Αθήνα, 19 Μαρτίου 2014

Ομιλία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και ΥΠΕΞ Ευ. Βενιζέλου σε Διεθνές Συνέδριο Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων «Στρατηγική για μια Εξωστρεφή Οικονομία: Όραμα και Πραγματικότητα» 

Σας ευχαριστώ, κυρία Σακελλαρίδη, για την εισαγωγή σας, για τα θερμά σας λόγια και κυρίως ευχαριστώ για την επιμονή και την αισιοδοξία σας.

Είστε ένα εμβληματικό πρόσωπο της ελληνικής οικονομίας, ταυτίζεστε με τις ελληνικές εξαγωγές και με την εξωστρέφεια, γι’ αυτό και ανταποκριθήκαμε αμέσως στην πρότασή σας να θέσουμε υπό την αιγίδα της Ελληνικής Προεδρίας και του Υπουργείου Εξωτερικών αυτό το συνέδριο στο οποίο αποδίδουμε πολύ μεγάλη σημασία.

Σας ευχαριστώ λοιπόν, όχι μόνο για την υποδοχή και την εισαγωγή, αλλά σας ευχαριστώ για τη διαρκή παρουσία σας στην οικονομική ζωή του τόπου και στο δημόσιο βίο.

Κυρίες και κύριοι, αντιλαμβάνομαι το βασικό θέμα του συνεδρίου αυτού, την εξωστρέφεια, ως απολύτως ταυτόσημη με την έννοια της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Δεν μπορώ να κάνω καμία απολύτως διάκριση ανάμεσα στις δυο αυτές έννοιες.

Η εξωστρέφεια είναι ο κοινός παρανομαστής ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, από το οποίο έχει επειγόντως ανάγκη η χώρα. Φυσικά, τα παραγωγικά μοντέλα δεν τα παραγγέλνει κανείς σε διάφορες εταιρείες συμβούλων ή σε διάφορες ακαδημαϊκές ερευνητικές ομάδες. Προκύπτουν μέσα από την ιστορία, μέσα από τη γεωγραφία, μέσα από την παράδοση, μέσα από την εμπειρία, μέσα από το ένστικτο της επιχειρηματικότητας, την επιδίωξη του κέρδους, της ανάπτυξης, μέσα από την ίδια τη δυναμική των επενδύσεων.

 

Το κράτος έχει, βεβαίως, την υποχρέωση να διαμορφώσει τις πολιτικές κατευθύνσεις και τις θεσμικές προϋποθέσεις ενός νέου μοντέλου εθνικής ανταγωνιστικότητας.

Τώρα που η χώρα βαδίζει φανερά και αποδεδειγμένα στην έξοδο από την κρίση και το μνημόνιο, τώρα καθίσταται ακόμη πιο έντονη η ανάγκη ν’ αντικατασταθεί το μνημόνιο ως αποτέλεσμα μιας ετεροβαρούς συμφωνίας με τους δανειστές μας, μ’ ένα δικό μας ενδογενές εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Δηλαδή, ουσιαστικά μ’ ένα σχέδιο για το νέο μοντέλο παραγωγής, για το νέο μοντέλο ανάπτυξης, ένα μοντέλο εξωστρεφές που βασίζεται στους πόρους που έχουμε, που, όπως έχω πει κατ’ επανάληψη, είναι η γη μας, που περιλαμβάνει φυσικά και τη θάλασσά μας, άρα περιλαμβάνει τα πάντα: τον ορυκτό πλούτο, υπόγειο και υποθαλάσσιο, το περιβάλλον, τα αρχαιολογικά ευρήματα, την αγροτική παραγωγή, την αλιεία, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις μεταφορές, τα δίκτυα, τις διασυνδέσεις και τους ανθρώπους, με ό,τι σημαίνει άνθρωπος, κυρίως η δύναμη της εργασίας, αλλά και η μεγάλη δύναμη του διανοητικού κεφαλαίου.

Το δικό μας μοντέλο ανάπτυξης βασίζεται πάνω σε πολύ ισχυρές ιστορικές και γεωγραφικές βάσεις. Όλα αυτά πρέπει να τα βάλουμε ξανά σε μια τάξη, να τα θέσουμε ξανά σε κίνηση, τώρα που απαλλασσόμαστε, όπως όλοι θέλουμε και ελπίζουμε, από υπαγορευμένους όρους, οι οποίοι, όμως σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, μας βοήθησαν ν’ αντιληφθούμε μέσα από θυσίες, μέσα από πιέσεις, μέσα από τη μείωση των εισοδημάτων, μέσα από την ανεργία και την ανασφάλεια, ότι όταν δεν λειτουργείς έγκαιρα και δεν διαμορφώνεις εσύ μόνος σου τις προϋποθέσεις της ανταγωνιστικότητάς σου, χάνεις ένα μέρος της κυριαρχίας σου, της υπερηφάνειας σου, της αξιοπρέπειάς σου. Και άρα τώρα πρέπει να κάνουμε μια πολλαπλού χαρακτήρα αποκατάσταση, που ξεκινά από την ίδια την εθνική μας κυριαρχία, πηγαίνει στη θεσμική ισοτιμία της χώρας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πηγαίνει στην ίδια την κοινωνική συνοχή, την αυτοεκτίμηση των Ελλήνων, στο αίσθημα αισιοδοξίας και αυτοπεποίθησης που πρέπει να έχουν, φτάνει στο βάθος της εθνικής μας ισχύος, η οποία περιλαμβάνει τα πάντα: από τον πολιτισμό, την ιστορία, την παράδοση, τη συνείδηση την ιστορική που έχει ο Ελληνισμός, ο απανταχού Ελληνισμός. Φτάνει από εκεί μέχρι την ίδια την αμυντική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας του έθνους.

Αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, την εξωστρέφεια ως συνώνυμη με την ανταγωνιστικότητα και το νέο μοντέλο ανάπτυξης. Η εξωστρέφειά για μένα είναι μια αντίληψη σχετικά με το εύρος της αγοράς, άρα η εξωστρέφεια είναι ένας ορισμός του ορίζοντα της επιχειρηματικής σκέψης και δράσης.

Ο ορίζοντας δε μπορεί να είναι τοπικός, δε μπορεί να είναι απλά εθνικός, ούτε καν ευρωπαϊκός, δηλαδή περιφερειακός. Πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο ανοιχτός, πιο διεθνής, πιο ευέλικτος. Η εξωστρέφεια, προφανώς για μένα, αφορά όλα τα μεγέθη επιχειρήσεων και όλα τα επίπεδα επιχειρηματικότητας, άρα η εξωστρέφεια δεν είναι προσόν κάποιας ειδικής κατηγορίας ή κάποιου ειδικού μεγέθους επιχειρήσεων και προφανώς εξωστρέφεια δε σημαίνει δράση στο εξωτερικό, αλλά πρωτίστως δράση στο εσωτερικό.

Αφορά τον ιδιωτικό τομέα, το δικό του λόγο ύπαρξης. Αφορά ενδιάμεσους φορείς όπως τα Επιμελητήρια, όπως ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων, αφορά το τραπεζικό μας σύστημα που πρέπει να στηρίζει αυτό τον εξωστρεφή χαρακτήρα της οικονομίας μας και, βεβαίως, αφορά το κράτος που καλείται να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις και το Υπουργείο Εξωτερικών εξ ορισμού, που σηκώνει ένα πολύ μεγάλο βάρος, παράλληλα με άλλα Υπουργεία, όπως το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Ανάπτυξης.

Ανταγωνιστικότητα, για μένα, είναι τα πάντα. Πρωτίστως, οι εξαγωγές μας βέβαια, η εξωστρεφής δράση των επιχειρήσεών μας, αλλά και η υποδοχή ξένων επενδύσεων, οι διεθνείς εργασίες των επιχειρήσεών μας, οι μεγάλοι μας τομείς, οι μεγάλοι πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, ο τουρισμός και η ναυτιλία. Είναι οι πιο εντυπωσιακές μορφές εξωστρεφούς δράσης της ελληνικής οικονομίας, η έρευνα, η ανάπτυξη. Οτιδήποτε σχετίζεται με την καινοτομία, με την παραγωγή νέων δυνατοτήτων είναι εξ ορισμού εξωστρεφές.

Τα δίκτυα ενέργειας, φυσικά, για τα οποία μιλάμε συχνά πυκνά και στα οποία το Υπουργείο Εξωτερικών αφιερώνει ένα πολύ μεγάλο μέρος της πολιτικής και οικονομικής του διπλωματίας, γιατί η ενεργειακή διπλωματία είναι ταυτόχρονα και γεωπολιτική και οικονομία. Τα δίκτυα μεταφορών, ό,τι σχετίζεται με τις πύλες εισόδου της χώρας, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, άρα το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων σε πολύ μεγάλο βαθμό σχετίζεται με την εξωστρέφεια της χώρας.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τις άμεσες ξένες επενδύσεις, τις επενδύσεις και στον χρηματοοικονομικό τομέα αλλά και στον τομέα της πραγματικής οικονομίας, οι ελληνικές επενδύσεις στο εξωτερικό για τις οποίες είμαστε υπερήφανοι γιατί είναι ένα πολύ σημαντικό επιχείρημα της εξωτερικής μας πολιτικής, όταν επισκεπτόμαστε διάφορες χώρες.

Είναι σημαντική η παρουσία μας στα Δυτικά Βαλκάνια. Ήταν για μένα ένας ισχυρός προπομπός στην πρόσφατη περιοδεία μου στις 6 πρωτεύουσες των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Η επιχειρηματική μας παρουσία στην Αίγυπτο, είναι εντυπωσιακά μεγάλη. Η Ελλάδα είναι ο 5ος ξένος επενδυτής στην Αίγυπτο που είναι η καρδιά της ευρύτερης περιοχής της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.

Άρα, λοιπόν, έχει πολύ μεγάλη σημασία να ορίσουμε με τον ευρύτερο δυνατό τρόπο την εξωστρέφεια. Και χαίρομαι πραγματικά, γιατί ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε να παίρνω το λόγο στο συνέδριο αυτό τη δεύτερη ημέρα, μετά τη χθεσινή ημέρα που ήταν καθοριστική για την πορεία εφαρμογής του προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας.

Αργήσαμε σ’ αυτή τη διαπραγμάτευση, αργήσαμε πολύ και αδικαιολόγητα. Αυτό έβλαψε την ελληνική οικονομία και έβλαψε και την ευρωπαϊκή αφήγηση για τις δυνατότητες που έχει η Ευρώπη να υπερβεί οριστικά την κρίση και να προχωρήσει κι αυτή με βάση ένα δικό της σύγχρονο, μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης.

Αλλά, η σκληρή και πολύμηνη αυτή διαπραγμάτευση, στην πραγματικότητα μας έδωσε την ευκαιρία να προβάλλουμε και να επιβεβαιώσουμε συνολικά και ελπίζω οριστικά, τα επιτεύγματα του ελληνικού λαού σε σχέση με το πρόγραμμα προσαρμογής.

Γιατί πετύχαμε τη συμφωνία; Την πετύχαμε γιατί είχαμε στα χέρια μας ένα αποστομωτικό επιχείρημα: την εντυπωσιακή, τη μοναδική σε μέγεθος δημοσιονομική προσαρμογή.

Ένα πρωτογενές πλεόνασμα που υπερέβη κάθε πρόβλεψη, που επιτάχυνε την εφαρμογή του προγράμματος, ένα πρωτογενές πλεόνασμα 2,9 δισεκατομμυρίων ευρώ, ένα πρωτογενές πλεόνασμα που είναι αποτέλεσμα των σκληρών θυσιών του ελληνικού λαού αλλά και της δικής μας πολιτικής αγωνιστικότητας, που συνεπάγεται πολύ μεγάλο πολιτικό κόστος, πολύ μεγάλο ηθικό και συναισθηματικό κόστος για μας. Αλλά αυτός είναι ο μόνος δρόμος.

Σας διαβεβαιώ, το βλέπουμε παντού, σε όλο τον κόσμο, ούτε υπήρχε ούτε υπάρχει άλλο σχέδιο, το περιβόητο Σχέδιο Β. Οτιδήποτε εμφανίζεται προσωρινά, στιγμιαία, δημαγωγικά, είτε με κουτοπονηριά, είτε με αφέλεια, ως δήθεν Σχέδιο Β, οδηγεί σ’ ένα κόστος πολλαπλάσια μεγαλύτερο, σε ανασφάλεια, σε μεγαλύτερες θυσίες, στον κίνδυνο μιας οικονομικής καταστροφής. Φυσικά, το σχέδιο που εφαρμόζουμε είναι επώδυνο, το σχέδιο που εφαρμόζουμε έχει γενετικά σφάλματα τα οποία τώρα τα ομολογούν κι αυτοί που το σχεδίασαν, στο επίπεδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των άλλων θεσμών που συγκροτούν την τρόικα. Κατ’ επανάληψη έχουμε εντοπίσει αυτά τα σφάλματα και τις παρενέργειες, τις δραματικές παρενέργειες ενός κακού σχεδιασμού, αυτό ήταν το αντικείμενο της δικής μου πολύ σκληρής διαπραγμάτευσης, μόλις ανέλαβα τα καθήκοντα του Υπουργού Οικονομικών, και πάνω στη βάση αυτή οικοδομήθηκε η μετάβαση από το πρώτο πρόγραμμα του Μαΐου του 2010, στο δεύτερο πρόγραμμα του Οκτωβρίου του 2011.

Γιατί, φυσικά, αυτό το δεύτερο πρόγραμμα είναι που βγάζει τη χώρα από την κρίση λόγω του μεγέθους της ευρωπαϊκής και διεθνούς αλληλεγγύης, του ύψους του δανεισμού, 240 δισεκατομμύρια ευρώ, όταν η Ουκρανία των 50 εκατομμυρίων κατοίκων αναζητά κάτι κοντά στα 35 δισεκατομμύρια –για να καταλάβουμε το μέγεθος της ελληνικής κρίσης αλλά και της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό το πρόγραμμα είναι που μας επέτρεψε να μειώσουμε το ελληνικό δημόσιο χρέος κατά 125 δισεκατομμύρια ευρώ, τη μεγαλύτερη μείωση, τη μεγαλύτερη άφεσή χρέους που έχει γίνει ποτέ στα παγκόσμια οικονομικά χρονικά.

Αυτό το πρόγραμμα είναι που μας επέτρεψε να έχουμε τώρα ένα ανακεφαλαιοποιημένο ισχυρό τραπεζικό σύστημα που πρέπει να μπει δυνατά, δυναμικά, υπεύθυνα στην πραγματική οικονομία στηρίζοντας τις επιχειρήσεις, τις εξαγωγές, την εξωστρέφεια, την επιχειρηματικότητα, χωρίς να βλαφθούν οι καταθέσεις, χωρίς να πληγεί η τραπεζική πίστη.

Αυτό το πρόγραμμα είναι που μας επιτρέπει τώρα να οικοδομήσουμε το δικό μας ενδογενές ελληνικό, εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Όλα τ’ άλλα που ακούγονται ή που ακούστηκαν κατά καιρούς, είναι εύκολα λόγια έξω από τη λογική της ευρωπαϊκής και διεθνούς διαπραγμάτευσης.

Γιατί, έχουμε απέναντί μας γραφειοκράτες, τεχνοκράτες, έχουμε απέναντί μας τις αγορές, κυρίως έχουμε απέναντί μας κυβερνήσεις δημοκρατικές, Κοινοβούλια, κοινωνίες, εκλογικά σώματα στην Ευρώπη που δεν πείθονται εύκολα. Έχουμε απέναντί μας εθνικά Συνταγματικά Δικαστήρια.

Με αγωνία περίμενε χθες η Ευρώπη την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για το αν είναι σύμφωνο με το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Σύνταγμα να υπάρχει ένας μηχανισμός αντίστοιχος με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, με το ESM, που είναι η καρδιά της Ευρωζώνης.

Έχουμε απέναντί μας πολίτες φορολογούμενους που θέλουν να ξέρουν, στη Γερμανία, τη Φιλανδία, τη Σλοβακία, τη Λετονία -τώρα που μπήκε στο κοινό νόμισμα- εάν η ελληνική κρίση έχει κάποια επίπτωση σ’ αυτούς, αν πληρώνουν κάτι αυτοί για την Ελλάδα. Και η απάντηση είναι ότι η ομαλή ολοκλήρωση του προγράμματος, είναι μια κατάσταση στην οποία όλοι μπορεί να είναι ωφελημένοι, κανείς δεν πληρώνει για κανέναν, κανείς δε χάνει.

Γιατί η σχέση μας είναι οικονομική, δεν είναι μια σχέση ηθικής αλληλεγγύης, αλλά είναι πρωτίστως πολιτική και θεσμική. Βεβαίως, ανταποκρινόμαστε στις οικονομικές μας υποχρεώσεις, δε χρειάζεται να υπάρχει και υπερβολική κερδοφορία και άρα κερδοσκοπία από την πλευρά των δανειστών.

Είναι τόσο απλές οι απαντήσεις σ’ αυτούς που νομίζουν ότι έχουν αναλάβει τα βάρη του ελληνικού χρέους ή του ελληνικού δημοσιονομικού ελλείμματος. Δεν τα έχουν αναλάβει. Η αλληλεγγύη τους είναι πάρα πολύ σημαντική, οι όροι τους πάρα πολύ σκληροί, οι παρενέργειες πάρα πολύ μεγάλες και θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, αλλά αυτό είναι το αποτέλεσμα του συσχετισμού των δυνάμεων, αυτή είναι η κατάσταση στην Ευρώπη, αυτή είναι η κατάσταση στη διεθνή οικονομία.

Η άλλη επιλογή είναι ο αυτοσχεδιασμός, ο τυχοδιωκτισμός, η απομόνωση, το παιχνίδι με τη φωτιά, η καταστροφή. Γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία και το ποιος, υπεύθυνα, θα διαχειριστεί την ολοκλήρωση αυτού του προγράμματος, αυτής της μεγάλης ιστορικής πρόκλησης.

Αυτά που έγιναν είναι πολλά. Οι επιπτώσεις, πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές, τεράστιες. Τώρα εδώ που είμαστε, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα ολοκληρώσουμε ενωμένοι, αποφασιστικοί, με τη σωστή πολιτική διεύρυνση αυτό τον πολύ μεγάλο στόχο.

Και θέλω, με την ευκαιρία αυτή, να σας πω ότι και υπό την ιδιότητά μου του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, νιώθω τιμή γιατί οι Βουλευτές μας, με τη στάση τους στη Βουλή, διαμόρφωσαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η διαπραγμάτευση αυτή. Έθεσαν τα όρια, τις κόκκινες γραμμές, που είναι κόκκινες γραμμές αντοχής, σημαντικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, κόκκινες γραμμές αντοχής της κοινωνίας μας.

Γιατί πρέπει να διαφυλαχθεί η κοινωνική συνοχή και η παραγωγική βάση. Είναι σημαντικό να έχουμε έναν ισχυρό τραπεζικό τομέα ανακεφαλαιοποιημένο. Αλλά είναι κρίμα να καταστραφεί η ελληνική κτηνοτροφία, τα κενά της οποίας δημιουργούν πάντοτε πιέσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Μετά την ενέργεια, ο τομέας αυτός είναι ο πιο προβληματικός στο εμπορικό ισοζύγιο. Άρα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να ξέρει κανείς και να θυμάται πώς εξελίχθηκε αυτή η διαπραγμάτευση και τι προϋποθέσεις πολιτικές, κοινωνικές, τεχνικές έχει. Δε ζητήσαμε ποτέ πολιτικές χάρες, ούτε ζητάμε. Δε ζητάμε να παραβλέψει κανείς τα οικονομικά δεδομένα.

Θέλουμε να υπάρχει όμως η ικανότητα, τα οικονομικά δεδομένα να γίνονται αντιληπτά και ν’ αξιοποιούνται προς όφελος όχι μόνο της Ελλάδας αλλά της Ευρωζώνης και της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η Ελλάδα είναι το μεγάλο εργαστήριο για την πορεία και το μέλλον της Ευρώπης.

Βρισκόμαστε δύο μήνες πριν τις ευρωεκλογές. Εδώ θα δοθεί, αν δοθεί, και ελπίζω να δοθεί, η απάντηση στα διάφορα ρεύματα ευρωσκεπτικισμού. Δήθεν προοδευτικά, τα οποία είναι βαθιά συντηρητικά, περίκλειστα, χωρίς καμία εξωστρέφεια. Αντιθέτως, εσωστρεφή μέχρι αυτοκτονίας.

Υπάρχουν ευρωσκεπτικιστικά ρεύματα ακροδεξιά, φιλοναζιστικά, αντιδημοκρατικά ή απλώς συντηρητικά, εθνικιστικά. Άρα, εδώ θα κριθεί η νέα αφήγηση για την Ευρώπη, για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Έχει πολύ μεγάλη σημασία η επιτυχία του προγράμματος, έχει πολύ μεγάλη σημασία η ελληνική κοινωνία να καταλάβει, με αφορμή τη χθεσινή συμφωνία, ότι βγαίνουμε από τη στενωπό αυτή.

Αρχίζει η αποκατάσταση αδικιών, έστω δειλά, με μια διανομή τμήματος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αλλά αυξάνουμε τη δυνατότητα να στηρίξουμε επενδύσεις, άρα δημιουργία θέσεων εργασίας, να δώσουμε απάντηση στο σαράκι της ελληνικής κοινωνίας που είναι η ανεργία και, ιδίως, η ανεργία των νέων.

Γιατί καλά είναι τα προγράμματα ανάσχεσης της ανεργίας, τα προγράμματα του ΟΑΕΔ ή άλλα παρεμφερή προγράμματα, αλλά αν δεν κινείται η πραγματική οικονομία σε πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης, δε λύνει κανείς το πρόβλημα της ανεργίας που είναι, στην πραγματικότητα, η απεικόνιση του προβλήματος ανταγωνιστικότητας και άρα εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας. Έχει πολύ μεγάλη σημασία, λοιπόν, ν’ αντιληφθούμε τι έχουμε αυτή τη στιγμή κατοχυρώσει. Έχουμε κατοχυρώσει όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την οριστική έξοδό μας από την κρίση. Και τώρα πρέπει να κάνουμε μια τελική συντονισμένη προσπάθεια προκειμένου να πετύχουμε το στόχο μας, που είναι ένας στόχος αποκατάστασης, όπως είπα, της εθνικής μας κυριαρχίας και ισχύος.

Αυτό, λοιπόν, το εξάμηνο που ήδη έχει γίνει τρίμηνο, γιατί βρισκόμαστε στο μέσον του, είναι εντυπωσιακά πυκνό. Ο χρόνος είναι πυκνός, ιστορικός. Έχουμε τις εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο αλλά και εκλογές περιφερειακές και δημοτικές στην Ελλάδα, έχουμε την Ελληνική Προεδρία που εξελίσσεται με πολύ ικανοποιητικό τρόπο και συγκεντρώνει θετικά σχόλια, έχουμε νέες διεθνείς κρίσεις που αλλάζουν τα δεδομένα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, έχουμε το δικό μας πρόταγμα που είναι η οριστική έξοδος από την κρίση.

Υπάρχει, όμως, μια κόπωση μετά από τόσα χρόνια. Και πρέπει να τη σεβαστούμε και να τη λάβουμε υπ' όψιν μας. Γιατί χρειάζεται πραγματικά να σφίξουμε τα δόντια βλέποντας ότι υπάρχει αποτέλεσμα, ότι υπάρχει προοπτική. Και είναι πραγματικά κρίμα αυτή η προσπάθεια να τεθεί υπό διακινδύνευση, λίγο πριν την ολοκλήρωσή της, όταν θ’ αρχίσουν όλα τ’ άλλα ν’ αποδίδουν με πολλαπλασιαστικό ρυθμό.

Κυρίες και κύριοι, όπως είχε την καλοσύνη ν’ αναφέρει η κα Σακελλαρίδη στην εισαγωγή της, το Υπουργείο Εξωτερικών έχει το δικό του ιδιαίτερο θεσμικό ρόλο στην προσπάθεια για τη στήριξη της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας. Πράγματι, προτεραιότητα της Ελληνικής Διπλωματικής Υπηρεσίας όλων των μαχών μας στο εξωτερικό αλλά της κεντρικής Υπηρεσίας, είναι η οικονομική διπλωματία.

Δε μπορεί πλέον να διακρίνει κανείς την πολιτική από την οικονομική διπλωματία. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ασχολείται με την υψηλή πολιτική, με τα μεγάλα εθνικά θέματα, με τους διεθνοπολιτικούς σχεδιασμούς, με τις προβολές γεωπολιτικού χαρακτήρα, αλλά να μην ασχολείται με τη στήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων στις δράσεις τους στο εξωτερικό, με τις ελληνικές επενδύσεις στο εξωτερικό, με την πρόκληση για τη διευκόλυνση ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα, ότι δεν ασχολείται κανείς με την επίλυση διακρατικών θεμάτων τα οποία ξεκινούν από το πιο απλό που είναι οι συμφωνίες απαλλαγής στη διπλή φορολογία και φτάνουν σε πολύ πιο σύνθετα ζητήματα επιτάχυνσης ή προστασίας επενδύσεων.

Αυτές είναι οι οδηγίες μας σε όλες μας τις Αρχές, σε όλες μας τις Πρεσβείες, σε όλα τα γραφεία των εμπορικών και οικονομικών μας συμβούλων. Χαιρόμαστε πραγματικά γιατί διαρρυθμίσαμε μ’ έναν απλό και παραγωγικό τρόπο τη σχέση μας με άλλα Υπουργεία και άλλες Υπηρεσίες και άλλους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ασχολούνται και αυτοί με την εξωστρέφεια, με τη στήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων και με την προσέλκυση επενδύσεων.

Έχουμε μια εξαιρετική συνεργασία με το Υπουργείο Ανάπτυξης, που θα προωθήσει και τον Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών, το Υπουργείο Εξωτερικών όμως είναι αυτό που εκπροσωπεί διεθνώς τη χώρα, που τη δεσμεύει.

Είναι αυτό που κάνει την επίδειξη της σημαίας μας και των εθνικών μας συμβόλων σε όλες τις περιοχές, μ’ ένα εντυπωσιακά πυκνό δίκτυο Πρεσβειών, Γραφείων, Οικονομικών και Εμπορικών Συμβούλων, Προξενείων, Γενικών Προξενείων και επίτιμων Προξενείων σε πάρα πολλές μεριές του κόσμου.

Είχα χθες την ευκαιρία, μιλώντας με τον αρμόδιο Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ για την κατάσταση στην Ουκρανία και για την ανθρωπιστική αποστολή που αναπτύσσει στην Ανατολική Ουκρανία ο ΟΗΕ, να του αναφέρω την ύπαρξη του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στη Μαριούπολη, που είναι το μόνο Γενικό Προξενείο που υπάρχει στη Μαριούπολη, υπάρχουν κάποια άλλα στο Ντονέτσκ, το Ελληνικό Προξενείο στην Οδησσό είναι κι αυτό ένα από τα λίγα που υπάρχουν στην περιοχή αυτή.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να αντιλαμβάνεται η Διεθνής Κοινότητα τις πρόσθετες δυνατότητες που έχει η Ελλάδα μέσω του δικτύου των Αρχών μας στο εξωτερικό.

Και, βέβαια, η προσπάθειά μας είναι να διαμορφώσουμε τις θεσμικές και πολιτικές προϋποθέσεις με όλες αυτές τις χώρες λαμβάνοντας υπ' όψιν τους περιορισμούς που έχουμε ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σεβόμενοι τις αποκλειστικές αρμοδιότητες που έχει σε θέματα εξωτερικού εμπορίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αξιοποιώντας στο έπακρο τα περιθώρια που μας αφήνει το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο, προκειμένου ν’ αναπτύξουμε τις δικές μας πρωτοβουλίες και τις δικές μας προτεραιότητες, αλλά και τις δικές μας ιστορικές σχέσεις.

Το ζήτημα δεν είναι η δική μάς ικανότητα στο Υπουργείο Εξωτερικών, που έχουμε μια υψηλού επιπέδου Διπλωματική Υπηρεσία και μια Υπηρεσία Οικονομικών και Εμπορικών Συμβούλων. Το μεγάλο θέμα είναι να ξεπεράσει τον ορίζοντά του ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας. Να δείξει ότι μπορεί ν’ αναλάβει ρίσκο, το οποίο είναι πέρα από το συνηθισμένο.

Άρα, νομίζω ότι ο ιδιωτικός τομέας, η επιχειρηματικότητα, είναι αυτή που θα μας δώσει τον τόνο και το ρυθμό. Εμείς έχουμε διαμορφώσει τις θεσμικές και πολιτικές προϋποθέσεις, τις υποδοχές που είναι αναγκαίες και θέλω να ελπίζω ότι αυτή η συνεργασία μας, η οποία ως τώρα είναι πάρα πολύ καλή, θα συνεχιστεί, θα γίνει ακόμη καλύτερη, ακολουθώντας τις καλές πρακτικές που έχουν αναπτύξει στον τομέα αυτόν πάρα πολλές χώρες, χώρες που έχουν να επιδείξουν εντυπωσιακά αποτελέσματα στην άσκηση της οικονομικής τους διπλωματίας και σε συνεργασία των διπλωματικών τους αρχών με τον επιχειρηματικό κόσμο.

Με αυτά τα λόγια θέλω να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δώσατε, που δίνετε στα στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών που θα μιλήσουν στη συνεδρίαση αυτή.

Θέλω να υπογραμμίσω πως είμαστε έτοιμοι και διαθέσιμοι για κάθε είδους συνεργασία, με τις πόρτες του Υπουργείου απολύτως ανοιχτές. Αυτές είναι οι οδηγίες μου σε όλους τους επικεφαλής των Αρχών και των Υπηρεσιών μας και θέλω να σας παρακαλέσω και να σας παρακινήσω, να μεταφέρετε αυτό το κλίμα αισιοδοξίας που βασίζεται στις εθνικές μας δυνατότητες, σε όλους τους κύκλους στους οποίους κινείστε, επιχειρηματικούς και κοινωνικούς.

Σας ευχαριστώ πολύ. 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΧρηματοοικονομική ΣφαίραΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΠολιτικές Ομιλίες, 2014Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2014