Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην ημερίδα της Σχολής Εθνικής Άμυνας με τίτλο
«Αποδοτικότητα Αμυντικών Δαπανών σε Περιβάλλον Οικονομικής Κρίσης» 

Κύριε διοικητά της Σχολής, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την υποδοχή και την προσφώνηση. Κύριε Α/ΓΕΕΘΑ, Κύριοι Αρχηγοί των Γενικών Επιτελείων Αεροπορίας και Ναυτικού, αγαπητοί συνάδελφοι και φίλοι στο πανεπιστήμιο, κυρίες και κύριοι.

Είναι απολύτως εύστοχη, θα έλεγα επιβεβλημένη η επιλογή του θέματος της Ημερίδας γιατί πιστεύω ότι αυτό είναι ένα από τα βασικά αντικείμενα που πρέπει να προσεγγίσουν οι σπουδαστές της Σχολής Εθνικής Άμυνας (ΣΕΘΑ) γιατί αυτό είναι ένα από τα κύρια αντικείμενα που θα τους απασχολήσουν στα επιτελικά καθήκοντά τους τα πολλά επόμενα χρόνια.

Θα αρχίσω από μια αισιόδοξη κοινοτοπία: Κάθε κρίση η οποία είναι πρωτίστως γνωσιολογικό πρόβλημα -διότι τα πράγματα προχωρούν από μόνα τους, απλώς εμείς έχουμε μια δυσκολία να κατανοήσουμε τι συμβαίνει- είναι ταυτόχρονα και μια ευκαιρία. Και πράγματι εμείς στην δυσμενή οικονομική συγκυρία, το βαρύ, το δυσβάσταχτο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας το έχουμε μετατρέψει στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με την βοήθεια του κυρίου Αρχηγού και του ΣΑΓΕ, σε έναν μοχλό για τον επαναπροασδιορισμό της πολιτικής μας αλλά και των πρακτικών και της νοοτροπίας μας στο πολύ κρίσιμο και αμφιλεγόμενο πεδίο των αμυντικών προμηθειών και γενικότερα θα έλεγα των αμυντικών δαπανών.

Στην πραγματικότητα έχουμε οργανώσει μια πολύ μεγάλη επιχείρηση διαφάνειας και εκλογίκευσης την οποία ούτως ή άλλως εδώ και χρόνια έπρεπε να έχουμε οργανώσει και στην οποία έπρεπε να έχουμε πετύχει. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Εάν δεν υπήρχε η δημοσιονομική κρίση, αν δεν υπήρχε η ανάγκη να περιστείλουμε τις δημόσιες δαπάνες άρα και τις δαπάνες του ΥΠΕΘΑ, αν δεν έπρεπε να κινηθούμε μέσα στο πλαίσιο ενός πιο εκλογικευμένου και αυστηρού προϋπολογισμού μπορεί και τα δικά μας, άρα και τα δικά σας αντανακλαστικά, να ήταν πιο χαλαρά. Αυτό δεν οδηγούσε πουθενά. Άλλωστε είναι υποχρέωση πρωτίστως των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι υποχρέωση πρωτίστως της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας να συμβάλλει στην θωράκιση της χώρας για την οποία, όσο και αν φαίνεται περίεργο, είναι κρισιμότερο το δημοσιονομικό πεδίο από ότι είναι το αμιγώς στρατιωτικό πεδίο.

Η εθνική ισχύς είναι μια έννοια η οποία περιλαμβάνει πάρα πολλές παραμέτρους όπως αντιλαμβάνεστε. Εάν έχεις, ανάπτυξη, εάν δεν έχεις αυτοπεποίθηση, εάν δεν έχεις δημοσιονομική αξιοπρέπεια και δημοσιονομική κυριαρχία, πρέπει να κάνεις πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για να διαφυλάξεις τον σκληρό πυρήνα της εθνικής σου κυριαρχίας και της εθνικής σου αξιοπρέπειας και της εθνικής σου ακεραιότητας στο αμιγώς διπλωματικό και στρατιωτικό πεδίο.

Μια οικονομικά ισχυρή χώρα έχει φωνή πολιτική και διπλωματική διεθνώς η οποία μπορεί αν είναι πολύ πιο ισχυρή και αποτελεσματική από την φωνή μιας χώρας η οποία είναι υπερ-εξοπλισμένη στρατιωτικά, η οποία έχει πολύ μεγάλο όγκο Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά η οποία δεν μπορεί λόγω οικονομικής αδυναμίας να παρέμβει με εύστοχο και αποτελεσματικό τρόπο στο γίγνεσθαι και στην πραγματικότητα να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα και να προστατεύσει την θέση της μέσα στον περιφερειακό και μέσα στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.

Άρα, η δημοσιονομική ανασυγκρότηση της χώρας, η έξοδος από την περιδίνηση στην οποία βρισκόμαστε τα τελευταία 3 και περισσότερα χρόνια έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία και στο πλαίσιο της εθνικής στρατηγικής. Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία στο πλαίσιο της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας. Είναι μια από τις κρισιμότερες διαστάσεις της εθνικής ισχύος. Συμβάλλοντας λοιπόν με το δικό μας μερίδιο, με το δικό μας μέρισμα, στην προσπάθεια αυτή, στην πραγματικότητα επιτελούμε εμμέσως αλλά σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, ένα τμήμα της κύριας αποστολής των Ενόπλων Δυνάμεων που είναι μια αποστολή αμυντική, αποτρεπτική, είναι μια αποστολή που συνδέεται με την διαφύλαξη των παραμέτρων της εθνικής ισχύος. Γιατί οι Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να λειτουργούν πρωτίστως ως πολιτικό και διπλωματικό επιχείρημα γιατί αν οι Ένοπλες Δυνάμεις παύσουν να λειτουργούν ως πολιτικό και διπλωματικό επιχείρημα και πρέπει να αποδείξουμε επί του στρατιωτικού πεδίου την σημασία που έχουν οι ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σε προσωπικό και μέσα, τότε είναι αργά. Γιατί τότε βεβαίως έχουμε περάσει χωρίς θετικό αποτέλεσμα το στάδιο της αποτροπής το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό.

Έχει λοιπόν σημασία να ξεκινήσουμε με συνείδηση των αριθμών, γιατί οι αριθμοί έχουν την δική τους αλήθεια, όταν τους διαβάζεις σωστά. Οι αμυντικές δαπάνες της χώρας από πέρυσι, το 2010 και με πολύ καθαρό τρόπο από φέτος, το 2011, κινούνται συνολικά σε ένα επίπεδο χαμηλότερο του 2% του ΑΕΠ. Γνωρίζετε ότι με βάση τις οδηγίες του ΝΑΤΟ είναι καλό οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών να καλύπτουν το όριο του 2% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα για τα πολλά προηγούμενα χρόνια κινείτο σε ένα επίπεδο σαφώς ανώτερο του 2% του ΑΕΠ, αν υπολογίσει κανείς το σύνολο των αμυντικών δαπανών δηλαδή όλες τις δαπάνες προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων και των συντάξεων και των δαπανών υγείας του στρατιωτικού προσωπικού που δεν εγγράφονται όλες στον προϋπολογισμό του ΥΠΕΘΑ γιατί βαρύνουν ως έναν βαθμό τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών.

Είναι λοιπόν σημαντικό να ξέρουμε ότι έχουμε πετύχει μια μείωση του προϋπολογισμού η οποία φτάνει πια το 25% σε σχέση με το 2009. Αυτό, ενώ ταυτοχρόνως έχουμε καταφέρει να περιορίσουμε τις επιπτώσεις των οριζόντιων εισοδηματικών περικοπών στο στρατιωτικό προσωπικό στο μέγιστο δυνατό σημείο. Δηλαδή καταφέραμε να έχουμε τις μικρότερες δυνατές περικοπές αυτού του είδους, γιατί ούτως ή άλλως αυτό που η Πολιτεία προσφέρει στο ένστολο προσωπικό είναι πολύ μικρότερο από αυτό που αξίζει το στέλεχος των Ενόπλων Δυνάμεων λόγω του βάρους και της σημασίας της προσφοράς του στην πατρίδα. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίσαμε τους προηγούμενους μήνες και το μεγάλο ανοιχτό ζήτημα που ήταν το συνταξιοδοτικό καθεστώς των στρατιωτικών. Βεβαίως, όταν βλέπει κανείς τώρα τον συνολικό προϋπολογισμό του ΥΠΕΘΑ, που σε επίπεδο πραγματοποιήσεων για το 2011 θα κινηθεί μεταξύ 4,5 και 4,7 δισ. ευρώ (πιο κοντά στα 4,5 δισ. ευρώ), από τα 6 και πλέον των προηγούμενων οικονομικών ετών, θα δει ότι το ποσοστό της δαπάνης για αμοιβές προσωπικού είναι πολύ υψηλό σε σχέση με τη συνολική δαπάνη.

Εκεί που έχει συντελεστεί η σημαντικότερη αλλαγή είναι ο στενός προϋπολογισμός των εξοπλιστικών δαπανών. Εκεί έχουμε θέσει ένα όριο που νομίζω ότι το τηρούμε και θα το τηρήσουμε με επιτυχία. Έχουμε περιορίσει τις εκταμιεύσεις πέρυσι στο 1,1 δισ. ευρώ, φέτος θα κινηθούμε χαμηλότερα από το όριο αυτό και στόχος μας είναι από του χρόνου και για τα επόμενα 15 χρόνια να μην ξεπερνάμε σε ετήσια βάση τα 800 – 850 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι εξοπλιστικές δαπάνες θα κινούνται στο επίπεδο του 0.3% του ΑΕΠ. Αυτός είναι ο όγκος των δαπανών. 800 εκατομμύρια ευρώ περίπου είναι για ένα φυσιολογικό, συμβατικό ετήσιο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων λιγότερο με το 10%. Είναι σε σχέση με τον όγκο του ΕΣΠΑ λιγότερο από το περίπου 3,5%. Άρα σε σχέση με άλλους μεγάλους τομείς δημόσιων δαπανών, οι δημόσιες δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα είναι δραστικά περιορισμένες και πάντως δεν είναι το κύριο πρόβλημα της χώρας σε καμία περίπτωση.

Πρέπει δε να έχουμε υπόψη μας ότι οι συσσωρεμένες, συμβαλοποιημένες υποχρεώσεις του ΥΠΕΘΑ από το παρελθόν κινούνται σε ένα επίπεδο, όπως έδειξε η έρευνα που έκανε ο Α/ΓΕΕΘΑ τους προηγούμενους μήνες, της τάξεως των 3,5 δισ. ευρώ για τα επόμενα πολλά χρόνια.

Έτσι καταφέραμε να εφαρμόσουμε, πιστεύω με επιτυχία, χάρη στην βοήθεια του Α/ΓΕΕΘΑ και των Αρχηγών των Γενικών Επιτελείων και των υπηρεσιών του Υπουργείου, της ΓΔΟΣΥ, τις διατάξεις που προβλέπονται τώρα στον ν. 3883/2010 για τον τρόπο κατάρτισης της νέας δομής δυνάμεων σε προσωπικό και μέσα. Η Νέα Δομή Δυνάμεων δεν είναι μόνο οι πίνακες οργάνωσης και προσωπικού. Είναι, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, η προτεραιοποίηση των επιλογών που πρέπει να κάνουμε στον τομέα των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Αυτό συνδέεται με την αντίληψη μας για την Πολιτική Εθνικής Άμυνας. Αυτό συνδέεται με όλα τα στάδια του εθνικού αμυντικού σχεδιασμού, συνδέεται με την εθνική στρατιωτική στρατηγική, συνδέεται στην πραγματικότητα με το πώς αντιλαμβανόμαστε το κύριο αντικείμενο των Ενόπλων Δυνάμεων, τις προτεραιότητες, πως αντιλαμβανόμαστε την απειλή, πως αντιλαμβανόμαστε την διάταξη των Ενόπλων Δυνάμεων. Αξιολογήθηκαν όλες οι επιλογές των Γενικών Επιτελείων με βάση το δόγμα της διακλαδικότητας και με βάση την δέσμη κριτηρίων που προβλέπει ο νόμος και προβλέπουν οι οδηγίες μου. Όλα αυτά βασίστηκαν σε μια μελέτη των εξοπλιστικών προγραμμάτων της τελευταίας 20-ετιας, σε μια ex post αξιολόγηση του βαθμού λειτουργικής ενσωμάτωσης κάθε προμήθειας του παρελθόντος.

Έπρεπε συνεπώς να κάνουμε μια άσκηση εκλογίκευσης και στην πραγματικότητα να κάνουμε μια αναψηλάφηση του τι έχει συμβεί και του τι αμυντικό αποτέλεσμα προσδίδει στις Ένοπλές Δυνάμεις της χώρας η τεράστια δημόσια δαπάνη που έχει γίνει όλα τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε καλύτερα τα υλικά που έχουμε, να επενδύσουμε στο ανθρώπινο δυναμικό, στην ικανότητα των ανθρώπων μας που είναι το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα, που είναι ο πραγματικός πολλαπλασιαστής ισχύος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Άρα: συντήρηση, διαθεσιμότητα, εκπαίδευση και πάλι εκπαίδευση με τρόπο ο οποίος μας επιτρέπει να αξιοποιούμε τα οπλικά συστήματα, να ξέρουμε γιατί τα παραγγέλνουμε, να ξέρουμε πόσο κοστίζουν, ποιο είναι το κόστος του κύκλου ζωής κάθε συστήματος με τα πυρομαχικά, με τα ανταλλακτικά, με την εν συνεχεία υποστήριξη, με τις παρεμβάσεις που είναι αναγκαίες για την παράταση του ορίου ζωής. Να δούμε εάν πράγματι αξιοποιούμε πλήρως το κεκτημένο που έχουμε και που το έχουμε πληρώσει από τον ιδρώτα του ελληνικού λαού, ώστε να μπορέσουμε στην συνέχεια να καταρτίσουμε τον πίνακα προτεραιοτήτων της επόμενης 15ετίας.

Και έτσι, κάνοντας όλη αυτή την διερεύνηση, με πάρα πολύ αυστηρό τρόπο, κατέληξε το ΣΑΓΕ μετά από πρόταση του κ. Αρχηγού και εν τέλει κατέληξε το Συμβούλιο Άμυνας υπό την προεδρία μου, με την συμμετοχή και του κ. Αναπληρωτή Υπουργού, σε έναν κατάλογο προτεραιοτήτων που συγκροτεί το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Αμυντικών Προμηθειών της επόμενης 15-ετίας 2011-2025 που κινείται σε ένα επίπεδο συνολικού προϋπολογισμού της τάξεων των 14,5 δις ευρώ. Αυτό σε συνδυασμό με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις και με δεδομένο ότι φυσικά δεν πρόκειται να εκτελεστεί πλήρως αυτός ο κατάλογος προτεραιοτήτων που συγκροτεί μια δεξαμενή μέσα στην οποία πρέπει να κινηθούμε, μας επιτρέπει να τηρούμε το όριο πληρωμών των 850 εκατομμυρίων για τα επόμενα έτη.

Πρέπει όμως να έχετε υπόψη σας ότι από πλευράς διαχείρισης του προϋπολογισμού, άρα από πλευράς Μεσοπρόθεσμου και Μακροπρόθεσμου Δημοσιονομικού Προγραμματισμού, το ΥΠΕΘΑ εμφανίζει μια πολυπλοκότητα σε σχέση με όλα τα άλλα Υπουργεία. Διότι ενώ, σε ταμειακή βάση η συμμετοχή μας στο έλλειμμα υπολογίζεται με βάση τις ετήσιες πληρωμές, δημοσιονομικά, δηλαδή με βάση το κριτήριο που είναι κρίσιμο από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να οριστικοποιείται το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας, σημασία έχουν οι παραλαβές των οπλικών συστημάτων και μάλιστα οι παραλαβές των οπλικών συστημάτων με βάση τους κανονισμούς της Eurostat για την τήρηση του υπερβολικού ελλείμματος.

Αυτό έχει έναν σημαντικό βαθμό τυχαιότητας ως παράμετρος, διότι στην πραγματικότητα καλούμαστε να διαχειριστούμε επιλογές και διευθετήσεις του παρελθόντος. Άρα πρέπει να κινηθούμε λαμβάνοντας υπόψη μας αυτήν την πάρα πολύ κρίσιμη παράμετρο διότι δεν αρκεί να διευκολύνουμε μόνον ταμειακά την μεγάλη δημοσιονομική εθνική προσπάθεια, πρέπει να την διευκολύνουμε και απολογιστικά δηλαδή κατά κυριολεξία δημοσιονομικά δηλαδή σε σχέση με το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα με στόχο να φτάσουμε όσο γίνεται συντομότερα σε πρωτογενή πλεονάσματα. Γιατί αν η χώρα δεν καταφέρει να έχει το συντομότερο δυνατό πρωτογενές πλεόνασμα σε κάθε ετήσιο προϋπολογισμό της, δεν θα πείσει διεθνώς ότι αποδίδει η προσπάθεια, δεν θα πιάσουν τόπο οι θυσίες των Ελλήνων και των Ελληνίδων, δεν θα πιάσουν τόπο και οι θυσίες, οι ατομικές και οικογενειακές, του στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων.

Άρα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πετύχουμε τον στόχο των πρωτογενών πλεονασμάτων, με δεδομένο το βάρος που κουβαλάμε σε σχέση με το δημόσιο χρέος, δηλαδή με δεδομένο το κόστος της ετήσιας εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, που είναι από μόνο του περίπου 5-5,5% του ΑΕΠ. Άάρα ξεκινούμε με ένα τέτοιο βάρος στην αφετηρία κάθε οικονομικού έτους και πρέπει να κάνουμε μια προσπάθεια να αλλάξουμε αυτή τη κατάσταση, να αλλάξουμε τη ροπή. Και άρα πρέπει να έχουμε ως στόχο την δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων, για να την προστατεύσουμε και πολιτικά τη χώρα. Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πιστέψουμε στη σημασία αυτής της προσπάθειας.

Μήπως, προκειμένου να πετύχουμε τους στόχους αυτούς, κάνουμε στρατιωτικές εκπτώσεις; Μήπως μειώνουμε κάπου την επιχειρησιακή επάρκεια και ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων; Η βασική εντολή που έχω δώσεις στις ΕΔ, στους κ. Αρχηγούς είναι: οι επιλογές να γίνουν με κριτήριο το να μη θίγει πουθενά και σε κανένα σημείο η επιχειρησιακή ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων. Αλλά ο αριθμός των στρατολογικών γραφείων που λειτουργούν, ο αριθμός των κέντρων εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων, ο όγκος της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης Υποστήριξης Στρατού, της ΑΣΔΥΣ, είναι ζητήματα τα οποία μπορούν να αντιμετωπισθούν χωρίς να τίθενται ζητήματα επιχειρησιακής ικανότητας.

Αντιθέτως, επιλύουμε αυτούς τους 18 μήνες σωρεία προβλημάτων του παρελθόντος σε σχέση με την επιχειρησιακή ικανότητα. Όλες οι προσπάθειες που έχουμε κάνει σε σχέση με όλα τα προβληματικά και εγκλωβισμένα προγράμματα εξοπλισμού των προηγουμένων ετών κατατείνουν σ’ αυτό, κατατείνουν στη πραγματική λειτουργική ενσωμάτωση των συστημάτων, στην αξιοποίησή τους για αμιγώς στρατιωτικούς λόγους και στην ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας των ΕΔ.

Τι νόημα έχει μια προμήθεια για υποβρύχια εάν δεν τα παραλαμβάνεις και δεν τα ενσωματώνεις; Τι νόημα έχει μια μεγάλη προμήθεια για άρματα μάχης εάν δεν έχεις βλήματα τα οποία να καθιστούν στρατιωτικά λειτουργικό το άρμα; Πως είναι δυνατόν να μη συνιστά προτεραιότητα η επίλυση προβλημάτων συστημάτων αυτοπροστασίας όλων των πτητικών σου μέσων; Αυτά είναι προβλήματα τα οποία ταυτοχρόνως επιλύονται με τη βοήθεια της στρατιωτικής ηγεσίας και της ΓΔΑΕΕ.

Άρα εφαρμόζουμε ένα συνολικό σχέδιο το οποίο είναι ένα σχέδιο απολύτως συνδεδεμένο με την εθνική αμυντική σχεδίαση. Και όλα αυτά έρχεται να τα ολοκληρώσει το υπό ψήφιση νομοσχέδιο το οποίο ήδη ψηφίστηκε από την αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή χθες και επί της αρχής και επί των άρθρων για τη ρύθμιση των προμηθειών στο πεδίο της άμυνας και της ασφάλειας. Αυτό το νομοσχέδιο άμα θα γίνει νόμος του κράτους μπορεί να επεκταθεί και για τις ανάγκες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και των Σωμάτων Ασφαλείας στον ευαίσθητο τομέα της ασφάλειας όπως ορίζεται αυτός στην οδηγία 2009/81/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι εγγυήσεις διαφάνειας, οι ρήτρες ακεραιότητας, οι μηχανισμοί ελέγχου που εγκαθιδρύονται και κυρίως το γεγονός ότι τα πάντα, τα πάντα από αρχής μέχρι τέλους, από την έναρξη της διαδικασίας μέχρι την κατακύρωση, τελούν υπό τον έλεγχο της Βουλής –της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, το γεγονός ότι οποιαδήποτε απόφαση του ΚΥΣΕΑ, ή του υπουργού, προϋποθέτει την θετική γνώμη της Επιτροπής και το γεγονός ότι όλες οι αποφάσεις, μηδεμιάς εξαιρουμένης, της Επιτροπής τους τελευταίους 18 μήνες, έχουν ληφθεί με ευρύτατη πλειοψηφία που υπερβαίνει την πλειοψηφία του κυβερνόντος κόμματος, σημαίνουν ότι έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα στον τομέα αυτό. Έχουν αλλάξει οι νοοτροπίες, γιατί είναι αδιανόητο να βρίσκονται στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, που κατείχαν στο παρελθόν επιτελικές θέσεις, συνεχώς υπό δικαστικό έλεγχο ή υπό δημοσιογραφική αμφισβήτηση για επιλογές και διαδικασίες του παρελθόντος. Αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται. Πρέπει να σπάσουμε αυτό τον φαύλο κύκλο και πρέπει να υπάρχει απόλυτη διαφάνεια, απόλυτη συναίνεση και απόλυτος έλεγχος της Βουλής, γιατί μόνο έτσι σπας αυτή την κατάσταση και αυτή την νοοτροπία. Αλλιώς θα αναπαράγονται αλήθειες, υποθέσεις και μύθοι και δεν θα ξέρει κανείς τι είναι αλήθεια, τι είναι μια απλή υπόθεση και τι είναι μύθος.

Πόσο μπορεί να ανεχθεί ο Κυβερνήτης και το πλήρωμα του υποβρυχίου «Παπανικολής», για παράδειγμα, που είναι υπερήφανοι γιατί έχουν στα χέρια τους ένα τέτοιο οπλικό σύστημα, να ακούν και να βλέπουν συνεχώς ότι το υποβρύχιο είναι ακατάλληλο, ότι γέρνει ή ότι είναι «πλωτό φέρετρο»; Πόσο μπορεί να αντέξουν αυτά τα παιδιά τα οποία είναι εκεί και τα περισσότερα από αυτά είναι 6 χρόνια στην υπόθεση αυτή, έχουν παρακολουθήσει όλη την διαδρομή την κατασκευαστική, όλες τις δοκιμές, το έχουν κυβερνήσει, το έχουν απολαύσει. Και για αυτό φυσικά το Πολεμικό Ναυτικό εισηγείται την οριστική διατήρηση του «Παπανικολής» στην δύναμη του Στόλου. Γιατί αντιλαμβάνεται την αξία αυτού του οπλικού συστήματος, όπως διαμορφώθηκε βεβαίως, όπως βελτιώθηκε, όπως ελέγχθηκε. Διότι το 2011 δεν είναι ούτε 2009, ούτε 2008, ούτε 2006.

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πιστέψουμε σε αυτή την προσπάθεια. Και αυτή η προσπάθεια συνδέεται με την αμυντική βιομηχανία. Η αμυντική βιομηχανία, η εθνική αμυντική βιομηχανία, ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας, δεν είναι μεταπράτες των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων, ούτε φτωχοί συγγενείς και εταίροι σε δήθεν συμπαραγωγές. Πρέπει να είναι στο επίκεντρο μεγάλων πρωτοβουλιών, μεγάλων συμπράξεων, να διεκδικούν ρόλο όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, άρα να έχουν εξωστρεφή προσανατολισμό. Και βεβαίως η οδηγία και ο νέος νόμος βασίζεται σε μια θεμελιώδη έννοια, η οποία είναι η έννοια της εθνικής κυριαρχίας κατά βάθος, είναι η έννοια της «ασφάλειας εφοδιασμού», κάθε χώρα μπορεί να παίρνει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την ασφάλεια εφοδιασμού. Και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία για μια χώρα όπως η Ελλάδα που έχει πάρα πολύ συγκεκριμένα και ορατά προβλήματα ασφάλειας. Διότι σε τελευταία ανάλυση το πρόβλημα ασφάλειας είναι ένα πρόβλημα αισθήματος ασφάλειας. Και εφόσον υπάρχει ένα πρόβλημα αισθήματος ασφάλειας στην περιοχής μας και κυρίως στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, υπάρχει τέτοιο ζήτημα, υπάρχει τέτοια εθνική προτεραιότητα, άρα υπάρχει και ένα πρόβλημα ασφάλειας εφοδιασμού.

Υπάρχουν όμως μοχλοί μέσα στην Οδηγία και μέσα στο πρωτογενές Ευρωπαϊκό Ενωσιακό δίκαιο. Υπάρχει, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται με την παλιά ρύθμιση, το άρθρο 346 της Συνθήκης, τώρα της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διατηρεί στο επίπεδο της εθνικής αρμοδιότητας και της εθνικής κυριαρχίας τις στρατιωτικές προμήθειες, αυτές που είναι όμως κατά κυριολεξία στρατιωτικό υλικό. Και βεβαίως υπάρχει η νεότερη έννοια, η πάρα πολύ δυναμική της «εθνικής αμυντικής βιομηχανικής στρατηγικής», η οποία συγκροτείται όπως η Δομή Δυνάμεων, δηλαδή με απόφαση του ΚΥΣΕΑ και με κοινωνικό διάλογο και με διάλογο με τους παραγωγικούς φορείς που μας επιτρέπει να έχουμε προτεραιότητες οι οποίες συνδέονται με την ασφάλεια εφοδιασμού. Προτεραιότητες οι οποίες είναι γνωστές στους παραγωγικούς φορείς, είναι γνωστές στην βιομηχανία και οι οποίες μπορούν να προσανατολίσουν τις επιλογές τις ερευνητικές και τις επιχειρηματικές της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας την οποία βεβαίως στηρίζουμε στο πλαίσιο του εθνικού και του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, χωρίς να δημιουργούμε περιττές τριβές και αντιπαλότητες με τα κοινοτικά όργανα που ούτως ή άλλως τα θέλουμε συμπαραστάτες και αρωγούς μας στην μεγάλη προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του τόπου και για την υπέρβαση της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης που βιώνουμε.

Άρα κάθε επιλογή είναι και αναπτυξιακή με την έννοια αυτή. Και βεβαίως είναι αναπτυξιακή στον πυρήνα της, διότι όταν έχεις ένα περιβάλλον ασφάλειας, όταν έχεις ένα περιβάλλον εθνικής αυτοπεποίθησης, όταν έχεις ένα περιβάλλον κοινωνικής συνοχής, εθνικής ενότητας, συναίνεσης και αισιοδοξίας, μπορείς να διαχειριστείς και την κρίση. Γιατί η οικονομική και κοινωνική ψυχολογία δεν είναι αέρας. Επηρεάζει τις συμπεριφορές. Και η συμπεριφορά η καταναλωτική, η επενδυτική, η καταθετική, είναι τελικά ο ίδιος ο «σκληρός πυρήνας» της οικονομίας, η οποία δεν είναι μια φυσική επιστήμη, είναι μια κοινωνική επιστήμη, έχει να κάνει με ανθρώπους, με σχέσεις, με συμπεριφορές, με ορθολογικά αλλά και με μη ορθολογικά στοιχεία, τα οποία πολλές φορές παρεμβαίνουν στην δημιουργία ενός οικονομικού αποτελέσματος, ενός οικονομικού γεγονότος.

Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία για την νεότερη γενιά των επιτελών μας, η οποία θα κληθεί να διαχειριστεί αυτά τα σύνθετα προβλήματα, να ξέρει ποιο είναι το πλαίσιο αναφοράς. Να ξέρει ποιες είναι οι επιλογές που κάνουμε γιατί αυτές οι επιλογές συνδέονται με την πολιτική εθνικής άμυνας και με την εθνική στρατιωτική στρατηγική.

Θέλω να ελπίζω ότι κατανοείτε το πλαίσιο, κατανοείτε την κρισιμότητα, την ένταση της προσπάθειας και βεβαίως την διανοητική, πολιτική και στρατιωτική πειθαρχία που απαιτείται προκειμένου να συμβάλλουμε και εμείς σε αυτή την μεγάλη εθνική προσπάθεια, σε αυτή την μεγάλη εθνική συστράτευση προκειμένου να ξεπεράσουμε την κρίση και να αποκαταστήσουμε την κυριαρχία την δημοσιονομική και στην πραγματικότητα την ακεραιότητα την πολιτική της χώρας μας.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΕθνική ΆμυναΠολιτικές Ομιλίες, 2011Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2011