Αθήνα, 27 Νοεμβρίου 2012

 

Ομιλία Ευαγγέλου Βενιζέλου,  Προέδρου του ΠΑΣΟΚ,

στην παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Νιάρχου «Οι αταίριαστοι – 62 συζητήσεις»

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα. Ο Θανάσης Νιάρχος είναι παλιός μου φίλος, έχουμε συνεργαστεί σε διάφορες δραστηριότητες εκδοτικού χαρακτήρα και με παραπλάνησε σε σχέση με το βιβλίο αυτό δύο φορές.

Την πρώτη φορά με έπεισε ότι θα συνομιλήσω με το Σταμάτη Φασουλή για θέματα τέχνης. Και πράγματι ήρθε ο Σταμάτης στο γραφείο μου, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας τότε, και συζητήσαμε για θέματα πολιτικής.

Στη συνέχεια, πριν από λίγες μέρες, με έπεισε ότι θα έρθουμε στην παρουσίαση του βιβλίου με τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς, για να μιλήσουμε για θέματα πολιτικής, με αφορμή το βιβλίο αλλά κατά βάσιν για την πολιτική συγκυρία.

Και τελικά, λόγω της απουσίας του κ. Τσίπρα και της κας Παπαρήγα κι επειδή με τον Φώτη Κουβέλη, ούτως ή άλλως, είμαστε αναμενόμενοι στο ίδιο κυβερνητικό σχήμα, θα μιλήσουμε σήμερα όχι για θέματα πολιτικής αλλά για θέματα τέχνης.

Και αυτό με ικανοποιεί πάρα πολύ, γιατί έχω περάσει πολλές ώρες σήμερα σε μία πολιτική συζήτηση, με αφορμή και τη χθεσινή απόφαση του Eurogroup, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ αναπροσδιορίζοντας τη φυσιογνωμία του. Κι έτσι με χαρά θα σας πω, με αφορμή το βιβλίο, μερικές σκέψεις μου για τη σχέση τέχνης και πολιτικής στον δημόσιο χώρο. Ένα ζήτημα που με έχει απασχολήσει πολλές φορές.

Το κοινό πεδίο της τέχνης και της πολιτικής, είναι η κοινωνία, η κοινή γνώμη, η συλλογική συνείδηση και μνήμη. Πιο συγκεκριμένα, η αναζήτηση της αποδοχής της κοινής γνώμης, σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Η τέχνη είναι οικουμενική εξ ορισμού, ακόμη και μέσα στα πιο στενά τοπικά ή προσωπικά χαρακτηριστικά, άλλωστε τότε είναι και πιο αυθεντική και είναι και κατά κυριολεξία οικουμενική, η δε πολιτική, ακόμη κι όταν ασκείται σε επίπεδο τελείως τοπικό, εθνικό, εξαρτάται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό από συσχετισμούς ευρωπαϊκούς και εντέλει διεθνείς. Το ζήσαμε και στην τελευταία διαπραγμάτευση και σε όλες τις παρόμοιες διαπραγματεύσεις.

Επίσης, εκτός από το κοινό πεδίο, η τέχνη και η πολιτική χρησιμοποιούν απολύτως ταυτόσημα μέσα, κοινά μέσα. Η δημόσια έκφραση, η ελευθερία του πολιτικού λόγου που σχεδόν συμπίπτουν κατά περιεχόμενο με την ελευθερία της τέχνης και ο σεβασμός και των δύο αυτών εκδοχών λόγου είναι το θεμελιώδες κριτήριο δημοκρατίας, πολυφωνίας και κράτους δικαίου.

Αυτό δεν είναι τόσο εμφανές πλέον στην ελληνική κοινωνία, που εκφασίζεται με ραγδαίο ρυθμό και ανέχεται την ύπαρξη ενός κόμματος, όπως η Χρυσή Αυγή, που το χαρακτήρισα σήμερα, μιλώντας στη συνεδρίαση του ΠΑΣΟΚ, ως ένα «αντισυνταγματικό κόμμα».

Η πολιτική, με τη σειρά της, εμπεριέχει πολύ έντονα στοιχεία και αφηγηματικού και αναπαραστατικού λόγου. Στοιχεία θεατρικά -η θεατρικότητα είναι πάρα πολύ έντονη- κινηματογραφικά, εικαστικά και προφανώς όταν ο πολιτικός λόγος έχει ένα στοιχειώδες επίπεδο εκφοράς του, στοιχεία δοκιμιακά και φιλοσοφικά.

Η τέχνη ως δημόσια έκφραση της προσωπικής δημιουργίας λειτουργεί εξ ορισμού πολιτικά, γιατί επηρεάζει και ατομικές συμπεριφορές και τη δημόσια σφαίρα συνολικά.

Επίσης, τέχνη και πολιτική αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις. Αντιμετωπίζουν τον μέγιστο κίνδυνο της δημαγωγίας και του λαϊκισμού, τον κίνδυνο η προσέγγιση και της τέχνης και της πολιτικής να είναι συγκυριακή αντί να είναι ιστορική.

Όταν λέω ότι είναι θανατηφόρος ο κίνδυνος της δημαγωγίας, εννοώ ότι η αναζήτηση της εύκολης συμπάθειας του κοινού, αντί της επώδυνης αλήθειας, είτε της τέχνης είτε της πολιτικής, με πάρα πολύ μεγάλη ευκολία σε παρασέρνει.

Υπάρχουν φυσικά και κρίσιμες διαφορές. Η πολιτική βασίζεται στη δημοκρατική αξιολόγηση και νομιμοποίηση. Χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική. Η τέχνη βασίζεται στην ευεργετική αυθαιρεσία της έμπνευσης. Στην τέχνη δεν κυριαρχεί η πλειοψηφία αλλά αισθητικές μειοψηφίες και πρωτοπορίες είναι όχι μόνο θεμιτές, αλλά απολύτως αναγκαίες.

Υπάρχει όμως, παρόλα αυτά, μια κοινή απώτερη αναγωγή και της τέχνης και της πολιτικής. Αυτή είναι η ιστορία. Γι΄ αυτό η μεγάλη πολιτική, δηλαδή η πολιτική των κρίσεων, όπως καλή ώρα, η πολιτική των επαναστάσεων, των πολέμων των μακροχρόνιων, υπερβαίνει σε γοητεία την τέχνη, ή έστω είναι συγκρίσιμη με την πολύ μεγάλη τέχνη.

Ας έρθουμε τώρα στα καθ΄ ημάς, στη συγκυρία. Δηλαδή στην εκκόλαψη, την έκρηξη και τη διαχείριση της κρίσης, όπως λέμε. Ποιας κρίσης όμως; Προφανώς όχι μόνον της οικονομικής, δηλαδή της δημοσιονομικής, χρηματοοικονομικής και αναπτυξιακής, ούτε μόνον της κοινωνικής, που αφορά τα εισοδήματα, την ανεργία, την κοινωνική συνοχή, τη φτώχια, ούτε μόνον της πολιτικής, που είναι κρίση αντιπροσώπευσης, ριζικής αλλαγής του κομματικού συστήματος, αλλά πρωτίστως συσχετισμών, κρίση των θεσμών και ούτω καθεξής.

Μιλάμε για μια κρίση που είναι συνολική και αφορά τα πάντα. Αφορά το έθνος ως τέτοιο, τους πολιτικούς θεσμούς, την οικονομία, την κοινωνία, τις αξίες, τις συμπεριφορές, τα αυτονόητα, κυρίως τη γραμμική εξέλιξη της ιστορίας.

Άλλωστε, η κρίση δεν είναι μόνον ελληνική, είναι πανευρωπαϊκή, είναι διεθνής, είναι κρίση στις σχέσεις κρατών και αγορών. Και η αγορά έχει πάντα μία διπλή έννοια, είναι δηλαδή και το forum publicum, η αγορά η πολιτιστική τελικά, είναι και το market, η αγορά με την οικονομική έννοια του όρου.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο -το ζήσαμε και τις τελευταίες μέρες- η κρίση είναι μια κρίση πολιτικής σκέψης, γιατί κυριαρχεί μία μονοδιάστατη ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική σκέψη, η οποία όμως είναι νομιμοποιημένη από τα εκλογικά σώματα των ισχυρών οικονομικά και δημοσιονομικά ευρωπαϊκών χωρών. Δεν είναι μία μη νομιμοποιημένη, μονοδιάστατη σκέψη. Έχει σημασία το πώς ψηφίζει ο Γερμανός, ο Αυστριακός και ούτω καθεξής.

Και βεβαίως αυτή είναι μία κρίση, το είπα και προηγουμένως, αξιακή, κρίση των αυτονοήτων και των κεκτημένων. Η κρίση των αυτονοήτων είναι κρίση πολιτιστική πάντα, διότι ο πολιτισμός είναι ένα σύστημα αυτονοήτων που κυριαρχεί σε κάθε εποχή. Άρα, πρόκειται για μία κρίση που ενδιαφέρει πάρα πολύ την τέχνη.

Υπάρχει και μια άλλη πιο πρακτική διάσταση: η δημοσιονομική κρίση του κράτους είναι και κρίση στις σχέσεις κράτους και τέχνης, θεσμικής και οικονομικής σχέσης. Δηλαδή είναι κρίση της σχέσης τέχνης και αγοράς, η οποία είχε και πολύ έντονα παραοικονομικά ή υπερβολικά χαρακτηριστικά. Είχαμε επενδύσεις έργων τέχνης, χορηγίες, έναν ανεξέλεγκτο τρόπο ψυχαγωγίας, ακριβές τηλεοπτικές παραγωγές. Βλέπουμε μια κρίση σε ένα πιο προσιτό επίπεδο στην αγορά βιβλίου, δηλαδή το πιο φτηνό προϊόν που μπορεί να βρει κανείς και ούτω καθεξής.

Άρα, η κρίση είναι τελικά μία πνευματική κρίση, όπως συνηθίζουν να λένε οι παλαιότεροι, αλλά έχουν δίκιο, φευ, είναι μια κρίση αντιλήψεων.

Από την άλλη μεριά, η κρίση είναι μια πηγή έμπνευσης. Τα μεγαλύτερα έργα τέχνης κάθε είδους έχουν γίνει σε περιόδους μεγάλης κρίσης. Και ο Λένιν βεβαίως σε πολιτικό επίπεδο έχει γράψει τα μεγάλα έργα του κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Είναι και μια αφορμή αυτογνωσίας, οπωσδήποτε, εάν δεν είναι εφαλτήριο δημαγωγίας. Που πάρα πολύ συχνά είναι εφαλτήριο δημαγωγίας.

Η πιο αθώα μορφή δημαγωγίας είναι η πολιτική. Υπάρχουν πολύ πιο προβληματικές και «ένοχες» μορφές δημαγωγίας: η καλλιτεχνική δημαγωγία, η δικαστική δημαγωγία, η εκκλησιαστική δημαγωγία, η ακαδημαϊκή δημαγωγία, είναι τρις χειρότερες μορφές δημαγωγίας σε σχέση με την πολιτική δημαγωγία. Φυσικά, η δημοσιογραφική είναι υπεράνω όλων, γιατί καθοδηγεί τις συμπεριφορές, απευθυνόμενη σε ένα πολύ μεγάλο ακροατήριο κάθε μέρα επίμονα, την ίδια ώρα, στον ίδιο τόπο.

Το ερώτημα λοιπόν είναι εάν οι άνθρωποι της τέχνης ορίζονται ως εν δυνάμει διανοούμενοι. Γιατί ο διανοούμενος δεν είναι αυτός ο οποίος επιτελεί ένα πνευματικό έργο, είναι αυτός ο οποίος έχει και συνείδηση πολιτική και ιστορική της υποχρέωσης που απορρέει από την πνευματική του ενασχόληση.

Τι κάνουν λοιπόν οι άνθρωποι της τέχνης, όπως και της επιστήμης -μια που έχουμε τον ακαδημαϊκό κ. Νανόπουλο μαζί μας- ως διανοούμενοι; Τοποθετούνται κομματικά; Τοποθετούνται στο εύκολο και -θα μου επιτρέψετε να πω- απλοϊκό, απλουστευτικό δίπολο «μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί»; Κολακεύουν τη δυστυχία του λαού και τα βάρη που κουβαλάει, για να ξεπεράσουμε την κρίση; Μεταφέρουν με άνεση τα πάντα στις πλάτες των πολιτικών, που είναι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι για όλα;

Δύσκολα θα ανέβει μία επιθεώρηση μνημονιακού χαρακτήρα. Αντιμνημονιακή θα είναι. Δεν υπάρχει αντιδημοφιλής επιθεώρηση, για να πάρουμε μια λαϊκή αλλά πάρα πολύ αυθεντική εκδοχή του θεατρικού λόγου, δηλαδή, του αναπαραστατικού λόγου, που είναι πιο πολύπλοκος συχνά από τον αφηγηματικό. Τι κάνουν λοιπόν οι άνθρωποι της τέχνης, ως διανοούμενοι; Κάνουν αυτό ή διατυπώνουν έναν πιο ψύχραιμο και ολοκληρωμένο λόγο ασφαλούς εξόδου από την κρίση;

Μπορούν φυσικά να πουν με ευκολία ότι δεν είναι αυτή η δουλειά τους. Αυτή είναι η δουλειά των πολιτικών, το δέχομαι. Αν είναι η δουλειά των πολιτικών, είναι και η δουλειά των πολιτών όμως, γιατί δεν υπάρχουν πολιτικοί χωρίς πολίτες.

Άρα, πρέπει να σκεφθούν οι άνθρωποι της τέχνης, ως διανοούμενοι, αν είναι και όσοι είναι διανοούμενοι, με ποιο τρόπο μας βοηθούν ή πρέπει να μας βοηθήσουν να κάνουμε τη δουλειά μας, δηλαδή να διασφαλίσουμε την εθνική και κοινωνική συνοχή, να πετύχουμε τη μεταρρυθμιστική συστράτευση της ελληνικής κοινωνίας και να μην απορροφηθούμε από τη συντηρητική μάχη της οπισθοφυλακής που εμφανίζεται ως ριζοσπαστική και αριστερή, αλλά είναι βαθειά, πάρα πολύ βαθειά συντηρητική.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΜοντέλο ΑνάπτυξηςΠολιτικές Ομιλίες, 2012Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2012