Αθήνα 13 Ιανουαρίου 2016

Δευτερολογία  Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση με θέμα «Μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικό: Ευκαιρία για εθνική ανασυγκρότηση ή  Αιτία εθνικού αδιεξόδου»

Επιτρέψτε μου να σας μεταφέρω την εμπειρία μου από τα τελευταία έξι χρόνια.  Εξαρχής υπήρξε μία σύγκρουση, η οποία και τώρα συνεχίζεται, ανάμεσα στη μακροοικονομική θεώρηση και τη δημοσιονομική θεώρηση.  Το πρόγραμμα προσαρμογής είναι πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και οι εταίροι πάντα είναι έτοιμοι να αποδεχθούν μία σχέση ανταλλαγής, ένα trade-off ανάμεσα σε δημοσιονομικά μέτρα και διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες όμως εν τέλει έχουν τη μορφή άμεσου ή έμμεσου δημοσιονομικού μέτρου.  Δεν μπορούν να αντιληφθούν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει αυτή η προοπτική, τη μακροοικονομική προσέγγιση, δηλαδή την ανάγκη να περιορίσω τις επιπτώσεις, να περιορίσω την ύφεση, γιατί εδώ δε μιλάμε τώρα για θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά μιλάμε για τέτοια δυναμική των πολλαπλασιαστών ώστε τουλάχιστον να μην έχω πολύ μεγάλη ύφεση και να μπορέσω κάποια στιγμή να ανατάξω την κατάσταση.  Αυτό δεν τους ενδιαφέρει, αυτό ήταν πάντα η σύγκρουση, το πραγματικό πεδίο της διαπραγμάτευσης.

Η περικοπή των εισφορών ήταν μία προσέγγιση, ας το πούμε έτσι, αναπτυξιακή, μακροοικονομική, διότι με τη μείωση των εισφορών δε μειώνεις στην πραγματικότητα την ανεργία, δεν αυξάνεις την απασχόληση, αλλά αποκαλύπτεις απασχόληση, δηλαδή φεύγουν άνθρωποι από την αδήλωτη εργασία, γίνονται ασφαλισμένοι, αλλάζεις στην πραγματικότητα τα δημοσιονομικά δεδομένα και για το ασφαλιστικό σύστημα και για τη φορολογία εισοδήματος.  Άρα έχεις μία αλυσίδα θετικών επιπτώσεων και βέβαια αυτό μπορεί στη συνέχεια να λειτουργήσει ως μία πολύ μικρή συμβολή στην προοπτική ενός ενάρετου κύκλου.  Αυτή ήταν πάντα και αυτή θα είναι για πολλά χρόνια ακόμη η συζήτηση, η μακροοικονομική και η δημοσιονομική προσέγγιση.

Στο ασφαλιστικό τώρα, για να μην ξαναπάρω το λόγο, υπάρχει αυτό που είπε ο κύριος Ζαΐρης, ο οποίος αυτό εννοούσε στην πραγματικότητα, όπως εγώ το κατάλαβα:  Ποια είναι η σχέση του ασφαλιστικού με την προοπτική μίας νέας επέμβασης στο χρέος, έτσι δεν είναι;  Καταρχάς η επιβάρυνσή μας είναι πολύ μικρότερη από αυτή που ακούστηκε.  Φέτος η χώρα πληρώνει τόκους για το δημόσιο χρέος 5 δισεκατομμύρια Ευρώ, όχι 10 δισεκατομμύρια Ευρώ.  Τα 5 δισεκατομμύρια Ευρώ είναι περίπου 2,7 % του ΑΕΠ τόκους, χρεολύσια μηδέν, είμαστε σε περίοδο χάριτος, πληρώνουμε χρεολύσια μηδέν, έχουμε κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, το οποίο είναι μικρότερο από 3% . Ακριβέςτερα πληρώνουμε τα χρεολυσία στο EFSF, γιατί μας δανείζει το EFSF για να πληρώνουμε τα χρεολύσια του ΔΝΤ, αλλά στο μεγάλο όγκο που είναι το ευρωπαϊκό χρέος, είμαστε σε περίοδο χάριτος.  Γι’ αυτό και το peak γίνεται από το 2022 έως το 2026 κι αν εξομαλυνθούν στην πραγματικότητα οι λήξεις 2022-2026, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα είναι πάντα πολύ κάτω από το 15% που θα το προσεγγίσει η Ελλάδα εάν καταφέρει να βάλει σε αυτό και τα έντοκα γραμμάτια, το οποίο είναι μία τελείως διαφορετική λογική, γιατί τώρα τα έντοκα γραμμάτια λειτουργούν σε υποκατάσταση άλλων εργαλείων, που δεν έχεις στην άσκηση της δημοσιονομικής σου πολιτικής.

Απλώς να πω κάτι το οποίο θα το κρατήσουμε για μία επόμενη συζήτηση.  Θα ήταν τραγικό εάν η κυβέρνηση δε συνέχιζε στη λογική του 2012 και πήγαινε να πάρει αυτό που έχουμε πάρει ήδη από το 2012, δηλαδή τη μείωση του χρέους σε παρούσα αξία, παρούσα αξία του καθαρού χρέους, με μνημόνιο, δηλαδή με αιρεσιμότητα για την παρέμβαση στο χρέος, γιατί αυτό δε γίνεται αντιληπτό από τις αγορές.  Δε γυρίζεις στις αγορές εάν η μείωση που θα σου δώσουν σε παρούσα αξία, εξαρτάται από την εκπλήρωση όρων.  Αλλά αυτό δεν εισπράττεται από τις αγορές και γι’ αυτό δεν έχει και καμία λογική αυτό που λέγεται ότι η Ελλάδα θα μπει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.  Για να μπει η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, πρέπει να μπορέσει να μπει στις αγορές και να εκδώσει ομόλογα, τα οποία να τα αγοράζει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Άλλο εννοούν.  Εννοούν να φύγουν τα collateral των τραπεζών από το ακριβό επιτόκιο του ELA και να πάνε στην απευθείας σχέση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αυτό είναι άλλο πράγμα.  Αυτό είναι μηχανισμοί διασφάλισης ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, δεν έχει καμία σχέση με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης των κρατικών ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Κλείνω με το πολιτικό ερώτημα που τέθηκε.  Η χώρα πορευόταν με κόπους και με βάσανα, μέχρι το Μάιο του 2012 είχε επιτευχθεί το 80% της δημοσιονομικής προσαρμογής.  Μετά, η κοινωνία κουράζεται, η οικονομία κουράζεται, η φοροδοτική ικανότητα εξαντλείται.  Κάναμε από το 2010 έως το 2012 το 80% της διαδρομής, από τον Ιούνιο του 2012 που σχηματίστηκε η κυβέρνηση συνεργασίας με τις εκλογές του Ιουνίου, η τριμερής, μέχρι τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 κάναμε, άντε, άλλο ένα 15% της διαδρομής και υπολειπόταν ένα 5%, όμως, χάθηκαν οι Ευρωεκλογές.  Στις Ευρωεκλογές, η Νέα Δημοκρατία ήταν δεύτερη.  Η κυβέρνηση στάθηκε λόγω του ποσοστού της Ελιάς και όλοι έβλεπαν να έρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ και όλοι προσπαθούσαν να δουν αν υπάρχει δυνατότητα εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας.  Όταν διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας, για λόγους που δε χρειάζεται τώρα να εξηγήσουμε, όταν όλοι αντελήφθησαν ότι πηγαίνουμε σε εκλογές, όταν όλοι αντελήφθησαν ότι υπάρχει μία δυναμική η οποία δεν ανακόπτεται, σκέφτηκαν «γιατί να συμφωνήσω με αυτούς,  όταν θα περιμένω τους άλλους, με τους οποίους και θα διαπραγματευτώ για να δουν ποιο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται και να δούμε κι εμείς ποιο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται". Αυτοί που έχουν αυτή τη θεωρία, τώρα σου λένε, πετύχαμε, διότι από εκεί που ο συσχετισμός ήταν 40-60% εναντίον του μνημονίου και 20% στις αντισυμβατικές πολιτικές δυνάμεις κατά της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, τώρα έχω ένα 80% της Βουλής και βεβαίως και του εκλογικού σώματος τυπικά, το οποίο αποδέχεται τη λογική του μνημονίου και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.  Άρα, "θρίαμβος της στρατηγικής μου"; γιατί;  Διότι νόμιζαν ότι το Grexit συνιστά απειλή και τελικά ήταν απειλή για την ελληνική κυβέρνηση, γιατί νόμιζαν ότι διαπραγματεύονται για να μην πάρουν καθόλου μνημόνιο και πήραν το τρίτο μνημόνιο, γιατί η χώρα πορευόταν προς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και τώρα έχει γυρίσει στο σπιράλ της ύφεσης, γιατί είχαμε όλη αυτή την περιπέτεια των 12 μηνών, η οποία έχει ανυπολόγιστες επιπτώσεις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές.  Λοιπόν, λέτε γιατί ο ελληνικός λαός έκανε αυτές τις επιλογές και γιατί μας οδηγούσε σε αυτό το αποτέλεσμα, το οποίο έβλεπαν οι εταίροι μας και περίμεναν τους νέους κυβερνώντες για να διαπραγματευθούν; 

Αυτό είναι μία απάντηση που θα τη δώσει ιστορικά ο ελληνικός λαός.  Τώρα έχει καταλάβει ένα επαρκές μέρος της κοινής γνώμης τι έχει συμβεί;  Δεν έχει.  Θα συνεχίσουμε  τις εμπειρίες. Θα συνεχίσουμε να μοιραζόμαστε συλλογικές εμπειρίες και, κάποια στιγμή, θα συνεννοηθούμε.

 

Tags: Κοινωνική ΑσφάλισηΠολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016