Θεσσαλονίκη 20 Φεβρουαρίου 2016 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην ημερίδα που διοργάνωσε στις 20.2.2016, στη Θεσσαλονίκη, 
ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ – για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα» με θέμα «Το μάθημα των θρησκευτικών και ο δημόσιος χώρος». 

 

Το συνταγματικό και διεθνές νομικό πλαίσιο της διδασκαλίας των θρησκευτικών και το δικαίωμα εξαίρεσης από αυτή 

Χαίρομαι που βλέπω διάφορους φίλους και συναδέλφους  από την «περίσεμνο» των Θεολόγων Σχολή που βρίσκεται στην ίδια γειτονιά της Πανεπιστημιούπολης του ΑΠΘ με τη «διάσημη» των Νομοδιδασκάλων Σχολή στην οποία ανήκω. Το ότι η μία αυτοχαρακτηρίζεται «διάσημη» και η άλλη «περίσεμνος» στη καθομολόγηση των διδακτόρων της  κάτι σημαίνει για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα αφενός οι θεολόγοι, αφετέρου οι νομικοί! Το λέω αυτό προφανώς αστειευόμενος. Χαίρομαι που έχετε επιλέξει ως χώρο διεξαγωγής της ημερίδας σας το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, και μάλιστα το δεύτερο κτήριό του για το οποίο έχω πολύ αγωνιστεί, και χαίρομαι γιατί έχει ενσωματωθεί στον ιστό της πόλης και το χρησιμοποιείτε για τέτοιου είδους δραστηριότητες.

Ο καθηγητής Π. Βασιλειάδης, παλιός συνάδελφος και φίλος, με πολλή ευγένεια και επιμονή, μου ζήτησε να έρθω να σας παρουσιάσω μερικές σκέψεις, όχι κομματικού, αλλά σίγουρα πολιτικού χαρακτήρα. Θα ήθελα όμως να σας πω μερικά πράγματα υπό την ιδιότητα μου την επιστημονική ως Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και από την εμπειρία μου από το Συμβούλιο της Ευρώπης τα χρόνια της κυβερνητικής μου θητείας τώρα δε από την υποεπιτροπή της Κοινοβουλευτικής του Συνέλευσης που είναι αρμόδια για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της οποίας είμαι μέλος.

Όπως ξέρετε, η συζήτηση για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών είναι μακρότατη και στη χώρα μας [1] και παγκοσμίως [2]. Αρκεί να σας πω ότι τα τελευταία 30 χρόνια, η διδασκαλία των Θρησκευτικών αποτελεί ένα από τα μόνιμα πεδία συζήτησης της Διεθνούς Ένωσης Συνταγματικού Δικαίου. Στη συζήτηση αυτή έχουν ειπωθεί τα πάντα και έχει διαμορφωθεί μια τυπολογία μορφών διδασκαλίας των Θρησκευτικών από μια νομική οπτική γωνία και όχι απλώς μέσα από μία παιδαγωγική προσέγγιση με την οποία είστε εξοικειωμένοι.

 Ως εκ τούτου, μπορούμε να πάμε κατευθείαν στο κρίσιμο ερώτημα: εάν είναι ανεκτό κατά το Σύνταγμα, κατά το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία ένα μάθημα Θρησκευτικών το οποίο έχει ομολογιακό/κατηχητικό χαρακτήρα, με διασφαλισμένο πλήρως το δικαίωμα εξαίρεσης του μαθητή, ή αν αυτό είναι συνταγματικά απαγορευμένο και πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε ένα πολιτειοκρατικού χαρακτήρα μάθημα, το οποίο άρα θα έχει έντονα θρησκειολογικό περιεχόμενο και υπό το δεδομένο αυτό, αν μπορούμε πράγματι να φτάσουμε σε ένα μοντέλο μαθήματος που θα είναι παντελώς υποχρεωτικό, με απαγορευμένη ή πολύ δύσκολη την εξαίρεση.

Είδα και τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, το curriculum όπως έχει δημοσιευτεί από τον Ιανουάριο του 2015, και για τη διδασκαλία στο Λύκειο αλλά και για τη διδασκαλία στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, δηλαδή τα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Από την απλή ανάγνωση του curriculum που προτείνεται, αλλά και από αυτά που είπε ο εισηγητής της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου, φαίνεται να διαγράφεται ένα μοντέλο ανοικτού μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο έχει έντονη θρησκειολογική διάσταση, η οποία κλιμακώνεται από τις μικρότερες τάξεις προς τις μεγαλύτερες, αλλά που εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποβάλει ούτε τον χριστιανικό ούτε τον ορθόδοξο χαρακτήρα του. Διδάσκεται από καθηγητές της Θεολογίας που έχουν σπουδάσει σε μία Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή και βεβαίως απευθύνεται σε μία κοινωνία, η οποία κατά συνταγματικό τεκμήριο ανήκει, στη μεγάλη της πλειονότητα, στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία [3].

Άρα πρόκειται για τη διδασκαλία Θρησκευτικών σε μία κοινωνία «πλειοψηφικής ορθοδοξίας», που είναι μία εμπειρία τελείως διαφορετική από την εμπειρία που ζει η ελληνική διασπορά ως εκφραστής μίας «μειοψηφικής ορθοδοξίας» σε πάρα πολλά μέρη στον κόσμο. Μέρη στα οποία υπάρχει ουδετερόθρησκο κράτος, υπάρχει κράτος λαϊκό, με την έννοια του secular, του laic, ακόμα και κράτος το οποίο μπορεί να έχει αντικληρικαλικές τάσεις και παράδοση ή μπορεί να υπάρχει και κράτος με επίσημη κρατική θρησκεία, αλλά με θρησκευτικό φιλελευθερισμό, όπως είναι η περίπτωση των ευαγγελικών Σκανδιναβικών κρατών.

Η μελέτη της νομολογίας  μόνο των ελληνικών δικαστηρίων δε μας οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Το ΣτΕ [4] ήδη από τη δεκαετία του ’80 έχει προστατεύσει το μάθημα των Θρησκευτικών θεμελιώνοντάς το στο άρθρο 16, παράγραφος 2 του Συντάγματος, το οποίο ήδη από τότε, ήδη από τη δεκαετία του ’90, το ερμηνεύει με έναν καταβάση σωστό συστηματικά τρόπο. Ναι μεν η παιδεία, που είναι βασική αποστολή του κράτους, έχει μεταξύ των συνταγματικών σκοπών της την καλλιέργεια της θρησκευτικής και εθνικής συνείδησης, αλλά είναι προφανές ότι αυτή η θρησκευτική συνείδηση είναι η ελεύθερη κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος συνείδηση. Αυτό το λέει ρητά και το προοίμιο της Υπουργικής Απόφασης για το πρόγραμμα διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Λύκειο. Τα πάντα ανάγονται σε τελική ανάλυση στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Όμως δεν μπορούμε να επιχειρήσουμε  καμία ερμηνεία του Συντάγματος, η οποία είναι αδιάφορη για το τι συμβαίνει στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο επίπεδο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για να το πω απλά, είμαστε υποχρεωμένοι να υιοθετήσουμε το σχήμα της σύμφωνης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της σύμφωνης με το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή με τις αξίες και αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ερμηνείας του Συντάγματος.

Όσες φορές ο εθνικός δικαστής δεν ερμήνευσε το Σύνταγμα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο οδηγήθηκε σε λάθη και ταπεινώθηκε νομολογιακά, γιατί εξέθεσε τη χώρα σε παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ή του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, που καταλογίστηκαν δικαστικά. Το πιο επίκαιρο παράδειγμα είναι η ερμηνεία του άρθρου 14 παράγραφος 9 του Συντάγματος για τον πλουραλισμό στα μέσα ενημέρωσης και για τον λεγόμενο βασικό μέτοχο.

Όταν καταρτίστηκε αυτή η διάταξη, είχα πει σε όλους τους τόνους στη Βουλή ως εισηγητής της αναθεώρησης του 2001, ότι προσέξτε, αυτά όλα θα ερμηνευτούν σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έτσι και έγινε τελικά.

Το Σύνταγμά μας δεν κατοχυρώνει μεν ρητά ένα δικαίωμα όπως αυτό του άρθρου 2 του προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του άρθρου 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αλλά πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνεται στο Σύνταγμα, απορρέει από το άρθρο 13 και από το άρθρο 5 παράγραφος 1. Και βεβαίως από το άρθρο 28 παράγραφος 1 που συνιστά το συνταγματικό θεμέλιο της σχετικά αυξημένης ισχύος των διεθνών συμβάσεων που έχουν κυρωθεί με τυπικό νόμο, αλλά και των παραγράφων 2 και 3 του ίδιου άρθρου σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 28 που συνθέτουν το θεμέλιο της συμμετοχής της χώρας μας στην ευρωπαϊκή ενωσιακή έννομη τάξη και τη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Άρα ναι μεν η παιδεία και η καλλιέργεια της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης είναι αποστολή του κράτους (άρθρο 16 παρ. 2), αλλά δικαίωμα των γονέων και κηδεμόνων είναι να καθορίζουν την εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, όπου πεποίθηση βέβαια είναι ένα σύστημα αντιλήψεων με συνεκτικό, συστηματικό και σταθερό χαρακτήρα, αλλά μη ελεγχόμενο ως προς την ειλικρίνεια και τη σοβαρότητα της σχετικής δήλωσης, αφής στιγμής αυτή γίνει. Δεν μπορεί να ελεγχθεί η εσωτερική συνέπεια και σταθερότητα των πεποιθήσεων. Δηλαδή, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, δεν μπορεί να ελεγχθεί συνταγματικά και γενικότερα νομικά το ζήτημα του a la carte πιστού, αγνωστικιστή, άθρησκου, άθεου κοκ που δηλώνει επιθυμία εξαίρεσης του παιδιού του από το μάθημα των θρηςκευτικών στη Β´ τάξη του λυκείου ενώ δεν το είχε κάνει στην Α’ τάξη ή στο γυμνάσιο. Το ίδιο ισχύει και ως προς τις φιλοσοφικές πεποιθήσεις.

Η a la carte ορθοδοξία, για παράδειγμα, μας δίνει το φαινόμενο ενός ζευγαριού που επιλέγει να μην παντρευτεί, αλλά να κάνει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και μετά να βαπτίσει τα παιδιά του και μετά ή ταυτοχρόνως με τη βάπτιση να τελέσει και θρησκευτικό γάμο ή ενός πιστού ο οποίος ενεργοποιεί την πίστη του τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή ή ανάβει ένα κερί στην Ανάσταση. Επιθυμεί εκκλησιαστική εξόδιο ακολουθία και αποτέφρωση κοκ. Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να ενοχλεί την Εκκλησία, μπορεί να είναι ένα πνευματικό ζήτημα το οποίο θα το αντιμετωπίσει ο πνευματικός και εν τέλει ο επιχώριος επίσκοπος, αλλά δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει η Πολιτεία. Για την Πολιτεία, το φαινόμενο του a la carte πιστού ή του ατόμου που μεταβάλλει τις απόψεις του και το σύστημα πεποιθήςεων του είναι κι αυτό ένα από τα ενδεχόμενα τα οποία προκύπτουν μέσα σε μία σύγχρονη πλουραλιστική κοινωνία με τις αντιφάσεις της που εκδηλώνονται άλλωστε πρωτίστως εκλογικά και γενικότερα πολιτικά.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [5] – η οποία είναι και η πιο κρίσιμη – νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σαφής ως προς τα θέματα αυτά και φοβούμαι ότι το 2012  παρερμηνεύθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Χανίων. Η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, προήλθε από μία οικονομία δίκης, που δεν περιελάμβανε ως διαδίκους αυτούς που έχουν το δικαίωμα που θεμελιώνεται στο άρθρο 2 του προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δηλαδή τους γονείς και κηδεμόνες. Έκρινε μία αίτηση ακύρωσης που υπέβαλαν θεολόγοι καθηγητές κατά του Περιφερειακού Διευθυντού Εκπαίδευσης (κατά του Υπουργού Παιδείας δηλαδή) για την παράλειψη του να ρυθμίσει κανονιστικά με ολοκληρωμένο τρόπο την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών. Η οικονομία της δίκης δεν επέτρεπε συνεπώς να αναπτυχθούν τα κρίσιμα επιχειρήματα. Είδα όμως στο εκτενές σκεπτικό της απόφασης να περιλαμβάνεται παρανάγνωση του γράμματος και του πνεύματος της νομολογίας του Στρασβούργου. Ας πάρουμε τη νορβηγική απόφαση του 2007, τη Folgero κατά Νορβηγίας [6], που είχε προεικονισθεί – για να χρησιμοποιήσω μία θεολογική έκφραση – στην ελληνική υπόθεση Βαλσάμης κατά Ελλάδος [7] και επανελήφθη  στις αλεβίτικες τουρκικές υποθέσεις, δηλαδή στη Zengin κατά Τουρκίας [8] και στην πιο πρόσφατη Yalcin κατά Τουρκίας [9] που δημοσιεύθηκε πριν από μερικούς μήνες, το Φεβρουάριο του 2015. Αυτή η απόφαση λοιπόν στις κρίσιμες σκέψεις (98 και 99)  λέει ότι και από ένα μάθημα το οποίο είναι εντονότατα θρησκειολογικό, ένα μάθημα που είναι θρησκειολογικό με στοιχεία κοινωνιολογίας και ηθικής, ένα μικτό μάθημα, ανθρωπιστικό, δεν αποκλείεται το δικαίωμα εξαίρεσης. Το οποίο πώς ασκείται; Το δικαίωμα εξαίρεσης ορισμένοι νομίζουν ότι ασκείται όπως ασκείται το δικαίωμα του αντιρρησία συνείδησης να αρνηθεί να αναλάβει όπλα.

Εδώ όμως δεν πρόκειται για μία εξαίρεση από μια συνταγματική υποχρέωση π.χ. συμβολής στην άμυνα του κράτους των δυναμένων να φέρουν όπλα. Αυτό που κάνει ο γονιός (ή ο ενήλικας μαθητής) δεν είναι εξαίρεση από συνταγματική υποχρέωση, αλλά άσκηση ρητού δικαιώματος συνταγματικής και διεθνούς περιωπής να καθορίζει την εκπαίδευσή του  παιδιού του (ή του εαυτού του ο ενήλικας) με βάση τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις του. Δεν μπορείς λοιπόν να τον καλέσεις να αποδείξει ότι δεν είναι χριστιανός, ότι δεν είναι ορθόδοξος και έτσι εξαιρείται.  Όχι, εξαιρείται άμα τη δηλώσει του. Αυτό με πολύ σαφή τρόπο το είπε και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε δύο αποφάσεις της, μία  ήδη από το 2002 [10], την οποία επανέλαβε πολύ πρόσφατα το 2015 [11]. Η Αρχή έχει πει ότι, η δήλωση πως «θέλω να απαλλαγώ λόγω πεποιθήσεων», δεν παραβιάζει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, αλλά αυτή η δήλωση. Όχι η εξειδίκευσή της, όχι η δήλωση «δεν είμαι χριστιανός, δεν είμαι ορθόδοξος», ούτε ο έλεγχός της, διότι αυτό θα συνιστούσε  πράγματι προσβολή ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου.

Να σας δώσω ένα παράδειγμα, προκειμένου να φανεί τί σημαίνει αυτό. Φανταστείτε μία σχετικά μικρή κοινωνία, ή μία κοινωνία η οποία ζει στο ρυθμό κάποιων αντιλήψεων της τοπικής Εκκλησίας, που ζητά από το σχολείο να πάρει τα ονόματα των εξαιρεθέντων μαθητών και αποκλείει τους γονείς τους και αυτούς  από δραστηριότητες λατρευτικές, διότι θεωρεί ότι δεν είναι πιστοί, δεν είναι πιστοί ολοκληρωμένοι, με μία πίστη η οποία είναι ολιστική. Αυτό είναι μία discrimination, μία προσβολή της προσωπικότητας η οποία είναι προφανής. Δεν μπορεί συνεπώς ο διευθυντής του σχολείου ή ο καθηγητής να δώσει τα ονόματα αυτά  και δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ούτε ο ιερέας της ενορίας, ούτε ο επιχώριος επίσκοπος, διότι παραβιάζει  προσωπικά δεδομένα  και διότι κάποιοι από τους εξαιρεθέντες μπορεί να έχουν μία άλλη αντίληψη, δηλαδή να έχουν την αντίληψη ότι είναι μέλη της Εκκλησίας. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα κριθεί ενδοεκκλησιαστικά, δεν αφορά την Πολιτεία και εδώ μιλάμε για το σχολείο ως μία πολιτειακή λειτουργία, μιλάμε για μία δραστηριότητα του κράτους, δε μιλάμε για μία δραστηριότητα της Εκκλησίας, ακόμα και αν ο καθηγητής ή ο διευθυντής είναι κληρικός και μπορεί να βρεθεί προ σοβαρού διλήμματος, προ συγκρούσεως καθηκόντων. Τοποθετούμεθα συνεπώς στο πλαίσιο ενός κράτους δικαίου που σέβεται και προστατεύει τα δικαιώματα και στο πλαίσιο μίας πλουραλιστικής αντίληψης η οποία είναι συνταγματικώς και διεθνώς κατοχυρωμένη και εκτός πάσης συζήτησης.

Βεβαίως έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και για κάθε κοινωνία, γιατί αποκαθιστά την πλήρη εικόνα της πολιτισμικής μας ταυτότητας, της ιστορίας μας. Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι αποκαθιστά το corpus της ελληνικής γλώσσας. Δεν μπορείς να έχεις πλήρη αίσθηση της ελληνικής γλώσσας, που είναι το σώμα του πολιτισμού μας, εάν δεν διαβάσεις πχ τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο μισός λεξικολογικός πλούτος των μεσαιωνικών ελληνικών περιλαμβάνεται στις ακολουθίες της Μεγάλης Πέμπτης, του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής. Προφανώς, έχετε συζητήσει πάμπολλες φορές για το τι ήθελε να κάνει ο Ζακ Λαγκ με την εισήγηση που ανέθεσε στο Ρεζί Ντεμπρέ στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος μιας χώρας με κοσμικό χαρακτήρα όπως η Γαλλία. Προφανώς δεν μπορείς να καταλάβεις πλήρως τις εξελίξεις από την αρχιτεκτονική μέχρι τη γλώσσα, δεν μπορείς να συγκροτήσεις την ταυτότητά σου, δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις την ιδιοσυστασία σου χωρίς αναφορά στη θρησκεία και την Εκκλησία. Όμως αυτό στο σχολείο, που είναι κρατική ευθύνη, πρέπει να γίνει σύμφωνα με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.

Άρα, ανοικτό, σύγχρονο και ελκυστικό μάθημα θρησκευτικών, μάθημα που τραβά την προσοχή του μαθητή, που αναπτύσσει την προσωπικότητά του και την κριτική του σκέψη, μάθημα με έντονα θρησκειολογικά στοιχεία αλλά που δεν μπορεί να μην έχει  χριστιανικό και ορθόδοξο περιεχόμενο, γιατί διαφορετικά θα ψεύδεται. Είναι όμως προτιμότερο να λέει την αλήθεια παρά να ψεύδεται και να εμφανίζεται ως δήθεν ουδέτερο και «αντικειμενικά» θρησκειολογικό  ενώ θα υφέρπει η σύνδεση του  με τον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία. Θρησκειολογία δεν είναι άλλωστε ο πρόχειρος συγκρητισμός ή ένας άτεχνος δεϊσμός. Το μάθημα των θρησκευτικών δεν μπορεί βεβαίως να είναι κατηχητικό μάθημα, ούτε μπορεί να ορίζεται ως ομολογιακό με την θεολογική  έννοια του όρου. Το σχολείο είναι κρατική δραστηριότητα και όχι εκκλησιαστική. Το μάθημα των θρησκευτικών έχει τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζει όχι η εκκλησία της επικρατούσας θρησκείας, αλλά ο κρατικός νόμος στο πλαίσιο μιας συνταγματικής αντίληψης περί επικρατούσας θρησκείας που, όπως ξέρετε, είναι η θρησκεία της πλειοψηφίας, για την ακρίβεια  η εκκλησία της θρησκείας της  πλειοψηφίας και όχι η επίσημη κρατική θρησκεία ή η πολιτειοκρατικά επιβεβλημένη και υποχρεωτική θρησκεία. Ο σκοπός του άρθρου 3 του Συντάγματος – το τονίζω εν παρόδω – δεν είναι να περιορίσει τη θρησκευτική ελευθερία, ο σκοπός ο ιστορικός και κανονιστικός, του άρθρου 3, είναι να κατοχυρώσει τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μόνο για το λόγο αυτό υπάρχει το άρθρο 3 ιστορικά στα Ελληνικά Συντάγματα. Για να κατοχυρωθεί στην αρχή ο τόμος του 1850 και στη συνέχεια και η συνοδική πράξη του 1928 και ο τρόπος συγκρότησης της Ιεράς Συνόδου και τα πολλαπλά εκκλησιαστικά καθεστώτα που υπάρχουν στην ελληνική επικράτεια.

Το τι σημαίνει μάθημα θρησκευτικών ανοικτό, σύγχρονο, θα το ορίσετε εσείς  που έχετε τα τεκμήρια της επιστημονικής και παιδαγωγικής γνώσης. Οι ειδικοί επιστήμονες και παιδαγωγοί αντιλαμβάνονται τι σημασία έχει να αναδειχθεί η ορθόδοξη παράδοση και η σύγχρονη χριστιανική μαρτυρία σε ένα κόσμο πολύπλοκο και απειλητικό που πρέπει να βρει δρόμους προς την καταλλαγή και την ειρηνική συνύπαρξη των θρησκειών και των θρησκευτικών κοινοτήτων, με στόχο την αποτροπή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού που λειτουργεί ως αφετηρία για την διατύπωση ρατσιστικού και ξενοφοβικού λόγου και για την ενθάρρυνση πράξεων βίας.

Άλλωστε η καταδίκη του λόγου μίσους, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας κάθε είδους συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής πρέπει να είναι αντικείμενο ενός μαθήματος δημοκρατικής παιδείας που εξοικειώνει τους μαθητές με τις αρχές και τις πρακτικές του δημοκρατικού πολιτεύματος, του κράτους δικαίου, της πολυφωνίας, της ανεκτικότητας. Η δε ενημέρωση του μαθητή για τα αίτια των πολεμικών συρράξεων όχι μόνο στην Αφρική ή την Ασία αλλά και στην Ευρώπη, στα οποία δυστυχώς συμπεριλαμβάνεται ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, πρέπει να είναι αντικείμενο ενός μαθήματος εισαγωγής στις διεθνείς σχέσεις και την οργάνωση και λειτουργία της διεθνούς κοινωνίας.

Ως νομικός πρέπει να τονίσω ότι σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα εξαίρεσης από το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να μπορεί να ασκείται με απλό και εύκολο τρόπο. Άλλωστε θα ήταν μάταιο να γίνει οτιδήποτε άλλο. Αν μπείτε στη βάση δεδομένων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και βρείτε τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκα, ας πούμε την απόφαση  Folgero  και διαβάσετε προσεκτικά τις σκέψεις 98 και 99, θα δείτε πώς τίθεται το ζήτημα  αυτό ακριβώς. Στη Νορβηγία – το επαναλαμβάνω – επρόκειτο για ένα εξόχως θρησκειολογικό μάθημα που συνδυάζονταν με αρχές φιλοσοφίας και  ηθικής. Όμως και από ένα μάθημα ηθικής υπάρχει δικαίωμα εξαίρεσης, και από ένα μάθημα καθαρά φιλοσοφικού περιεχομένου υπάρχει δικαίωμα εξαίρεσης γιατί κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το δικαίωμα του γονιού και του κηδεμόνα και επί των φιλοσοφικών πεποιθήσεων του παιδιού. Συνεπώς δεν μπορείς να τον δελεάσεις με την «απειλή» της υποκατάστασης, να πεις ότι όχι, θα πας εσύ τώρα και θα παρακολουθείς, την ίδια ώρα, ένα μάθημα ηθικής που θα σου διδάσκει ο φιλόλογος, διότι μπορεί να σου πει ότι εγώ διαφωνώ και με τις αντιλήψεις αυτές.

Είδα την προσπάθεια που κάνει το πρόγραμμα σπουδών να συγκροτήσει ένα μάθημα θρησκειολογικό τουλάχιστον στο λύκειο. Όταν όμως το πρόγραμμα σπουδών ξεκινά με την έννοια της αγιότητας ή με την έννοια της αμαρτίας και εκεί θεμελιώνεται μία ολόκληρη αντίληψη, πόσο θρησκειολογικό μπορείς να πεις ότι είναι το μάθημα αυτό; Εγώ σας λέω 100%. Και 100% να είναι, πάλι  μπορεί να σου πει κάποιος  ότι εγώ ανήκω στην περίπτωση του ανεκδότου, με το οποίο θα κλείσω. Σταματά μία ένοπλη περίπολος  πριν από χρόνια κάποιον στη Βόρεια Ιρλανδία και του λέει, «ψηλά τα χέρια, τί είσαι, καθολικός ή προτεστάντης;» Και λέει αυτός, μέσα στην αγωνία του, «παιδιά, προσοχή είμαι αγνωστικιστής». Και του λένε αυτοί, «εντάξει, αγνωστικιστής, αλλά τί αγνωστικιστής, καθολικός ή προτεστάντης;» Από το μάθημα των θρησκευτικών, ακόμη και το καθαρά θρησκειολογικό, θα μπορούσε να ζητήσει κάποιος εξαίρεση, με βάση το άρθρο 2 του (πρώτου) προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όπως και όποτε και  αν ορίζει την ταυτότητά του.

 

Υποσημειώσεις: 

[1] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Θρησκεία και εκπαίδευση, Αντ. Ν. Σάκκουλας,  1993, Ν-Κ. Χλέπα/Π. Δημητρόπουλου, Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στο χώρο της εκπαίδευσης, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1993, Κ. Χρυσόγονο, Εκπαίδευση και επικρατούσα θρησκεία, ΕΝΟΒΕ, 2000, Αν. Μαρίνο, Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών κατά το Σύνταγμα σε: Θρησκευτική παιδεία και σύγχρονη κοινωνία. Θέσεις και αντιθέσεις, Εν Πλω, 2006, σελ. 107-126. Π. Μαντζούφα, Θρησκεία και εκπαίδευση. Το ιστορικό και συνταγματικό πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης, Book’s Journal, 7/2001. Γενικότερα για την θρησκευτική ελευθερία υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ,  Γ. Κτιστάκις, Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Αντ. Ν. Σάκκουλας.

[2] Βλ. ενδεικτικά J. L. Martínez López-Muñiz, J. De Groof, G. Lauwers (Eds.), Religious Education in Public Schools: Study of Comparative Law, Yearbook of the European Association for Education Law and Policy, Volume II, Springer, 2005. Επίσης International Association for Religious Freedom (IARF), Religious Education in Schools: School Education in Relation with Freedom of Religion and Belief, Tolerance and non-discrimination, 2002.

[3] Για λόγους οικονομίας της παρουσίασης δεν αναφέρομαι εδώ στη θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ούτε στις προβλέψεις της νομοθεσίας (π.χ. άρθρ. 14 παρ. 17 ν. 1566/1985) για τη διδασκαλία των θρησκευτικών σε σχολεία με επαρκή αριθμό μαθητών που ανήκουν στο ρωμαιοκαθολικό δόγμα (π.χ. στα νησιά των Κυκλάδων). Όλες αυτές οι περιπτώσεις προφανώς αναφέρονται σ΄ ένα μάθημα θρησκευτικών με ομολογιακό χαρακτήρα.

[4] Βλ. κυρίως ΣτΕ (Γ΄ Τμ.) 3356/1995 (που αναφέρεται στη δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών και από την υποχρέωση συμμετοχής στη σχολική προσευχή ακόμη και αν αναγράφεται η ιδιότητα του Ορθόδοξου Χριστιανού στο απολυτήριο γυμνασίου ενός μαθητή που ζητά εξαίρεση από τα θρησκευτικά στο λύκειο) και ΣτΕ (Γ΄Τμ.) 2176/1998 (για τις ελάχιστες ώρες διδασκαλίας θρησκευτικών στο αναλυτικό πρόγραμμα).

[5] Βλ. αντί πολλών European Court of Human Rights/Research Division, overview of the Court’s case- law on freedom of religion (επικαιροποίηση 31.10.2013).

[6] Affaire Folgerø et autres c. Norvège, απόφαση της 29 Ιουνίου 2007.

[7] Affaire Valsamis c. Grèce, απόφαση της 18 Δεκεμβρίου 1996.

[8] Affaire Hasan et Eylem Zengin c. Turquie, απόφαση οριστική της 9 Ιανουαρίου 2008.

[9] Αffaire Mansur Yalçın et autres c. Turquie, απόφαση οριστική της 16 Φεβρουαρίου 2015.

[10] ΑΠΔΠΧ 77 Α/2002.

[11] ΑΠΔΠΧ 94/2015.

* Η ομιλία αναρτήθηκε, εδώ:  http://blogs.auth.gr/moschosg/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C/ 


 

Επίμετρο* 

Αρκετούς μήνες μετά την ομιλία αυτή δημοσιεύθηκε η 926/2018 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στο Γενικό Λύκειο. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η υπ’ αριθμόν 143579/Δ2/7.9.16 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος Θρησκευτικά Γενικού Λυκείου» (ΦΕΚ Β΄ 2906/13.9.2016).

Το δημοσιευόμενο εδώ κείμενο της ομιλίας μου μπορεί να θεωρηθεί ως προκαταβολικό σχόλιο στην απόφαση αυτή. Αρκούμαι να σημειώσω την απόλυτη διαφωνία μου με την ερμηνεία του άρθρου 3, αλλά και του προοιμίου του Συντάγματος στην οποία προβαίνει η πλειοψηφία της συγκεκριμένης, περιορισμένης σε αριθμό μελών, σύνθεσης της Ολομέλειας. Τη θέση μου για το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 3, την έννοια του όρου «επικρατούσα θρησκεία», τη συστηματική σχέση του άρθρου 3 με το άρθρο 13 το οποίο παραμένει κανονιστικώς αλώβητο και την άποψή μου για τη σημασία του προοιμίου που παραπέμπει απλώς στην ιστορική και πολιτειακή συνέχεια της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας τις παρουσιάζω στα κείμενα VII.1 και VII.2 που προτάσσονται στον παρόντα τόμο καθώς και στο βιβλίο μου για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας που μνημονεύεται στη γενική βιβλιογραφική σημείωση.

Τη δική μου ανάγνωση της νομολογίας του ΕΔΔΑ ως προς το άρθρο 2 του (Πρώτου) Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών και το δικαίωμα απαλλαγής από αυτή την παρουσίασα μόλις παραπάνω, στην ομιλία μου.

Βασικός κανόνας ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενόψει του άρθρου 28 παράγραφος 1 και 2 του Συντάγματος και προκειμένου να διασφαλίζεται η πρακτική εναρμόνιση των επιμέρους διατάξεων, είναι η σύμφωνη με την ΕΣΔΑ ερμηνεία τους. Η θρησκευτική ελευθερία κατά το άρθρο 13 παράγραφος 1 του Συντάγματος δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως τεκμήριο οριστικής και δογματικά, ηθικά και συμπεριφορικά «πειθαρχημένης» συμμετοχής κάθε προσώπου και των παιδιών του σε μια θρησκευτική κοινότητα, έστω την κρατούσα, γιατί απλούστατα αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν μπορεί να διαθέτει η κρατική εξουσία, ούτε να το συνάγει εμμέσως από την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων που κακώς καταγράφει και συσχετίζει.

Η θέση που επικράτησε στο Δικαστήριο ερμηνεύει τα άρθρα 16 παράγραφος 2 και 13 παράγραφος 1 του Συντάγματος καθώς και το άρθρο 2 του ΠΠΠ με τρόπο τέτοιον που να προκύπτει υποχρέωση του κράτους να οργανώνει για τους χριστιανούς ορθόδοξους μαθητές τη διδασκαλία ομολογιακού μαθήματος Θρησκευτικών, η απαλλαγή από το οποίο δεν επιτρέπεται για όσους ανήκουν στο ορθόδοξο δόγμα. Πολύ περισσότερο που το ορθόδοξο δόγμα συνιστά την επικρατούσα θρησκεία. Επιπλέον η πλειοψηφία θεώρησε ότι η οργάνωση ομολογιακού χαρακτήρα μαθημάτων για τους μαθητές που ανήκουν στο ρωμαιοκαθολικό δόγμα σε περιοχές με σημαντικό καθολικό πληθυσμό, για τους μαθητές που ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και για τους Εβραίους μαθητές συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τα άρθρα 14 και 9 ΕΣΔΑ) σε βάρος των ορθοδόξων μαθητών και των γονέων τους, που έχουν δικαίωμα να διασφαλίζουν την εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους.

Ο συλλογισμός όμως αυτός θα μπορούσε να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι το κράτος πρέπει να διασφαλίζει ομολογιακού χαρακτήρα εκπαίδευση για όσους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές αυτό ζητηθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Και όχι στο συμπέρασμα ότι το κράτος δεν μπορεί να οργανώσει τη διδασκαλία ενός μαθήματος θρησκειολογικού χαρακτήρα, η αποχή από το οποίο πρέπει να είναι ούτως ή άλλως διασφαλισμένη, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Αυτό είναι άλλωστε το κομβικό σημείο: η υποχρεωτικότητα του μαθήματος, που οδηγεί σε αυστηρό έλεγχο της δήλωσης αποχής. Αυτό όμως, όπως είδαμε παραπάνω, δεν είναι δυνατό, γιατί αντιβαίνει στην ΕΣΔΑ, είτε πρόκειται για μάθημα ομολογιακό είτε πρόκειται για μάθημα θρησκειολογικό ή φιλοσοφικό.

Το μεγάλο βέβαια ενδιαφέρον της απόφασης αυτής εντοπίζεται στις μεθοδολογικές παραδοχές της ως προς την ερμηνεία του Συντάγματος, παραδοχές που θα σχολιαστούν με τον αρμόζοντα επιστημονικά τρόπο, καθώς συνιστούν μια εντυπωσιακά συντηρητική υποστροφή της νομολογίας που ελπίζω να μη επιβεβαιωθεί από επόμενες αποφάσεις.

 

* Το Επίμετρο προστέθηκε στο βιβλίο του Ευ. Βενιζέλου «Η Δημοκρατία μεταξύ Ιστορία και Συγκυρία» (εκδόσεις Πατάκη, 2018) 

 


 

Συνέχεια του επιμέτρου** 

 

Η αμφιθυμία της πρόσφατης νομολογίας γύρω από τη θρησκευτική ελευθερία και το  μάθημα των θρησκευτικών - Ο εσωτερικός διάλογος στο ΣτΕ και οι αποκλίσεις από τη νομολογία του  ΕΔΔΑ

 

Α. Οι ΣτΕ ( Ολ ) 1749 και 1750/2019

 

Με τις 1749 και 1750 / 2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ ακυρώθηκαν οι αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας του 2017 με τις οποίες είχαν εγκριθεί τα προγράμματα διδασκαλίας των Θρησκευτικών αφενός μεν στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, αφετέρου δε στο λύκειο. Οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν από Ολομέλεια ευρύτερης σύνθεσης ( 25 μελών μετά ψήφου και 2 πάρεδρων ) σε σχέση με τις   προηγούμενες σχετικές αποφάσεις 660 και 926/2018 που ελήφθησαν από Ολομέλεια περιορισμένης σύνθεσης ( 17 μέρα ψήφου μελών )[1] .  Ακολουθούν όμως, κατά πλειοψηφία, την ίδια ερμηνευτική αντίληψη ως προς το άρθρο 16 παρ. 2 Σ., παρότι λειαίνουν κάπως τη διατύπωση της μείζονος σκέψης. Αποφεύγουν, πιο συγκεκριμένα, να κατηγορήσουν τον κανονιστικό νομοθέτη για προσηλυτισμό επειδή οργάνωσε με τις προσβαλλόμενες πράξεις του ένα μάθημα με θρησκειολογικές  και συγκριτικές διαστάσεις και όχι  ένα αμιγώς ομολογιακό μάθημα απευθυνόμενο αποκλειστικά στους  χριστιανούς ορθόδοξους μαθητές.

Και αυτές συνεπώς οι αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ υιοθετούν, κατά πλειοψηφία, την άποψη ότι από το άρθρο 16 παρ. 2 συνάγεται υποχρέωση της πολιτείας να οργανώνει και παρέχει στους χριστιανούς ορθόδοξους μαθητές, του γυμνασίου και του λυκείου, τη διδασκαλία μαθήματος θρησκευτικών που έχει καθαρό ομολογιακά περιεχόμενο ορθόδοξου χριστιανικού χαρακτήρα. Εφόσον αυτό το διδακτικό περιεχόμενο είναι σαφές και θεολογικά «αμόλυντο» και εφόσον παρέχεται επαρκώς από πλευράς ωρών διδασκαλίας, μπορεί να προστίθενται ως διακεκριμένο τμήμα της ύλης και θρησκειολογικά στοιχεία.

Κρίσιμες  συνταγματικές  διατάξεις  για τη μείζονα σκέψη του Δικαστηρίου είναι, όπως  σημειώθηκε, το άρθρο 16 παρ. 2 που ερμηνεύεται συστηματικά σε συνδυασμό με το προοίμιο ( « Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος ) και τα άρθρα 2 παρ. 1,  3, 5 παρ.1 και 2,  13, και 21 παρ.1 ( η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του κράτους). Για δυο από τις παραπάνω διατάξεις, το άρθρο 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1, η κρατήσασα γνώμη σημειώνει ότι περιλαμβάνονται στον πυρήνα των μη υποκειμένων σε αναθεώρηση διατάξεων κατά το άρθρο 110 παρ.1, άρα επιτείνεται η ερμηνευτική τους  επιρροή.[2]

Οι σχετικές διατάξεις της ΕΣΔΑ ( άρθρα 9 για τη θρησκευτική ελευθερία και 14 για την απαγόρευση διακρίσεων ) και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου ( άρθρο 2 για το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν τη μόρφωση και την εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα «προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις» ) μνημονεύονται σε χωριστή σκέψη. Επιχειρείται όμως στη συνέχεια (σκέψη 16) όχι η σύμφωνη με το άρθρο 2 του ΠΠΠ ερμηνεία του άρθρου 16 παρ. 2 Σ., αλλά  η  ερμηνεία του άρθρου 16 παρ.2 υπό το πρίσμα του προοιμίου,  του άρθρου 3 και της έννοιας της επικρατούσας θρησκείας αλλά  και του άρθρου 21 παρ. 1. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται συνταγματική υποχρέωση σεβασμού της θρησκευτικής συνείδησης (ταυτότητα) του παιδιού που διαμορφώθηκε μέσα στην οικογένεια του, προφανώς σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων του λαμβανομένης  προφανώς υπόψη και της πρακτικής του νηπιοβαπτισμού παρότι αυτό δεν σημειώνεται ρητά. Η διεργασία βεβαίως αυτή μέσα στο συνταγματικά προστατευόμενο κέλυφος της οικογένειας αφορά κάθε πιθανό τύπο οικογένειας και όλες τις πιθανές εκδοχές θρησκευτικών αλλά και φιλοσοφικών πεποιθήσεων με όριο τη δημόσια τάξη και το συμφέρον του παιδιού η  υγεία ή η  ζωή  του οποίοι δεν μπορεί να εκτίθεται σε κίνδυνο λόγω των θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων των γονέων ( πχ άρνηση μετάγγισης αίματος ή εμβολιασμού)[3]. Από το προοίμιο και την κατά το  άρθρο 3 παρ. 1 έννοια της «επικρατούσας θρησκείας» το Δικαστήριο συνάγει το τεκμήριο ότι η συντριπτική πλειονότητα των οικογενειών έχει ενσταλάξει στα παιδιά της τη θρησκευτική συνείδηση του ορθόδοξου χριστιανού. Συνεπώς κατά τη λογική συνεπαγωγή του Δικαστηρίου η θρησκευτική συνείδηση  που το κράτος μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος έχει συνταγματική υποχρέωση να αναπτύσσει είναι αυτή του ορθόδοξου χριστιανού με διασφαλισμένο το δικαίωμα αποχής ( θα δούμε υπό ποιες προϋποθέσεις ) και όπου αυτό είναι αναγκαίο λόγω συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού μαθητών και πρακτικά εφικτό την προσφορά «μειονοτικού» μαθήματος θρησκευτικών.

Η κρατήσασα γνώμη συνεχίζει ερμηνεύοντας  το  άρθρο  2 του ΠΠΠ υπό το πρίσμα της παραπάνω ερμηνείας του άρθρου 16 παρ. 2 Σ. Προβαίνει δηλαδή  σε σύμφωνη με το εθνικό Σύνταγμα ερμηνεία του άρθρου 2 του ΠΠΠ και κατ´επέκταση των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της την αυτονομία  των εννοιών της ΕΣΔΑ και των πρόσθετων πρωτοκόλλων[4].

Πιο συγκεκριμένα, η κρατήσασα γνώμη θεωρεί ότι ο κανονιστικός νομοθέτης υπό τον έλεγχο του δικαστή της συνταγματικότητας, οφείλει να σεβαστεί τη βούληση της συντριπτικής πλειονότητας των γονέων που ανήκουν κατά τεκμήριο στην ορθόδοξη εκκλησία ως εκκλησία της επικρατούσας θρησκείας και προκειμένου να αναπτύξει τη θρησκευτική συνείδηση των τέκνων τους που φοιτούν στα γυμνάσια και τα λύκεια να οργανώσει ένα δογματικά καθαρό, δηλαδή ομολογιακό μάθημα απευθυνόμενο σε  ορθόδοξους χριστιανούς. Ένα μάθημα που να αναπτύσσει την προσχολικά ή και μεταγενέστερα αλλά πάντως «κατ´ οίκον», διαμορφωμένη ορθόδοξη χριστιανική θρησκευτική συνείδηση της πλειονότητας των μαθητών που ανήκουν στο ορθόδοξο δόγμα επειδή το θέλουν οι γονείς τους. Άρα ο δικαστής της συνταγματικότητας και της νομιμότητας των κανονιστικών πράξεων ενεργεί εξ ονόματος της συντριπτικής πλειονότητας που συγκροτούν  οι ορθόδοξοι  χριστιανοί  γονείς  τα δικαιώματα των οποίων - αυτό λέει  η Ολομέλεια - δεν σεβάστηκε ο νομοθέτης, ο τυπικός και στη συνέχεια ο κανονιστικός.

Η κρατήσασα άποψη θεωρεί ότι αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση διασφαλίζει το περιεχόμενο της θρησκευτικής ελευθερίας και πιο συγκεκριμένα της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης των γονέων των μαθητών που ανήκουν στο «επικρατούν» ορθόδοξο δόγμα και το ειδικότερο δικαίωμά τους που προβλέπεται ρητά στο άρθρο 2 του (Πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση των παιδιών τους με βάση τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις. Ενώ μάλιστα από το άρθρο 1 του ΠΠΠ δεν συνάγεται δικαίωμα του κάθε γονέα να αξιώνει από το κράτος την οργάνωση και προσφορά μαθήματος για το παιδί του που να ανταποκρίνεται στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις του[5], το ΣτΕ θεωρεί  ότι από το άρθρο 16 παρ. 2 Σ. συνάγεται υποχρέωση του κράτους να οργανώνει και να προσφέρει μάθημα θρησκευτικών σύμφωνο με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία.

Το ΣτΕ με τις σχολιαζόμενες αποφάσεις προφανώς εκλαμβάνει ότι εκφράζει τη βούληση των γονέων που τεκμαίρονται ως ορθόδοξοι χριστιανοί, το τεκμήριο όμως αυτό μπορεί, σε μια δημοκρατική πολιτεία, να το επικαλεστεί πρωτίστως ο νομοθέτης όταν πρόκειται για κρατική λειτουργία, εκτός και αν προβληθεί ισχυρισμός παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έστω ενός γονέα που παρεμποδίζεται στην άσκηση του δικαιώματος αποχής του παιδιού του από μάθημα που δεν συνάδει με τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές του πεποιθήσεις. Ο δικαστής στην περίπτωση αυτή καλείται να προστατεύσει τη μειονότητα ή ακόμη και  ένα άτομα στο πλαίσιο μιας έννομης τάξης όχι μόνο δημοκρατικής αλλά και φιλελεύθερης και δικαιοκρατικής.

Διατυπώνεται μάλιστα και επάλληλη αιτιολογία της πλειοψηφίας που βασίζεται στην αρχή της θρησκευτικής ισότητας, η οποία  παραβιάζεται - αυτό είχε διατυπωθεί και στις ΣτΕ (Ολ) 660 και 926/2018 - όταν για τους Εβραίους, Μουσουλμάνους ή Ρωμαιοκαθολικούς μαθητές οργανώνεται (υπό προϋποθέσεις) ομολογιακού χαρακτήρα μάθημα, ενώ το αντίστοιχο δεν διασφαλίζεται για την πλειοψηφία των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών. Πρόκειται όμως για συγκρίσιμες καταστάσεις; Η μεταχείριση θρησκευτικών μειονοτήτων (το εντοπίζει και μια από τις μειοψηφούσες γνώμες) επιβάλλει στην Πολιτεία να συνεκτιμήσει και άλλες παραμέτρους εκτός από τις επιστημονικές και παιδαγωγικές επιλογές ως προς το χαρακτήρα ενός μαθήματος που απευθύνεται στη συντριπτική πλειονότητα. Οι παράμετροι δε αυτές μπορεί να οδηγήσουν στην εισαγωγή μέτρων affirmative action υπέρ των θρησκευτικών μειονοτήτων[6]. Στο εσωτερικό άλλωστε της πλειονότητας όσοι επιθυμούν να κάνουν πιο εντατική άσκηση της θρησκευτικής τους ελευθερίας διαθέτουν τη θεσμική εγγύηση η Ορθόδοξη Εκκλησία να είναι η εκκλησία της «επικρατούσας θρησκείας», να έχει τη μορφή  ΝΠΔΔ,  με κρατικά αμοιβόμενους θρησκευτικούς λειτουργούς, που οργανώνει ελεύθερα και με όλα τα αναγκαία μέσα τις κατηχητικές της δράσεις όχι ως κρατικές αλλά ως εκκλησιαστικές. 

Από την άλλη πλευρά, το ΣτΕ  θέλει να σεβαστεί τη  νομολογία του ΕΔΔΑ και το άρθρο 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και αναγνωρίζει το δικαίωμα σε εύκολη και, όπως θεωρεί,   «απροϋπόθετη» δήλωση αποχής από το μάθημα των Θρησκευτικών με μόνη την επίκληση λόγων  θρησκευτικής συνείδησης και με την παρότρυνση στον νομοθέτη να οργανώνεται «ισότιμο» μάθημα ( πχ  ηθικής ) εάν συγκεντρώνεται επαρκής αριθμός μαθητών[7]. Είναι προφανές ότι πρόθεση της πλειοψηφίας των σχολιαζόμενων αποφάσεων  είναι να  αποκρούσει  την υποχρέωση υποβολής υπεύθυνης δήλωσης ( με ότι αυτό σημαίνει από πλευράς πιθανής ποινικής ευθύνης )  των γονέων ανηλίκου μαθητή ή του ίδιου του ενηλίκου μαθητή ότι δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος προκειμένου να απέχει από ένα ομολογιακό μάθημα θρησκευτικών. Μια παρόμοια προϋπόθεση παραβιάζει προδήλως το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία περί  προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Όπως όμως θα δούμε ακόμη και η επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης χωρίς ρητή δήλωση ότι ( ο γονέας και κατ´ακολουθία) ο  μαθητής δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος, χωρίς τον νομικό τύπο της υπεύθυνης δήλωσης και χωρίς έλεγχο της ακρίβειας της δήλωσης  από τη σχολική διοίκηση, συνιστά παραβίαση της αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας γιατί είναι υποχρεωτική δημόσια δήλωση περί των θρησκευτικών πεποιθήσεων.

 

Β. Η ΑΠΔΠΧ 28/2019

Αυτή την παρατήρηση διατύπωσε η ΑΠΔΠΧ με την απόφαση της 28/2019, σε συνέχεια προηγούμενων αποφάσεων της ( 77Α/ 2002, 94/2015)  για συναφή θέματα που ήσαν επίσης σαφείς και κατηγορηματικές και σε αρμονία με τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Ακόμη όμως και η επίκληση λόγων «συνείδησης» ( και όχι ρητά  «θρησκευτικής συνείδησης»)  που υποδεικνύει η ΑΠΔΠΧ, όταν το ζήτημα για το οποίο γίνεται επίκληση της ρήτρας συνείδησης είναι η αποχή από το μάθημα των θρησκευτικών συνιστά παραβίαση της αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας. Υπό  τις συγκεκριμένες περιστάσεις η δήλωση που επικαλείται λόγους συνείδησης έστω και γενικά   διατυπωμένη συνιστά καταγραφή και επεξεργασία ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου που αφορά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

 

Γ. Η ΣτΕ (Ολ ) 1759/ 2019

Είναι από την άποψη αυτή πιο καθαρή η ερμηνευτική επιλογή που κάνει -  και μάλιστα ομόφωνα - η ΣτΕ (Ολ ) 1759/ 2019 με την οποία ακυρώθηκε η κανονιστική πράξη του Υπουργού Παιδείας για την αναγραφή του θρησκεύματος στα πιστοποιητικά σπουδών  του γυμνασίου. Η Ολομέλεια του ΣτΕ με την απόφασή της αυτή έκρινε ότι όχι μόνο η υποχρεωτική αλλά και η προαιρετική εγγραφή, άρα και μόνη η ύπαρξη σχετικού πεδίου στα σχετικά έγγραφα, παραβιάζει την προστατευόμενη στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ θρησκευτική ελευθερία (θετική και αρνητική), τη θρησκευτική ισότητα και τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους ως θεσμική εγγύηση που τις περιβάλλει, αλλά και την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων.

Η ΣτΕ ( Ολ)  1759 / 2019 και οι ΣτΕ (Ολ)  1749-1750/2019 δημοσιεύθηκαν την ίδια ημέρα ( 20.9.2019 ) έχουν όμως ληφθεί από διαφορετικές συνθέσεις του ίδιου σχηματισμού. Συνιστούν συνεπώς πολύ ενδιαφέρον δείγμα του ερμηνευτικού και νομολογιακού σχετικισμού που συνάπτεται, ως εγγύηση εξέλιξης και ελευθερίας,  με το κράτος δικαίου και ειδικότερα με τον διάχυτο, συγκεκριμένο και παρεμπίπτοντα (τύποις τουλάχιστον) χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας. Την ίδια βεβαίως ώρα - ας μου επιτραπεί η παρένθεση -  διατηρούνται οι αυστηρές νομοθετικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ που θέτουν ως φραγμό επί του παραδεκτού την σταθερότητα της νομολογίας του ΣτΕ και των διοικητικών δικαστηρίων.

Όπως πάντως σημειώθηκε, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ δικαίωμα αποχής  διασφαλίζεται από το άρθρο 2 του ΠΠΠ ακόμη και όταν το μάθημα έχει θρησκειολογικό, φιλοσοφικό ή μικτό χαρακτήρα. Άρα ούτε το τυχόν «ισότιμο» μάθημα μπορεί να είναι υποχρεωτικό χωρίς δυνατότητα αποχής. Το δικαίωμα αποχής διασφαλίζεται μάλιστα όχι μόνο για όσους είναι άθεοι, αγνωστικιστές, πιστοί, οπαδοί ή μέλη άλλου χριστιανικού δόγματος ή άλλης θρησκείας αλλά και για όσους είναι κατά την αντίληψή τους μέλη της ορθόδοξης εκκλησίας, αλλά  θέλουν να έχουν χαλαρή ή επιλεκτική σχέση με αυτή ή δεν θέλουν να δηλώσουν τίποτα ως προς τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις. 

 

Δ. Η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Παπαγεωργίου και άλλοι κατά Ελλάδος

 

Λίγες εβδομάδες μετά τη δημοσίευση τόσο της ΣτΕ ( Ολ .) 1749/2019 όσο και της ΣτΕ (Ολ. ) 1759 / 2019, δημοσιεύθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Παπαγεωργίου και άλλοι κατά Ελλάδος της 31.10.2019 που κατέστη οριστική στις 31.1.2020. Το ΕΔΔΑ επιβεβαιώνει τη σταθερή νομολογία του ως προς το μάθημα των θρησκευτικών. Στη διαδικασία υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις η National Secular  Society, το Ελληνικό Παρατηρητήριο Συμφωνιών Ελσίνκι και το ΕΛΙΑΜΕΠ. Το Δικαστήριο επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι «το κράτος απαγορεύεται να επιδιώκει τον στόχο της κατήχησης  που μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν σέβεται τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων» ( σκέψη 75). Και ότι  η υποχρέωση υποβολής υπεύθυνης δήλωσης από τους γονείς στην οποία θα αναφέρεται ότι το παιδί τους δεν είναι ορθόδοξος χριστιανός, σε συνδυασμό μάλιστα με την αναγραφή του θρησκεύματος στα πιστοποιητικά σπουδών, συνιστά απαράδεκτο βάρος για τους γονείς που τους εκθέτει σε  κίνδυνο αποκάλυψης ευαίσθητων πτυχών της προσωπικής τους ζωής ( σκέψεις 85-88). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 2 του ΠΠΠ υπό τα νομοθετικά , διοικητικά και νομολογιακά δεδομένα που αφορούσαν την υπόθεση.

 

Ε. Εκκρεμή ζητήματα που προκύπτουν  από τον εσωτερικό διάλογο στο ΣτΕ  και τη νομολογία του ΕΔΔΑ

 

Στο στάδιο συνεπώς που βρίσκεται σήμερα η σχετική νομοθεσία και κυρίως η νομολογία αφενος μεν του ΣτΕ  αφετέρου δε του ΕΔΔΑ , τα  ζητήματα που πρακτικώς τίθενται είναι, νομίζω, τα εξής : 

Πρώτον, η διασφάλιση της δυνατότητας απαλλαγής όποιου ανηλίκου μαθητή το ζητούν οι γονείς του ( οι ασκούντες τη γονική μέριμνα ) ή όποιου ενηλίκου μαθητή το ζητά ο ίδιος, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση: χωρίς ούτε καν επίκληση λόγων  συνείδησης ή πολύ περισσότερο θρησκευτικής συνείδησης. Η δήλωση μπορεί να γίνεται σε οποιαδήποτε τάξη ανεξάρτητα από το αν ο μαθητής είχε παρακολουθήσει το μάθημα σε προηγούμενη τάξη ή θελήσει να το παρακολουθήσει σε επόμενη. 

Δεύτερον, αν οργανωθεί και παρασχεθεί ως εναλλακτική λύση για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το μάθημα των θρησκευτικών ένα «ισότιμο» μάθημα ηθικής ή φιλοσοφίας ή θρησκειολογίας με στοιχεία πχ κοινωνικής ανθρωπολογίας και ιστορίας της τέχνης και πάλι μπορεί να τεθεί ζήτημα κατά το άρθρο 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και το εκεί κατοχυρωμένο δικαίωμα των γονέων να εκπαιδεύεται το παιδί τους ( και πολύ περισσότερο κάθε ενήλικας ) με βάση όχι μόνο τις  θρησκευτικές αλλά και τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις. Συνεπώς ένα παρόμοιο «ισότιμο» μάθημα πρέπει να εναρμονίζεται με τις εγγυήσεις της πολυφωνίας και της θρησκευτικής και φιλοσοφικής ουδετερότητας του κράτους.  Άρα δεν μπορεί  να θεωρηθεί ως «τελική»  λύση η νομοθετική και κανονιστική  συμμόρφωση προς τις ΣτΕ ( Ολ.) 1749-1750 / 2019 και η οργάνωση ενός ομολογιακού μαθήματος των θρησκευτικών σε όλες μάλιστα τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Τα εκκρεμή ζητήματα είναι πρακτικά είναι όμως και ερμηνευτικά. Αφορούν τη μέθοδο και κυρίως τους κανόνες ερμηνείας του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Τα ζητήματα αυτά τα θέτει η νομολογία του ΕΔΔΑ αλλά και ο εσωτερικός διάλογος στο ΣτΕ. Είδαμε ήδη την ταυτόχρονη δημοσίευση δυο αποφάσεων της Ολομέλειας ( 1749 και 1759 / 2019 ) καταφανώς διαφορετικής αντίληψης ως προς την ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων του Συντάγματος. Στην 1759/2019 δεν γίνεται καν αναφορά στο προοίμιο και στο άρθρο 3. Το άρθρο 13  ερμηνεύεται σε αρμονία προς τα άρθρα 9 και 14 της ΕΣΔΑ, με επίκληση της ερμηνευτικής επίτασης που παρέχει η συμπερίληψη του άρθρου 13 παρ. 1 στον πυρήνα των μη αναθεωρούμενων διατάξεων του άρθρου 110 παρ. 1, αλλά χωρίς συσχέτιση με το  άρθρο 3 και πολύ περισσότερο το προοίμιο. Στην ΣτΕ (Ολ) 1749/2019 διατυπώθηκαν εκτός από την κρατήσασα γνώμη, ενδιαφέρουσες γνώμες αφενός μεν ειδικότερες και συγκλίνουσες με την πλειοψηφία, αφετέρου δε μειοψηφούσες.

Η πρώτη συγκλίνουσα με την πλειοψηφία γνώμη εξαγγέλει τους κανόνες ερμηνείας που ακολουθεί: Την τυπική ισοδυναμία των συνταγματικών διατάξεων ( υπέρ ίσως  του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 3 σε σχέση με το μη υποκείμενο σε αναθεώρηση άρθρο 13 παρ. 1 ) και την ερμηνεία του Συντάγματος σε αρμονία προς την ΕΣΔΑ. Η γνώμη αυτή αποκλείει όχι μόνο τον κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών αλλά και τον χαρακτήρα του ως «δογματική  ομολογία πίστεως».

Η δεύτερη συγκλίνουσα με την πλειοψηφία γνώμη αποκλείει επίσης τον κατηχητικό αλλά και τον θρησκειολογικό χαρακτήρα του μαθήματος και θεωρεί αυτονόητο τον μη υποχρεωτικό του χαρακτήρα.

Η βασική μειοψηφούσα γνώμη επιμένει σε ένα μάθημα αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό, όχι κατηχητικού χαρακτήρα, που μπορεί να απηχεί όμως τις θέσεις της επικρατούσας θρησκείας,  εφόσον προβλέπεται διαδικασία  απαλλαγής που δεν παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία των μαθητών. Σε αυτό το μάθημα επιβάλλεται να συμπεριλαμβάνονται θρησκειολογικά, φιλοσοφικά ή αλλά στοιχεία. Κρίσιμη είναι και η αντίληψη που δηλώνει η βασική  μειοψηφούσα γνώμη ως προς τον οριακό χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου της  συνταγματικότητας του σχετικού τυπικού νόμου, ενώ οι ουσιαστικές εκτιμήσεις και οι παιδαγωγικές επιλογές της κανονιστικής διοίκησης εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου.

Η δεύτερη μειοψηφούσα γνώμη αντικρούει την αντίληψη της κρατήσασας γνώμης ως προς το κανονιστικό περιεχόμενο και την ερμηνευτική επιρροή  του προοιμίου και του άρθρου 3 Σ., θεωρεί ότι ο όρος «θρησκευτική συνείδηση» στο άρθρο 16 παρ. 2 έχει περιεχόμενο ταυτόσημο με αυτό που έχει ο ίδιος όρος στο άρθρο 13 παρ.1 και όχι με αυτό που έχει όρος «επικρατούσα θρησκεία» στο άρθρο 3. Επιμένει ότι υποκείμενο του άρθρο 16 παρ. 2 είναι  όλοι οι Έλληνες και όλοι οι ευρισκόμενοι στην ελληνική επικράτεια και όχι μόνο όσοι ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία.  Καταλήγει συνεπώς στη θέση ότι η πολιτεία, στο πλαίσιο της θρησκευτικής ουδετερότητας και αμεροληψίας, οφείλει να οργανώσει ένα μάθημα που απαγορεύεται να είναι κατηχητικό και δεν είναι υποχρεωτικό να είναι ομολογιακό. Ένα μάθημα πολυφωνικό και αξιολογικά ουδέτερο. Για παράδειγμα, ένα μάθημα  κατά βάση θρησκειολογικό με ιδιαίτερη έμφαση στην επικρατούσα θρησκεία.

Η τρίτη μειοψηφούσα γνώμη υπογραμμίζει ότι τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 , 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση κατά το άρθρο 110 παρ. 1 Σ. και προτείνει την υπό το πρίσμα τους ερμηνεία του άρθρου 16 παρ. 2 . Υπό την έννοια αυτή το ίδιο το Σύνταγμα επιτάσσει, κατά τη γνώμη αυτή, τον θρησκειολογικό χαρακτήρα του μαθήματος χωρίς όμως ευχέρεια απαλλαγής . Είδαμε όμως ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ θέλει να διασφαλίζεται η δυνατότητα απαλλαγής ακόμη και από ένα τέτοιο μάθημα  εφόσον τίθεται ζήτημα θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων.

Από τα ζητήματα που θέτουν οι μειοψηφούσες γνώμες, ιδιαίτερη σημασία  νομίζω ότι έχει το ζήτημα της οριοθέτησης του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας και  του ακυρωτικού ελέγχου της νομιμότητας  μιας κανονιστικής διοικητικής πράξης επιστημονικού και παιδαγωγικού, άρα «τεχνικού» περιεχομένου για το curriculum της διδασκαλίας ενός μαθήματος στο δημοτικό, το γυμνάσιο και το λύκειο[8]. Το Υπουργείο Παιδείας συγκρότησε επιτροπή από ειδικούς επιστήμονες και παιδαγωγούς  - θεολόγους εν προκειμένω. Διεξήχθη διάλογος πρωτίστως με την Εκκλησία της Ελλάδος και διαμορφώθηκε ένα πρόγραμμα θεολογικά και παιδαγωγικά «σύγχρονο» και «προοδευτικό» σε αντίθεση με «παραδοσιακές» ή «συντηρητικές» απόψεις, χωρίς η Εκκλησία να θεωρήσει, στη φάση εκείνη, ότι υπάρχει δογματική απόκλιση ή παραποίηση εκδηλώνοντας επισήμως τέτοιου επιπέδου αντιδράσεις. Είναι προφανώς άλλο οι επίσημες αντιδράσεις της Εκκλησίας και άλλο οι αντιδράσεις ενός σωματείου θεολόγων που συγκρούεται με άλλο σωματείο θεολόγων γύρω από θεολογικές ή παιδαγωγικές αντιλήψεις ή  οι  ατομικές αντιδράσεις ορισμένων επισκόπων.  Άλλωστε πρόκειται για μάθημα του δημοσίου σχολείου ( συμπεριλαμβανομένων και των ιδιωτικών που λειτουργούν υπό κρατική εποπτεία ) και όχι για κατήχηση ως θρησκευτική και πιο συγκεκριμένα εκκλησιαστική δραστηριότητα. Η πλειοψηφία της Ολομέλειας στην ΣτΕ 1749/2019 φέρεται να έχει θεολογική γνώση, ορθόδοξη πίστη και ομολογιακή ή ακόμη και κατηχητική ευαισθησία μεγαλύτερη από τις Θεολογικές Σχολές, τις εκκλησιαστικές οντότητες της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου (που εκφράζονται από αυτό) στην ελληνική επικράτεια και από την επιτροπή ειδικών που συγκρότησε το αρμόδιο Υπουργείο.

Αξίζει νομίζω να τεθεί το ακόλουθο ερώτημα: Το  ΣτΕ μπορεί να ελέγξει, με παρόμοια ερμηνευτική προσέγγιση, το πρόγραμμα όλων των μαθημάτων που συνδέονται  με την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης που προβλέπεται, όπως και η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, ως σκοπός της εκπαίδευσης στο άρθρο 16 παρ. 2 Σ; Τα φιλολογικά και ιστορικά μαθήματα, η διδασκαλία των στοιχείων του δημοκρατικού πολιτεύματος, η θεματολογία της έκθεσης ιδεών ή κάθε νεωτέρου μαθήματος που υποκαθιστά την έκθεση  είναι όλα τμήματα του σχολικού προγράμματος  ιδιαιτέρως κρίσιμα από την άποψη αυτή. Μπορεί άραγε με αίτηση ακυρώσεως να προβληθούν λόγοι σχετικοί με την απουσία, την υποβάθμιση ή την εσφαλμένη προσέγγιση κεφαλαίων της ελληνικής ή ευρωπαϊκής ιστορίας ή πτυχών του εθνικού αφηγήματος  και να ζητηθεί η ακύρωση  των  σχετικών  κανονιστικών  πράξεων  του Υπουργού Παιδείας;

Το ερώτημα αυτό αναδεικνύει το αδιέξοδο ενός τόσο εντατικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας στο όνομα της ομολογιακής καθαρότητας που υπερβαίνει ακόμη και το σημείο της εκ των πραγμάτων  ισορροπίας  μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας  ως προς τη διδασκαλία των Θρησκευτικών. Παραμένουν συνεπώς  ακόμη ανοικτά πολλά κρίσιμα  προβλήματα ερμηνείας των άρθρων 3, 13, 16 παρ.2 του Συντάγματος υπό το πρίσμα  της ΕΣΔΑ και του άρθρου 2 του ΠΠΠ. –

 

Υποσημειώσεις: 

[1] Το παρόν σχόλιο αποτελεί συνέχεια μιας πιο συστηματικής παρουσίασης των απόψεων μου για το μάθημα των θρησκευτικών  υπό τον τίτλο « Το μάθημα των θρησκευτικών και ο δημόσιος χώρος - Το συνταγματικό και διεθνές νομικό πλαίσιο της διδασκαλίας των θρησκευτικών και το δικαίωμα εξαίρεσης από αυτή» που περιλαμβάνεται στο: Ευάγγελος Βενιζέλος, Η Δημοκρατία μεταξύ Ιστορίας και συγκυρίας, εκδόσεις Πατάκη, 2018, σελ. 459 επ., όπου και επίμετρο για τον σχολιασμό της ΣτΕ (Ολ.) 926/2018 καθώς και περαιτέρω υπομνηματισμός. Από τα σχόλια που προκάλεσαν οι ΣτΕ (Ολ. ) 660 και 926/2018 βλ. Ν. Ρόζος, Το μάθημα των θρησκευτικών. Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις της ΟλΣτΕ 660 και 926/2018, ΔτΑ, 77, 2018, σελ. 523 επ. όπου και ειδική αναφορά στον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η Ολομέλεια που έλαβε τις αποφάσεις αυτές σε σύγκριση με τον τρόπο συγκρότησης της όταν εξέδωσε συναφείς αποφάσεις στο παρελθόν, όπως η 2285/2001

[2] Η κατ´επανάληψη αναφορά της κρατήσασας και των συγκλινουσών γνωμών, αλλά και των μειοψηφιών της ΣτΕ ( Ολ.) 1749/2019, όπως και της ομόφωνης ΣτΕ ( Ολ.) 1759/2019 στην ερμηνευτική σημασία που έχει η ένταξη ορισμένων συνταγματικών διατάξεων στον μη υποκείμενο σε αναθεώρηση πυρήνα του άρθρου 110 παρ.1, με φέρνει με χαρά  πολλά χρόνια πίσω, στην επί υφηγεσία πραγματεία μου, Ευάγγελος Βενιζέλος, Τα όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος 1975, εκδόσεις Παρατηρητής, 1984, σελ. 178 επ. (Η ερμηνευτική σημασία του άρθρου 110 παρ.1 και η χρήση του από τη νομολογία).

[3] Βλ. ενδεικτικά, Γεώργιο Γεωργόπουλο, Η άρνηση μετάγγισης αίματος ως αντίρρηση συνείδησης και ως στοιχείο πολιτιστικού πλουραλισμού, ΤοΣ, 1/2017, σελ. 91 επ. που αναφέρεται στην προστασία των ανηλίκων από τέτοιου είδους αντιρρήσεις  συνείδησης των γονέων ή των ασκούντων την επιμέλεια.

[4] Βλ. Λ.- Α . Σισιλιάνος, Εισαγωγή, σελ 6-7 και τους αναφερόμενους στην υποσημείωση 33 , σε Λίνος - Αλέξανδρος Σισιλιάνος ( διεύθ.) Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ´άρθρο, 2η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017

[5] ECtHR, Case of Papageorgiou and Other v. Greece, final, 31.1.2020, σκέψη 76

[6] Βλ. Γιώργος Γεραπετρίτης, σχόλια στο άρθρο 116, σε Φ. Σπυρόπουλος / Ξ. Κοντιάδης / Χ. Ανθόπουλος / Γ. Γεραπετρίτης ( εκδ.), Σύνταγμα. Κατ´άρθρο ερμηνεία, εκδόσεις Σάκκουλα, 2017 ,σελ. 1793 επ., G. Gerapetritis, Afirmative action policies and judicial review worldwide, jus Gentium Series Comparative Perspectives on Law and Justice , no. 43 , 2015 , S.-I. Koutnatzis, Affirmative action in education: The trust  and honesty perspective , TFCLCR , 2002 .187

[7] Επειδή όμως το άρθρο 2 του ΠΠΠ προστατεύει όχι μόνο τις θρησκευτικές αλλά και τις φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων ζήτημα αποχής μπορεί να τεθεί και σε περίπτωση ενός «ισότιμου» προς το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών μαθήματος «ηθικού» ή φιλοσοφικού περιεχομένου. Βλ. ECtHR, Folgero et autres c. Norvège, της 29.6.2007 ( σκέψεις 98-99). Πιο αναλυτικά, Ευάγγελος Βενιζέλος, οπ. ( υποσημείωση 1 )

[8] Προβληματισμός απολύτως συναφής με αυτόν που προκάλεσε τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση. Βλ. Ευάγγελος Βενιζέλος, Η οικονομική κρίση ως δικανική πρόκληση. Η καμπύλη του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των «μνημονιακών» μέτρων, εκδόσεις Σάκκουλα, 2020 

 

** Η Συνέχεια του Επιμέτρου προστέθηκε στις 26.3.2020 

 

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΠολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016