Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Ομιλία Υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση των δύο πρώτων τόμων του
ιστορικού αφηγήματος του Γιώργου Ρωμαίου «Η Περιπέτεια του Κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα (1844-2009)»

Μακαριότατε, κύριοι Πρόεδροι, κυρίες και κύριοι, προσυπογράφω τα όσα πολύ γλαφυρά και εύστοχα είπε ο Παύλος Τσίμας για το πολύτομο έργο του Γιώργου Ρωμαίου και θέλω και εγώ να προσθέσω τη δική μου έκπληξη όταν πήρα στα χέρια τους δύο αυτούς πρώτους εντυπωσιακούς τόμους, γιατί ο Γιώργος Ρωμαίος εγγράφεται πλέον στην χωρία των έγκυρων Ιστορικών. Το έργο του δεν είναι ένα δημοσιογραφικό ή εκλαϊκευτικό έργο, είναι ένα πολύτομο ιστορικό έργο που θα καταστεί πάρα πολύ σύντομα έργο αναφοράς στην ελληνική βιβλιογραφία.


Πέρα από όσα είπε ο Παύλος Τσίμας θέλω να προσθέσω την εντυπωσιακή τεκμηρίωση, η οποία δεν έχει τα σχολαστικά χαρακτηριστικά ενός ακαδημαϊκού έργου, αλλά αυτό  καθιστά τον τρόπο της συγγραφής και το ύφος πολύ πιο φιλικά για τον αναγνώστη και γενικότερα τον χρήστη του βιβλίου και πιστεύω πως ο Γιώργος Ρωμαίος θα παραμείνει έτσι εγγεγραμμένος και στην επιστημονική ιστορική βιβλιογραφία.

Αποκτούμε έναν συνάδελφο στα πεδία της συνταγματικής ιστορίας. Ίσως χωρίς να το θέλει ο Γιώργος Ρωμαίος εισέβαλε στον δικό μας επιστημονικό χώρο, σε ένα χώρο που μοιραζόμαστε νομικοί, πολιτικοί επιστήμονες και ιστορικοί και θα είναι η παρουσία του έντονη και διαρκής.

Αυτός είναι ο εύκολος πρόλογος αυτής της παρουσίασης, γιατί φυσικά δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή του momentum της έκδοσης αυτού του πολύτιμου έργου. Πολλοί μιλούν πλέον θεωρώντας ότι είναι κάτι το αυτονόητο και το δεδομένο, για το «τέλος της μεταπολίτευσης». Ταυτίζουν την δημοσιονομική και γενικότερα την οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα με το τέλος ενός ιστορικού κύκλου που είναι ίσως ο σημαντικότερος, ο παραγωγικότερος, ο ευτυχέστερος της χώρας τα τελευταία 36-37 χρόνια.

Και νομίζω ότι είναι τώρα η στιγμή -και μέσα από το πρίσμα που μας προσφέρει ο Γιώργος Ρωμαίος με το έργο του- να δούμε τι ακριβώς έχει συμβεί, έχουμε ως λαός, ως έθνος, ως κοινωνία ένα επαρκές επίπεδο πολιτικής αυτογνωσίας, μπορούμε να καταλήγουμε τόσο εύκολα σε τόσο βαρύγδουπα συμπεράσματα αυτοκαταδικαστικά; Τι είναι αυτό το οποίο μας συμβαίνει και τι είναι αυτό που μπορεί να μας συμβεί τα επόμενα χρόνια ως Έθνος;

Ξαναθυμήθηκα, βλέποντας τα όσα έχει γράψει ο Γιώργος Ρωμαίος, πως η Ελλάδα, το νέο ελληνικό κράτος για την ακρίβεια, προσπάθησε να γεννηθεί την περίοδο της Επανάστασης, από το 1822 μέχρι το 1827, ως ένα μικρό προτεκτοράτο.

Άρα ως μια οντότητα υπό διεθνή εξάρτηση και προστασία, δημοσιονομικά χρεωμένη λόγω των δανείων της ανεξαρτησίας, αλλά παραδόξως δημοκρατική, χωρίς αυτό να είναι καθόλου εύκολο και καθόλου αυτονόητο για το διεθνή, ακριβέστερα για τον ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων της εποχής εκείνης.

Αυτό το δημοκρατικό χαρακτηριστικό τέθηκε πάρα πολύ γρήγορα σε αμφιβολία και κατεστάλη από το 1828 με την άφιξη του Κυβερνήτη, του Ιωάννη Καποδίστρια, μέχρι την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας που ο Γιώργος Ρωμαίος την θέτει και ως αφετηρία της ιστορικής πορείας του Κοινοβουλευτικού Συστήματος διακυβέρνησης το 1844, όταν η Ελλάδα αποκτά το πρώτο Σύνταγμα με την σύγχρονη ολοκληρωμένη, τυπική έννοια του όρου, ένα Σύνταγμα που καθιστά την Ελλάδα πολίτευμα συνταγματικής Μοναρχίας, αλλά ταυτόχρονα και Κοινοβουλευτικό.

Και έτσι η Ελλάδα ακολουθεί μία πορεία έως σήμερα ως ανεξάρτητο κράτος, μοναρχικό στην αρχή, βασιλευόμενο δημοκρατικό στη συνέχεια, αλλά πάντοτε Κοινοβουλευτικό, πλην των μεγάλων παρενθέσεων των λεγομένων ανωμάλων περιόδων. Αν αφαιρέσει κανείς από τις στατιστικές επεξεργασίες που μας παρουσίασε ο Γιώργος Ρωμαίος στην οπτικοακουστική εισαγωγή στο έργο του αυτές τις περιόδους θα δούμε, ότι ο μέσος όρος της θητείας κάθε Βουλής δεν είναι 2,7 χρόνια, γιατί πρέπει να αφαιρέσουμε τις μεγάλες περιόδους απουσίας της Βουλής και τις δικτατορίες. Εν πάση περιπτώσει όμως είναι ένας μέσος όρος εντυπωσιακά υψηλός για τα μέσα ευρωπαϊκά δεδομένα ακόμη και της σημερινής εποχής, όπου οι κοινοβουλευτικοί κύκλοι κλείνουν πιο σύντομα απ' ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Αρκεί να παρατηρούμε την εξέλιξη των 27 πολιτικών και εκλογικών κύκλων των κρατών–μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθιστούν το πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αβέβαιο και επισφαλές για ο,τιδήποτε, ακόμη και για την πιο απλή θεσμική και οικονομική εξέλιξη που θέλει κάποιος να διαγνώσει και εν μέρει να καθοδηγήσει πολιτικά προς κάποια κατεύθυνση.

Η Ελλάδα, λοιπόν, είναι μια χώρα πρώιμα κοινοβουλευτική, καθίσταται από ένα σημείο και μετά για τα διεθνή δεδομένα με το Σύνταγμα του 1864, δηλαδή με το Σύνταγμα της βασιλευόμενης Δημοκρατίας, μία χώρα πρώιμα δημοκρατική. Αυτό που ονομάζεται ή που εγώ τουλάχιστον θα ονόμαζα «ελληνικό θαύμα», το γεγονός δηλαδή ότι παρά την κακή οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση και παρά την βαθιά κρίση, που είναι μία κρίση αυτοσυνειδησίας σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, η Ελλάδα ανήκει στη κατηγορία των 30 πιο ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου, βρίσκεται μέσα στις χώρες που έχουν τους καλύτερους δείκτες κοινωνικής ανάπτυξης με βάση τις παραμέτρους που χρησιμοποιεί ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών όταν κατατάσσει τις χώρες, είναι ο ιστορικό αποτέλεσμα αυτής της «περιπέτειας» του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης.

Και γι' αυτό είμαστε ίσως η πρώτη περίπτωση μιας χώρας που διέρχεται μια βαθιά δημοσιονομική κρίση, η οποία πολλές φορές θέτει και το ερωτηματικό της αντοχής και ουσιαστικά των ορίων της δημοσιονομικής και -γιατί όχι- και γενικότερα της εθνικής κυριαρχίας της χώρας, αλλά πάντα με την επισήμανση, ότι όλες μας οι κινήσεις και όλες μας οι πρωτοβουλίες πρέπει να σέβονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό αυτό το κατακτημένο υψηλό επίπεδο διαβίωσης, ένα μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα το οποίο δεν νομίζω ότι είχε καμιά άλλη χώρα, η οποία τέθηκε υπό καθεστώς διεθνούς οικονομικού ελέγχου την σύγχρονη εποχή.

Και αυτό είναι πράγματι το μεγάλο εθνικό στοίχημα. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει κατά τη γνώμη μου, ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, η δημοκρατική αρχή χωρίς την οποία δεν νοείται λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος και πιο συγκεκριμένα του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης, παρά την αντίθετη άποψη την τόσο αυτό-ταπεινωτική μέχρι τα όρια του αυτό-εξευτελισμού που έχει η ελληνική κοινή γνώμη, λειτούργησε ως μοχλός θετικών εξελίξεων. Εμφανίζει, εν τέλει, στον απολογισμό του το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης μία χώρα η οποία έχει πολύ σημαντικές, υψηλές επιδόσεις.

Και αυτό σίγουρα κορυφώνεται στην πιο ώριμη περίοδο, στην περίοδο που συγκεντρώσει στην πλήρη τους ανάπτυξη όλα τα χαρακτηριστικά ενός δημοκρατικού, αντιπροσωπευτικού, κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης, που είναι η περίοδος της Μεταπολίτευσης.

Το ερώτημα είναι τώρα, έχοντας ζήσει όλα αυτά και ζώντας την κατάσταση που ζούμε: έχουμε την αίσθηση ως τόπος, ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα, το κομματικό σύστημα, το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που επωμίζεται το σύνολο της ευθύνης για τα αρνητικά και ενώ χρεώνεται τα πάντα δεν πιστώνεται τίποτα απ' όλα όσα συγκροτούν την ελληνική περίπτωση, που προηγουμένως την χαρακτήρισα «ελληνικό θαύμα»;

Θα έλεγα ότι αν αυτό αληθεύει τότε είμαστε αντιμέτωποι με μία πάρα πολύ άδικη συνολική ιστορική αξιολόγηση. Σίγουρα, πίσω από τις εξελίξεις της πολιτικής ιστορίας, πίσω από την κοινοβουλευτική ιστορία της χώρας, συμβαίνουν πάρα πολλά άλλα πράγματα.

Όλα αυτά τα χρόνια, αυτούς τους δύο περίπου αιώνες, η Ελλάδα διαχειρίστηκε κατ' αρχάς τις διεθνείς οικονομικές κρίσεις, η Ελλάδα διαχειρίστηκε τη συμμετοχή της σε μια σειρά από πολέμους που οδήγησαν στην εθνική ολοκλήρωση, αλλά ταυτόχρονα μετατράπηκαν σε πεδίο ενός εσωτερικού διχασμού. Η Ελλάδα έζησε δύο μεγάλους εθνικούς διχασμούς: έναν την περίοδο του μεσοπολέμου και έναν την περίοδο αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πρέπει να δούμε, λοιπόν, πώς συγκροτήθηκε ταυτόχρονα η κοινωνία μας, πώς συγκροτήθηκε το μοντέλο ανάπτυξης όλα αυτά τα χρόνια, εάν το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης κινήθηκε ερήμην αυτών των εξελίξεων.

Άρα, πρέπει να κάνουμε μια σωστή κατανομή της ευθύνης και να δούμε τα προβλήματα όχι στην επιφάνεια των θεσμών, αλλά στο βάθος που επιβάλουν οι σύνθετες θεωρήσεις, οι οποίες είναι οικονομικές, κοινωνικές, ιδεολογικές και τελικά  μας επιτρέπουν να έχουμε την πλήρη εικόνα, το πλήρες ανάγλυφο αυτής της εξέλιξης.

Θα έλεγα, στο σύντομο χρόνο μιας τέτοιας βιβλιοπαρουσίασης, πως εάν η ανάλυσή μας γίνει τόσο πολυπαραμετρική -όσο επιβάλλεται- η συμβολή των πολιτικών θεσμών, του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης θα αρχίσει να πιστώνεται με περισσότερα και να χρεώνεται με λιγότερα απ' όσα νομίζει κανείς στην πρώτη ανάγνωση.

Και έτσι θα φτάσουμε στη σημερινή περίοδο να θέσουμε τα ερωτήματα:

Το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, όπως έχει διαμορφωθεί, έχει την ικανότητα να υπερβεί την κρίση; Το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στο επόμενο στάδιο; Μπορεί να οργανώσει τη φυγή προς τα μπρος; Μπορεί να αφηγηθεί έναν εθνικό στόχο; Μπορεί να διατηρήσει τη συνοχή της κοινωνίας; Μπορεί να δώσει ρυθμό στις οικονομικές εξελίξεις; Μπορεί να κρατήσει το πηδάλιο της πατρίδας; Μπορεί να αποκαταστήσει ξανά την διαρρηγμένη σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία; Με άλλα λόγια, μπορεί να βρει ξανά την νομιμοποίησή του; Μπορεί να υπερβεί την κρίση αντιπροσωπευτικότητας και άρα την κρίση νομιμοποίησης που το διαπερνά;

Εάν μελετήσουμε προσεκτικά την ιστορία του κοινοβουλευτικού συστήματος θα δούμε πως σε όλες τις μεγάλες κρίσεις τελικά η λύση δίδεται μέσα από την ανανέωση και τον επαναπροσδιορισμό του κοινοβουλευτικού συστήματος. Αυτό έγινε μετά την Τρικούπεια πτώχευση, αυτό έγινε μετά τον εθνικό διχασμό Ελευθερίου Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, αυτό έγινε μετά την Μικρασιατική Καταστροφή που συγκρότησε τη φυσιογνωμία του σύγχρονου ελληνικού έθνους, αυτό έγινε μετά τον εμφύλιο, αυτό έγινε μετά τη δικτατορία.

Και το ερώτημα είναι αν αυτό μπορεί να γίνει και τώρα. Εάν αυτή η περιβόητη νέα μεταπολίτευση για την οποία όλοι μιλούν, θα είναι μια δημοκρατική κοινοβουλευτική, πολιτικά διαφανής, νομιμοποιημένη κίνηση προς τα μπρος και όχι μία διαλυτική, αυτό-υπονομευτική κατάσταση που θα μας θυμίσει την περίοδο αμέσως μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, την περίοδο της λεγόμενης αναρχίας.

Η απάντησή μου είναι αναγκαστικά αισιόδοξη. Πιστεύω ότι το κομματικό σύστημα, το πολιτικό σύστημα της χώρας, αυτό που αιματοδοτεί τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος, έχει τεράστια ποσοστά ευθύνης για όλα όσα μας συμβαίνουν, αλλά δεν είναι ο μόνος υπεύθυνος.

Και πιστεύω ότι η βασική αναθεώρηση που χρειάζεται σε όλα αυτά, είναι -το έχω πει και άλλη φορά- η αναθεώρηση των ίδιων των κομμάτων, η ριζική επαναπροσέγγιση του κομματικού φαινομένου, με μία νέα σχέση μεταξύ κομμάτων και κοινωνίας.

Έχω μιλήσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια για την ανάγκη να φύγουμε απ' αυτή την μηχανιστική καταθλιπτική λειτουργία των κομμάτων και να περάσουμε σε ανοιχτά κόμματα, τα οποία δεν φοβούνται τη σχέση με την κοινωνία, δεν φοβούνται τη σχέση του πολιτικού προσωπικού, του κοινοβουλευτικού προσωπικού της χώρας με τα ρεύματα και τις αξιώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία μπορεί πράγματι να πάρει τα ινία αυτής της φυγής προς τα μπρος, αρκεί να λειτουργήσει με συνθήκες μετα-αντιπροσωπευτικές. Πιστεύω ότι το μεγάλο πρόβλημα της κρίσης αντιπροσώπευσης, της υπο-αντιπροσώπευσης της κοινωνίας, δεν είναι μόνον ελληνικό. Είναι ένα πρόβλημα που διαπερνά όλα τα πολιτικά συστήματα όλων των δυτικών χωρών, για να περιοριστώ στον δικό μας κύκλο.

Άρα, πρέπει ταυτόχρονα με τη συζήτηση για τη διαχείριση της μεγάλης αυτής οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, ταυτόχρονα με τη συζήτηση για το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα, να ανοίξουμε με θάρρος και πρωτοτυπία ιδεών, που λείπει από τη χώρα μας, σε όλα τα επίπεδα τη συζήτηση για το θεσμικό και πολιτικό μας χρέος, το οποίο είναι επίσης πάρα πολύ μεγάλο, για το ιδεολογικό έλλειμμα και το πολιτικό έλλειμμα που υπάρχει στη χώρα. Να μιλήσουμε συνεπώς για ένα νέο μοντέλο, όχι μόνον οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και για ένα νέο μοντέλο θεσμικής ανάπτυξης. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με έναν νομικό φορμαλιστικό τρόπο, δεν μπορεί να γίνει με μία συζήτηση και πάλι για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Δεν είναι ζήτημα νομικών αποφάσεων και διαδικασιών.

Άρα, χρειάζεται μια κινηματική προσέγγιση των ζητημάτων αυτών. Ο κινηματικός χαρακτήρας των κρίσιμων εξελίξεων είναι επίσης ένα κόκκινο νήμα που διέπει την ανάλυση του Γιώργου Ρωμαίου στους δύο αυτούς τόμους και φαντάζομαι και στους τόμους που θα ακολουθήσουν.

Άρα, χρειάζεται να μιλήσουμε με πολύ θαρραλέο τρόπο για ένα άλλο κόμμα, το οποίο θα μας επιτρέψει να αντιμετωπίσουμε τις απαιτήσεις της κοινωνίας και να μιλήσουμε φυσικά για μια άλλη αντίληψη για την εθνική ενότητα, για μια άλλη αντίληψη για αυτό που λέγεται πολιτική συναίνεση και συνευθύνη. Να μιλήσουμε με όρους, οι οποίοι δεν είναι τυπικοί, αλλά είναι ουσιαστικοί, είναι όροι μεταπλειοψηφικοί.

Δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα με τον συμβατικό τρόπο, ενώ έχουν διαστάσεις «πυρηνικού» χαρακτήρα, για να θυμίσω αυτό που ζει η ανθρωπότητα μετά τις εξελίξεις στην Ιαπωνία. Όλα αυτά είναι εφικτά, αρκεί να γίνουν με συνειδητό και οργανωμένο τρόπο, αρκεί ο πολίτης να έχει συνείδηση της δικής του ατομικής ευθύνης.

Ο Έλληνας πολίτης, ο ψηφοφόρος, αυτός που συγκροτεί τις πλειοψηφίες, αυτό το αδιόρατο συλλογικό υποκείμενο, που τελικά βρίσκεται πίσω από κάθε σελίδα του βιβλίου του Γιώργου Ρωμαίου και πίσω από κάθε πτυχή της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, δεν έχει συνείδηση της ισχύος του. Εκ των υστέρων αποκτά τη συνείδηση της ευθύνης που θα έπρεπε να έχει.

Άρα, χρειάζεται αυτή την προσέγγιση, από ιστορική και αναδρομική να την μετατρέψουμε σε προληπτική, ενεργό. Να δούμε τώρα εάν μπορεί να υπάρξει ένας πολίτης πολύ πιο απαιτητικός, ένας πολίτης πολύ πιο ενεργός, ένας πολίτης που να αξιώσει τη συμμετοχή του σε όλη αυτή την αναγέννηση, την ανόρθωση -για να μιλήσω με όρους του 1909-1910 μετά από το Γουδί και την περίοδο της δημιουργίας της πρώτης Κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Άρα, λοιπόν, το κοινοβουλευτικό σύστημα είναι ο μοχλός των εξελίξεων που οδήγησαν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Η μεταπολίτευση είναι η καλύτερη περίοδος, είναι η καλύτερη 35ετία της χώρας, αυτή που θα έπρεπε κανονικά να την χρησιμοποιήσουμε για να υπολογίσουμε τα «συντάξιμα» χρόνια της, αν θέλαμε να έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα από όλα τα χρόνια της ιστορίας του νέου Ελληνικού Κράτους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει τεράστια ευθύνη -που υπάρχει- αρκεί αυτή να επιμεριστεί σωστά. Και επειδή ποτέ δεν πρέπει να σταματάμε στην περιγραφή της κρίσης και ποτέ δεν πρέπει να υψώνουμε μπροστά μας ένα αδιέξοδο, αλλά πρέπει πάντα να δίνουμε έναν τόνο αισιοδοξίας και προοπτικής, θα έλεγα ότι αυτή η προοπτική βρίσκεται στην αναθεώρηση του κομματικού φαινόμενου και σ' αυτή την μετα-αντιπροσωπευτική θεώρηση των πραγμάτων που θα μας επιτρέπει να ξαναβρούμε το κομμένο νήμα της αντιπροσώπευσης και της νομιμοποίησης.

Ευχαριστώ πολύ.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΒουλή | Κυβέρνηση | ΠτΔΠολιτικές Ομιλίες, 2011Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2011