσίες

Το μεγάλο μας πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι μέχρι στιγμής έχουν θιγεί εισοδήματα. Κυρίως μας απασχολούν τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, διότι η αναπλήρωση των υψηλών εισοδημάτων είναι ευκολότερη και εν πάσει περιπτώσει η διαχείριση του χρόνου στα υψηλά εισοδήματα είναι ευκολότερη. Δεν υπάρχουν όμως τέτοια περιθώρια για το χαμηλό και μεσαίο εισόδημα και ξέρουμε ότι η συμπίεση από το μεσαίο στο χαμηλό είναι πάρα πολύ εύκολη, μπορεί να είναι ραγδαία. Διατηρούνται όμως και εμφανίζονται ακόμη ανθεκτικές οι περιουσίες στην Ελλάδα.

Επαναλαμβάνω ότι η Ελλάδα που έχει αυτά τα επίπεδα δημοσίου χρέους -ας τα πάρουμε στην ακραία τους εκδοχή, όπως προβάλλονται το 2013, ας πούμε κοντά στο 160% του ΑΕΠ δημόσιο χρέος- έχει επενδεδυμένα σε ακίνητα των ιδιωτών πάνω από 400% του ΑΕΠ. Δεν μιλάμε για την περιβόητη ιστορία της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, αλλά για την ιδιωτική ακίνητη περιουσία. Άρα αντιλαμβάνεστε ότι εκεί υπάρχουν προσδοκίες, ελπίδες και παρά βεβαίως το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι αναγκάζονται να τρώνε από τα έτοιμα είναι πολύ σημαντικό το ύψος των καταθέσεων και των νοικοκυριών αλλά και των επιχειρήσεων ακόμη. Θα μου πείτε άλλοι έχουν τις καταθέσεις και άλλοι έχουν το δανεισμό, αλλά στατιστικά βλέπουμε ούτως ή άλλως τα μεγέθη και η στατιστική κρύβει πάρα πολλές ανισότητες και πάρα πολλές αδικίες. Αυτό το ξέρουμε ούτως ή άλλως.

Μια γραμμή άμυνας

Πρέπει λοιπόν να διαμορφώσουμε -αυτό είναι το πρώτο- μια γραμμή άμυνας. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι, ευέλικτοι να διαχειριστούμε αυτή τη γενίκευση και επέκταση της κρίσης κατά έναν τρόπο όσο γίνεται καλύτερο για μας. Αυτό μπορεί να αφορά την επιμήκυνση εξόφλησης του δανείου*των 110 δισ. ευρώ, μπορεί να αφορά τα επιτόκια, μπορεί να αφορά τη σχέση μεταξύ των διαφόρων μηχανισμών στήριξης, μπορεί να αφορά τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την αντίληψη για τον πληθωρισμό, την αντίληψη για τη νομισματική επέκταση, μια σειρά από πράγματα τα οποία μπορούν να μας επηρεάσουν και ελπίζουμε να μας επηρεάσουν θετικά, αρκεί να έχουμε διαμορφώσει μια γραμμή άμυνας και να είμαστε σε εγρήγορση επαναλαμβάνω, διότι οι εξελίξεις είναι γρήγορες, αντιφατικές και δεν υπάρχει κάποιος κεντρικός πολιτικός έλεγχος των εξελίξεων αυτών.

Γιατί δυστυχώς θεσμικά δεν υπάρχει τέτοιος έλεγχος. Τα σταθερότερα σημεία αναφοράς εξακολουθούν να είναι οι συνομιλητές μας, δηλαδή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Εκεί έχουμε φτάσει. Έχουμε φτάσει στο σημείο χρηματοπιστωτικοί θεσμοί διεθνείς να καλούνται να επιτελέσουν πολιτικό ρόλο κρισιμότερο από ότι αυτοί καθαυτοί οι καθαρά πολιτικοί θεσμοί.

Τρεις παράλληλοι και ισότιμοι άξονες

Με αυτό ως πρώτο στόχο είναι προφανές ότι εμείς οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα εθνικό σχέδιο, αυτό που ακολουθούμε εκ των πραγμάτων ως Κυβέρνηση και ως χώρα που διέπεται από τρεις παράλληλους και ισότιμους άξονες.

α. Η συνεπής εφαρμογή του μνημονίου

Ο πρώτος άξονας είναι η συνεπής και σοβαρή εφαρμογή των όρων του μνημονίου. Το μνημόνιο είναι ένα πολιτικό κείμενο. Είναι η πολιτική συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και στους δανειστές της και είναι και το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της δανειακής σύμβασης που έχουμε συνάψει και η οποία για όσους είναι ρέκτες του είδους, διέπεται από το αγγλικό δίκαιο. Λοιπόν τι συμβαίνει με το μνημόνιο και το δάνειο; Κάτι πάρα πολύ απλό που απορώ πως δεν γίνεται αντιληπτό. Δεν το έχουμε πάρει το δάνειο. Εάν το είχαμε πάρει και είχαμε στα χέρια μας 110 δισ. θα είχαμε στην πραγματικότητα μεταβάλει τον κομιστή του 1/3 περίπου του δημοσίου χρέους και θα διαπραγματευόμασταν με άλλο τρόπο. Αλλά το δάνειο εκταμιεύεται σταδιακά. Έχουμε λάβει μόλις 29 δισ. και τώρα αναμένουμε την τρίτη δόση και το Μάρτιο την τέταρτη δόση για να καλύψουμε τις δανειακές ανάγκες του 2011. Είναι 40 δισ. αυτά που πρέπει να πάρουμε το 2011 για να καλύψουμε τις δανειακές ανάγκες. Άρα πρέπει να τα πάρουμε αυτά. Διότι αυτές είναι ανειλημμένες υποχρεώσεις: έχουμε λήξεις ομολόγων πρέπει με συνέπεια να τηρήσουμε τους όρους να μην έχουμε προβλήματα στην καταβολή των δόσεων. Ανεξάρτητα από το εάν η γενίκευση της κρίσης σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα μας επιτρέψει να βελτιώσουμε τους όρους, όπως έχουν οι όροι πρέπει να τηρηθούν.

Επειδή ακούω συχνά για το μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής που τηρούμε πρέπει να σας πω ότι εδώ υπάρχει μια αντίληψη εδραιωμένη διεθνώς: Θεωρούν ότι το πρόβλημά μας δεν είναι μόνο δημοσιονομικό, θεωρούν ότι είναι και διαρθρωτικό, δηλαδή ουσιαστικά πρόβλημα σχέσεων τυπικής και άτυπης οικονομίας, οικονομίας και παραοικονομίας. Είναι εν τέλει ένα πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, άρα θέλουν να επιβληθούν αλλαγές που αφορούν τα δημόσια οικονομικά, δηλαδή την ύπαρξη ενός λογικού και εφαρμόσιμου και δίκαιου φορολογικού συστήματος αλλά και μέτρα που αφορούν την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Βεβαίως και μπορούμε να προτείνουμε -και το κάνουμε συνεχώς- μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, μπορούμε προφανώς να περικόπτουμε δημόσιες δαπάνες μέχρι το μεδούλι. Όμως υπάρχει ένα πρόβλημα κόστους παραγωγής που τους απασχολεί πάρα πολύ και πρέπει να πείσουμε ότι η ελληνική ανταγωνιστικότητα μπορεί να αποκατασταθεί χωρίς να μειωθεί περισσότερο το εισόδημα των εργαζομένων. Αυτό είναι μια πολύ σύνθετη προσπάθεια.

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, για παράδειγμα, συνέβαλλε πέρυσι πέρα των οριζοντίων μέτρων που αφορούν αποδοχές και λειτουργικές δαπάνες με επιπλέον 1,6 δισ. στην προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος. Όλοι φωνάζουν για μέρισμα ειρήνης και δεν αντιλαμβάνεται κανείς ότι έχουμε μειώσει δραστικά τις εξοπλιστικές δαπάνες. Έχουμε μειώσει πέραν των ήδη μειωμένων δαπανών κατά 800 εκατ. τις πληρωμές και κατά 800 τις παραλαβές το 2010 οι οποίες επιδρούν στον προσδιορισμό του ελλείμματος σύμφωνα με τους κανόνες της Eurostat. Συμβάλλαμε όσο συνέβαλλε ο περιορισμός των εισοδημάτων των δημοσίων υπαλλήλων, όμως δεν αρκεί αυτό. Διότι αυτό από μόνο του δε συμβάλει στην ανταγωνιστικότητα. Είναι δημοσιονομικού χαρακτήρα χειρισμός. Σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι ένας χειρισμός λογιστικός πολύ σημαντικός για την εθνική οικονομία, αλλά δεν επηρεάζει τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.

β. Οι πέραν του μνημονίου πολιτικές: ο ρόλος κράτους και τραπεζών


Υπάρχει ένας δεύτερος άξονας εξίσου σημαντικός. Όλα τα εκτός μνημονίου, τα πέραν του μνημονίου. Για παράδειγμα στο μνημόνιο η μεγάλη αλλαγή της τοπικής αυτοδιοίκησης ο “Καλλικράτης”, η Περιφέρεια, ο νέος Δήμος, σημαίνει ένα και μόνο πράγμα, μείωση της συνολικής δαπάνης κατά 500 εκατ. Αυτό τους ενδιαφέρει. Για εμάς όμως η Περιφέρεια και ο Δήμος είναι μοχλός ανάπτυξης, είναι ο θεσμός που μπορεί να λάβει πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες. Πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες για το περιφερειακό και το τοπικό μοντέλο ανάπτυξης, για τη συνεννόηση των παραγωγικών φορέων και των κοινωνικών δυνάμεων και για την κάλυψη των κενών του κοινωνικού κράτους.

Αυτό δεν το λέει το μνημόνιο. Στον καταλυτικό τομέα της δημόσιας διοίκησης το μνημόνιο μιλάει για περιορισμούς επιδομάτων, για ενιαία αρχή πληρωμής, για ενιαίο μισθολόγιο, δεν λέει ότι η δημόσια διοίκηση πρέπει να λειτουργεί, ότι πρέπει να σου δίνει απάντηση, πρέπει να σε διευκολύνει, πρέπει να έχει έναν αναπτυξιακό και φιλοεπενδυτικό προσανατολισμό, ότι πρέπει να σέβεται τον πολίτη. Αυτά είναι πολιτικές εκτός μνημονίου. Όλα όσα αφορούν το κράτος στην πραγματικότητα είναι εκτός μνημονίου με εξαίρεση αυτά τα οποία τα συζητάμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων. Δηλαδή η διαρθρωτική αλλαγή η μεγάλη δεν είναι μόνον οι ΔΕΚΟ και το δημοσιονομικό κόστος των ζημιογόνων ΔΕΚΟ. Ούτε η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων. Αυτά είναι πάρα πολύ σημαντικά, αλλά η λειτουργία του κράτους και με τη μορφή της δημόσιας διοίκησης και με τη μορφή των μηχανισμών κοινωνικής πρόνοιας και συνοχής είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό.

Εξίσου σημαντικό είναι να διασφαλίσουμε μια διαφανέστερη και αποτελεσματικότερη σχέση με το τραπεζικό σύστημα. Βεβαίως υπάρχει το ταμείο κεφαλαιακής ενίσχυσης, βεβαίως υπάρχουν οι μηχανισμοί επιτήρησης, αλλά αυτό που συναρθρώνει το τραπεζικό σύστημα με την πραγματική οικονομία, το πώς θα βοηθήσει το τραπεζικό σύστημα την πραγματική οικονομία, αυτό είναι ζήτημα που πρέπει να το δούμε εμείς και το βλέπουμε. Το ξέρουν πάρα πολύ καλά και οι τράπεζες, το ξέρουμε και εμείς πάρα πολύ καλά. Δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός, δηλαδή τα ποσά τα οποία διοχετεύονται στις τράπεζες για την ευστάθεια του συστήματος δεν μεταφέρονται δυστυχώς αυτομάτως με τη μορφή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Διότι και οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις που αναζητούν ρευστότητα μέσα από το τραπεζικό σύστημα στην πραγματικότητα διαχειρίζονται τις καταθέσεις του κόσμου. Και αυτές είναι προστατευμένες, αυτό είναι η πρώτη μέριμνα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους και του ίδιου του τραπεζικού συστήματος και αυτή είναι και η μεγάλη προσπάθεια που γίνεται στην Ιρλανδία. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον υπάρχει να σωθεί μια τράπεζα, παρά ένα κράτος.

Άρα το δημοσιονομικό πρόβλημα δυστυχώς μεταφέρεται και καθίσταται πρόβλημα τραπεζικό. Από την άλλη, η διάσωση των τραπεζών είναι ένας θώρακας για τη δημοσιονομική διάσωση των κρατών. Και ισχύει και το ένα και το άλλο. Εδώ ανήκουν οι μεγάλες πρωτοβουλίες και σε περιφερειακό επίπεδο: στο επίπεδο της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας. Είναι το μεγάλο στοίχημα των νέων αιρετών εκπροσώπων των περιφερειακών και δημοτικών κοινωνιών και των τοπικών παραγωγικών φορέων. Αλλά βεβαίως η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα το εθνικό με το περιφερειακό πάρα πολύ συχνά συμπίπτουν.

γ. Να φωτιστεί το σημείο εξόδου - μέτρα ανάσχεσης της ύφεσης

Ο τρίτος άξονας ο οποίος είναι ζωτικής σημασίας είναι να αποκτήσει σημείο εξόδου το σχέδιο αυτό. Δηλαδή να μπορείς να πεις ποιο είναι το τέλος, το επιδιωκόμενο τέλος. Να υπάρχει μια ημερομηνία, να υπάρχει μια προοπτική γιατί ο κόσμος θέλει να νιώθει ότι υπάρχει έξοδος, υπάρχει εν πάση περιπτώσει μια ελπίδα. Και υπάρχει. Αυτό όλο συνδέεται με το πρώτο μέρος της ομιλίας μου, δηλαδή συνδέεται με τη νέα δυσμενή συγκυρία η οποία ξαφνικά μπορεί να λειτουργήσει με θετικό τρόπο. Γιατί προφανώς έχει τεθεί επί τάπητος η επιμήκυνση της εξόφλησης του δανείου των 110 δισ. Γιατί προκειμένου να ξαναβγείς στις αγορές και να λειτουργήσεις ως κυρίαρχο δημοσιονομικά κράτος πρέπει να έχεις δανειακές ανάγκες οι οποίες είναι αντιμετωπίσιμες το 2014, 2015, κ.ο.κ. Πρέπει να έχεις πρωτογενή πλεονάσματα -πες ότι τα αποκτάς με τη μείωση του ελλείμματος- αλλά τι κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους θα έχεις και πόσα λεφτά θα πηγαίνουν κάθε χρόνο από τα έσοδα του προϋπολογισμού στην εξυπηρέτηση ενός διογκωμένου ούτως ή άλλως δημοσίου χρέους και, τρίτον, πρέπει να έχεις υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Δυστυχώς η πρόγνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έβλεπα τώρα στα δελτία ειδήσεων, φαίνεται να είναι δυσμενέστερη και για το 2010 και για το 2011. Μισό τοις εκατό μεγαλύτερη ύφεση διαμορφώνει ένα πρόβλημα ισορροπιών σε όλα τα μεγέθη, τα μακροοικονομικά και τα δημοσιονομικά. Άρα τα μέτρα ανάσχεσης της ύφεσης έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Τι σημαίνει μέτρα ανάσχεσης ύφεσης; Μέτρα τα οποία είναι νομοθετικά, διοικητικά και αφορούν ούτως ή άλλως τις δεδομένες ατμομηχανές της ελληνικής οικονομίας. Το παλιό μοντέλο ανάπτυξης καθ’ οδόν προς το καινούριο. Δηλαδή οικοδομή, τουρισμός, ναυτιλία, λιανικό εμπόριο. Όλα είναι μέσα: η έρευνα, η καινοτομία και η πράσινη ανάπτυξη, αλλά με βάση το βαθμό εισφοράς στο ΑΕΠ έχεις πρωτίστως τουρισμό και οικοδομή. Εκεί στοχεύουν τα μέτρα που ανακοινώθηκαν παράλληλα με τον προϋπολογισμό. Δηλαδή η άρση του πόθεν έσχες στην πρώτη κατοικία, η αναστολή αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών -όχι των νέων περιοχών που εντάχθηκαν προχτές, αλλά των παλαιών περιοχών- η μείωση του ΦΠΑ στον τουρισμό, έστω σε ένα σκέλος των τουριστικών υπηρεσιών κ.ο.κ.

Αλλά θέλει βεβαίως μια σύνθετη προσπάθεια η οποία πρέπει να ξεκινήσει από τις έξυπνες και καλά στοχευμένες προσπάθειες της αγοράς. Η αγορά είναι αυτή που πρέπει να ζητάει πολύ συγκεκριμένα εφικτά πράγματα, απλά, εμβληματικά, τα οποία πράγματι να αλλάζουν το κλίμα στους τομείς αυτούς. Και φυσικά τα λαμβάνουμε όλα υπόψη και οφείλουμε να τα λάβουμε υπόψη γιατί πρέπει να είμαστε προσαρμοστικοί, γρήγοροι και σε συνεχή διάλογο.

Η μεταβολή ως προς τους κομιστές των ομολόγων

Τώρα ούτως ή άλλως σ’ αυτόν τον τρίτο άξονα παρατηρείται μια σημαντική αλλαγή στην σύνθεση των κομιστών του ελληνικού δημοσίου χρέους. Διότι αν καταβληθούν τα 110 δισ. αυτά τα 110 δισ. θα τα οφείλουμε σε θεσμικούς εταίρους, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στη Ζώνη του Ευρώ μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στο ΔΝΤ. Αυτό είναι το 1/3 περίπου του χρέους -λιγότερο τώρα δυστυχώς- γιατί αυξάνεται σε απόλυτους αριθμούς το χρέος. Υπάρχει το χρέος που έχει στα χέρια της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όχι τα ενεχυριασμένα ομόλογα των ελληνικών τραπεζών, αυτά που η ίδια έχει αποκτήσει στο δικό της χαρτοφυλάκιο. Υπάρχουν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου στα χέρια των Ελλήνων θεσμικών επενδυτών, του τραπεζικού συστήματος και των ασφαλιστικών ταμείων. Αυτά αθροιστικά είναι περίπου τα 2/3 του χρέους. Το ξέρεις ότι βρίσκονται στα χέρια πέντε θεσμικών παραγόντων. Άρα έχεις μεγάλα περιθώρια να σκεφτείς πράγματα, πάντα σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ. Δεν υπάρχουν περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς, για προχειρότητες ή για κινήσεις οι οποίες δημιουργούν πολιτική και χρηματοοικοινομική διαταραχή και εκθέτουν τη χώρα σε πολλαπλούς διεθνείς κινδύνους.

Το κλίμα συναίνεσης

Άρα θέλει ταυτόχρονα και ετοιμότητα και διάθεση ριζοσπαστική και μια “επιφύλαξη” συντηρητική, αμυντική γιατί αυτό που θέλει ο κόσμος είναι, πρώτον, ασφάλεια και βεβαιότητα -πρωτίστως για τις περιουσίες και μετά για τα εισοδήματα. Δεύτερον, θέλει προοπτική, δικαιοσύνη, να ξέρει ότι τα μέτρα αυτά είναι ισορροπημένα και εκεί έχουμε πολλά να κάνουμε ακόμη. Και βεβαίως, τρίτον, να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα. Εμείς έχουμε διάφορα προφανή συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Πρώτον, γενικά έχουμε μια ικανότητα προσαρμογής σε δύσκολες καταστάσεις.

Δεύτερον, έχουμε πολιτική σταθερότητα. Είμαστε η μόνη χώρα τώρα από τις τρεις που είναι αυτή τη στιγμή στο μάτι του κυκλώνα που έχουμε τέτοια πολιτική σταθερότητα, κοινοβουλευτική και πολιτική. Και έχουμε και μια κοινωνική δεκτικότητα. Θέλετε να το πείτε αντοχή, θέλετε να το πείτε ανοχή. Δεν λέω ότι υπάρχει αποδοχή και μάλιστα ολόψυχη μιας κατάστασης που είναι τόσο δύσκολη, αλλά υπάρχει πάντως μια κατάσταση η οποία δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας εθνικής συναίνεσης και μιας εθνικής συστράτευσης η οποία δεν χρειάζεται να αποκτήσει τυπικά χαρακτηριστικά ή θεσμικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ένα κλίμα. Αλλά το κλίμα έχει τεράστια σημασία. Η κοινωνική, πολιτική και οικονομική ψυχολογία είναι πραγματικά μεγέθη, επηρεάζουν τις οικονομικές συμπεριφορές, έχουν υλικό περιεχόμενο. Και έχει πολύ μεγάλη σημασία να ξέρουμε τι κάνουμε. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να στρατευτούμε σ’ αυτήν την προσπάθεια.

Αυτό είναι το μήνυμα το οποίο στέλνει η Κυβέρνηση σε όλους. Σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις και σε όλες τις κοινωνικές δυνάμεις και σε όλους τους πολίτες.

Και βεβαίως επειδή μιλάμε εδώ στη Θεσσαλονίκη, στη Βόρεια Ελλάδα που έχει το πλεονέκτημα και το μειονέκτημα της απόστασης από το κράτος και είναι μια πόλη της ιδιωτικής οικονομίας με ό,τι σημαίνει αυτό, συνήθως το εκλαμβάνουμε ως κακό, είναι τώρα μια ευκαιρία εδώ για την περιοχή, για την Περιφέρεια, για το Δήμο, για τους ανθρώπους, τις επιχειρήσεις, τους φορείς να σκεφτούν πράγματα. Να σκεφτούν και να προτείνουν πράγματα. Να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Πολλά μικρά πράγματα μπορεί να κάνουν μια μεγάλη αλλαγή. Μην περιμένετε να παραχθεί η ιδέα η οποία θα ανατρέψει συνολικά τις κρατούσες αντιλήψεις. Εκτός και αν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αναληφθούν πρωτοβουλίες οι οποίες είναι του είδους που είπαμε, δηλαδή αφορούν τη σχέση μεταξύ κρατικής κυριαρχίας και κυριαρχίας των αγορών. Αφορούν την εισαγωγή, την εγκαθίδρυση θεσμών διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης και βεβαίως μια άλλη αντίληψη για την Ευρώπη που δεν την βλέπω όμως.

Γιατί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση κάνει βήματα προς τα πίσω μέσα από την κρίση, δεν κάνει βήματα προς τα μπρος. Δυστυχώς αποδεικνύεται ότι ο πολιτικός και θεσμικός βολονταρισμός πάνω στον οποίο βασίστηκε ως τώρα η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από το Μάαστριχτ και μετά δηλαδή τα τελευταία είκοσι χρόνια συναντάει όρια, διότι βολονταρισμός εκεί που ελέγχεις τα πράγματα. Αν δεν τα ελέγχεις και δημιουργούνται διεθνείς συνθήκες κρίσης ανεξέλεγκτες, στις οποίες μπορείς να παρέμβεις μόνο εν μέρει και χωρίς ενότητα, δηλαδή μέσα από τις χώρες που είναι μέλη του G8 ή του G20 όπως συμβαίνει και με τις χώρες που είναι μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας για τα μεγάλα διεθνή θέματα ασφάλειας, δεν έχει υπόσταση η ΕΕ ως τέτοια και άρα έχεις πολύ μικρά περιθώρια να κάνεις κάτι το οποίο να έχει πραγματικά ευρωπαϊκή υπόσταση.

Αυτό είναι το θέμα. Είμαστε σε συνθήκες πολέμου όπως είπα, για να θυμίσω την ιδιότητά μου, του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Βεβαίως αυτός ο πόλεμος είναι προτιμότερος από τον κατά κυριολεξία πόλεμο που ζουν άλλες περιοχές του κόσμου. Η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι η ευτυχέστερη ήπειρος, αλλά είναι μια γηρασμένη και επαναπαυμένη ήπειρος. Πρέπει τώρα να αντιληφθεί ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και εύκολο και ότι πρέπει να ξυπνήσει αυτός ο ευρωπαϊκός γίγαντας μέσα στον οποίο και εμείς έχουμε τη θέση μας και μπορούμε να παίξουμε το ρόλο μας.



* Ευχαριστώ τον εκδότη του «Αγγελιοφόρου» κ. Αλέξανδρο Μπακατσέλο για την τιμητική πρόσκληση και τον διευθυντή της εφημερίδας κ. Τραϊανό Χατζηδημητρίου, παιδικό μου φίλο, για τη θερμή αλλά και εξαιρετικά καλά στοχευμένη προσφώνηση που έκανε.

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2010Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2010