Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2013
 

Γενική εισήγηση του Ευάγγελου Βενιζέλου στο Συνέδριο του ΙΣΤΑΜΕ με θέμα: «Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος»
(25-26/02/2013)

Κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι θέλω να συγχαρώ το ΙΣΤΑΜΕ για την πρωτοβουλία του να διοργανώσει αυτή τη διημερίδα, λίγες μέρες πριν από την έναρξη του συντακτικού Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ.

Ευχαριστώ τον Αντιπρόεδρο του ΙΣΤΑΜΕ, τον κ. Δερβένη, για την εισαγωγή του και το πολύ θερμό καλωσόρισμα που μου απηύθυνε και θέλω πριν από
οτιδήποτε άλλο να εκφράσω την πολύ μεγάλη μου χαρά γιατί, με την ευκαιρία αυτής της εκδήλωσης, βλέπω ξανά αγαπητούς συναδέλφους από το Πανεπιστήμιο, από τις Νομικές Σχολές της χώρας, ανθρώπους με τους οποίους έχουμε συμπορευτεί πάρα πολλά χρόνια, έχουμε προβληματιστεί και συζητήσει γύρω από τα αντικείμενα του κοινού μας ενδιαφέροντος.

Η παρουσία ενός τόσο σπουδαίου επιστημονικού δυναμικού στη διημερίδα αυτή τιμά το ΙΣΤΑΜΕ, άρα κατ’ αντανάκλαση και το ΠΑΣΟΚ. Θα ακούσουμε με πολύ μεγάλη χαρά τις προσωπικές επιστημονικές απόψεις των εισηγητών και χαιρόμαστε διότι με τις απόψεις αυτές αρχίζει στην πραγματικότητα ο διάλογος για την αναθεώρηση του Συντάγματος και επειδή οι απόψεις αυτές θα βοηθήσουν και το ΠΑΣΟΚ στο δικό του έργο, στον κομματικό διάλογο για τα θέματα αυτά.

Η εθνική ανάκαμψη, για την οποία μιλά το ΠΑΣΟΚ και προσωπικά εγώ πολλές φορές, εξαρτάται από μια σειρά προϋποθέσεων. Οι πρώτες προϋποθέσεις είναι θεσμικές και πολιτικές. Χρειάζεται σταθερότητα και εμπιστοσύνη προκειμένου να ξαναγράψουμε τους όρους λειτουργίας της χώρας, να κατακτήσουμε ένα κανονικό κράτος, μια κανονική οικονομία, μια κανονική κοινωνία. Και όλα αυτά συνδέονται σχεδόν αυτόματα με το ζήτημα του Συντάγματος, με την αναθεώρησή του που καθίσταται διαδικαστικά εφικτή σε λίγους μήνες με τη συμπλήρωση της πενταετίας. Άρα, η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μπροστά μας ανοιχτή ως ευκαιρία. Για κάποιους είναι ανοιχτή ως πρόσχημα. Και σίγουρα η αναθεώρηση του Συντάγματος εκτός από ευκαιρία είναι και κίνδυνος σε πάρα πολλά θέματα.

Έχουμε λοιπόν καθ’ οδόν προς το συνέδριό μας την υποχρέωση –διότι αυτή είναι η θεσμική λειτουργία κάθε κόμματος και σίγουρα του ΠΑΣΟΚ– να διαμορφώσουμε την πρόταση του ΠΑΣΟΚ προς τους κυβερνητικούς μας εταίρους, προς τα άλλα κόμματα του συνταγματικού τόξου και προς την κοινωνία. Διότι χωρίς έναν ευρύ διάλογο και ακόμη χωρίς ευρεία συναίνεση, δεν μπορεί να επιτευχθεί μια αναθεώρηση του Συντάγματος, άξια του ονόματός της και άξια των προκλήσεων της εποχής.

Ι. Το ιστορικό, θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο

Οι ιστορικές βάσεις του ελληνικού παράδοξου. Θα ήθελα πριν από οτιδήποτε άλλο να θυμηθούμε μαζί σήμερα το ιστορικό θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο κάθε αναθεωρητικής διαδικασίας. Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό. Το πρόβλημα της χώρας είναι ιστορικό. Το ελληνικό παράδοξο, που έγινε εμφανέστατο με το ξέσπασμα της κρίσης, έχει πολύ βαθιές ρίζες, ρίζες που στην πραγματικότητα ανάγονται στον τρόπο με τον οποίο γεννιέται το νεοελληνικό κράτος.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό αλλά είναι κοινωνικό, ιδεολογικό, παραγωγικό, «νοοτροπιακό» σε πάρα πολλά ζητήματα. Είναι ένα πρόβλημα που αφορά την εθνική αυτοσυνειδησία και ταυτότητα, αλλά και πολύ μεγάλες επιλογές σε σχέση με την ιστορική διαμόρφωση κρίσιμων σχέσεων. Στην Ελλάδα ιστορικά προηγείται το κράτος, έπεται μια καχεκτική οικονομία που δημιουργείται εκ των ενόντων και τρίτη και καταϊδρωμένη έρχεται –αν ήρθε ποτέ– η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών.

Μια δεύτερη κρίσιμη ιστορική σχέση, είναι η σχέση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το διαρκές αίτημα του δυτικού εκσυγχρονισμού που προηγείται της επανάστασης της ανεξαρτησίας του 1821 σε συνδυασμό με τη διαρκή επίκληση της ελληνικής ιδιοσυστασίας συγκροτεί ένα δίπολο το οποίο ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει και να λειτουργεί. Ακόμη και τώρα, από τη μια έχουμε το αίτημα να γίνει η Ελλάδα μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα, από την άλλη επικαλούμαστε πάρα πολύ συχνά την ιδιομορφία της ελληνικής περίπτωσης.

Είναι όμως άλλο πράγμα η εθνική ταυτότητα κάθε έθνους, και άρα κάθε κράτους
–διότι το κράτος είναι αυτό που επέτρεψε στα έθνη να συγκροτήσουν την εθνική τους αυτοσυνειδησία–, και άλλο να τη χρησιμοποιείς ως άλλοθι για ατυπίες και υστερήσεις.

Είναι επίσης αλήθεια πως το Σύνταγμα από τη φύση του, επειδή είναι προϊόν του δυτικού ορθολογισμού, είναι δηλ. προϊόν των δυόμισι τελευταίων αιώνων, δεν συλλαμβάνει τον «διπλασιασμό» της ελληνικής πραγματικότητας ανάμεσα σε οικονομία και παραοικονομία, ανάμεσα σε τυπική και άτυπη πολιτική ζωή, ανάμεσα σε τυπική και άτυπη κοινωνία. Αυτό ίσχυε ακόμη και όταν επί δεκαετίες στη χώρα μας υπήρχε το λεγόμενο μετεμφυλιακό παρασύνταγμα, που δεν συνελάμβανε αυτό τον διπλασιασμό της ελληνικής πραγματικότητας, αλλά απλώς τη σχέση μεταξύ νόμιμου κράτους και νόμιμου παρακράτους.

Θεμελιώδη συστατικά του Συντάγματος. Δεύτερη παρατήρησή μου που αφορά θεμελιώδη συστατικά του Συντάγματος, τα οποία θα ήθελα να θυμηθούμε πάρα πολύ επιγραμματικά, είναι πως τώρα πλέον το Σύνταγμα, κάθε Σύνταγμα δυτικής ευρωπαϊκής χώρας, δεν ρυθμίζει μόνο τον τρόπο συγκρότησης και άσκησης της κρατικής εξουσίας, όπως διδάσκουμε, αλλά γενικότερα τις σχέσεις κράτους-κοινωνίας και οικονομίας. Και βεβαίως τη σχέση κάθε κράτους, άρα και της Ελλάδας, με τους διεθνείς θεσμούς, με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τη σχέση με τους θεσμικούς μας εταίρους, οι οποίοι είναι πιστωτές, αλλά ταυτόχρονα και ελεγκτές (η σχέση φίλου και εχθρού στις περιπτώσεις αυτές είναι μια σχέση που εναλλάσσεται με ιλιγγιώδη ρυθμό).

Το Σύνταγμα όμως, σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να έχει ένα χαρακτηριστικό που κανείς δεν μπόρεσε να του στερήσει. Σε αντίθεση με τον κοινό νόμο, με το κοινό Δίκαιο, περιλαμβάνει κανόνες που διέπουν τον μακρύ ιστορικό χρόνο.

Το Σύνταγμα, το εθνικό Σύνταγμα, αυτό το κλασικό Σύνταγμα, κωδικοποιεί πάντα μια μεγάλη κοινωνική και πολιτική συμφωνία. Θέτει τα ακραία όρια των πολιτικών και κοινωνικών επιλογών που μπορούν να γίνουν με την τρέχουσα δημοκρατική διαδικασία και στον τρέχοντα πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό χρόνο.

Το Σύνταγμα συνεπώς διαχωρίζει το πεδίο της διακριτικής ευχέρειας των πολιτικών οργάνων του κράτους –άρα του Προέδρου της Δημοκρατίας, της Βουλής, της Κυβέρνησης, των οργάνων της Διοίκησης που ενεργούν με βάση νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις, της Αυτοδιοίκησης (εδώ θα ενέτασσα ακόμη και τους κοινωνικούς εταίρους όταν ασκούν τη συλλογική τους αυτονομία μέσω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας)–, δηλαδή το πεδίο της πολιτικής αρμοδιότητας, από το πεδίο αρμοδιότητας μη πολιτικών οργάνων: Δικαιοσύνη, Ανεξάρτητες Αρχές.

Το Σύνταγμα και η κρίση. Η συζήτηση όμως για την αναθεώρηση, αυτή η συζήτηση που ξεκινά δειλά και ανοργάνωτα από ό,τι βλέπω, δεν μπορεί να είναι επιδερμική και ανεπηρέαστη από την εθνική και διεθνή κρίση. Φυσικά δεν είναι μόνο οικονομική στον χαρακτήρα της. Άρα, εάν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για την αναθεώρηση του Συντάγματος, πρέπει να μιλήσουμε ευθέως για τη σχέση Συντάγματος και κρίσης και πιο συγκεκριμένα για το Σύνταγμα της κρίσης και για την κρίση του Συντάγματος. Διότι οι δύο όψεις του φαινομένου είναι αυτές.

Η αόριστη έννοια του γενικού συμφέροντος που κυριαρχεί στο Σύνταγμα και στην ουσία κατανέμει αρμοδιότητες ανάμεσα σε πολιτικά και μη πολιτικά όργανα, ανάμεσα στον νομοθέτη και τον δικαστή (διότι έτσι λειτουργεί η έννοια του γενικού συμφέροντος), στην πραγματικότητα μας λέει ποιος αποφασίζει τελικά: αν αποφασίζει ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης ή ο δικαιοκρατικά νομιμοποιημένος δικαστής.

Αυτή η έννοια του γενικού συμφέροντος, που στην πραγματικότητα τη μεταφράζει με πολλούς τρόπους χρησιμοποιώντας πολλές λέξεις το Σύνταγμα (αλλά ο κοινός παρανομαστής όλων των διατυπώσεων του συνταγματικού κειμένου είναι η έννοια του γενικού συμφέροντος), αυτή η έννοια τονίστηκε στο έπακρο, λόγω της κρίσης.

Άρα, η κρίση εμφανίζει μπροστά μας ένα διπλό φαινόμενο: τον νομοθέτη της κρίσης και τον δικαστή της κρίσης. Τα όρια του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας, αλλά ακόμη και η δικαιοδοσία των δικαστηρίων σε θέματα που συν-
δέονται με την οικονομική κρίση, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, είναι καθοριστικά για τη συζήτησή μας εάν θέλουμε να μιλήσουμε επίκαιρα και ουσιαστικά για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Τί εννοώ; Ορισμένα παραδείγματα: όταν βρισκόμαστε σε ένα πόλεμο δημοσιονομικό και χρηματοοικονομικό, σε μια επίθεση των αγορών κατά των κυρίαρχων κρατών, οι πράξεις δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής διαχείρισης στις οποίες προβαίνουν η Κυβέρνηση, ή όργανα διεθνών οργανισμών όπως η Ευρωζώνη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τι είναι; Είναι συνήθεις νομοθετικές ή διοικητικές πράξεις; Είναι συνήθεις δανειακές συμβάσεις; Είναι πράξεις και συμβάσεις εμπορικού χαρακτήρα; Ή μήπως είναι βαθιά πολιτικές πράξεις και, για να μιλήσω νομικά, κυβερνητικές πράξεις αναγόμενες στη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής εθνικής ασφάλειας; Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά για το ζήτημα αυτό. Είναι κατά τη γνώμη μου η μήτρα όλων των επόμενων προβληματισμών, που είναι δευτερογενείς.

Η κρίση ανέδειξε από αυτή την οπτική γωνία ορισμένα βασικά πεδία δοκιμασίας, αυτά που ξέρουμε, αυτά που ζει με τις θυσίες και τον πόνο του ο ελληνικός λαός. Μόνο που πρέπει να θυμόμαστε πως όταν έχεις να κάνεις μια επιλογή που είναι είτε κακή είτε καταστροφική και επιλέγεις την κακή για να αποφύγεις την καταστροφική, βιώνεις αυτό που επέλεξες, αλλά έχεις αποφύγει αυτό που απέκλεισες. Μόνο που το ένα είναι βίωμα και το άλλο θεωρία, που θα μπορούσε όμως να μετατραπεί σε ένα ακόμη πιο σκληρό βίωμα.

Άρα, το πρώτο ζήτημα είναι το κοινωνικό κράτος, το κοινωνικό κεκτημένο. Η μεγάλη δοκιμασία όμως του κοινωνικού κράτους, του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους που είναι θεμελιώδες συστατικό της Ευρώπης ως ηπείρου –με χαρακτηριστικά ιδεολογικά, πολιτικά, κοινωνικά, έντονα σοσιαλδημοκρατικά, σε όλες τις χώρες, ακόμη και χώρες με βαθιά συντηρητική παράδοση– αναρωτιέμαι, είναι συνταγματική; Είναι νομική; Ή υφίσταται μια δοκιμασία η οποία είναι δημοσιονομική, χρηματοδοτική, δημογραφική, σε τελική ανάλυση δοκιμασία του μοντέλου ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας, του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη τοποθετεί τον εαυτό της μέσα στον κόσμο;

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, το πιο τραγικό, είναι οι συντάξεις, οι περιορισμοί των συντάξεων που απασχόλησαν και τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου αλλά και τη δημόσια συζήτηση, ακόμη και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τι θα συνέβαινε, αναρωτιέμαι, εάν δεν μπορούσαν να καταβληθούν καθόλου συντάξεις υπό συνθήκες πρωτογενούς ελλείμματος; Τι θα συνέβαινε εάν η επιλογή μας δεν ήταν η επιλογή των θυσιών και των περικοπών, αλλά η επιλογή της χρεοκοπίας, της παύσης πληρωμών και άρα της αδυναμίας καταβολής μισθών και συντάξεων; Τι προστατεύει το Σύνταγμα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην περίπτωση αυτή; Ποιο θα ήταν το αντικείμενο μιας ακυρωτικής δίκης ή μιας δίκης στο Στρασβούργο;

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τα θέματα στον σκληρό τους πυρήνα με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια που επιβάλλεται.

Το ίδιο ισχύει και για τις εργασιακές σχέσεις, για τη συλλογική αυτονομία, για τον θεσμό των συλλογικών συμβάσεων, για τη διατήρηση του οποίου αγωνιστήκαμε, αγωνιζόμαστε. Και τώρα θέλουμε να βρούμε λύσεις ανανέωσης της συλλογικής αυτονομίας και ανύψωσης του επιπέδου του κοινωνικού διαλόγου, ώστε οι κοινωνικοί εταίροι να συμφωνούν γύρω από την προοπτική και το μέλλον του τόπου μας και όχι μόνο γύρω από κάποιους χώρους εργασίας.

Ωραία, έχουμε μια συνταγματική αντιμετώπιση του θεσμού της συλλογικής αυτονομίας, των εργασιακών σχέσεων. Ποια είναι η συνταγματική αντιμετώπιση της βαθιάς κρίσης στην αγορά, της μείωσης της ζήτησης και του κύκλου εργασιών; Της αδυναμίας λειτουργίας και ίδρυσης επιχειρήσεων; Της κατάργησης ή της μη δημιουργίας θέσεων εργασίας; Μιλάμε για τις εργασιακές σχέσεις και τη συλλογική αυτονομία, ναι, αλλά ποια είναι η θέση του Συντάγματος απέναντι στο φαινόμενο της ανεργίας; Ποια είναι η προστασία του ανέργου; Ποια είναι η προστασία η πραγματική, η ουσιαστική, όχι η ρηματική, του δικαιώματός του στην εργασία, όταν έχεις ποσοστά ανεργίας που φτάνουν το 30% στον γενικό πληθυσμό και το 60% στις νέες ηλικίες;

Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Το άρθρο 17 του Συντάγματος –και ακόμη περισσότερο το δικαίωμα στην περιουσία, το Πρώτο Πρωτόκολλο το προσαρτημένο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου– τι προστατεύει άραγε; Το άρθρο 17 του Συντάγματος, για το οποίο έχουν χυθεί ποταμοί μελάνης στον επιστημονικό διάλογο και στη νομολογία, εγγυάται την αγοραία αξία της ακίνητης περιουσίας; Εγγυάται τις αποδόσεις της ακίνητης περιουσίας; Εγγυάται την κινητή περιουσία, καταθέσεις, χρεόγραφα και τις αποδόσεις τους; Όταν καταρρέει η αγορά των ακινήτων ή των κινητών αξιών, ποια είναι η απάντηση που δίνει το Σύνταγμα, το άρθρο 17 ή το πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;

Όταν δοκιμάζονται οι σχέσεις δανειστή και δανειολήπτη, η τραπεζική πίστη, όταν υπάρχει πρόβλημα με τα στεγαστικά δάνεια επειδή δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά έχουν αναλάβει το βάρος ενός μεγάλου στεγαστικού δανείου με την αίσθηση ότι έχουν ένα περιουσιακό αντικείμενο που τώρα έχει μειωμένη αγοραία αξία, αλλά ο δανειολήπτης επιβαρύνεται φυσικά με τις δόσεις που αφορούσαν μια προγενέστερη αντίληψη για την αγορά ακινήτων, ποια συνταγματική προστασία έχει και πώς τον αντιμετωπίζει το άρθρο 17 του Συντάγματος ή η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;

Μια συζήτηση που θα την κάνουμε και στη Βουλή, με αφορμή την επίμονη και ολοκληρωμένη πρόταση νόμου που έχει υποβάλει εδώ και καιρό το ΠΑΣΟΚ για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, που θέλουμε να γίνει στο σύνολό της δεκτή από τη Βουλή από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και φυσικά το ίδιο ισχύει και με τις προτάσεις μας για ένα φιλόδοξο και επιθετικό πρόγραμμα κατά της απόλυτης ανεργίας, δηλαδή για την προστασία των οικογενειών χωρίς κανέναν εργαζόμενο και χωρίς άλλο εισόδημα.

Τι είναι το Μνημόνιο κατά το Σύνταγμα; Έρχομαι στο δεύτερο μεγάλο ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει πριν μιλήσουμε σοβαρά για την αναθεώρηση του Συντάγματος: τι είναι το Μνημόνιο κατά το Σύνταγμα; Στο πλαίσιο του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος (δηλαδή στο πλαίσιο της συμμετοχής της Ελλάδας αφ’ ενός στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, αφ’ ετέρου δε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), αλλά και στο πλαίσιο ad hoc διακρατικών συμφωνιών (δηλαδή διακυβερνητικών, όπως λέμε στην ορολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, οι οποίες είτε κυρώνονται κατά τα άρθρα 36 και 28 του ελληνικού Συντάγματος, είτε έχουν απλώς απλοποιημένη μορφή (είναι, όπως λέμε στο Διεθνές Δίκαιο, Σύμφωνα Απλοποιημένης Μορφής), στο διπλό αυτό πλαίσιο, τι είναι το Μνημόνιο κατά το Σύνταγμα;

Έχει απαντήσει η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά ας δώσουμε μια απλή, σαφή και απροκατάληπτη απάντηση. Είναι κατ’ αρχάς μια πολιτική συμφωνία της Ελλάδας με τους εταίρους και πιστωτές της, η τήρηση της οποίας, μέσω των μηχανισμών παρακολούθησης και αναθεώρησης, συνιστά όρο των δανειακών συμβάσεων.

Στο πρώτο πρόγραμμα, η δανειακή σύμβαση ήταν μια σύμβαση ανάμεσα στην Ελλάδα και τα υπόλοιπα 15 κράτη μέλη της Ευρωζώνης, συν τη γερμανική δημόσια επενδυτική τράπεζα με εγγυητή το γερμανικό Δημόσιο και με διαχειριστή του προγράμματος την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στο δεύτερο πρόγραμμα, η δανειακή σύμβαση είναι μια σύμβαση ανάμεσα στην Ελλάδα και το EFSF (μέτοχοι του EFSF και εγγυητές του είναι τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης). Και για να συναφθεί αυτή η σύμβαση η Ελλάδα έπρεπε να συνάψει μια προγενέστερη σύμβαση με τη Φινλανδία και ως δανειστής να εγγυηθεί την εγγύηση του εγγυητή του EFSF, που είναι ταυτόχρονα και μέτοχός του.

Είναι επίσης μια δέσμη αποφάσεων του Eurogroup, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σύνθεση Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών του Ecofin, των καταστατικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Διοικητικού Συμβουλίου του EFSF και του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΝΤ. Αυτές οι αποφάσεις, όμως, στον βαθμό που κινούνται στο πλαίσιο του κοινοτικού ή του διεθνούς οικονομικού δικαίου και ιδίως στον βαθμό που συνιστούν παράγωγο δίκαιο, οικοδομούνται στο άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι η Ελλάδα μετέχει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Και τρίτον και κυριότερο: είναι μια δέσμη νόμων και κανονιστικών πράξεων της Ελληνικής Δημοκρατίας αλλά και ένας συγκεκριμένος τρόπος ερμηνείας και εφαρμογής του δημοσιονομικού Συντάγματος και γενικότερα του Συντάγματος όλων των κρατών μελών που υπάγονται σε πρόγραμμα ή απειλούνται να υπαχθούν σε πρόγραμμα, όπως η Ιταλία και όχι μόνο η Ιταλία. 

Η κρίση στην Ευρωζώνη και οι προκλήσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Επιπλέον, εάν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για την αναθεώρηση του Συντάγματος, πρέπει να δούμε τι έχει αλλάξει και τι αλλάζει υποδόρια και φανερά σε όλο το θεσμικό και νομικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Η Ευρωζώνη λειτουργεί με κανόνες που πολύ μικρή σχέση έχουν με αυτό που γνωρίζουμε ως θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η κρίση στην Ευρωζώνη και οι προκλήσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι αφετηριακό σημείο μιας σοβαρής και διορατικής συζήτησης για την αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος. Η επιτάχυνση των αλλαγών στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, με το δημοσιονομικό σύμφωνο, με τη συγκρότηση του ESM, με την Τραπεζική Ένωση, με τις αυξημένες αρμοδιότητες, αλλά και τις ακόμη πιο αυξημένες πρακτικές παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι εντυπωσιακή –και πρέπει βεβαίως να θυμόμαστε ότι η θεμελιώδης αρχή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης της εθνικής ισοτιμίας των κρατών μελών έχει πάει προ πολλού περίπατο.

Η διάκριση είναι ωμή ανάμεσα στις δημοσιονομικά «ενάρετες» και τις δημοσιονομικά «άσωτες» χώρες. Υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας, πολιτικά συντηρητικός, οικονομικά νεοφιλελεύθερος, δημοσιονομικά απηνής, που επιβάλλει προκυκλικές πολιτικές. Δηλαδή πολιτικές που βαθαίνουν την ύφεση επειδή ξεκινούν από ύφεση, επιδιώκοντας την άμεση μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ανεξαρτήτως μακροοικονομικού περιβάλλοντος, επειδή πιστεύουν βαθιά –αυτό είναι μια ιδεολογική και αξιακή πεποίθηση– ότι αυτό θα βοηθήσει και την ανάπτυξη, αυτό θα βοηθήσει και την απασχόληση. Αυτή είναι η αντίληψή τους, οι ιδέες που κυριαρχούν, που είναι συντηρητικές.

Και φυσικά σε όλα αυτά, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου εκφράζονται κι άλλες απόψεις, είναι απόν. Οι δε κυβερνήσεις που είναι αμιγώς σοσιαλιστικές ή κυβερνήσεις συνεργασίας με καθοριστική συμμετοχή σοσιαλιστικών, εργατικών ή σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, παίζουν πάρα πολύ μικρό, θα έλεγα, μηδενικό ρόλο. Γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η πρωτοβουλία μας για την αλλαγή της στρατηγικής αντίληψης και του πολιτικού λόγου της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας συνολικά, του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κόμματος με αφορμή την προεκλογική του πλατφόρμα για τις επόμενες ευρωπαϊκές εκλογές, για τις επόμενες εκλογές που θα αναδείξουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Φυσικά, όπως είπα, η απόσταση ανάμεσα στις 17 χώρες της Ευρωζώνης και τις 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ιλιγγιώδης και αστρονομική. Πρόκειται για δυο ασύμπτωτες πραγματικότητες και η αντίφαση αποτυπώνεται σε αυτά που έχουν συμβεί τον τελευταίο καιρό, εάν τα προσέχουμε και τα συνθέτουμε.

Βλέπουμε έναν προκλητικά μικρό κοινοτικό προϋπολογισμό που καλύπτει μόνο το 0,9% του κοινοτικού ΑΕΠ, βλέπουμε τη δυσκολία να συμφωνηθεί το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Και ταυτόχρονα, ενώ εκεί είμαστε εξαιρετικά φειδωλοί, από την άλλη μεριά έχουμε μεγάλες χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις στη ζώνη του ευρώ μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τώρα μέσω του ESM. 

Το εθνικό Σύνταγμα ακολουθεί τη μοίρα του εθνικού κράτους. Όλα αυτά έχουν καταλυτικές επιπτώσεις στο εθνικό Σύνταγμα. Το εθνικό Σύνταγμα –για να το πω πολύ απλά, πολύ καθαρά, για να ξέρουμε ποια είναι η δύσκολη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε– ακολουθεί τη μοίρα του εθνικού κράτους και της εθνικής κυριαρχίας. Το εθνικό κράτος διεθνοποιείται, ιδιωτικοποιείται, αποπολιτικοποιείται και είναι σε μειονεκτική θέση όταν συγκρούεται με τις αγορές. Διότι δανείζεται από τις αγορές και δανειζόμενο από τις αγορές υποτάσσεται στους μηχανισμούς τους, που είναι αγοραίοι και διεθνώς ιδιωτικοί. Δηλαδή υφίσταται μια βαθιά έκπτωση η ίδια η λογική του Δημοσίου Δικαίου, άρα και του Συντάγματος.

Το ίδιο συμβαίνει φυσικά και με τις κρίσιμες μορφές της εθνικής κυριαρχίας. Κρίσιμη μορφή δεν είναι μόνο η εξωτερική πολιτική και η εθνική άμυνα. Κρίσιμη μορφή είναι η νομισματική κυριαρχία, η δημοσιονομική κυριαρχία. Το νόμισμα, όπως και το δικαίωμα να φορολογείς, είναι στοιχεία κυριαρχίας εξίσου σημαντικά, αν όχι σημαντικότερα, στην εποχή μας από το δικαίωμα που έχεις να προστατεύεις τα σύνορά σου.

Συνεπώς, η διακριτική ευχέρεια, όχι μόνο του κοινού νομοθέτη αλλά και του συντακτικού και πιο συγκεκριμένα αναθεωρητικού νομοθέτη, είναι πια πολύ περιορισμένη. Είναι περιορισμένη όχι μόνο λόγω της κρίσης, αλλά επειδή έχει υπερδιογκωθεί η διεθνής έννομη τάξη, και η ευρωπαϊκή και η κατά κυριολεξία διεθνής. Διότι υπάρχει ένας τεράστιος όγκος ενωσιακού Δικαίου, πρωτογενούς και δευτερογενούς, υπάρχουν κανονισμοί, οδηγίες, αποφάσεις και βεβαίως υπάρχει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπάρχουν διεθνείς δικαστικοί έλεγχοι, οι οποίοι επιβάλλονται επί των κρατών. Δεν μπορεί ένα κράτος να αγνοή-
σει τη νομολογία ούτε του Λουξεμβούργου, ούτε του Στρασβούργου. Υπάρχουν τεράστιοι μηχανισμοί διεθνούς πίεσης και δεν είναι μόνο τα δάνεια, οι εκταμιεύσεις των δόσεων και η απειλή της χρεοκοπίας, είναι το διεθνές περιβάλλον και ο διεθνής συσχετισμός μέσα στον οποίο ζούμε.

Αυτό, δεν αφορά μόνο το αν θα πάρουμε τη δόση ενός δανείου για να πληρώσουμε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου. Αφορά και την ευαισθησία μας. Είναι πιο ευαίσθητη η κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης στο φαινόμενο του ναζισμού στην Ελλάδα και της Χρυσής Αυγής, είναι πιο αυστηρή η αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης από την αντίστοιχη Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων, η οποία απέστειλε στην αντιπροσωπεία της βουλευτή της Χρυσής Αυγής να προστατεύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσω της κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Άρα, όπως είναι καλοδεχούμενη η διεθνής πίεση, όπως είναι καλοδεχούμενος ο διεθνής έλεγχος όταν αφορά θέματα δημοκρατίας, δικαιωμάτων, ελευθεριών, κράτους δικαίου, πολιτικού και νομικού πολιτισμού, έτσι πρέπει να σκεφτούμε ότι λειτουργεί η διεθνής πίεση και στα θέματα που αφορούν την οικονομική πολιτική, σε θέματα πάρα πολύ σκληρά για τον ελληνικό λαό.

ΙΙ. Η αποτίμηση των αναθεωρήσεων

Έρχομαι τώρα πολύ σύντομα στην αποτίμηση των προηγούμενων αναθεωρήσεων για να δούμε, αν τις θυμόμαστε, και αν μέσα από τη μνήμη τους μπορούμε να προετοιμάσουμε σοβαρά την επόμενη αναθεώρηση.

  • 1986: Πριν από 27 χρόνια, το 1986, ολοκληρώθηκε η πρώτη αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος, μετά τη θέση του σε ισχύ το 1975. Η αναθεώρηση αυτή, που ξεκίνησε με αφορμή τη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, είχε πάρα πολύ έντονα συγκυριακά χαρακτηριστικά και στην πραγματικότητα έθετε το ζήτημα της σχέσης πολιτικής συγκυρίας και ιστορίας.

Το μόνο της θέμα ήταν η δομή της εκτελεστικής εξουσίας. Η εγκατάλειψη της λεγόμενης διπλής ανάγνωσης του Συντάγματος, που στην αρχή, από το 1975 μέχρι το 1986, θα μπορούσε να αναγνωστεί από απολύτως κοινοβουλευτικά μέχρι σχεδόν ημιπροεδρικά. Άρα, με την αναθεώρηση επιλέξαμε τον µονιστικό κοινοβου­λευτισµό, περιορίστηκαν οι αμφιλεγόμενες αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά παρέμεινε η εκλογή του με αυξημένη πλειοψηφία και η απειλή διάλυσης της Βουλής σε περίπτωση που αυτή η πλειοψηφία δεν επιτευχθεί την τελευταία φορά, στην τρίτη ψηφοφορία.

  • 2001: Αυτό το κεκτημένο της αναθεώρησης του 1986, κατά έναν περίεργο αλλά εντυπωσιακό τρόπο, έγινε απολύτως δεκτό από όλες τις πολιτικές δυνάμεις –και αυτές που διαφωνούσαν το 1986– στη διαδικασία αναθεώρησης του 2001. Το 2001 δεν τέθηκε ζήτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάστασή τους. Άρα έγινε ευρύτερα αποδεκτό αυτό που είχε αποφασιστεί το 1986.

Από το 2001 πέρασαν 12 περίπου χρόνια. Η αναθεώρηση του 2001, στην οποία είχα την τιμή να είμαι ο Γενικός Εισηγητής της πλειοψηφίας, ήταν συναινετική –αυτό απεδείχθη στην πράξη από τις ψηφοφορίες– σχεδόν ολική και μακράς εκκόλαψης. Η διαδικασία διήρκεσε από το 1995 μέχρι το 2001 και μεσολάβησαν τρεις βουλές, όχι δύο.

Στην πραγματικότητα η αναθεώρηση αυτή έπεσε θύμα ενός ανεξέλεγκτου επικοινωνιακού και θεσμικού λαϊκισμού. Ξεχάστηκε το τι συνεισέφερε στα δικαιώ-
ματα, στις εγγυήσεις διαφάνειας, στη μεταπλειοψηφική δημοκρατία της συναίνεσης, στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στον εκσυγχρονισμό του κοινοβουλευτικού συστήματος, στη συνταγματική επιβεβαίωση θεσμικών αλλαγών που είχαν γίνει σε επίπεδο νόμου, όπως το ΑΣΕΠ και οι ανεξάρτητες Αρχές, αλλά έπρεπε να επιβεβαιωθούν συνταγματικά, στα δικαιώματα, όπως είναι για παράδειγμα η αντίρρηση συνείδησης, η βιολογική ταυτότητα, το απόρρητο του ιδιωτικού βίου, η πρόσβαση στην κοινωνία της πληροφορίας.

Τίποτε από αυτά δεν συγκράτησε στη συλλογική της μνήμη η ελληνική κοινωνία, δεν ανέπτυξε κανένα αίσθημα συνταγματικού πατριωτισμού. Κανείς δεν θυμάται στην πράξη τη σημασία που έχει το αναθεωρημένο άρθρο 25 για το ουσιαστικό περιεχόμενο όλων των δικαιωμάτων, για τη τριτενέργεια, για την αρχή της αναλογικότητας, το άρθρο 9Α για τον ιδιωτικό βίο, το άρθρο 19 για το απόρρητο των επικοινωνιών, το άρθρο 5Α για το δικαίωμα πρόσβασης στην κοινωνία της πληροφορίας, τα κοινωνικά δικαιώματα που αφορούν την οικογένεια, τη δημογραφική πολιτική και τους ανάπηρους.

Οι αλλαγές που έγιναν στις ανεξάρτητες αρχές θεωρούνται κι αυτές ένα αδιάφορο κεκτημένο. Αυτά που είπαμε για τις εγγυήσεις διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση ούτως ή άλλως έχουν ξεπεραστεί από τις συζητήσεις για κινητικότητα και αξιολόγηση. Κανείς δεν θυμάται ότι χωρίς την αναθεώρηση του 2001 δεν θα υπήρχε «Καλλικράτης» και κανείς δεν θυμάται τι αλλαγές έχει επιφέρει η αναθεώρηση στα θέματα δικαιοσύνης, ούτε φυσικά στις μεταπλειοψηφικές εγγυήσεις που προανέφερα: στο ότι η αλλαγή στο εκλογικό σύστημα μπορεί να ισχύσει άμεσα μόνο αν υπάρχει αυξημένη πλειοψηφία 2/3. Ότι η νομοθεσία για την ψήφο των αποδήμων επίσης απαιτεί πλειοψηφία 2/3. Και τελικά όλοι θυμούνται αυτά που δεν έγιναν, ή τα λάθος πράγματα.

Ακούω την κριτική ότι δεν ασχοληθήκαμε με τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας. Ασχοληθήκαμε όμως. Και στα πρακτικά της αναθεωρητικής Βουλής υπάρχει πλήρης ερμηνεία του άρθρου 3 του Συντάγματος, που επιβάλλει και επιβεβαιώνει την άποψη ότι το άρθρο 3 περί επικρατούσας θρησκείας δεν συνιστά κανενός είδους περιορισμό στη θρησκευτική ελευθερία, ρυθμίζει άλλα θέματα: τις σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών μεταξύ τους (Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδας).

Θυμούνται ίσως ότι αποτύχαμε να αναθεωρήσουμε τη διάταξη για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Και κυρίως υπάρχει η άδικη και ανιστόρητη εστίαση στο ζήτημα του βασικού μετόχου (άρθρο 14 παρ. 7) που κι αυτό ξεχάστηκε πολύ γρήγορα, αλλά και στο επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών που ήταν το αντικείμενο, το ουσιαστικά αποκλειστικό, της αναθεώρησης του 2008. Πρέπει να αξιολογήσουμε κάποια στιγμή τι σήμαινε το ένα και τι σημαίνει το άλλο.

Και υπάρχει και η ιστορία της ευθύνης Υπουργών, όπου κανείς δεν θυμάται τι υπήρχε διαχρονικά από συστάσεως ελληνικού κράτους, πόσο αυστηρότερη έγινε η διάταξη το 2001, πως ο σχετικός νόμος ψηφίστηκε ομόφωνα από όλα τα κόμματα συμπεριλαμβανομένου του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ.

  • 2008: Και βεβαίως κανείς δεν θυμάται ότι, χωρίς τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ, που απείχε στη διαδικασία αναθεώρησης του 2008, κάποιες άλλες δυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να αλλάξουν τη διάταξη του άρθρου 86 του Συντάγματος για την ευθύνη Υπουργών, αλλά δεν το έκαναν. Το απεδέχθησαν, άφησαν την ευκαιρία να περάσει και ασχολήθηκαν μόνο με το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των Βουλευτών.

ΙΙΙ. Τι χρειάζεται τώρα ο τόπος

Τι πρέπει να γίνει τώρα μέσα στην κρίση σε σχέση με την αναθεώρηση του Συντάγματος;

  • Το πρώτο που χρειάζεται είναι μια συναινετική και υπεύθυνη αναθεώρηση. Αυτό σημαίνει, για να είμαι πολύ καθαρός και πρακτικός, ότι η εγγύηση της αυξημένης πλειοψηφίας των 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή η εγγύηση της αυξημένης πλειοψηφίας των 180 βουλευτών, πρέπει να διατηρηθεί για τη δεύτερη Βουλή και να μην δαπανηθεί στην πρώτη Βουλή. Διότι αν επιτευχθεί η αυξημένη πλειοψηφία στη διαπίστωση της ανάγκης αναθεώρησης, απελευθερώνεται η απλή πλειοψηφία της επόμενης Βουλής να διαμορφώσει κατά βούληση τις αναθεωρητέες διατάξεις.

Άρα, δεν πρέπει να παρασυρθούμε από τη συμφωνία μας γύρω από την ανάγκη να γίνει κάποια αλλαγή. Πρέπει να κρατήσουμε την εγγύηση της αυξημένης πλειοψηφίας των 3/5 στη δεύτερη Βουλή επί του συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο θα γίνει οποιαδήποτε αλλαγή.

Άρα, όχι παιχνίδια με το Σύνταγμα, συμφωνία των τριών κομμάτων της κυβερνητικής πλειοψηφίας, επιδίωξη συμφωνίας με την αντιπολίτευση του συνταγματικού τόξου, σοβαρός επιστημονικός διάλογος, όπως αυτός που ξεκινάει σήμερα, διαθεσμικός διάλογος, μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας, Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κοινωνικών εταίρων, Δικαιοσύνης, διάλογος με κοινωνικούς φορείς χωρίς συντεχνιασμούς και ανοιχτός διάλογος με τους πολίτες.

  • Δεύτερον: Η αναθεώρηση πρέπει να είναι ριζοσπαστική, ακριβώς επειδή η κρίση είναι ριζοσπαστική. Αλλά πρέπει να αποφύγουμε τον κίνδυνο της αναθεωρητικής δημαγωγίας και ψευδαίσθησης υπό συνθήκες πίεσης και προϊόντος εκφασισμού της κοινωνίας. Γιατί μπορεί στο βωμό της δημαγωγίας και της συγκυρίας να θυσιαστούν μείζονες δικαιοκρατικές και δημοκρατικές εγγυήσεις. Μόνον έτσι θα προκύψει ένας νέος συνταγματικός πατριωτισμός, τον οποίο έχει ανάγκη η χώρα.
  • Τρίτο σημείο: Είναι αναγκαία η προστασία του θεσμικού κεκτημένου που για να το προστατεύσουμε, πρέπει να το θυμηθούμε, γιατί το έχουμε ξεχάσει. Σε σχέση με το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος, το δημοκρατικό αντιπροσωπευτικό σύστημα και το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης.
  • Τέταρτο: Αναθεώρηση χωρίς σαφή θέση σε σχέση με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και το σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, δεν υπάρχει. Άρα πρέπει να είμαστε καθαροί, ευρωπαϊκά προσανατολισμένοι, συμμέτοχοι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και διεθνώς νόμιμοι. Αλλιώς ο αναθεωρητικός νομοθέτης θα προσκρούσει στο σκληρό τοίχο του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

IV. Οι επιμέρους προτάσεις – Τα δημοφιλή και τα πραγματικά κρίσιμα θέματα

Υπάρχουν ορισμένα μεγάλα ερωτήματα για το πώς μπορεί πράγματι να συμβάλλει το Σύνταγμα στις προϋποθέσεις υπέρβασης της κρίσης και εθνικής ανάκαμψης.

–   Το Σύνταγμα πρέπει να βοηθήσει λοιπόν στην οριστική έξοδο από την κρίση και στην αποφυγή επανάληψης της κρίσης. Άρα πρέπει το Σύνταγμα να συνδεθεί μ’ ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, όχι μόνο της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας και του κράτους.

–   Το Σύνταγμα, δεύτερον, πρέπει να συντελεί στη μετατροπή της Ελλάδας σε κανονικό κράτος.

–   Και τρίτον, χρειάζεται ένα Σύνταγμα που θα συντελέσει στην ανανέωση, ανασυγκρότηση και αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος, του συστήματος διακυ­βέρνησης, με την ανάκτηση της πολιτικής και θεσμικής αξιοπιστίας και με την επανεγκαθίδρυση σχέσεων κοινωνικής και πολιτικής εμπιστοσύνης.

Ακούγονται πολλές ειδικότερες προτάσεις. Υπάρχουν θέματα επικοινωνιακά, δημοφιλή και θέματα που είναι πραγματικά κρίσιμα. Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, ακόμη και της επιστήμης, πολύ συχνά εστιάζεται στα επικοινωνιακώς δημοφιλή θέματα, όχι σ’ αυτά που είναι πραγματικά κρίσιμα. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος της δημαγωγίας και του λάθους.

Τελειώνω με την περιγραφή των βασικών κατά τη γνώμη μου σημείων, αρχίζοντας αντίστροφα, από αυτά που θεωρώ πραγματικά σημαντικά ζητήματα:

1. Το πρώτο λοιπόν σημείο είναι η ανάγκη να διαφυλαχθούν οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου, να υποδεχθούμε πλήρως τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να μην θίξουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεσμικές εγγυήσεις, να προστατεύσουμε το δικαιοκρατικό κεκτημένο. Αυτό το βλέπουμε τώρα στη συζήτηση για την ιθαγένεια, στη συζήτηση για τα δικαιώματα των αλλοδαπών.

Υπάρχουν όμως και συναφή θέματα:

–  Σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας: πλήρης προστασία της σχετικής ελευθερίας απροϋπόθετα που να ξεπερνά ακόμα και τη νομολογία του Στρασβούργου, αλλά και πλήρης σεβασμός της διεθνούς θέσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

–  Συνταγματικό καθεστώς των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης αλλά και της νέας επικοινωνιακής πραγματικότητας λόγω του διαδικτύου. Οι νέες πραγματικότητες χρειάζονται νέες μορφές εγγυήσεων που αφορούν συνοπτικά την απαγόρευση λαθρεμπορίου επιρροής.

–  Πρέπει επίσης να δούμε ξανά το ζήτημα των Ανεξάρτητων Αρχών και το άρθρο 16 υπό το φως της πραγματικότητας που έχει δημιουργηθεί. Διότι εμείς διαφυλάττουμε την ακεραιότητα του κειμένου του άρθρου 16, αλλά βεβαίως ο κοινός νομοθέτης, και η νομολογία τελικά με τη μεταστροφή της, έχουν αλλάξει την πραγματικότητα σε σχέση με το περιεχόμενο του άρθρου αυτού.

2. Δεύτερο σημείο: Κοινωνικά δικαιώματα στην αναζήτηση ενός νέου κοινωνικού κράτους που είναι το ίδιο αναπτυξιακό, δημοσιονομικά ανθεκτικό και προσφέρει το ίδιο κοιτάσματα απασχόλησης.

Άρα πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά για το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίω-
σης ως απάντηση στην απόλυτη φτώχεια και την απόλυτη ανεργία.

Πρέπει να μιλήσουμε στα σοβαρά για τις καθολικές υπηρεσίες υγείας, για το δικαίω-μα στην παροχή υπηρεσιών υγείας για όλους. Δηλαδή δεν νοείται ο άνεργος να χάνει το δικαίωμα αυτό επειδή δεν έχει επαρκή αριθμό ενσήμων. Πρέπει να είμαστε απολύτως καθαροί σε σχέση με τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι ανάπηροι.

Στις εργασιακές σχέσεις πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά για τη νέα μορφή συλλογικών συμβάσεων και για τη νέα ευθύνη των κοινωνικών εταίρων σε σχέση με την πορεία της χώρας και το νέο μοντέλο ανάπτυξης.

Πρέπει να μη μιλήσουμε μόνον για το δικαίωμα των εργαζομένων αλλά ευθέως για το πώς αντιμετωπίζουμε τον άνεργο.

Και βέβαια πρέπει να μιλήσουμε ταυτόχρονα για το κοινωνικό κράτος και το δημοσιονομικό Σύνταγμα.

3. Για να μιλήσουμε όμως για το δημοσιονομικό Σύνταγμα πρέπει να μιλήσουμε καθαρά για τις σχέσεις κράτους και οικονομίας, για το αίτημα της ανάπτυξης. Διότι το αίτημα της ανάπτυξης δεν αφορά μόνο την πολιτική, αφορά και την κοινωνία, αφορά και τη Δικαιοσύνη και την Αυτοδιοίκηση.

Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα είναι ένα πολύ μεγάλο κεκτημένο. Ο συνδυασμός του όμως με το μοντέλο ανάπτυξης πρέπει να τεθεί επί τάπητος. Εάν θέλουμε να ξεπεράσουμε την κρίση. Αλλιώς νομίζω ότι ανακυκλώνουμε λόγια χωρίς να κάνουμε καμία ουσιαστική τομή.

4. Για να φτάσω στο δημοσιονομικό Σύνταγμα, τώρα που ούτως ή άλλως έχουμε κυρώσει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και τη Συνθήκη για το ESM, τώρα που η Τραπεζική Ένωση αργά ή γρήγορα προχωρά, οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αυξάνονται, η εποπτεία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της ανακεφαλαιοποίησης είναι βαθύτατη, έχουμε λοιπόν μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα.

Οι προβληματισμοί μας του 2001, του 1995, του 1986, του 1975 για τη συνταγματική θέση της Τράπεζας της Ελλάδος δεν έχουν κανένα νόημα. Πρέπει να μιλήσουμε με επίκαιρο και ρεαλιστικό τρόπο. Βεβαίως το ίδιο ισχύει και για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, όπως και για τον ισολογισμό και τον απολογισμό του κράτους. Όταν έχεις αυτού του είδους την εποπτεία και αυτού του είδους τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική Ένωση, είναι αστείο πια να αρκείσαι στις παραδοσιακές διατάξεις του Συντάγματος περί προϋπολογισμού.

Άρα εκεί, το λιγότερο που πρέπει να έχουμε είναι ένα συνταγματικό κείμενο που δεν φαίνεται γραφικό και παρωχημένο σε σχέση με τη συνταγματική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί ευρωπαϊκά και διεθνώς.

5. Δικαιοσύνη: Πρέπει να βάλουμε το δάχτυλό μας επί τον τύπο των ήλων, να μιλήσουμε ξανά για τις εγγυήσεις εσωτερικής ανεξαρτησίας, να παραδεχθούμε την αποτυχία του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 για τις αποδοχές των δικαστών.

Να απαντήσουμε ρητά, αν υπάρχει η περιβόητη αρχή της ισοτιμίας των εξουσιών, που κάποιοι τη συγχέουν με τη διάκριση των εξουσιών. Η αρχή της ισοτιμίας δεν έχει υποστηριχτεί ποτέ και πουθενά θεωρητικά. Η υπεροχή της νομοθετικής εξουσίας, του αντιπροσωπευτικού οργάνου, είναι εμφανής. Από την εμπιστοσύνη της εξαρτάται η εκτελεστική εξουσία, αυτή εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αυτή καθορίζει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία κτήσης της δικαστικής ιδιότητας και αυτή διαμορφώνει μέσα σε καθορισμένα από το Σύνταγμα πλαίσια το δίκαιο που καλούνται να εφαρμόσουν, να εξειδικεύσουν και να συγκεκριμενοποιήσουν τα όργανα της δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει ισοτιμία των εξουσιών, υπάρχει ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.

Πρέπει να δούμε λοιπόν ξανά:

–   το ζήτημα της επιλογής των κορυφαίων θέσεων στα ανώτατα δικαστήρια από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία,

–   τη σύνθεση και τη λειτουργία του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου στις προαγωγές και τοποθετήσεις,

–   τον εσωτερικό δικαστικό αυταρχισμό ο οποίος είναι μια πραγματικότητα για τους δικαστές που δεν κατέχουν την κορυφαία θέση στην ιεραρχία,

–   τα όρια της συνδικαλιστικής δράσης, μετά τα ζητήματα που ετέθησαν με τη διακοπή συνεδριάσεων,

–   τα ζητήματα της υπερποινικοποίησης,

–   τον ρόλο της Δικαιοσύνης σε επενδύσεις και ανάπτυξη,

–   τον έλεγχο των δημοσίων συμβάσεων αποτελεσματικά και γρήγορα,

–   όλα τα ζητήματα αντιφάσεων στην κατανομή της δικαιοδοσίας,

–   την επιτάχυνση σε επίπεδο Συντάγματος, και

–   το κορυφαίο ζήτημα, τον έλεγχο συνταγματικότητας.

Επειδή πρέπει η αναθεώρηση να επιτευχθεί και να είναι συναινετική, δεν λέω ότι πρέπει να πάμε στη μία ή την άλλη λύση –Συνταγματικό Δικαστήριο ή διάχυτος έλεγχος– αλλά κανείς δεν πιστεύει πια στον διάχυτο έλεγχο. Άρα, ανεξαρτήτως αν η επιλογή της πλειοψηφίας της αναθεωρητικής Βουλής θα είναι το Συνταγματικό Δικαστήριο, το βέβαιο είναι ότι κανείς δεν πιστεύει στον διάχυτο έλεγχο ο οποίος διεξάγεται απ’ όλα τα δικαστήρια όλων των βαθμών, όλων των δικαιοδοσιών, με αφορμή οποιαδήποτε υπόθεση και χωρίς ενότητα νομολογίας.

Αυτά έχουν ξεπεραστεί ήδη προ πολλού με την παράγραφο 5 του άρθρου 100, με την πρότυπη και πιλοτική δίκη, με την επιρροή που ασκεί η νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων, με την ύπαρξη του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.

Άρα, ανεξαρτήτως της μορφής του Δικαστηρίου, το σίγουρο είναι ότι ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να είναι ταχύς, άμεσος, ευθύς και οριστικός. Τώρα, το πώς ακριβώς θα διεξάγεται, μπορούμε να το συζητήσουμε. Αλλά η τομή πρέπει να είναι πάρα πολύ βαθιά. Και πρέπει να προβλεφθεί στο Σύνταγμα η δυνατότητα θεσμικού διαλόγου και συμφωνίας μεταξύ δικαιοσύνης και νομοθετικής εξουσίας. Όχι κρυφτούλι, όχι αντάρτικο, όχι καθυστέρηση, όχι αβεβαιότητα. Δηλαδή πρόσβαση, απόφαση, συμφωνία, λύση η οποία είναι οριστική και η οποία είναι αποδεκτή και από τη νομοθετική εξουσία.

6. Έκτο σημείο: Η δημόσια διοίκηση. ΑΣΕΠ, μονιμότητα, αξιολόγηση, κινητικότητα, εγγυήσεις, κλίμα ασφάλειας ως όρος παραγωγικότητας. Διότι αλλιώς δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει η δημόσια διοίκηση φιλοαναπτυξιακά, δεν θα μπορέσει να βοηθήσει την πολιτική εξουσία.

7. Έβδομο σημείο: Η τοπική αυτοδιοίκηση. Το βασικό είναι οι δημοσιονομικές αρμοδιότητες, οι πόροι. Δεν μπορεί να υπάρχει αυτή η συνεχής θεσμική επαιτεία με τους κεντρικούς αυτοτελείς πόρους. Αλλά υπάρχει το βάρος της επιβολής βαρών, της επιβολής τοπικών φόρων, το οποίο είναι πάρα πολύ μεγάλο. Άρα χρειάζεται η ολοκλήρωση των συνταγματικών εγγυήσεων και η αποσαφήνιση της κατανομής των αρμοδιοτήτων, η οποία δεν έχει επιτευχθεί επειδή και η νομολογία είναι εξαιρετικά φειδωλή σε σχέση με την τοπική αυτοδιοίκηση.

Και κλείνω με τα δημοφιλή ζητήματα, τα οποία έπονται κατά τη γνώμη μου:

8. Το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης. Το πολιτικό σύστημα, κοινοβουλευτικό, αλλά όχι προεδρικό. Που σημαίνει ότι διατηρούμε τις βασικές δομές του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης.

–      Αυτό επηρεάζει τις αποφάσεις μας για το εκλογικό σώμα και κυρίως για το εκλογικό σύστημα και τις αποφάσεις μας για τη συνταγματική θέση των πολιτικών κομμάτων. Νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε αυτή τη στιγμή είναι το εκλογικό σύστημα, και πέρα από την αναλογικότητα του συστήματος σίγουρα πρέπει να υπάρχει ενίσχυση της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά όχι πολωτικά, και μάλιστα τεχνητά πολωτικά, όπως έγινε στις εκλογές του Ιουνίου. Πιστεύω ότι ζητήματα μεγέθους Περιφερειών, σταυρού προτίμησης, συμμετοχής των αποδήμων, όλα αυτά εξαρτώνται σε τελικό βαθμό από μεταπλειοψηφικές εγγυήσεις και πρέπει οι πλειοψηφίες να είναι πλειοψηφίες 2/3.

Και βεβαίως πρέπει να είμαστε όσο γίνεται πιο ριζοσπαστικοί στα θέματα ελέγχου: πόθεν έσχες, θεσμοί ευθύνης για όλους όμως, όχι μόνο για τους πολιτικούς. Για τους δικαστικούς, για τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, για τους φορείς οικονομικής και επικοινωνιακής εξουσίας, για τα στελέχη και τους υπαλλήλους και τους αιρετούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, για συνδικαλιστές και συνεταιριστές, για όλους.

Και βέβαια μείζον θέμα ο σεβασμός της δημοκρατικής συνταγματικής τάξης, δηλαδή η απάντηση της δημοκρατίας στην απειλή του ναζισμού. Μια δημοκρατία η οποία είναι αφελής και ανιστόρητη, είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

– Η θέση μου είναι υπέρ του μονοκαμεραλισμού ως βασικού στοιχείου της ελληνικής κοινοβουλευτικής παράδοσης. Βεβαίως και πρέπει να περιοριστούν οι λόγοι διάλυσης της Βουλής για να διασφαλίζεται η τετραετής θητεία, όμως, αν είμαστε απόλυτοι σ’ αυτό, θα οδηγήσουμε το σύστημα σε κρίση, διότι εάν η Βουλή θέλει να διαλυθεί και το Σύνταγμα δεν το επιτρέπει, το κράτος δεν λειτουργεί.
Εδώ, ακόμη και στο προεδρικό σύστημα υπάρχει πρόβλημα όταν συγκατοικούν διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις, όπως έδειξε το θρίλερ για τον προϋπολογισμό και τα δημοσιονομικά μέτρα μεταξύ Προέδρου και Κογκρέσου στις ΗΠΑ.

Υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για την αναβάθμιση της νομοθετικής διαδικασίας. Δεν είμαι καθόλου ευτυχής για τις πολλές και συχνές πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, για τις άσχετες τροπολογίες, για τις υπερβολικές νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις. Υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να γίνουν για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, τις κοινοβουλευτικές Επιτροπές, τη σχέση με τις Ανεξάρτητες Αρχές.

Το να πούμε όμως ότι δεν έχει νόημα να διατηρηθεί ο θεσμός των Βουλευτών Επικρατείας είναι εύκολο. Να καταδικάσουμε τον σταυρό προτίμησης και να τον αντικαταστήσουμε από θεσμικά ελεγχόμενες εσωκομματικές διαδικασίες, επίσης είναι εύκολο. Αλλά η συζήτηση για το αν οι Βουλευτές πρέπει να γίνουν από 300, 200 είναι μια συζήτηση η οποία πραγματικά μας αποπροσανατολίζει από το ουσιώδες και στερεί την ελληνική περιφέρεια από μια σοβαρή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση λόγω της κατανομής του πληθυσμού.

Πρέπει να είμαστε όσο γίνεται πιο σύγχρονοι σε θέματα κωλυμάτων και
ασυμβιβάστων και να επιτρέπουμε τη μεγαλύτερη δυνατή πολιτική συμμετοχή, με ταυτόχρονη διασφάλιση της ελεύθερης διαμόρφωσης και εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης και της ανεξαρτησίας των βουλευτών.

Να περιορίσουμε και να διατηρήσουμε μόνο στο απολύτως αναγκαίο πολιτικό μέτρο το ακαταδίωκτο του βουλευτή.

– Και βεβαίως να φτάσω στα κορυφαία ζητήματα: Κυβέρνηση, Πρωθυπουργός, Πρόεδρος Δημοκρατίας. Πρέπει το Σύνταγμα ρητά να μετακινηθεί από τον πρωθυπουργικό στο συνεργατικό κοινοβουλευτισμό. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι μια μεγάλη τομή στο πραγματικό Σύνταγμα της χώρας. Άρα έχουμε τώρα ένα άλλο Σύνταγμα. Το οποίο λειτουργούσε μέχρι τον Νοέμβριο του 2011 ως πρωθυπουργοκεντρικό και μετά άλλαξε ριζικά με τον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου. Αυτό ίσχυε ακόμη και για την περίοδο 1989-1990, που λειτούργησε με την πρωθυπουργοκεντρική αντίληψη, εμμέσως πλην σαφώς. Έχει τώρα αλλάξει. Και πρέπει να δούμε πώς αυτό θ’ αποτυπωθεί στον ρόλο του Πρωθυπουργού, του Υπουργικού Συμβουλίου, των συλλογικών οργάνων, μονίμων Υπουργών και Γενικών Γραμματέων, των κανόνων στελέχωσης, σε όλα εν γένει όσα συνδέονται με τη λειτουργία της κυβέρνησης και της Βουλής.

– Και για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: η εκλογή του φυσικά πρέπει ν’ αποσυνδεθεί από την απειλή διάλυσης της Βουλής. Δεν είναι κακή λύση η άμεση εκλογή, αν δεν μπορεί να συμφωνηθεί άλλη. Υπάρχουν πια πολλές χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση που έχουν επιλέξει την άμεση εκλογή, χωρίς ν’ αλλοιώνεται ο κοινοβουλευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος.

Και πράγματι, θα μπορούσαμε να συζητηθούν αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας σε σχέση κυρίως με το Συμβούλιο Αρχηγών των κομμάτων και τη Δικαιοσύνη και τις Ανεξάρτητες Αρχές. Το μείζον βέβαια είναι ο συμβολικός και ενοποιητικός του ρόλος.

V. Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό;

Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό μόνο αν γίνουν όλα αυτά. Όποιοι νομίζουν ότι αρκούν αλλαγές μόνο στο πολιτικό σύστημα, κάνουν λάθος. Απαιτούνται βαθιές αλλαγές και στο δικαστικό και στο διοικητικό σύστημα και στους θύλακες ισχύος που αφορούν την κοινωνία των πολιτών.

Το αίτημα συμμετοχής και αντιπροσώπευσης της κοινωνίας είναι πάρα πολύ ισχυρό. Και βεβαίως το αίτημα αναδιανομής της επιρροής και της ισχύος είναι επίσης πάρα πολύ ισχυρό.

Μιλάω εδώ και πάρα πολύ καιρό για την ανάγκη μιας μετα-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία σημαίνει μεταπλειοψηφική δη­μοκρατία της συναίνεσης, δημοκρατία της συμμετοχής, δημοκρατία η οποία επιτρέπει την αναδιανομή επιρροής και ισχύος. Αυτό είναι που θέλει ο κόσμος.

Ο κόσμος θεωρεί ότι υπάρχει υπερσυγκέντρωση επιρροής και ισχύος. Και αυτό ενώνει την οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση σε ένα εκρηκτικό μίγμα. Αυτό πρέπει να σπάσει. Πρέπει να δώσουμε δυνατότητες συμμετοχής και αναδιανομής. Όλα τ’ άλλα συζητούνται.

Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να συμφωνήσουμε στο ουσιώδες, ότι η ευκαιρία της αναθεώρησης δεν πρέπει να πάει χαμένη. Δεν θα πάει χαμένη, εάν θέσουμε τα θέματα με ανοιχτό και ειλικρινή τρόπο πάνω στο τραπέζι του διαλόγου και αν διατηρήσουμε τις εγγυήσεις της συναίνεσης για τη δεύτερη Βουλή.

Σας ευχαριστώ.

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΠεριβάλλον | Οικολογία | Πράσινη ανάπτυξηΠολιτικές Ομιλίες, 2013Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2013