Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 2014

Oμιλία Αντιπροέδρου της κυβέρνησης και ΥΠΕΞ Ευ. Βενιζέλου σε εκδήλωση του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου στο Ζάππειο
«Ελλάδα: το εξάμηνο της Προεδρίας και της στροφής προς την οριστική έξοδο από την κρίση»


Κύριε Πρέσβη της Γαλλικής Δημοκρατίας, κύριοι Υπουργοί, Κυρίες και Κύριοι. Ευχαριστώ το Επιμελητήριο για την ευγενική του πρόσκληση, ευχαριστώ τον Πρόεδρο του επιμελητηρίου για την ουσιαστική εισαγωγή που έκανε, τροφοδοτώντας τη συζήτηση και την επικοινωνία μας και σας ευχαριστώ όλες και όλους πραγματικά για την παρουσία σας εδώ.

Θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ ιδιαιτέρως στην παρουσία του κ. Πρέσβη που υποδηλώνει τους στενούς, φιλικούς, συμμαχικούς, εταιρικούς δεσμούς που ενώνουν τις δύο χώρες, την Ελλάδα και τη Γαλλική Δημοκρατία. Είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ το Παρίσι, πριν λίγες μέρες, την προηγούμενη βδομάδα και να έχω ουσιαστικές πρακτικές συνομιλίες και με τον ομόλογό μου, τον Υπουργό Εξωτερικών, τον κύριο Laurent Fabius και με τον Υπουργό των Οικονομικών, τον κύριο Pierre Moscovicί και με τον Γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον κύριο Harlem Désir.

Κυρίως, όμως, είχα για πρώτη φορά την ευκαιρία μιας άμεσης και μακράς επικοινωνίας με τις Επιτροπές Εξωτερικών Υποθέσεων και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Γαλλικής Γερουσίας. Με τα μέλη των Επιτροπών συζητήσαμε επί μακρόν για την κατάσταση στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, τις ευρωπαϊκές ισορροπίες και ο Υφυπουργός, ο κ. Κούρκουλας είχε την ίδια εμπειρία στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση. Άρα, έχουμε μια πολύ στενή θεσμική επικοινωνία, την οποία ανανεώνουμε διαρκώς, καθώς συναντιόμαστε σε υπουργικό επίπεδο κάθε λίγο και στις Βρυξέλλες, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ και σε άλλους τόπους, στο πλαίσιο διεθνών συναντήσεων, όπως έγινε πολύ πρόσφατα στο Μοντρέ, όπου ξαναβρεθήκαμε με τον Γάλλο ομόλογό μου, ασχολούμενοι με το θέμα της Συρίας για την αντιμετώπιση μιας βαθύτατα ανθρωπιστικής και, βέβαια, στρατιωτικό-πολιτικής κρίσης.

Η ομιλία μου έχει τον τίτλο που ανακοίνωσε ο κ. Χατζόπουλος, ο οποίος είναι αυτονόητος. Γιατί σίγουρα η Ελλάδα συγκεντρώνει για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια τα φώτα μιας θετικής, θα έλεγα, δημοσιότητας, τώρα που ανέλαβε την εξαμηνιαία, περιοδική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό το κάνουμε για πέμπτη φορά στην ιστορία μας, μετά την ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες το 1981.Το κάνουμε επειδή είναι υποχρέωση και όχι επειδή το επιδιώξαμε και το αντιλαμβανόμαστε ως μια πολύ καλή ευκαιρία να δείξουμε το κανονικό και φυσιολογικό πρόσωπο μιας ισότιμης χώρας και όχι το πρόσωπο μιας χώρας που ζητάει βοήθεια, διαπραγματεύεται γύρω από το δάνειο και τις υποχρεώσεις της, είναι βαθιά σε μια κρίση που κρατάει από το 2008 τουλάχιστον και μετά.

Έχω απαντήσει πολλές φορές στο ερώτημα πως είναι δυνατόν μια χώρα σε κρίση, το εργαστήριο της κρίσης, να εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πραγματικότητα, στην Ελλάδα κρίνεται το μέλλον και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της Ευρωζώνης. Και η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, της Ελλάδας γενικότερα, είναι ένα στοίχημα πανευρωπαϊκό, από το οποίο εξαρτάται και η αξιοπιστία και η δυνατότητα επιβίωσης της Ευρώπης, μέσα σε ένα κόσμο που όταν τον βλέπουμε μακροσκοπικά μας επιβάλλει να καταλάβουμε ότι η Ευρώπη, όχι μόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά η ευρωπαϊκή ήπειρος συνολικά, μικραίνει ως παγκόσμιος παίχτης και έχει να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρά προβλήματα, δημοσιονομικά, αναπτυξιακά, δημογραφικά.

Γι’ αυτό το εξάμηνο αυτό είναι πολλαπλά κρίσιμο γιατί προφανώς δεν πρόκειται να ξεχάσουμε τις εθνικές μας προτεραιότητες και τις εθνικές μας ανάγκες, που είναι ανάγκες επιβίωσης, ασχολούμενοι με την ευρωπαϊκή Προεδρία. Θα διαχειριστούμε την Προεδρία με αποτελεσματικό τρόπο, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνεργασία με τις μόνιμες Προεδρίες, που, ούτως ή άλλως, είναι καθοριστικές πλέον, και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τα εθνικά Κοινοβούλια των κρατών-μελών, με την Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης που παίζει τώρα πολύ σημαντικό ρόλο υπό την Ύπατη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα προωθήσουμε πολλά και σημαντικά θέματα, όπως είναι για παράδειγμα η οικονομική διακυβέρνηση και κυρίως η τραπεζική ένωση, που είναι ζητήματα που ανοίγουν και πολύ έντονο διάλογο και μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ.

Αλλά, φυσικά, ενώ θα τα κάνουμε όλα αυτά, θα προετοιμαζόμαστε για το μεγάλο γεγονός του εξαμήνου, που είναι οι ευρωπαϊκές εκλογές. Στην Ελλάδα έχουμε, βεβαίως, και δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. To μεγάλο πανευρωπαϊκό γεγονός είναι οι Ευρωεκλογές που είναι μία δοκιμασία για όλες τις κυβερνήσεις, για όλα τα Κοινοβούλια, όλες τις κοινωνίες μπροστά στα νέα φαινόμενα ευρωσκεπτικισμού και μπροστά στην κόπωση των κοινωνιών και ιδίως των νέων πολιτών, οι οποίοι νομίζουν ότι η Ευρώπη είναι ταυτισμένη με τη λιτότητα, την κρίση και, εν πάση περιπτώσει, με ένα μοντέλο μονόπλευρο, ετεροβαρές, που κανοναρχείται κυρίως από τη Γερμανία, και για αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ο ρόλος της Γαλλικής Δημοκρατίας, εν προκειμένω ο ρόλος του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου, όλων των διμερών Επιμελητηρίων, αλλά κυρίως του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου, γιατί οι εσωτερικές ισορροπίες στην ΕΕ είναι ισορροπίες στον άξονα Βερολίνο-Παρίσι. Και όταν ο άξονας αυτός είναι διαταραγμένος και δεν επιτρέπει να διαδραματίζεται ένας ισότιμος ρόλος στη λήψη των αποφάσεων, αυτό μας επηρεάζει όλους, ιδίως επηρεάζει τον Ευρωπαϊκό Νότο, που είναι το μεγάλο θέμα αυτού του εξαμήνου, το μεγάλο θέμα της αφήγησης για την Ευρώπη που πρέπει να παρουσιάσουμε.

Η αφήγηση για την Ευρώπη είναι κανονικά μια υπόθεση των Ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων. Το καθένα δικαιούται να πει την άποψή του, το Λαϊκό, το Σοσιαλιστικό κ.ο.κ. Όμως, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν θα συγκροτηθεί αυτή η έννοια του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου, όχι του γεωγραφικού Νότου. Όταν αναφέρομαι στον ευρωπαϊκό πολιτικό Νότο, εννοώ, κυρίως, κάποιες πιο φρέσκιες και νωπές ιδέες. Γιατί χρειαζόμαστε χώρες, χρειαζόμαστε κυβερνήσεις, κόμματα, διανοούμενους, ιδέες, προτάσεις συγκεκριμένες για μία εναλλακτική αφήγηση για την Ευρώπη.

Ο ευρωπαϊκός πολιτικός Νότος, η εναλλακτική πρόταση για την Ευρώπη, δεν συγκροτείται εάν η Γαλλία δεν παίξει ένα καθοριστικό ρόλο και αν δεν ανασυγκροτηθεί ο εσωτερικός ευρωπαϊκός συσχετισμός δυνάμεων και αν δεν λειτουργήσει πραγματικά ο άξονας ανάμεσα στο Βερολίνο και το Παρίσι, ο άξονας στα θέματα οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Γιατί στα θέματα της Εξωτερικής Πολικής και της Πολιτικής Ασφάλεια και Άμυνας είναι και ο γαλλικός ρόλος πάρα πολύ σημαντικός, ο ρόλος ενός μονίμου μέλους  του ΣΑ του ΟΗΕ, όπως είναι και ο ρόλος του Ηνωμένου Βασιλείου. Αλλά βλέπετε το σημαντικότερο στοιχείο εθνικής ισχύος στις μέρες μας είναι η οικονομία και η δυνατότητα να παίζεις ρόλο στη διαμόρφωση της νομισματικής, της χρηματοπιστωτικής και, εν τέλει, της οικονομικής πολιτικής. Αυτό επηρεάζει τελικά και την αυτοσυνειδησία των κοινωνιών ως προς τον ρόλο τους μέσα στην Ευρώπη.

Άρα, λοιπόν, το εξάμηνο αυτό είναι κρίσιμο, όχι επειδή εμείς έχουμε την Προεδρία, αλλά επειδή έτυχε η Προεδρία να συμπίπτει με τη δοκιμασία των ευρωπαϊκών εκλογών και άρα με την ανάγκη να πούμε κάτι καινούργιο για την Ευρώπη, να επαναπολιτικοποιήσουμε τη συζήτηση, να μιλήσουμε ξανά για τα ουσιώδη να μιλήσουμε για μια Ευρώπη που προβάλλει κάποιες αξίες και όχι αξίες ρητορικές, αξίες, οι οποίες έχουν αντίκρισμα αναπτυξιακό οικονομικό, κοινωνικό, αντίκρισμα στη απασχόληση, αντίκρισμα στην καινοτομία, στην ευρηματικότητα, έχουν προστιθέμενη αξία, επηρεάζουν το ΑΕΠ τελικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη θέση της μέσα στον παγκόσμιο καταμερισμό. Δεν είναι εύκολο.

Το εξάμηνο, λοιπόν, είναι κρίσιμο γιατί πρέπει σε πολύ σύντομο χρόνο, δηλαδή μέχρι τα τέλη Απριλίου, να ολοκληρώσουμε πάρα πολλές ευρωπαϊκές διαδικασίες με το παρόν Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο μετά διαλύεται. Είναι κρίσιμο γιατί αμέσως μετά τις Ευρωεκλογές αρχίζει η διαβούλευση για τη στελέχωση των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την επιλογή των κρισίμων προσώπων που θα παίξουν ρόλο τα επόμενα πέντε χρόνια που είναι καθοριστικά για την Ευρώπη και όλες τις χώρες και, βεβαίως, το εξάμηνο αυτό είναι το εξάμηνο, το οποίο, σε εθνικό επίπεδο, καλούμαστε να επιβεβαιώσουμε την πορεία μας να σεβαστούμε και να προστατεύσουμε τις θυσίες του ελληνικού λαού, καλούμαστε να συνδέσουμε τα δημοσιονομικά επιτεύγματα με την αντίληψη που έχουν για την Ελλάδα διεθνώς, αλλά και με την αντίληψη που έχουν για την Ελλάδα οι Έλληνες.

Γιατί τους λέμε ότι κάνουμε μια πρωτοφανή δημοσιονομική προσαρμογή, μια δημοσιονομική προσαρμογή σε όρους πρωτογενούς ελλείμματος, πλεονάσματος περίπου 25 δισεκατομμυρίων σε 3,5 χρόνια, δηλαδή 13 μονάδων του ΑΕΠ. Δεν έχει ξαναγίνει αυτό. Μία προσαρμογή, η οποία επιτρέπει στην Ελλάδα να έχει το καλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα με διαρθρωτικούς όρους παγκοσμίως, καλύτερο από την Σιγκαπούρη. Μια  δημοσιονομική προσαρμογή που επιτρέπει στην Ελλάδα να δείχνει τώρα ότι είναι καθαρά κάτω από το όριο του 3% του δημοσιονομικού ελλείμματος που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ και το Σύμφωνο Σταθερότητας. Είμαστε μόλις πάνω από το 2%, στο 2,1%, το οποίο είναι εντυπωσιακό, αλλά την άλλη μεριά για να το πετύχουμε αυτό επιβάλλαμε θυσίες στον ελληνικό λαό περίπου 75 δισεκατομμυρίων. Υφιστάμεθα μια συσσωρευτική ύφεση που ξεπερνάει το 25%, από το 2008 και μετά και έχουμε μια ανεργία που όπως ξέρετε είναι βάρβαρη και για το γενικό πληθυσμό και ιδίως για τους νέους ανθρώπους μέχρι 24 ετών, όπου η ανεργία ξεπερνάει το 60%. Υπάρχει φραγμός στη είσοδο αγορά εργασίας. Ότι τους γλιτώσαμε από τα πολύ χειρότερα, που τους γλιτώσαμε από τα πολύ χειρότερα κάνοντας μια δύσκολη επιλογή με τεράστιο πολιτικό και ηθικό κόστος. Πως να εξηγήσεις πως είναι σημαντικό να χάνεις το 25% του ΑΕΠ και να γλιτώνεις το 75% γιατί θα μπορούσε να συμβεί το αντίστροφο, ανέτως. Μέσα από μια ασύντακτη χρεοκοπία, όχι μόνο οικονομική αλλά και κοινωνική και θεσμική, μια πολιτική και δημοκρατική χρεοκοπία της χώρας. Άρα είναι πολύ χρήσιμο το εξάμηνο αυτό και είναι χρήσιμο γιατί πρέπει να κατανοήσουν οι πολιτικοί μας εταίροι αυτό που με διορατικότητα και ταχύτητα κατανοεί ο διεθνής ιδιωτικός τομέας, ο οποίος καταλαβαίνει την αλλαγή και επενδύει στην αλλαγή στην Ελλάδα και στη χρηματοοικονομική σφαίρα και στη σφαίρα της πραγματικής οικονομίας.

Γι΄αυτό είναι καθοριστικός ο ρόλος της Γαλλίας που έχει τεράστια περιθώρια να είναι ένας πολύ πιο δυνατός παίκτης στην Ελλάδα ως άμεσος ξένος επενδυτής. Όπως είναι και μια ευκαιρία επανόδου στο χρηματοοικονομικό τομέα, μέσα από την ανακεφαλαιοποίηση  και την ανασυγκρότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στο οποίο η γαλλική παρουσία ήταν πάρα πολύ έντονη. Όπως ήταν πάρα πολύ έντονη και έντιμη η συμμετοχή των γαλλικών τραπεζών στις διαδικασίες απομείωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους μέσω του P.S.I. Ήταν οι μόνες τράπεζες, ίσως, που δεν είχαν βιαστεί να απαλλαγούν από τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου και κατέλαβαν μεγάλο κόστος μέσω της διαδικασίας αυτής. Και πράγματι, θέλω να εκφράσω την αναγνώριση μου για το γεγονός αυτό.

Το κρίσιμο ζήτημα λοιπόν, για να συνοψίσω μια τεράστια συζήτηση, είναι να γίνει αντιληπτό πως η μήτρα του όλου θέματος είναι η επιβεβαίωση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους, τώρα που έχουμε σχεδόν μηδενίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα και έχουμε σίγουρα μηδενίσει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αν όχι ως έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, τουλάχιστον ως έλλειμμα διεθνών συναλλαγών. Έχει πολλή μεγάλη σημασία τώρα να δώσουμε μια ώθηση στην πραγματική οικονομία.

Άρα το βασικό είναι να σταματήσει αυτή η άδικη στερεοτυπική συζήτηση για το αν η Ελλάδα μπορεί, δεν μπορεί, θέλει, δεν θέλει. Η Ελλάδα και μπόρεσε και ήθελε και το απέδειξε και το απέδειξαν με το κόπο τους και το αίμα τους οι Έλληνες πολίτες, οι οποίοι παρά τις αντιρρήσεις, παρά τις δυσκολίες, παρά τις ανασφάλειες έκαναν μια επιλογή το Μάιο και τον Ιούνιο, πριν από 2 χρόνια, το 2012 με τις εκλογές, επέλεξαν ρητά μια στρατηγική εν γνώσει των συνεπειών και εν πάση περιπτώσει, για να είμαστε δίκαιοι υπάρχουν αντιδράσεις, υπάρχουν αγωνίες υπάρχουν δυσχέρειες σε όλα τα νοικοκυριά, σε όλες τις επιχειρήσεις, σε όλους τους ανθρώπους.

Αλλά η αντίδραση η κοινωνική, αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος του προβλήματος, το μέγεθος της προσπάθειας, το μέγεθος των θυσιών, είναι πάρα πολύ λελογισμένη και, θα έλεγα, πάρα πολύ αυτοπεριορισμένη. Και αυτό τιμά την ωριμότητα του ελληνικού λαού εις πείσμα δημαγωγικών, λαϊκιστικών σειρήνων που δεν έχουν να πουν τίποτα γιατί η κρίσιμη επιλογή, το κρίσιμο δίλημμα στις εκλογές αυτές θα είναι πάλι η επιλογή ανάμεσα σε ένα υπαρκτό δύσκολο σχέδιο, που τελειώνει και μας βγάζει κάπου, και ένα άγνωστο, ασαφές, ανύπαρκτο εναλλακτικό σχέδιο που θα μας οδηγήσει ξανά πίσω, όχι στο μηδέν, υπό το μηδέν, εκμηδενίζοντας τις θυσίες και τα επιτεύγματα, τα οποία τώρα πια είναι χειροπιαστά.

Άρα χρειαζόμαστε όχι μια πολιτική διαπραγμάτευση και πολιτικές χάρες, χρειαζόμαστε μια σοβαρή πολιτική συζήτηση σε επαγγελματική βάση που να αποδέχεται και να επιβεβαιώνει το προφανές -και βάσει αριθμών- ότι το σχέδιο είχε νόημα.

Αλλιώς πρέπει  να υπάρξει μια παραδοχή πως υπήρχανε σχεδιαστικά προβλήματα, τα οποία βαραίνουν τους εταίρους μας, όχι εμάς. Υπήρξαν τέτοια σχεδιαστικά προβλήματα και λάθη τεράστια και το κόστος της αλληλεγγύης της ευρωπαϊκής είναι πολύ μεγάλο και η αλληλεγγύη είναι μεγάλη ως δάνειο. Αλλά και το κόστος το κοινωνικό και το πολιτικό είναι πάρα πολύ μεγάλο. Όμως υπήρξε αποτέλεσμα και τώρα πρέπει να θεραπεύουμε αδικίες και να διορθώσουμε λάθη, τα οποία δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε επειδή ήμασταν το ασθενές μέλος σε μια εξαιρετικά δύσκολη διαπραγμάτευση, υπό την συνεχή απειλή εξελίξεων δραματικών για τη χώρα. Μόνο όποιος έχει ζήσει την εμπειρία αυτή, όπως την έχουμε ζήσει με τον κύριο Ζανιά, στο σκληρό πυρήνα της κρίσης μπορεί να καταλάβει τι είναι αυτό που λέμε ως αφήγηση, δεν είναι μια αφήγηση είναι μια εθνική αγωνία, την οποία ζεις τις κρίσιμες στιγμές και δεν μπορείς και να την μοιραστείς με τους άλλους, γιατί έχει πολλά στοιχεία απορρήτου αυτή η σκληρή διαπραγμάτευση.

Λοιπόν τώρα πρέπει πολιτικά, θεσμικά να επιβεβαιωθεί το προφανές ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που η Ελλάδα μπορεί να γυρίσει στην ομαλότητα γιατί όλη η συζήτηση για την ολοκλήρωση του προγράμματος είναι μια συζήτηση που έχει αυτή την αφετηρία, αυτή τη μήτρα. Ξεκινάει από τη βιωσιμότητα του χρέους, αυτό συνδέεται με όλα τα άλλα. Αυτό είναι λοιπόν κάτι εφικτό, αυτό θα σηματοδοτήσει πάρα πολλά πράγματα για την ατμόσφαιρα, για την αισιοδοξία, για τη συμπεριφορά του επενδυτικού κοινού, για τη συμπεριφορά του καταναλωτικού κοινού, για τη λειτουργία της αγοράς σε όλα τα επίπεδα, από το πιο απλό και καθημερινό μέχρι το πιο υψηλό διεθνές  και επενδυτικό. Αυτός είναι ο στόχος τώρα και δεν ζητάμε τίποτα άλλο παρά την εφαρμογή των ήδη υφισταμένων μηχανισμών στήριξης όλων κρατών-μελών που είναι σε μια κανονική κατάσταση. Δεν θέλουμε να φύγουμε από καμία κοινή ευρωπαϊκή εποπτεία, ούτε έχουμε αδυναμία να κατανοήσουμε τις δυσκολίες. Αυτά είναι προφανή.

Αλλά η Ελλάδα δικαιούται, μετά από όσα έκανε ο λαός της, μετά την προσπάθεια που έγινε, να επαινεθεί χωρίς επιφυλάξεις, διεθνώς, και κυρίως να ακούσει αυτό που περιμένει να ακούσει και η αγορά.  Ότι πράγματι μπορούμε πια να μπούμε σε μια τελική ευθεία στην έξοδο από την κρίση και το Μνημόνιο, όπου το Μνημόνιο συμβολίζει το έκτακτο, το ειδικό και όχι ό,τι συμβαίνει μέσα σε μια πολυμερή ευρωπαϊκή εποπτεία, η οποία αφορά όλες τις χώρες. Γι’ αυτό είναι χρήσιμο το εξάμηνο αυτό, το οποίο είναι στα χέρια μας να λειτουργήσει ως μοχλός για να γυρίσουμε σελίδα. Και εδώ είναι κρίσιμος ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα, είναι κρίσιμος ο ρόλος των εταίρων μας, είναι κρίσιμος ο ρόλος των ξένων επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα και για αυτό το λόγο θεωρώ ότι είναι μια πολύ ωραία ευκαιρία με την αρχή της Ελληνικής Προεδρίας και του εξαμήνου να έχουμε αυτή την επικοινωνία χάρη στην ευγενική πρόσκληση της Διοίκησης του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου.

Σας ευχαριστώ πολύ».

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΕλληνική ΠροεδρίαΠολιτικές Ομιλίες, 2014Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2014