Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

«Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία»

[Σχόλιο]

Μια μικρή η μεσαία χώρα, η οποία μέσω της ομοφωνίας μπορεί να μπλοκά ρει την λήψη απόφασης με τη διακυβερνητική μέθοδο, θεωρεί ότι στερείται αντίστοιχων δικαιωμάτων ή αντίστοιχων δυνατοτήτων πίεσης με την κοινοτική μέθοδο, όπου συνήθως ισχύει τώρα η αυξημένη πλειοψηφία;

Η απάντηση είναι όχι, αυτή που άκουσα και προηγουμένως. Δεν φτάνουμε ποτέ να λύσουμε τα θέματα αυτά νομικά. Υπάρχουν πολλές στιγμές στην διάρκεια των Συμβουλίων -και έχω θητεύσει σε πολλές συνθέσεις του Συμβουλίου επί πολλά χρόνια και έχω παρακολουθήσει και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο- που απευθυνόμαστε στη νομική υπηρεσία του Συμβουλίου, όχι για να μας δώσει μια λύση, αλλά για να ενισχύσει μια επιχειρηματολογία. Γίνεται μια πολιτική διαβούλευση και ο συσχετισμός των δυνάμεων διαμορφώνεται με τον τρόπο που λίγο-πολύ φανταζόμαστε. Καταγράφεται περισσότερο, παρά διαμορφώνεται.


Η αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παίζει σοβαρό ρόλο και στην διακυβερνητική μέθοδο. Γιατί πολλές φορές τις ανατίθενται ρόλοι, οι οποίοι δεν προβλέπονται από τις συνθήκες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ελληνική δανειακή σύμβαση των 110 δισ. ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συντονίζει μια διαδικασία, η οποία είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό πολυμερής διακρατική, όπως είναι η φύση της σύμβασης αυτής, γιατί εμείς έτσι έχουμε δανειστεί. Η Ιρλανδία έχει δανειστεί μέσω κανονισμού, μέσω του EFSF, με μικρό ευρωομόλογο. Ο ίδιος είναι ο ρόλος της Επιτροπής.

Άρα βρισκόμαστε πια σε ένα άλλο θεσμικό περιβάλλον, το οποίο έχει ξεπεράσει προ πολλού αυτή την κλασική διάκριση μεταξύ διακυβερνητικής και κοινοτικής μεθόδου.

[Κύρια Ομιλία Ευ. Βενιζέλου:]


Ευχαριστώ τον Πρόεδρο της συνεδρίασής μας και Πρόεδρο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αγαπητό φίλο και συνάδελφο και συγκάτοικο στον τομέα του Δημοσίου Δικαίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τον Βασίλη Σκουρή, που μας τιμά με την παρουσία του διεθνώς, εκλεγόμενος κατ’ επανάληψη, υπό την προσωπική του ιδιότητα στη θέση του Προέδρου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είχα χθες την ευκαιρία να μιλήσω για το Δημήτρη, για την αίσθηση της απώλειας του Δημήτρη και για την απώλεια της αίσθησης της απώλειας που διαπιστώνω σε πολύ μεγάλο βαθμό στο δημόσιο λόγο. Άρα, θα μπω σήμερα κατευθείαν στο θέμα, γιατί πιστεύω ότι το πιο ουσιαστικό μνημόσυνο είναι η ανταλλαγή των σκέψεων που κάνουμε σε αυτό το διήμερο συνέδριο, άρα και η ανταλλαγή των σκέψεων που θα κάνουμε σε αυτή την τελευταία συνεδρίαση.

Η υπόσχεση του τίτλου είναι πάρα πολύ φιλόδοξη, θα σας απασχολήσω με την επιρροή που ασκεί η οικονομική κρίση στο εθνικό Σύνταγμα και την εθνική κυριαρχία. Και θα αρχίσω από ορισμένες αυτονόητες διαπιστώσεις, αν και τίποτα δεν είναι πιο επαναστατικό από το αυτονόητο. Η διεθνής οικονομική κρίση που κορυφώνεται σε ορισμένες χώρες όπως η Ελλάδα -αρχικά η Ισλανδία, τώρα ταυτοχρόνως με την Ελλάδα η Ιρλανδία, ακούμε πολλά για άλλες χώρες όπως είναι η Πορτογαλία- ανέδειξε μεταξύ άλλων τα όρια και την ανεπάρκεια ορισμένων θεμελιωδών κλασικών αλλά και συμβατικών εννοιών.

Αυτό ισχύει πρώτον, με την έννοια του κράτους, γιατί αυτό που αντιλαμβανόμαστε λόγω της οικονομικής κρίσης και κατά τη διάρκειά της υπό τον όρο κράτος, είναι πρωτίστως ένα εθνικό κράτος, διαχειριστής μιας συνολικής χρηματοοικονομικής και όχι μόνο δημοσιονομικής κρίσης, μιας κρίσης που δεν αφορά μόνο το δημόσιο τομέα κάθε εθνικής οικονομίας αλλά και τον ιδιωτικό τομέα.

Μιας κρίσης που αφορά το μοντέλο ανάπτυξης κάθε χώρας, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό το τραπεζικό σύστημα, γιατί υπάρχει ένας εναγκαλισμός ενδεχομένως σωτήριος, ενδεχομένως θανάσιμος, ανάμεσα στα κράτη και τα τραπεζικά συστήματα. Και βέβαια αυτό αφορά συνολικά την πραγματική οικονομία, τη λειτουργία της αγοράς, σε εθνικό κατά βάση επίπεδο.

Γύρω απ’ την έννοια του κράτους βλέπουμε να συγκρούονται τώρα δύο προσεγγίσεις αντιφατικές αλλά και συνυπάρχουσες. Μία κλασική αντικρατικιστική προσέγγιση -το Κράτος φταίει για όλα, το κράτος και άρα το πολιτικό σύστημα, το διοικητικό σύστημα είναι αυτό που οδήγησε την κρίση ή πάντως δεν την πρόβλεψε και δεν την ανέκοψε- και απ’ την άλλη μια περίεργη νεοκρατικιστική προσέγγιση -αυτό το Κράτος που φταίει για όλα είναι αυτό που πρέπει να τα κάνει όλα τώρα, για την έξοδο από την κρίση. Είναι λογικό, γιατί το Κράτος είναι ο τελικός εγγυητής μιας κατάστασης. Είναι ο τελικός εγγυητής δικαιωμάτων, εισοδημάτων,  περιουσιών, καταθέσεων, άρα πρέπει να παίξει το ρόλο του αυτό και πρέπει να τον παίξει και με τη μορφή του μοχλού ή του σημείου επαφής μεταξύ της ευρωπαϊκής και της διεθνούς οικονομίας και της εθνικής οικονομίας, σε όλα τα κράτη.

Όταν επηρεάζεται τόσο βαθιά η έννοια του Κράτους, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σε πρώτη ζήτηση την έννοια αυτή, είναι προφανές ότι επηρεάζεται και η πυρηνική έννοια που είναι η έννοια της κυριαρχίας. Διότι μπορούμε να ορίσουμε με πάρα πολλούς τρόπους αυτή την κλασική και ανυπότακτη έννοια της κυριαρχίας, αλλά τώρα όταν μιλάμε για κυριαρχία στην πραγματικότητα έχουμε στο μυαλό μας τη νομισματική κυριαρχία, τι απομένει απ’ αυτήν μέσα σε μία ζώνη νομισματική όπως η ζώνη του ευρώ ή και εκτός της ζώνης του ευρώ, τι απομένει στη διεθνή νομισματική αγορά, σε όλες τις νομισματικές ζώνες.

Και βεβαίως μιλάμε για μία δημοσιονομική κυριαρχία, μιλάμε για ένα φαινόμενο κράτους-προτεκτοράτου, που διατηρεί την εδαφική του κυριαρχία, διατηρεί τη δυνατότητά του να ασκεί εξωτερική πολιτική και αμυντική πολιτική, πολιτική ασφάλειας, έχει την ευθύνη για την εσωτερική ασφάλεια, λειτουργεί ως πολιτικό σύστημα, είναι δημοκρατικά οργανωμένο, παρόλα αυτά δεν έχει πλήρη κυριαρχία γιατί δε διαθέτει νομισματική και δημοσιονομική κυριαρχία.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τα κράτη σε μεγάλη κρίση, όπως η Ελλάδα, αφορά λίγο-πολύ όλα τα κράτη, πλην ορισμένων που νιώθουν ότι ακόμη σήμερα μπορούν να καθοδηγούν το διεθνές παίγνιο γύρω από τα θέματα αυτά.

Η κυριαρχία θίγεται από το γεγονός ότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν νέες κυρίαρχες οντότητες, οι οποίες λειτουργούν με ασύμμετρο τρόπο. Αλλά δεν αναφέρομαι αυτή τη στιγμή ούτε στις διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις, ούτε στις μορφές οργανωμένου εγκλήματος, που είναι και αυτές οντότητες με διεθνή παρουσία που μετέχουν στον παγκόσμιο συσχετισμό, αλλά αναφέρομαι στις μεγάλες τράπεζες, στα μεγάλα funds, αναφέρομαι στην αγορά, στις “αγορές” στον πληθυντικό, που βρίσκονται σε μια ανοιχτή σύγκρουση με τα κράτη, σε μία σύγκρουση για την κυριαρχία σε τελευταία ανάλυση. Δηλαδή, για το ζήτημα που αφορά τον πυρήνα της πολιτικής και τον πυρήνα της Δημοκρατίας.

Γίνεται λόγος στη δική μας γλώσσα για δημόσιο χρέος, για τα κρατικά ομόλογα. Όλα αυτά σε άλλες γλώσσες αποδίδονται με την έννοια της κυριαρχίας, ως κυρίαρχο χρέος και ως κυρίαρχα ομόλογα και αυτό έχει κάποια σημασία. Έχει κάποια σημασία γιατί αναφέρθηκα προηγουμένως στην εσωτερική κυριαρχία, το Κράτος ως έσχατος εγγυητής της εθνικής οικονομίας. Αυτό ισχύει και στην εξωτερική κυριαρχία.

Δηλαδή το Κράτος είναι ο διεθνής οικονομικός διαπραγματευτής στο όνομα της εθνικής οικονομίας και είναι αυτό που  βρίσκεται στο μέτωπο της σύγκρουσης με τις αγορές. Αυτό δεν αφορά μόνο τα κράτη, αφορά και το ευρωπαϊκό φαινόμενο. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση τίθεται υπό συνολική αμφισβήτηση και επαναδιαπραγμάτευση. Όλο το ευρωπαϊκό κεκτημένο τίθεται υπό αμφισβήτηση και επαναδιαπραγμάτευση.

Στην πραγματικότητα ξαναστήνεται εκ των ενόντων και υπό συνθήκες πολεμικές το θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή εξελίξεις που ήταν πάρα πολύ αργές και θα έλεγα ανυποψίαστες για χρόνια. Ο τρόπος με τον οποίο τελικώς παρέμεινε στην ιστορία των θεσμών η Συνταγματική Συνθήκη, το λεγόμενο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η καθυστέρηση στη διαμόρφωση της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβόνας είναι ένα άλλο παράδειγμα. Τώρα η ταχύτητα με την οποία συγκροτείται ο μηχανισμός χρηματοοικονομικής στήριξης της ευρωζώνης, το EFSF, ο μηχανισμός μακροχρηματοοικονομικής στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται τα θέματα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο τρόπος με τον οποίο κινείται το Eurogroup, ξεπερνά κάθε θεσμική προδιαγραφή.

Όλα αυτή τη στιγμή τίθενται υπό αναψηλάφηση και οι προτεραιότητες οι οποίες έχουν πάψει προ πολλού να είναι οραματικές, ιδεολογικές, πολιτικές και είναι αναμφίβολα δημοσιονομικές, χρηματοοικονομικές δεν αφορούν καν το μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην επιρροή που άσκησε η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, ή αν θέλετε μια μεγάλη συμφωνία, ένας μεγάλος ιστορικός συμβιβασμός ανάμεσα στις συντηρητικές και τις σοσιαλδημοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις που διαχειρίζονται το ευρωπαϊκό φαινόμενο επί δεκαετίες μέσα από ένα μεγάλο κυλιόμενο συνασπισμό κυβερνητικό που υπάρχει πάντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και βεβαίως, αυτή η επιρροή φτάνει πια στις θεμελιώδεις έννοιες της επιστήμης του Δημοσίου Δικαίου, αφορά το Σύνταγμα και ταυτόχρονα το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. Έχουμε καταιγιστικές ερμηνείες της Συνθήκης, των συνθηκών.
Μίλησα προηγουμένως σε μια παρέμβασή μου που μου προκάλεσε ο Αντώνης Μανιτάκης για ένα φαινόμενο θεσμικής υπερδιέγερσης αναγκαστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για υβριδικές μορφές κανόνων δικαίου, για πολλαπλές και επικαλυπτόμενες δομικές βάσεις, διακυβερνητικές και κοινοτικές, για αμφίβολα μορφώματα νομικά τα οποία ακόμη δεν έχουν κληθεί ούτε από το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε από κάποιο άλλο δικαιοδοτικό όργανο. Και βέβαια για ένα  φαινόμενο, το οποίο θυμίζει πάρα πολύ τον πυλώνα της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ισχυρίζεται ότι διέπεται από τη φιλοσοφία της χειραφέτησης της Ευρώπης, ενώ στην πραγματικότητα αποδέχεται μια αλήθεια η οποία ισχύει εδώ και έναν αιώνα. Η αλήθεια λέει πως η ευρωπαϊκή ασφάλεια ήταν πάντα ένα ευρωατλαντικό πρόβλημα, από τα μέσα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επί Προέδρου Wilson, μέχρι σήμερα. Άρα το ΝΑΤΟ είναι ο βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ασφάλειας εκ των πραγμάτων.

Για παραλληλίστε τώρα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με τους ίδιους όρους. Η νομισματική και η χρηματοοικονομική ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έχει καταστεί και αυτή ένα ευρωατλαντικό πεδίο, με τις ΗΠΑ να εμφανίζονται –και αυτό είναι πολύ παράδοξο και  πολύ ενδιαφέρον- πολύ πιο φιλικές για τη ζώνη του ευρώ και το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης απ’ ό,τι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες που θα έπρεπε να λειτουργούν θεσμικά ως παράγοντες στήριξης αυτής της προοπτικής.

Και βέβαια, αυτό αφορά και το Σύνταγμα, όπως θα δούμε, γιατί έχουμε τέτοιου είδους πιεστικές καταιγιστικές μερικές φορές ερμηνείες και του Συντάγματος, όχι μόνο του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου. Κατ’ αρχάς αλλάζει η αντίληψη του δημοσίου συμφέροντος. Όλες οι αόριστες έννοιες είναι στην πραγματικότητα κανόνες κατανομής αρμοδιότητας ανάμεσα στο νομοθέτη και το δικαστή, ανάμεσα στην πολιτική και τη δικαστική εξουσία. Ίδια είναι η αντίληψή μας για το δημόσιο συμφέρον τώρα με αυτή που υπήρχε πριν τη κρίση; Μεταξύ 2011 και 2009 έχει αλλάξει το περιεχόμενο της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος, του συμφέροντος της εθνικής οικονομίας και αυτό επηρεάζει την ερμηνεία μιας σειράς χρήσιμων συνταγματικών διατάξεων.

Το κοινοτικό κεκτημένο δεν είναι το ίδιο. Το κοινωνικό κεκτημένο στην εσωτερική έννομη τάξη δεν είναι το ίδιο πια ως αντίληψη πολιτική και νομική. Και βέβαια αυτό θα δούμε ότι δεν αφορά μόνο αυτό το επίπεδο, αλλά και το πολύ βαθύτερο, δηλαδή την πολιτική, την δημοκρατία.

Η συμβατική θεώρηση έχει αναμφίβολα την αξία της για το κράτος δικαίου, γιατί πάνω στις έννοιες βασίζεται η έννομη τάξη. Κάθε έννοια, συμβατική κυρίως, έχει ένα ιστορικό περιεχόμενο και λειτουργεί ως εγγύηση μέσα από την ιστορική της διαμόρφωση, μέσα από την ιστορικότητά της, θα έλεγε ο Δημήτρης αν ήταν σήμερα ανάμεσά μας.

Και αυτό αφορά και το συνταγματικό κράτος, αφορά και την Ευρωπαϊκή Ένωση που τείνει –υποτίθεται- προς μια ευρωπαϊκή συνταγματική τάξη. Αλλά όλα αυτά δεν αρκούν. Δηλαδή μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη δημοσιονομική συνθήκη υπό την οποία βρισκόμαστε διεθνώς, σκεπτόμενοι, όπως σκεπτόμασταν μέχρι πριν από λίγο και τις σχέσεις ευρωπαϊκής έννομης τάξης, Διεθνούς Δικαίου, κλασικού Διεθνούς Δικαίου και εθνικής έννομης τάξης. Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα θέματα αυτά μόνο ως ζητήματα υπεροχής; Υπεροχής του εθνικού Συντάγματος, ή αυτοαναφορικής υπεροχής της κοινοτικής έννομης τάξης;

Η θεσμική ισοτιμία των κρατών-μελών ισχύει πράγματι, που είναι ένα θεμέλιο της κοινοτικής έννομης τάξης και των ιδρυτικών συνθηκών; Εδώ η νομοθετική πολιτική, άρα διαχείριση της κρίσης, μας εμφανίζει, όπως είπα και προηγουμένως, νέες υβριδικές καταστάσεις και στο Κοινοτικό Δίκαιο έχουμε ταχεία διαδικασία τροποποιήσεως εθνικών πέραν της προβλεπομένης από τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Κάθε μέρα γίνεται αυτό, δεν θα γίνει για το μεγάλο μηχανισμό στήριξης -αν ευδοκιμήσει το Συμβούλιο Κορυφής του Μαρτίου. Γίνεται διαρκώς.

Μιλήσαμε και προηγουμένως για τη συμπλοκή μεταξύ διακυβερνητικής και κοινοτικής μεθόδου. Οι καταστατικές διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι καθοριστικές, οι καταστατικές διαδικασίες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι Ανώνυμη Εταιρεία, τα κράτη μετέχουν με βάση το ποσοστό της συμβολής τους, το κοινοτικό ΑΕΠ. Δεν υπάρχει καμία θεσμική ισοτιμία. Υπάρχουν ποσοστά άντλησης κεφαλαίων, ρευστότητας, υπάρχει ένας πολύ σκληρός συσχετισμός που δεν έχει καμία σχέση με την ισοτιμία των κρατών-μελών, με τον ιπποτισμό του κλασικού Διεθνούς Δικαίου, με τη σημασία που έχουν τα υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου, με τις αρχές των πατέρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της δεκαετίας του ’50, ή της δεκαετίας του ’80 ακόμη.

Και βέβαια, όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό φτάνει ως το αίτημα για αναθεώρηση των εθνικών Συνταγμάτων, όχι μέσα από τη λογική που ξέραμε ως τώρα, απ’ αυτή την πάρα πολύ προσεκτική και ήπια διαμόρφωση του ενιαίου ευρωπαϊκού συνταγματικού χώρου, μέσα από μια αλληλοπεριχώρηση, όπως έχω πει κι άλλη φορά, ανάμεσα στα εθνικά Συντάγματα και την κοινοτική έννομη τάξη, όπου βεβαίως η κοινοτική έννομη τάξη αυτοαναφορικά θεωρεί ότι έχει την δική της θεμελίωση και την δική της ιεραρχία και αυτό το επιβεβαιώνει η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια, ή άλλα παρεμφερή όργανα έχουν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας και διασώζουν την δική τους συνταγματική αξιοπρέπεια, αλλά τελικώς βρίσκεται ένας συμβιβασμός διότι άλλοτε μέσω μιας προκαταβολικής αναθεώρησης, άλλοτε μέσω μιας επιλεγόμενης αναθεώρησης, άλλοτε μέσα από μια διαπραγμάτευση κυβερνητική, άλλοτε μέσα από μια ερμηνεία δικαστική, διαμορφώνεται μια ισορροπία, ένα αυτονόητο ευρωπαϊκό, ένας χώρος συνύπαρξης και αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας ισορροπίας της κλασικής αντίληψης του εθνικού Συντάγματος και της ευρωπαϊκής κοινοτικής αντίληψης που εμφανιζόταν ως η νεωτερική. Τώρα υπάρχει κάτι άλλο πέρα απ’ αυτά, μια μετα-νεωτερική αντίληψη για τα θέματα αυτά.

Και πιστεύω ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό υφέρπει και στη συζήτηση για τις σχέσεις του περιβόητου Μνημονίου με το ελληνικό Σύνταγμα. Ο τρόπος για να προσεγγίσεις αυτό το οξύ πρόβλημα, είναι πάρα πολύ απλός αν τον αντιληφθείς συμβατικά, αλλά τότε θα έχεις περιπέσει στο αμάρτημα πως αντιλαμβάνεσαι ένα οξύτατο κοινωνικό, αναπτυξιακό, πολιτικό και ιδεολογικό ζήτημα διεθνούς και ευρωπαϊκού επιπέδου, ως ένα ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος ή ιεραρχίας των κανόνων δικαίου.

Δε θα βρεις καμία λύση σε αυτή την προσέγγιση. Πρέπει να συγκροτήσεις μια θεωρία η οποία να έχει πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, για να συγκροτήσεις μία θεωρία για την ερμηνεία του Συντάγματος και τη σχέση Συντάγματος και Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου απ’ τη μια, Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου απ’ την άλλη, όταν έχεις να αντιμετωπίσεις τέτοιες δυσκολίες.

Γιατί το ζήτημα δεν ήταν ποτέ η συνταγματική βάση όλων αυτών των ενεργειών σε εμάς. Γιατί εμείς έχουμε μία σαφή συνταγματική βάση -το άρθρο 28, εν προκειμένω το 28 παρ. 2 και 3- την οποία και ερμηνευτικώς ενισχύσαμε με την ερμηνευτική δήλωση που προστέθηκε στην αναθεώρηση του 2001, ότι πέραν πάσης αμφιβολίας το άρθρο 28 είναι το συνταγματικό θεμέλιο της ακώλυτης συμμετοχής της Ελλάδος στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι μπορείς να θέσεις υπό αμφισβήτηση όλο το κεκτημένο; Όλο το κοινωνικό κράτος δικαίου; Όχι φυσικά. Αλλά δεν επηρεάζεται μέσα από την έννοια του δημοσίου συμφέροντος η ερμηνεία για το άρθρο 22 παρ. 3, για τη σχέση δηλαδή νόμου που είναι ο εκφραστής του δημοσίου συμφέροντος και συλλογικής αυτονομίας; Δεν επηρεάζεται η ερμηνεία του άρθρου 22 παρ. 4 για την επίταξη των προσωπικών υπηρεσιών; Δεν επηρεάζεται η ερμηνεία του άρθρου 18 παρ. 3 για την επίταξη πραγμάτων; Δεν επηρεάζεται η ερμηνεία του άρθρου 106 για το συμφέρον της εθνικής οικονομίας;
Τα πάντα επηρεάζονται διότι έχεις μια πραγματικότητα η οποία εξελίσσεται. Πρέπει να διασώσεις τη χώρα. Πρέπει να δώσεις μια προοπτική στον εργαζόμενο, στον άνεργο, στον επιχειρηματία, στις οικογένειες, στις ευπαθείς ομάδες που είναι οι πρωταγωνιστές του πεδίου του άρθρου 21 του Συντάγματος.

Και όλα αυτά ψάχνεις να τα βρεις μέσα στο πλέγμα των πράξεων και των κανόνων που δίνουν υπόσταση, αυτό που έχει επικρατήσει να λέγεται Μνημόνιο δημοσιογραφικά, δηλαδή πρόκειται για πράξεις και κανόνες κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, κατά το καταστατικό του ΔΝΤ, κατά το καταστατικό της ΕΚΤ, για πράξεις και κανόνες κλασικής πολυμερούς διακρατικής θεμελίωσης. Και φυσικά για πράξεις και κανόνες κατά την εθνική έννομη τάξη.

Αυτό στην πραγματικότητα μας θέτει αντιμέτωπους με έναν άλλο ρόλο της Βουλής, με έναν άλλο ρόλο της Δικαιοσύνης και πρέπει αυτά όλα να τα αντιμετωπίζουμε διασώζοντας τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Και βεβαίως των αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Για να τελειώσω, θα επανέλθουμε στη συζήτηση, όλα αυτά στην πραγματικότητα περιγράφουν τη βαθιά αλλαγή που συντελείται στην ίδια την ουσία της πολιτικής. Το ερώτημα είναι τώρα πια και -όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά ακόμη και στην ίδια τη Γερμανία, την ισχυρότερη χώρα οικονομικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης- τι περιθώρια άσκησης πολιτικής έχεις. Εναλλακτικής πολιτικής. Αν υπάρχει η προοπτική να συγκροτηθεί μια στοιχειώδης παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση, όχι με κάποιον πολύ ριζοσπαστικό τρόπο, αλλά έστω με την εφαρμογή των αποφάσεων του G-20 του 2008-2009 που μείνανε στα χαρτιά και δεν απέκτησαν ποτέ συγκεκριμένο περιεχόμενο. Και βέβαια τι γίνεται με τη μεγάλη δοκιμασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η οποία νομίζω ότι θέτει εκ ποδών τα πάντα. Δηλαδή τα επανατοποθετεί στο σημείο μηδέν. Πρέπει να ξανασυζητηθούν όλα.

Διότι πώς είναι δυνατόν να συζητάς για ένα νέο μεγαλεπήβολο σχέδιο Συμφώνου Σταθερότητας, εάν δεν αντιμετωπίσεις το ζήτημα του κοινοτικού προϋπολογισμού, των ιδίων πόρων, των μηχανισμών άρσης των περιφερειακών ανισοτήτων. Εάν δηλαδή θα μείνει η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις παρούσες ανισότητες να αναπαράγονται και τα πλεονεκτήματα, τα πλεονάσματα του ενός, να είναι πάντοτε τα ελλείμματα του άλλου, όπως είπα και χθες, ή αν θα δούμε το ζήτημα αυτό συνολικά μέσα από μία προοπτική, η οποία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή χωρίς τα συμφραζόμενά της, δηλαδή χωρίς το τι συμβαίνει πέραν των τειχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εκτός και εάν πιστεύουμε ότι η άρση του κρατισμού και του οικονομικού εθνικισμού σε κρατικό επίπεδο και η μεταφορά του οικονομικού εθνικισμού και του κρατισμού σε κοινοτικό επίπεδο, συνιστά λύση στην αυγή του 21ου αιώνα, που δε συνιστά λύση.

Βέβαια αυτό δεν μπορεί κανείς να το δει με τη γραμμική προσέγγιση “εκλογές - εκλογική πλειοψηφία - κοινοβουλευτική πλειοψηφία – κυβέρνηση - άσκηση της εξουσίας” κατά το δοκούν και μετά εναλλαγή, ή επιβεβαίωση ή εναλλαγή. Πάνε αυτά. Δεν υπάρχουν αυτά. Διότι δεν κυβερνιέται κανένας τόπος αν δεν προσθέσουμε μία παράμετρο που έχω επιχειρήσει εδώ και πολύ καιρό να την πω -δεν θα πω προφητικά- που είναι η παράμετρος της μετα-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Να βρεις λύσεις, οι οποίες ξεπερνούν κλασικές διαιρέσεις και αγκυλώσεις οι οποίες τώρα πια σημαίνουν πολύ λίγα πράγματα. Γιατί πρέπει να διασφαλίσουμε μια εθνική ενότητα, μια κοινωνική συνοχή και μια προοπτική η οποία πρέπει να μας βγάλει από αυτή την καμινάδα στην οποία είμαστε και η οποία ανεβαίνει καθώς ανεβαίνουμε και εμείς τα σκαλιά.

Αυτό σημαίνει, κυρίες και κύριοι, και ας τελειώσω με αυτό, ότι χρειάζονται άλλοι θεσμικοί διακανονισμοί και σε εθνικό και σε κοινοτικό επίπεδο. Σημαίνει ότι έχει αλλάξει η αίσθηση του πολιτικού χρόνου. Όταν μιλάμε για έναν μακροχρόνιο δημοσιονομικό σχεδιασμό 3ετίας, 5ετίας, 15ετίας, αντιλαμβάνεστε ότι αυτό επηρεάζει τους πολιτικούς και θεσμικούς χρόνους. Πρέπει αυτό να το λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας. Και το λαμβάνουμε προφανώς. Και αυτοί οι θεσμικοί διακανονισμοί αφορούν τα πάντα και στο εθνικό και στο κοινοτικό επίπεδο, δηλαδή αφορούν και την αναπτυξιακή πανστρατιά που πρέπει να κάνουμε ως χώρα και την πανστρατιά κατά της φοροδιαφυγής, για να αποκτήσουν επιτέλους φορολογικό σύστημα. Ζητήματα δηλαδή τα οποία πρέπει τελικώς να τα θέσουμε με έναν άλλο τρόπο θεώρησης της έννοιας της ευθύνης και της πολιτικής ευθύνης, αλλά και της κοινωνικής ευθύνης και της ατομικής ευθύνης του πολίτη.

Δεν αρκεί να παίρνει την ευθύνη του το πολιτικό σύστημα. Την παίρνει την ευθύνη το πολιτικό σύστημα. Δεν αρκεί να παίρνει την ευθύνη του ο πολιτικός κόσμος. Εδώ πρέπει να πάρουν την ευθύνη τους όλες οι πολιτικές δυνάμεις, όλες οι κοινωνικές δυνάμεις, όλοι οι παραγωγικοί φορείς και όλοι οι πολίτες και ατομικά, για να συγκροτηθεί ξανά η κοινωνία των πολιτών και να αξιώσει την ανασυγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας που είναι το ανώτερο στάδιο της κοινωνίας των πολιτών. Αυτό είναι το ζήτημα, το οποίο δε λύνεται με μία αναθεώρηση του Συντάγματος ή με μία τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης Υπουργών ή με μια αλλαγή της νομοθεσίας για τα επαγγέλματα. Μακάρι να μπορούσαμε με αυτές τις διαρθρωτικές αλλαγές να λύσουμε το πρόβλημα.

Και έτσι κλείνω με μια πολύ μικρή αναφορά στη χθεσινή συζήτηση που παρακολούθησα. Μακάρι αν ο νομικός βολονταρισμός μπορούσε να δώσει τη λύση στο εθνικό ευρωπαϊκό και διεθνές πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή ο κόσμος, τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολα. Θα συμφωνούσαμε στην αλλαγή δέκα συνταγματικών διατάξεων και θα λύναμε το πρόβλημά μας. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη αντίληψη γι’ αυτά. Μια ολοκληρωμένη αντίληψη για το ρόλο του Κράτους, για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το ρόλο των θεσμών της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης, για το ρόλο των κοινωνικών εταίρων. Φυσικά και για το ρόλο των κομμάτων που βρίσκονται στην αφετηρία των πάντων και χωρίς αλλαγή στα κόμματα δεν υπάρχει αλλαγή σε τίποτα.

Η αναθεώρηση των κομμάτων είναι η βάση της αναθεώρησης του Συντάγματος και όλων των άλλων. Όμως, ποιο είναι το επίπεδο στο οποίο κινείται ένα ελληνικό πολιτικό κόμμα, ή ένα ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα; Πολύ χαμηλότερο από το επίπεδο στο οποίο κινείται μιας παγκόσμιας εμβέλειας τράπεζα, ή ένα fund, ή ένα διεθνές τηλεοπτικό δίκτυο, ή μια μεγάλη εφημερίδα, ή μια μεγάλη σελίδα στη «μπλογκόσφαιρα» που μπορεί να επηρεάσει καταστάσεις όχι μόνο στην κοινή γνώμη, αλλά και στο χρηματιστήριο. Να παράγεται δηλαδή πραγματικό υλικό αποτέλεσμα, όχι από την ιδέα που έχει η υλική δύναμη, αλλά από την κατασκευασμένη πληροφορία και τη χειραγώγηση. Άρα βρισκόμαστε μέσα σε άλλα συμφραζόμενα τα οποία πρέπει να συζητήσουμε, τα οποία είναι δυστυχώς όχι ιδεολογικά, γιατί έχει ακυρωθεί, προς το παρόν, προσωρινά πάντα, η ιδεολογία, αλλά είναι πολιτικά, οικονομικά, αναπτυξιακά και εμείς τα βλέπουμε μόνο θεσμικά ή νομικά, αλλά δυστυχώς δεν είναι έτσι.

Και ήθελα να συνεισφέρω αυτή την προσέγγιση και αυτή την οπτική γωνία στον διάλογο με αφορμή την κοινή μας ανάγκη να τιμήσουμε τη μνήμη του Δημήτρη Τσάτσου που αρεσκόταν σε μια πιο ριζοσπαστική γεμάτη αμφιβολίες προσέγγιση των πραγμάτων.

Ευχαριστώ πολύ. 

[Δευτερολογία]

Υπάρχει μια κατάσταση, την οποία ζούμε όλοι, μια κατάσταση πανευρωπαϊκή και διεθνής. Εδώ, αντιμετωπίζει ο κάθε Έλληνας πολίτης μια άλλη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Θεωρούμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα, ότι θα του δώσουμε μια απάντηση ρητορικού  χαρακτήρα; Ότι θα του πούμε «μην στεναχωριέσαι έχεις τα δικαιώματα σου, έχεις το Σύνταγμά σου»; Δεν βλέπω να υπάρχει κάποιο κίνημα συνταγματικού πατριωτισμού στην Ελλάδα.

Δηλαδή, δεν λέει κάποιος «θα υπερασπιστώ το Σύνταγμά μου γιατί αυτό μου δίνει λύση». Αντιθέτως, όλοι θεωρούν ότι φταίει και το Σύνταγμα, ότι δεν τους θωράκισε επαρκώς, ότι φταίει το κράτος, διότι αυτό δεν τους προστάτευσε. Κανείς δεν σκέφτεται ότι μπορεί να φταίει η Ευρωπαϊκή Ένωση διότι δεν λειτούργησαν οι μηχανισμοί πολυμερούς εποπτείας, διότι παρότι υπάρχει το Σύμφωνο Σταθερότητας και παρότι το Σύμφωνο Σταθερότητας, που θέτει όρια στο έλειμμα και στο χρέος, είναι στοιχείο του πρωτογενούς Κοινοτικού Δικαίου και άρα έχει σχετικά αυξημένη τυπική ισχύ και στην Ελλάδα. Και παρότι υπάρχουν κανόνες κοινοτικής εποπτείας και κυρώσεις, εντούτοις δεν λειτούργησαν αυτοί, γιατί δεν λειτούργησε το Eurogroup, γιατί δεν λειτούργησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γιατί δεν λειτούργησε η Eurostat γιατί δεν λειτούργησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Δεν το σκέφτεται κανείς αυτό. Δεν ζητάει κανείς την ευθύνη από το ευρωπαϊκό φαινόμενο και το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά ζητάει την ευθύνη από το κράτος, από το εθνικό πολιτικό σύστημα. Και δεν ζητάει την ευθύνη ούτε από το εθνικό διοικητικό σύστημα, ούτε από το εθνικό δικαστικό σύστημα, ούτε από την Κοινωνία των Πολιτών, ούτε από τον πολίτη, αλλά μόνο από την δημοκρατικά ελεγχόμενη εκδοχή του κράτους που είναι το πολιτικό σύστημα. Ούτε από την δικαιοκρατική ούτε από την διάχυτη κοινωνική όψη του.

Και η πραγματικότητα είναι αυτή, όπως την ακούσατε από όλους και από τον κ.  Τσουκαλά, ο οποίος συνόψισε το πρόβλημα. Η Αρπαγή της Ευρώπης στην πραγματικότητα είναι η αρπαγή των εννοιών της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Αυτό καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Με τί εργαλείο θα το αντιμετωπίσουμε αυτό; Δεν έχουμε πρόβλημα τώρα με την εργασιακή νομοθεσία; Δεν έχουμε πρόβλημα με το κοινωνικο-ασφαλιστικό μας σύστημα, με την συνταξιοδοτική νομοθεσία, με την νομοθεσία για την προστασία των ανέργων; Δεν έχουμε τέτοιου είδους προβλήματα; Προφανώς έχουμε! Και δίνουμε λύσεις, διαχειριζόμενοι μια έκτακτη κατάσταση.

Ο κ. Τσουκαλάς εισήγαγε στην συζήτηση τον Carl Schmitt και τον δεσιζιονισμό. Γιατί πρέπει να καταφύγουμε σε αυτή την προσέγγιση; Ο πρύτανης των ναζιστών νομικών, ο Schmitt, δεν ήταν θετικιστής. Ήταν δεδηλωμένος αντιδημοκράτης, έτσι δεν είναι; Ήταν στην πραγματικότητα ο εκφραστής μιας ηθικής ερμηνείας του Συντάγματος. Πολιτικής ηθικής, ηθική ερμηνεία. Σκεφτείτε ποιοι μιλάνε τώρα για την ηθική ερμηνεία του Συντάγματος. Και στην πραγματικότητα δεν ήθελε αυτή την αντίδραση της δημοκρατικής ευαισθησίας, η οποία δεν οδηγεί πουθενά, δεν οδηγεί στον πόλεμο, δεν οδηγεί στον ζωτικό χώρο. Και τι άφησε πίσω του; Δεν άφησε την δίκη της Νυρεμβέργης μόνο. Δεν άφησε τον Kelsen μόνο, ο οποίος έλεγε ότι «κράτος δικαίου υπάρχει και εδώ στο Δυτικό Βερολίνο, κράτος δικαίου υπάρχει και στο Ανατολικό Βερολίνο». Άφησε τη μεγάλη σύγκρουση στις πρώτες μεταπολεμικές βρετανικές εκλογές όταν ο Τσόρτσιλ κατέβηκε με έμβλημα τον Hayek και το Εργατικό Κόμμα κατέβηκε με έμβλημα τον Keynes και τον κέρδισε, τον συνέτριψε τον πατέρα της νίκης. «Τώρα που είναι ο Κέινς;», λέει ο Τσουκαλάς. Είναι το φόβητρο και δεν είναι ο Μάρξ; Τον Keynes μπορεί να τον χειρίζεται ο Bernanke αλλά δεν μπορεί να τον χειρίζεται ο Triche;

Το πρόβλημα της Ευρώπης λοιπόν είναι διανοητικό. Η Δημοκρατία, το κράτος δικαίου προϋποθέτουν ένα διανοητικό εύρος, ένα εύρος ιδεών. Η πολιτική προϋποθέτει ένα εύρος ιδεών! Προϋποθέτει ότι μπορεί να κάνεις και αυτό, μπορείς να κάνεις και το άλλο. Όσοι εισηγούνται τον δημοσιονομικό κανόνα δεν έχουν στο μυαλό τους αυτό. Έχουν στο μυαλό τους μια ομοιόμορφη οικονομική πολιτική. Σας είπα προηγουμένως: μπορείς να έχεις ομοιόμορφη οικονομική πολιτική χωρίς να έχεις ίδια επίπεδα ανάπτυξης, χωρίς να έχεις μηχανισμούς αναδιανομής του πλεονάσματος, χωρίς να έχεις έναν ισχυρό κοινοτικό προϋπολογισμό, χωρίς να έχεις πολλούς ίδιους πόρους, χωρίς να έχεις αυτό που έχει η Γερμανία ως ομοσπονδιακό κράτος, η οποία έχει μεν δημοσιονομικό κανόνα και έχει και ομοσπονδιακό προϋπολογισμό;

Οι ομότεχνοι ξέρετε πολύ καλά φαντάζομαι ότι από τον 18ο αιώνα έως σήμερα πάνω από 15 φορές έγινε προσπάθεια στην Αμερική να εισαχθεί ο δημοσιονομικός κανόνας -ο κανόνας του ισοσταθμισμένου προϋπολογισμού, του μηδενικού ελλείμματος- και απερρίφθη. Στην Αμερική! Η Αμερική, που είναι η μητέρα του ύστερου καπιταλισμού, απορρίπτει τον δημοσιονομικό κανόνα συνεχώς. Θα δείτε σε κάθε σύνοδο του Κογκρέσου ξεκινάει μια προσπάθεια αναθεώρησης του Αμερικανικού Συντάγματος για τον δημοσιονομικό κανόνα.

Έχει δημοσιονομικό κανόνα η Ελβετία –η Ελβετία έχει μια ιδιομορφία συνταγματική σε πολλά θέματα- έχει η Γερμανία, δεν θα έχει η Πολωνία; Έχει και η Πολωνία... Όμως, εκεί τι πρόβλημα είχαν να λύσουν; Είχαν να λύσουν την οριοθέτηση της σχέσης μεταξύ των κρατιδίων της παλιάς Ανατολικής Γερμανίας και των κρατιδίων της παλιάς Δυτικής Γερμανίας, μέσω ενός μηχανισμού αναδιανομής. Σου λέει «θέτω ένα όριο στη μεταφορά των πλεονασμάτων».

Στην ΕΕ δεν κάνουμε αυτή την συζήτηση. Κάνουμε μια περιορισμένης εμβέλειας συζήτηση. Και λέω ότι πρέπει να τα συζητήσουμε όλα αυτά. Πρέπει να συζητήσουμε όλο το εύρος του ευρωπαϊκού προβλήματος. Διότι αλλιώς, η διαχείριση της διαρκούς κατάστασης ανάγκης που είναι η κατάσταση της οικονομίας –έτσι είναι, διότι δεν υπάρχει οικονομία χωρίς κρίση, το κράτος είναι ο διαχειριστής των κρίσεων, το δημοκρατικό κράτος, με δημοκρατικούς κανόνες, με δικαιοκρατικούς κανόνες- υποκαθίσταται από μη κρατικούς θεσμούς και από μη διεθνείς! Διότι εντάξει, να παραχωρήσω την κυριαρχία μου στην Ε.Ε., στον ΟΗΕ, στον ΟΟΣΑ. Να φτιάξουμε ένα οικονομικό Συμβούλιο Ασφάλειας του ΟΗΕ. Μα, να φτιάξουμε κάτι. Δεν μπορώ να παραχωρήσω την εθνική μου κυριαρχία σε έναν μηχανισμό στον οποίο ο ιδιωτικός τομέας, η αγορά δηλαδή, προεξοφλεί την συμμετοχή της στην πιθανότητα πτώχευσης. Αυτό καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τώρα. Αυτό ακριβώς.

Άρα λοιπόν, θεωρώ παντελώς αδιάφορο, σε τελευταία ανάλυση, αν αυτό που υπάρχει στο Σύμφωνο Σταθερότητας το πάρουμε και το βάλουμε και ρητά και στο Σύνταγμα. Το θέμα είναι τι κύρωση συνοδεύει αυτό το πράγμα και ποιος απαγγέλλει αυτή την κύρωση και με ποια συνέπεια την απαγγέλλει την κύρωση. Είναι παιδαγωγικού χαρακτήρα, προληπτικού χαρακτήρα, είναι ένα κουδούνι κινδύνου που μπορεί να χτυπάει το Συνταγματικό Δικαστήριο στην Γερμανία ή μπορεί να χτυπάει το Ελεγκτικό Συνέδριο στην Ελλάδα; Μα δεν το χτυπάει; Δεν χτυπούσε το κουδούνι το Ελεγκτικό Συνέδριο; Δε χτυπάει ο κουδούνι ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος; Δεν χτυπάει το κουδούνι το πόρισμα κάθε φορά τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Υπουργών στο Eco-fin ή στο Eurogroup; Κάτι παραπάνω χρειάζεται. Τι χρειάζεται;
Χρειάζεται να πεις, θέτοντας τα όρια αυτά τα δημοσιονομικά, τον δημοσιονομικό κανόνα, ότι για χώρες όπως είναι η Ελλάδα, όπως είναι κάθε ευρωπαϊκή χώρα –γιατί πάντα στις 28 πιο πλούσιες χώρες θα είμαστε, και κοινωνικά ανεπτυγμένες και ισχυρές, η Ελλάδα είναι μια χώρα με μεγάλες δυνατότητες- ποια είναι τα όρια της ανάπτυξης, του ρυθμού ανάπτυξης. Αυτό είναι το θέμα: ποιά είναι τα όρια της αναδιανομής, ποια είναι τα όρια της κοινωνικής πολιτικής, ποια είναι τα όρια της αλληλεγγύης των γενεών. Γιατί όλα αυτά τα δημοσιονομικά εργαλεία δεν είναι μόνο ρυθμιστικά της σχέσης κράτους και αγοράς. Γιατί πας και υποκλίνεσαι στην αγορά και δανείζεσαι από αυτή και άρα είσαι υπόλογος απέναντι της. Και τώρα εμείς φεύγουμε από την αγορά και πηγαίνουμε ξανά σε θεσμούς γιατί δανειζόμαστε από θεσμούς αντί να δανειζόμαστε από την αγορά. Μέσω του μηχανισμού στήριξης μεταφέρονται οι υποχρεώσεις από την αγορά στην τρόικα και στις πρόσθετες παρεμβάσεις της ΕΚΤ. Το θέμα είναι αν έχεις την δυνατότητα να κάνεις και έναν διακανονισμό μακροπρόθεσμο της αλληλεγγύης των γενεών. Αν φορτώνεις τις επόμενες ή αν διαμορφώνεις τις προϋποθέσεις ανάπτυξης υπέρ των επομένων γενεών.

Αυτά είναι μεγάλα θέματα. Πως θα τα συζητήσουμε αυτά τα θέματα; Υπό την πίεση των καταστάσεων. Διότι εμείς πιστεύετε ότι έχουμε την δυνατότητα ως Κυβέρνηση –αυτά τα λέμε εδώ ως επιστήμονες, ως διανοούμενοι, ως πολίτες- να κάνουμε αυτού του είδους την προσέγγιση; Πιστεύετε ότι έχουμε την δυνατότητα να πάμε στο Συμβούλιο, ή να πάμε στην Γερμανική κυβέρνηση, ή να πάμε στην Γαλλική κυβέρνηση, ή να πάμε στο ΔΝΤ, ή στην ΕΚΤ και να κάνουμε αυτή την προσέγγιση; Υπάρχει μια προσέγγιση η οποία είναι δραματικά τεχνική, δραματικά επείγουσα, δραματικά πιεστική. Υπάρχει ένας συσχετισμός δυνάμεων, μια πρακτική, μια ιδιόλεκτος που πρέπει να συνεννοηθείς με τράπεζες, πρέπει να συνεννοηθείς με ανθρώπους που σκέπτονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, εκφράζονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο και δεν ελέγχονται από καμία διαδικασία η οποία είναι συνταγματικά τυποποιημένη. Αυτό τι είναι τώρα; Αυτό είναι μια νέα κατάσταση την οποία ή την ρυθμίζεις με κάποιο τρόπο, δηλαδή την θεσμοποιείς και πολιτικοποιείς και την εκδημοκρατίζεις, ή την αφήνεις και σε θέτει υπό απόλυτο έλεγχο. Υπό απόλυτο έλεγχο.

Υπάρχει πολιτικό προσωπικό το οποίο να θέσει τα ζητήματα αυτά τώρα στην Ε.Ε.; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αφορά όλες τις χώρες, όλα τα Ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, όλους τους Ευρωπαίους πολίτες. Αυτό είναι το θέμα. Και εν πάση περιπτώσει εμείς είμαστε σε μια κατάσταση τώρα μειονεκτική. Διότι αν μη τι άλλο είμαστε σε μια κατάσταση μειωμένης κυριαρχίας. Δημοσιονομικής. Όχι στο Αιγαίο, ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Αλλά η δημοσιονομική μας κυριαρχία είναι μειωμένη. Το ερώτημα είναι, θα αντέξουμε να μείνουμε μόνιμα ένα κράτος υπό μειωμένη δημοσιονομική κυριαρχία για άγνωστο χρονικό διάστημα; Όχι! Δεν το αντέχουμε, δεν το θέλουμε, δεν γίνεται αυτό. Θέλουμε όμως και κάποια αλληλεγγύη κοινοτική, Ευρωπαϊκή, με την έννοια του να θέσουν και κάποιοι άλλοι το ζήτημα αυτό.

Προσέξτε τώρα! Όταν το θέτουν το ζήτημα αυτό, δεν λαμβάνεται απόφαση για τον μεγάλο μηχανισμό στήριξης. Διότι υπάρχουν κράτη που δεν έχουν κανέναν λόγο να αποδεχθούν τέτοια μείωση της συνταγματικής τους κυριαρχίας και της δημοσιονομικής τους κυριαρχίας. Και επειδή αυτό δεν γίνεται δεκτό, εμείς έχουμε προβλήματα στην ολοκλήρωση της λύσης του Ελληνικού προβλήματος. Και υπάρχει μια ετερογονία των σκοπών η οποία υπερβαίνει κάθε προσέγγιση δημοκρατική, συνταγματική, δικαιοκρατική που θέλουμε να κάνουμε. Και είμαστε εδώ. Είμαστε μέσα σε αυτό τον φαύλο κύκλο. Και πρέπει να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο. Και αν πιστεύετε αγαπητοί συνάδελφοι της νομικής επιστήμης ότι θα δώσουμε την λύση μέσα από μια συζήτηση νομική, ότι θα μας πει ας πούμε το ΣτΕ, η Ολομέλεια, του τι γίνεται με το Μνημόνιο, που είχε σήμερα διάσκεψη για το θέμα αυτό απ’ ό,τι μαθαίνω, -όχι το περιεχόμενο, το γεγονός το διαδικαστικό- είμαστε γελασμένοι βεβαίως. Διότι εδώ υπάρχουν υπαρξιακά ερωτήματα της τάξεως που ακούσατε προηγουμένως. Και πρέπει σε αυτά να συμβάλλει και η δημόσια συζήτηση. Δεν υπάρχει καμία δημόσια συζήτηση. Εγώ δεν βλέπω καμια δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα. Δηλαδή δεν μας βοηθάει κανείς. Δεν υπάρχει ούτε στην Ευρώπη. Που είναι οι μεγάλες ιδέες των οικονομολόγων; Που είναι οι μεγάλες ιδέες των πολιτειολόγων, των νομικών, των Ευρωπαϊστών;

Για αυτό μίλησα για την απώλεια της αίσθησης της απώλειας του Τσάτσου. Γιατί ο Τσάτσος, αν μη τι άλλο, προσπαθούσε να αναμετρηθεί με τα μεγάλα. Είχε άποψη. Και επειδή την είχε την άποψη ήταν αιρετικός. Ο Τσάτσος είχε φτάσει να είναι αιρετικός. Δεν μπορούσαν να τον κατατάξουν αν είναι ευρωσκεπτικιστής, ή αν είναι εν πάση περιπτώσει Ευρωρεαλιστής. Απλώς είχε κατανοήσει πως λειτουργεί στην πραγματικότητα το θεσμικό αυτό οικοδόμημα. Αυτή είναι η κατάσταση.
Ποιό είναι το ερώτημα δηλαδή, για να κλείσω. Το ερώτημα είναι: Στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν πήγαμε –ούτε πρόκειται να πάμε γιατί αυτό θα ήταν μια επαναφορά της πιο εξωραϊσμένης προσέγγισης της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης και τώρα όλοι έχουν πονηρέψει. Κανείς δεν μπαίνει στην λογική αυτή. Το ερώτημα είναι αντί να πάμε στην αντίληψη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, θα πάμε στην αντίληψη της Ευρωπαϊκής συνταγματικής πειθαρχίας; Αυτό είναι το ερώτημα τώρα. Δηλαδή της πειθαρχίας των εθνικών συνταγμάτων που θα έρθει να αντικαταστήσει τον συμβιβαστικό και ήπιο ενιαίο Ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο; Και λέω, αλίμονο αν χάσουμε την υπόθεση του Ευρωπαϊκού συντάγματος και πάμε και στην Ευρωπαϊκή συνταγματική πειθαρχία. Τουλάχιστον να μείνουμε στον ενιαίο Ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο για να μπορέσουμε εκεί μέσα να διαμορφώσουμε ξανά κάποια στιγμή κάποιους συσχετισμούς.

Και για να διαμορφώσουμε αυτή την αίθουσα και την περίοδο αναμονής, περιμένοντας να έρθουν καλύτερες στιγμές, το καλύτερο momentum, πρέπει να κάνουμε και συμβιβασμούς πρέπει να μπορούμε και να διαπραγματευθούμε. Και πρέπει να μπορούμε να διαπραγματευθούμε ξέροντας που πηγαίνουμε ως Έθνος. Και αυτά δε  θα τα λύσουμε ως αντιδικία ΠΑΣΟΚ-Νέας Δημοκρατίας ή ΠΑΣΟΚ και Αριστερής αντιπολίτευσης, ή Κυβέρνησης και συνδικαλιστών. Πάνε αυτά! Εδώ πρέπει να διατυπώσουμε έναν δημοκρατικό λόγο ο οποίος επανατοποθετεί τα θεμελιώδη. Πίσω ξανά, στα βασικά. Γιατί το πάρα πολύ σύνθετο και το πάρα πολύ νεωτερικό, ανάγεται τελικώς στο πάρα πολύ βασικό και στο πάρα πολύ κλασικό. Ξανασυζητάμε για πολιτική, ξανασυζητάμε για Δημοκρατία, ξανασυζητάμε για κράτος δικαίου, για κοινωνικό κράτος. Με δυσμενέστατους όρους. Με όρους που δεν μπορούσε κανείς να υποθέσει πριν από μερικά χρόνια, εγκλωβισμένος σε μια γραμμική αντίληψη της ιστορίας. Δυστυχώς φύγαμε από την γραμμική αντίληψη της ιστορίας και έχουμε πάει σε μια ελικοειδή αντίληψη της Ιστορίας, σπειροειδή, η όποια τελικώς ισορροπεί στο χαμηλότερο κάθε φορά επίπεδο και η οποία ενέχει κινδύνους.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΠολιτικές Ομιλίες, 2011Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2011