Αθήνα, 7 Οκτωβρίου 2014


Ομιλία του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Εξωτερικών, Ευ. Βενιζέλου, στο συνέδριο της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών

Κύριε Πρόεδρε της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών, σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση, για την εισαγωγή σας και για την εμπεριστατωμένη έκθεση των προτάσεων  της Ένωσής σας που σίγουρα θα τις αξιολογήσει και το Υπουργείο Οικονομικών αλλά και γενικότερα η κυβέρνηση.

Οι προτάσεις σας έχουν συγκεκριμένο και πρακτικό χαρακτήρα και αποτελούν τμήμα του κοινωνικού διαλόγου, του διαλόγου της κυβέρνησης με τους παραγωγικούς φορείς, με τους κοινωνικούς εταίρους, που θέλουμε να αποδίδει πρακτικά αποτελέσματα, καθώς στόχος μας είναι η σύναψη μιας πραγματικής εθνικής, παραγωγικής και αναπτυξιακής συμφωνίας χωρίς την οποία δε θα μπορέσουμε να πετύχουμε το στόχο της ανασυγκρότησης, της ανόρθωσης, θα έλεγα, για να χρησιμοποιήσω έναν ιστορικό όρο της ελληνικής οικονομίας. Για ανόρθωση μιλούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στις αρχές του 20ου αιώνα.

Πρέπει να κινητοποιηθούν όλες οι παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του τόπου και σίγουρα ο επιχειρηματικός κόσμος καλείται να παίξει καθοριστικό ρόλο γιατί χωρίς επιχειρηματικότητα, χωρίς ρίσκο, χωρίς την επιδίωξη του κέρδους δεν υπάρχει απασχόληση, δεν υπάρχει όχι απλώς κέρδος, αλλά ούτε κοινωνικός πλούτος.

Κύριε Υπουργέ των Οικονομικών, κ. Γενικέ Γραμματέα, κύριε πρώην Υπουργέ, κυρίες και κύριοι Πρέσβεις,  κυρίες και κύριοι, αγαπητές  φίλες και αγαπητοί φίλοι, πράγματι όπως είπε ο Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών, όταν αποδέχθηκα την πρόσκληση να μιλήσω και φέτος στη  Διάσκεψη που οργανώνετε, δεν είχαμε αποφασίσει να μετατρέψουμε την εβδομάδα αυτή, την πρώτη εβδομάδα  της 3ης Συνόδου της Βουλής σε μια εβδομάδα πολιτικής έντασης με ουσιαστικό περιεχόμενο λόγω της πρότασης εμπιστοσύνης.

Πήραμε με τον Πρωθυπουργό την προηγούμενη εβδομάδα, δυο πιστεύω πολύ σημαντικές πολιτικές αποφάσεις  που αφορούν, ευθέως, την οικονομία. Πήραμε πρώτον την απόφαση να ανακοινώσουμε δεσμευτικά, με ευθύτητα πως η διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας  θα ξεκινήσει το Φεβρουάριο, ένα μήνα πριν τη λήξη της θητείας του απερχομένου Προέδρου, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και η κοινοβουλευτική πρακτική και έτσι, δώσαμε ένα τέλος σε ανούσια και επιπόλαια σενάρια για επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων, για πρόωρες εκλογές, σενάρια που λειτουργούν αποσταθεροποιητικά και υπονομευτικά για την οικονομία της χώρας.

Δεύτερον, πήραμε την πρωτοβουλία να ζητήσουμε επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την κυβέρνηση όχι για να μετρήσουμε τους δεδομένους Βουλευτές  της δεδηλωμένης  κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά γιατί η διαδικασία αυτή είναι η κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία που μας επιτρέπει επί τρεις ολόκληρες μέρες στη Βουλή να παρουσιάσουμε το τι έχει συμβεί, κυρίως όμως να παρουσιάσουμε το ολοκληρωμένο σχέδιο οριστικής εξόδου από την κρίση και το μνημόνιο, το ολοκληρωμένο  σχέδιο αλλαγής σελίδας για τη χώρα.

Με άλλα λόγια, δίνουμε μια απάντηση στις πιο σημαντικές προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της οικονομίας, που είναι οι πολιτικές και θεσμικές. Η πολιτική σταθερότητα και ο σεβασμός της αρχής της  συνέχειας του κράτους. Το πιο μεγάλο  πρόβλημα που έχει αυτή τη στιγμή η ελληνική οικονομία και ως πραγματική οικονομία και ως χρηματοοικονομική σφαίρα στις διεθνείς αγορές,  είναι η πολιτική αβεβαιότητα που δημιουργείται σε σχέση με τη δυνατότητα ή μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, σε σχέση με το χρόνο των εκλογών.

Ακόμη, για να μιλήσω καθαρά και οι έρευνες της κοινής γνώμης που δείχνουν έναν συγκεκριμένο συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και αυτές  λειτουργούν  αποσταθεροποιητικά.

Γιατί δεν υπάρχει συναίνεση, δεν υπάρχει ευθύνη από την πλευρά της αντιπολίτευσης, όχι μόνο της αξιωματικής. Άρα, ο ελληνικός λαός πρέπει να ξέρει  ότι αυτή η πολιτική αβεβαιότητα που δημιουργείται για λόγους θεσμικούς, επειδή συμπίπτει η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και για λόγους μικροκομματικούς,  επειδή οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης προτάσσουν το κομματικό τους συμφέρον και θέλουν να επενδύσουν σε μια στρατηγική δήθεν εφόδου προς την εξουσία, αυτό λειτουργεί  υπονομευτικά και για τη διαπραγμάτευση και για την οριστική και  ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση. Ιδίως τους μήνες αυτούς που πρέπει να κλείσουμε την αναθεώρηση που κάνουμε με την τρόικα, πρέπει να οριστικοποιήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθούμε μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Πρέπει ν’ αποσαφηνίσουμε τη σχέση μας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, φιλικά, αλλά με τρόπο ωφέλιμο για τη χώρα και την Ευρωζώνη.

Και βεβαίως, πρέπει να επιβεβαιώσουμε τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους που την επιβεβαιώνει κάθε εβδομάδα ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας,  του ESM, ο κ. Klaus Regling, όχι επειδή συμφωνεί μαζί μου αλλά επειδή ξέρει την πραγματικότητα και τους αριθμούς, επειδή είναι ο πραγματικός δανειστής της χώρας και βεβαίως, πρέπει να δημιουργήσουμε το περιβάλλον ασφάλειας, αισιοδοξίας και προοπτικής που απαιτείται.

Προσέξτε, εδώ υπάρχει ένα πολύ καθαρό δίλημμα. Η κυβέρνηση, οι δυνάμεις της ευθύνης, εμφανιζόμαστε με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εξόδου με αρχή, μέση και τέλος, που θέλουμε να μετατραπεί και θα μετατραπεί πριν την προεδρική εκλογή του Φεβρουαρίου,  σε συμφωνία εξόδου ανάμεσα στην Ελλάδα και τους εταίρους της.

Από την άλλη μεριά, υπάρχουν ιδέες, αντιφάσεις, αβεβαιότητες, ανευθυνότητες. Πολλοί πιστεύουν ότι ξεπεράσαμε την κρίση άρα μπορούμε να δοκιμάσουμε και αβεβαιότητες.

Πέντε χρόνια προσπάθειας, πέντε χρόνια σκληρών θυσιών μπορούν να καταστραφούν σε πέντε μέρες.  Αρκούν πέντε μέρες, για να οδηγηθούμε στο σημείο το οποίο ήμαστε το 2009. Στα πρωτογενή ελλείμματα, στην αναξιοπιστία, στην έλλειψη προοπτικής, στην καταρράκωση  της ανταγωνιστικότητας.

Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς ελπίδα και προοπτική. Δεν υπάρχει όμως και μέλλον χωρίς επίγνωση και σωφροσύνη. Και αυτό είναι κάτι που θα το σταθμίσει με το ένστικτό του ο ελληνικός λαός. Εκτός από τις πολιτικές και θεσμικές προϋποθέσεις,  για την ανασυγκρότηση, έχουν τεράστια σημασία, βέβαια, οι δημοσιονομικές προϋποθέσεις.

Δεν πετύχαμε τυχαία με εντυπωσιακό τρόπο τους δημοσιονομικούς στόχους της χώρας. Αυτό έγινε επειδή ο λαός υπεβλήθη σε θυσίες αλλά και γιατί κάποιοι, εμείς δηλαδή,  αναλάβαμε ένα τεράστιο δυσανάλογο, άδικο πολιτικό κόστος.

Έχει κανείς λόγο να υφίσταται κριτική; Να είναι αντιδημοφιιλής, να είναι αντιπαθής, να δέχεται συνεχώς πιέσεις, λοιδορίες, ύβρεις, προπηλακισμούς; Γιατί; Πόσο δύσκολο είναι να είναι κανείς ευχάριστος  δημαγωγός, λαϊκιστής; Πόσο δύσκολο είναι κανείς να υποσχεθεί το αδύνατο, να επαναλάβει πρακτικές του παρελθόντος;

Πόσο δύσκολο ήταν να πάω κι εγώ στη ΔΕΘ, πριν λίγες εβδομάδες και να υποσχεθώ παροχές 20 δισεκατομμυρίων; Ή ο Πρωθυπουργός; Και δεν έχει γίνει αυτό άπειρες φορές στο παρελθόν; Έχει γίνει. Μα δε βάλαμε μυαλό;  Έπρεπε να περιμένουμε την αξιωματική αντιπολίτευση να πάει και να υποσχεθεί παροχές 20 δισεκατομμυρίων;

Λέει όχι, δεν είναι 20, είναι 10. Εντάξει, 10. Εγώ σας λέω γιατί 10, γιατί 20 και όχι 30; Γιατί να μην πάμε ξανά στο πρωτογενές έλλειμμα του 2009 που ήταν ένα πρωτογενές έλλειμμα 12,5% του ΑΕΠ; Όλα μπορούν να γίνουν με πολύ μεγάλη ευκολία. Έχει λοιπόν σημασία η επιλογή που κάναμε, την επιλογή που κάναμε να τη στηρίξει  ο ελληνικός λαός.

Η κυβέρνηση αυτή δεν έχει έρθει στην εξουσία από μόνη της, χαιρετώντας τη σημαία. Ήρθε επειδή την ψήφισε ο ελληνικός λαός, εν γνώσει των συνεπειών του νόμου το 2012,  δυο φορές, υπό σκληρές συνθήκες. Ο ελληνικός λαός με μεγάλη πλειοψηφία, πλειοψηφία που φτάνει το 48% αθροιστικά, ψήφισε αυτή την εθνική στρατηγική.

Και αυτή η εθνική στρατηγική που ήταν, θα μου επιτρέψετε να πω, η δική μας μοναχική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, στην οποία προσχώρησαν, μετά και η Νέα Δημοκρατία, η ΔΗΜΑΡ για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα.

Αυτή η στρατηγική είναι που απέδωσε το πρωτογενές πλεόνασμα του 2,9% για το 2015, το δημοσιονομικό έλλειμμα που είναι λιγότερο από 1%, όταν ο ευρωπαϊκός στόχος όπως ξέρετε του Συμφώνου Σταθερότητας είναι 3% και γύρω από αυτόν γίνεται η μεγάλη φασαρία τώρα με χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, αλλά δεν είναι μόνο το δημοσιονομικό έλλειμμα, το πρωτογενές πλεόνασμα πλέον.

Είναι και ο άλλος πυλώνας του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η θεραπεία του οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ύφεση αλλά πάντως είναι ένα γεγονός ότι από ένα ελλειμματικό ισοζύγιο,  με ύψος ελλείμματος 15%, έχουμε φτάσει τώρα σε ένα πλεονασματικό ισοζύγιο και αυτό μας επιτρέπει να δουλέψουμε πάνω στους νέους τρόπους ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής πραγματικής οικονομίας.

Άρα, πίσω από όλα αυτά υπάρχει η μεγάλη κίνηση του PSI, του δραστικού κουρέματος του χρέους, της ακόμη πιο δραστικής αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Είπα σε μια συνέντευξή μου την Κυριακή, όταν εμείς γυρίζαμε, αυτοί πήγαιναν. Διότι ζητάμε πράγματα που έχουν γίνει. Και το κούρεμα έγινε. Και το πάγωμα με περίοδο χάριτος έγινε. Και η μεγάλη επέκταση έγινε. Έχουμε  αυτή τη στιγμή εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους μικρότερη, περίπου 60% απ’ ό,τι πριν το κούρεμα, σε ετήσια βάση. Αυτό επιτρέπει να αλλάξουν τα δεδομένα και στο πρωτογενές αλλά και στο δημοσιονομικό έλλειμμα.

Έχουμε μέση διάρκεια 16,5 χρόνια, 2,5 φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι η μέση ευρωπαϊκή, έχουμε εντυπωσιακά χαμηλά επιτόκια, το μέσο επιτόκιο είναι  2,1% και βεβαίως έχουμε όσο γίνεται πιο καλά τακτοποιημένες λήξεις, έχουμε ένα χρέος εξυπηρετήσιμο και βιώσιμο για 10 χρόνια τουλάχιστον λέει ο κ. Regling, αλλά σε 10 χρόνια έχουν αλλάξει τα δεδομένα όλης της πραγματικής οικονομίας, έχει αλλάξει ο παρανομαστής του κλάσματος, έχει αλλάξει το ΑΕΠ, έχει αλλάξει ο ρυθμός ανάπτυξης, άρα η γεωμετρική εξέλιξη του χρέους.

Όσοι μιλάνε, άλλοτε για μονομερείς ενέργειες, άλλοτε για πάγωμα, άλλοτε χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι εννοούν, θέλουν να ξανακρεμάσουν τη χώρα στα μανταλάκια των διεθνών μέσων ενημέρωσης, τη στιγμή που η χώρα έχει γίνει, με πολύ ικανοποιητικούς όρους, δεκτή πίσω στις διεθνείς αγορές.

Έχει, λοιπόν, πολύ  μεγάλη σημασία να πιστέψουμε σε αυτό, έχει πολύ  μεγάλη σημασία να πιστέψουμε σε ένα, εθνικής ιδιοκτησίας, σχέδιο διαρθρωτικών αλλαγών και, βέβαια, η επιστροφή στην κανονικότητα του κράτους μέλους της Ευρωζώνης δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν, είναι επιστροφή στο μέλλον. Γιατί σημαίνει πολλά.

Σημαίνει ότι είσαι ξανά ισότιμος μέσα στην Ευρώπη. Και αυτό θα γίνει χωρίς πρόσθετους φόρους, με σταδιακές φορολογικές ελαφρύνσεις, χωρίς μείωση συντάξεων, χωρίς μείωση μισθών.

Ξέρω ότι δε μπορέσαμε να κάνουμε ένα ολοκληρωμένο φορολογικό σύστημα τα τελευταία πέντε χρόνια, γιατί υπήρχαν πιεστικές ανάγκες, τρέχαμε να καλύψουμε ταμειακές ανάγκες, επιτακτικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Έπρεπε να κάνουμε ταυτόχρονα διαρθρωτικές αλλαγές, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας, ταυτόχρονα να στηρίξουμε τις επιχειρήσεις, να καλύψουμε τους ταμειακούς στόχους και να συζητάμε και για ένα ολοκληρωμένο φορολογικό σύστημα. Δεν είναι εύκολο αυτό.

Υπάρχουν μέτρα έκτακτα, υπάρχουν μέτρα προσωρινά, υπάρχουν μέτρα αντιφατικά, υπάρχουν μέτρα τα οποία έχουν αποδειχθεί εσφαλμένα. Έπρεπε να περάσουμε δια πυρός και σιδήρου για να φτάσουμε στο στόχο μας. Τώρα μπορούμε να κάνουμε διορθώσεις.

Είχαμε συμφωνήσει να επιβάλλουμε έκτακτη εισφορά στις επιχειρήσεις, 2% και δεν την επιβάλλαμε. Οδηγούμαστε σε ελάφρυνση του μισθολογικού κόστους και του άμεσου και του έμμεσου.

Και, βεβαίως, ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι πρέπει να ξαναδούμε και την αναπτυξιακή και την κοινωνική διάσταση του φορολογικού μας συστήματος, μέσα από τη λογική των ελαφρύνσεων και των εκλογικεύσεων.

Αλλά βλέπετε ότι και ο ΦΠΑ στην εστίαση έμεινε στο 13% και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης μειώθηκε και η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης μειώνεται στο σημαντικό ποσοστό του 30%. Και είμαστε τώρα στην κρίσιμη φάση της διαπραγμάτευσης.

Θα έχουμε την ευκαιρία να προχωρήσουμε πολύ πιο γρήγορα και να συζητήσουμε πολύ πιο άνετα όλες τις προτάσεις που ο κοινωνικός διάλογος θέτει πάνω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπως έκανε πριν από λίγο και ο Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης  Επιχειρηματιών.

Υπάρχουν οι προϋποθέσεις, οι χρηματοοικονομικές της πιστωτικής επέκτασης και της ρευστότητας, μα το τραπεζικό σύστημα έπρεπε να επιβιώσει. Πώς επιβίωσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα; Πώς η χώρα έχει τέσσερις μεγάλες συστημικές Τράπεζες, οι οποίες αυτή τη στιγμή μπορούν να λειτουργήσουν ως πυλώνας της ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας; Προστατεύσαμε τις Τράπεζες, δεν προστατεύσαμε τους τραπεζίτες. Εθίγησαν βαρύτατα οι παλαιοί μέτοχοι. Πλήρωσαν κόστος.

Και βεβαίως έχει πολύ μεγάλη σημασία να ολοκληρωθούν τώρα τα stress tests, να νοιώσουν οι τράπεζες ασφαλείς, που είναι ασφαλείς, για να μπορέσουν με μεγαλύτερη άνεση να προχωρήσουν στην επαφή τους με την πραγματική οικονομία, στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, στην πραγματική πιστωτική επέκταση και όχι απλά στην αναχρηματοδότηση παλαιών δανείων.

Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να αξιοποιηθούν από κοινού με τα τραπεζικά εργαλεία και τα μη τραπεζικά χρηματοδοτικά εργαλεία, το ΕΣΠΑ, η ΚΑΠ, το νέο ινστιτούτο για την ανάπτυξη και αυτό βεβαίως συνδέεται και με τη ρύθμιση των ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεων, τις μειώσεις προστίμων και προσαυξήσεων, τη δοσοποίηση, ώστε να υπάρχει πραγματική δυνατότητα καταβολής.

Και βέβαια καλωσορίζω και τον Υπουργό Ανάπτυξης. Η προσπάθεια που γίνεται για τα λεγόμενα κόκκινα δάνεια, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, κατ΄ αρχήν τα επιχειρηματικά και στη συνέχεια θα δούμε και τα στεγαστικά, είναι πάρα πολύ μεγάλη κι εκεί πια η παρέμβαση, είναι μια παρέμβαση, λυτρωτική για την πραγματική οικονομία, για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, αλλά και για μεσαίες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

Η παρέμβαση είναι ριζοσπαστική, θα ολοκληρωθεί, θα παρουσιαστεί, θα εφαρμοστεί, πρόκειται για μία τεράστια ανακούφιση, αλλά με ένα τραπεζικό σύστημα που αντέχει, που δεν θίγεται από αυτό από πλευράς κεφαλαιακής επάρκειας, ενώ η πραγματική οικονομία ωφελείται.

Δεν πρέπει να επιβαρυνθεί ο καταθέτης, δεν πρέπει να επιβαρυνθεί ο φορολογούμενος και πρέπει να διευκολυνθεί ο οφειλέτης, χωρίς να θιγεί η ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος. Δείτε πόσο δύσκολη είναι η εξίσωση, γιατί κάποιος πληρώνει στο τέλος.

Άρα θέλουμε έναν απόλυτα προστατευμένο καταθέτη, θέλουμε έναν φορολογούμενο Έλληνα που δεν επιβαρύνεται, λόγω του τραπεζικού συστήματος, θέλουμε τράπεζες, οι οποίες είναι απολύτως ευσταθείς και θέλουμε και οι επιχειρήσεις να αναπνεύσουν και να ξανανέβουν, που το πετυχαίνουν με το μοντέλο που έχουμε ετοιμάσει.

Και βέβαια αλλάζει το επιχειρηματικό και επενδυτικό περιβάλλον. Δεν εξαρτάται αυτό μόνο από τη νομοθεσία ή από την Κυβέρνηση. Χρειάζεται πολύ πιο ουσιαστική συμβολή της δικαιοσύνης, της δημόσιας διοίκησης, της υπηρεσιακής δημόσιας διοίκησης, της Αυτοδιοίκησης, των τοπικών κοινωνιών. Γιατί ασφάλεια δικαίου δεν μπορεί να προσφέρει μόνο η Κυβέρνηση, πρέπει να συμπράξουν κι άλλοι.

Και βέβαια υπάρχει η ευθύνη του επιχειρηματικού κόσμου, η ευθύνη του συντελεστή που λέγεται κεφάλαιο. Εμείς έχουμε μειώσει το κόστος εργασίας, ξέρουμε ότι υπάρχει υψηλό κόστος χρήματος, υψηλό κόστος ενέργειας, αλλά υπάρχει ένα μεγάλο θέμα στην Ελλάδα που λέγεται παραγωγικότητα του κεφαλαίου. Εάν δεν αυξηθεί η παραγωγικότητα του κεφαλαίου με καινοτομίες, οι οποίες καινοτομίες μπορεί να είναι από κάτι τεχνολογικά σύνθετο μέχρι κάτι οργανωτικά πάρα πολύ απλό, δε θα μπορέσουμε να κατακτήσουμε τη θέση μας μέσα στον ευρωπαϊκό και το διεθνή ανταγωνισμό.

Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία η ευθύνη του επιχειρηματικού κόσμου από την άποψη αυτή και έχει και πολύ μεγάλη σημασία αυτό για την απασχόληση και για τα κοιτάσματα απασχόλησης και η ρήτρα απασχόλησης είναι για μας κάτι εξαιρετικά σημαντικό.

Άρα οι επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας πρέπει να νοιώθουν ότι έχουν στήριξη και υπάρχουν ολόκληροι τομείς, οι οποίοι είναι τομείς εντάσεως εργασίας με κορυφαίο βέβαια τον τουρισμό στην Ελλάδα και αυτό αφορά όλες τις τομεακές πολιτικές, στο μέτρο που μπορούμε να τις αναπτύσσουμε και τις αναπτύσσουμε.

Είχα πει ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, πριν από τις ευρωεκλογές, ότι μπορούν να δημιουργηθούν 640 χιλιάδες θέσεις εργασίας τα επόμενα πέντε χρόνια και η Διεύθυνση Μελετών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος παρουσίασε τη δυνατότητα να δημιουργηθούν 720 χιλιάδες θέσεις εργασίας, για να δείτε ότι λέμε πράγματα τα οποία είναι συγκεκριμένα και συγκρατημένα.

Υπάρχουν κοιτάσματα απασχόλησης και θα αλλάξει η εικόνα με γεωμετρικό ρυθμό, αρκεί να προχωρήσουμε σε αυτά που λέω, με πρώτες προϋποθέσεις τις πολιτικές, στις οποίες αναφέρθηκα. Ο πρωτογενής τομέας έχει τεράστιες δυνατότητες, η ενέργεια, τα έξυπνα κτίρια, οι υποδομές.

Ήδη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συναινεί στις εμπροσθοβαρείς πρωτοβουλίες και ενέργειες σε σχέση με το νέο ΕΣΠΑ, ώστε να μην υπάρχει κανένα κενό και βεβαίως αυτό αφορά και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων.

Αλλά χρειαζόμαστε εργασιακή ειρήνη και είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι πήγαν εργοδότες, εργαζόμενοι, Υπουργείο στον ILO και είχαμε το κείμενο συμφωνίας που είχαμε στη Γενεύη, πριν από λίγες μέρες, για τις εργασιακές σχέσεις. Και βέβαια μεγάλη φροντίδα για την κοινωνική συνοχή και τη στήριξη των ευπαθών ομάδων, μέσα από το κοινωνικό μέρισμα και το ελάχιστο εισόδημα.

Υπάρχει λοιπόν το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης και διαρθρωτικών αλλαγών για ένα κοινωνικό κράτος, έχουμε εθνικό χρονοδιάγραμμα, έχουμε εθνική ιδιοκτησία των διαρθρωτικών αλλαγών, χρειαζόμαστε εθνική συναίνεση, γιατί δυστυχώς δεν υπάρχει αυτή σε πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν υπάρχει και ως κλίμα στον δημόσιο διάλογο και αυτή η εθνική παραγωγική συμφωνία, για την οποία σας μίλησα προηγουμένως και της οποίας πρέπει να είστε μέρος.

Έτσι, θα πάμε στην έξοδο από το μνημόνιο και από την τρόικα και σε μία μετά το πρόγραμμα περίοδο που δε θα είναι πρόγραμμα με μνημόνιο και τρόικα, αλλά θα είναι βασισμένο πάνω στους υφιστάμενους ευρωπαϊκούς θεσμούς και μηχανισμούς.

Αυτό η χώρα μπορεί να το πετύχει και θα το πετύχει τους επόμενους μήνες, οι οποίοι είναι καθοριστικοί για την επόμενη δεκαετία, για τη δεκαετία που θα ξαναφέρει την Ελλάδα στη θέση που της αξίζει και στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Σας ευχαριστώ.»


Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΦορολογικό Σύστημα | Δημοσιονομική ΠολιτικήΧρηματοοικονομική ΣφαίραΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΕργασιακές Σχέσεις | Ανάσχεση της ανεργίαςΠολιτικές Ομιλίες, 2014Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2014