Αθήνα 8 Απριλίου 2016

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στο 2o Banking Forum,
με θέμα: «Προς ένα αποτελεσματικότερο τραπεζικό σύστημα: στρατηγικές, σχέδια, προοπτικές» στη Μεγάλη Βρετανία
 

Ευχαριστώ πάρα πολύ τους οργανωτές, το Capital.gr, τον κ. Τσομώκο, για την πρόσκληση και για την ευκαιρία που μου δίνουν.  Ευχαριστώ την καθεμία και τον καθένα από τους αγαπητούς φίλους που είναι εδώ και μας παρακολουθούν.  Μνημονεύω ιδιαιτέρως τους κυρίους Πρέσβεις που επέδειξαν ενδιαφέρον για τη σημερινή συνάντηση.

Θα συμφωνήσω με τη δομή της παρουσίασης του κ. Δραγασάκη γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα πολιτικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία κινείται η χώρα, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση γενικότερα, είναι αυτά που καθορίζουν τη μοίρα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.  Υπό την έννοια αυτή έχει πράγματι πολύ μεγάλη σημασία να δούμε ποια είναι η πολιτική συγκυρία κι αν είναι θεραπεύσιμη η κρίση εμπιστοσύνης στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Δραγασάκης.  Γιατί, πράγματι, όταν μιλούμε για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, για την πίστη στην οικονομία, πρέπει να δούμε εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις μιας πίστης στην κοινωνία και μιας πίστης στο πολιτικό σύστημα, δηλαδή σε αυτό που λέγεται ευρύτερα κράτος.  Το κράτος δεν είναι ένας διοικητικός μηχανισμός, είναι μία συμπύκνωση κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων, είναι η οντότητα που ρυθμίζει τη ζωή ενός έθνους και την προοπτική μιας εθνικής οικονομίας μέσα στα πολύ σκληρά συμφραζόμενα του ευρωπαϊκού και του διεθνούς πολιτικού και οικονομικού γίγνεσθαι.

Η συγκυρία είναι πάρα πολύ βαριά και η δυσπιστία διογκώνεται, διότι υπάρχει μία κρίση νομιμοποίησης που προκύπτει από τη γενετική αντίφαση της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας.  Οι πυλώνες επάνω στους οποίους βασιζόταν η κυβερνητική αφήγηση έχουν προ πολλού καταρρεύσει.  Κατέρρευσε η βασική υπόσχεση μίας άλλης οικονομικής πολιτικής, ανώδυνης, φιλικής προς τους πολίτες, χωρίς Μνημόνιο, χωρίς καταναγκασμούς, χωρίς μέτρα λιτότητας.  Και κατέρρευσε παταγωδώς με την υποταγή της χώρας μας στους εταίρους και με την υπαγωγή σε ένα τρίτο Μνημόνιο που τον Ιανουάριο του 2015 δεν ήταν καθόλου μα καθόλου αναγκαίο με αυτούς τους όρους.

Κατέρρευσε ο δεύτερος πυλώνας μίας «πατριωτικής» –και χρησιμοποιώ τον όρο εντός εισαγωγικών– «υπερήφανης» διαπραγμάτευσης και για την οικονομία, αλλά και για την εξωτερική πολιτική.  Έγινε μία ατυχέστατη διασύνδεση θεμάτων, όπου διασυνδέθηκε η διαπραγμάτευση για το Μνημόνιο με τη διαπραγμάτευση για το προσφυγικό με την προοπτική μίας μεγάλης και εντυπωσιακής παρέμβασης στο χρέος, που την ήθελε η Κυβέρνηση αρχικά μονομερή, την ήθελε τελείως διαφορετική από αυτή στην οποία βεβαίως θα καταλήξει, που είναι η απλή εφαρμογή των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση έναντί μας ήδη από το Μάρτιο του 2012 και το επανέλαβε το Νοέμβριο του 2012. Δηλαδή το συμπλήρωμα στη μεγάλη, την πρωτοφανή παρέμβαση στο χρέος που έγινε το Μάρτιο του 2012, όχι απλά και μόνο με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα –το γνωστό PSI– αλλά και με ένα πολύ μεγαλύτερο και πολύ εντυπωσιακότερο OSI, Official Sector Involvement, το οποίο έχει προκαλέσει μία ανακούφιση χρέους η οποία, σε όρους παρούσας αξίας, είναι εντυπωσιακή όπως και αν την υπολογίσει κανείς.  Την ερχόμενη Τρίτη, ο Κύκλος Ιδεών, ekyklos.gr , οργανώνει μία δημόσια διεθνή συζήτηση για το θέμα αυτό, θα δούμε ότι υπάρχουν απόψεις που παρουσιάζουν τον όγκο του εναπομείναντος ελληνικού δημοσίου χρέους σε όρους παρούσας αξίας μεταξύ 28% του ΑΕΠ, που είναι η πιο ριζοσπαστική θεώρηση και 98% του ΑΕΠ που είναι μία πολύ συντηρητική πανεπιστημιακή γερμανική θεώρηση, η οποία δημοσιεύθηκε πριν από λίγες εβδομάδες στα έγγραφα του Brookings Institution στην Ουάσινγκτον.

Άρα, αντιλαμβάνεστε ότι αυτή η κρίση νομιμοποίησης επηρεάζει συνολικά την κοινωνία, τον δείκτη αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας. Διογκώνεται ο δείκτης απαισιοδοξίας και ο καθένας μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα «πότε ήταν καλύτερη η κατάσταση;».  Ήταν καλύτερη η κατάσταση το Δεκέμβριο του 2014 ή σήμερα, 16 μήνες μετά;  Ήταν καλύτερη η κατάσταση το Μάιο του 2014, μετά την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωπαϊκές εκλογές, ή τώρα, σχεδόν 20 μήνες αργότερα;  Αυτή η σύγκριση βεβαίως αποτυπώνεται αριθμητικά, διότι εσείς ξέρετε καλύτερα από εμένα πως η χρηματιστηριακή αξία των ελληνικών συστημικών τραπεζών στις 30 Μαΐου του 2014 είχε φτάσει τα 35 δισεκατομμύρια και ως εκ τούτου, η αξία του χαρτοφυλακίου τραπεζικών μετοχών του ΤΧΣ είχε φτάσει τα 25 δισεκατομμύρια Ευρώ στις 30 Μαΐου του 2014, μετά τις ευρωπαϊκές εκλογές, με έναν δείκτη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών για τις τραπεζικές μετοχές που έφθανε τις 1.250 μονάδες. Και σήμερα μιλάμε για μία συνολική κεφαλαιοποίηση, μετά τη συμμετοχή του ΤΧΣ στην τρίτη κεφαλαιοποίηση, μετά από δύο μεγάλες συμμετοχές ξένου ιδιωτικού και ελληνικού ιδιωτικού κεφαλαίου που ξεπερνούν τα 16 δισεκατομμύρια, η οποία είναι περίπου 8 δισεκατομμύρια και σε έναν δείκτη χρηματιστηριακών μετοχών, στο Χρηματιστήριο, που είναι 34 μονάδες σε σχέση με τις 1.250.

Βεβαίως, δε θα σας μιλήσω για έναν δείκτη 45.000 μονάδων του 2001 αλλά για μία πορεία εντός κρίσης και καθ’ οδόν προς την έξοδο από την κρίση, την οποία πλησιάζαμε το Δεκέμβριο του 2014.  Πρέπει να μιλήσουμε πολύ σοβαρά και με ειλικρίνεια για το ποια είναι η επίπτωση της περιόδου από τις 25 Ιανουαρίου 2015  και μετά στην ελληνική πραγματική οικονομία, στην κοινωνία, στην πολιτική ζωή και τελικά στο τραπεζικό σύστημα.

Όλα αυτά βέβαίως δεν πρέπει να αποσπούν την προσοχή μας από τα αμιγώς πολιτικά ζητήματα.  Ήμουν από αυτούς που παρακάλεσαν την Κυβέρνηση να μη επιμείνει στη διασύνδεση των θεμάτων, να μη επιμείνει στη διασύνδεση των θεμάτων για έναν πάρα πολύ απλό λόγο, γιατί διαπραγμάτευση για το χρέος, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται να γίνει.  Το συμπλήρωμα των παραμετρικών αλλαγών θα έρθει ούτως ή άλλως και θα είναι μία σημαντική μείωση σε παρούσα αξία, αλλά δεν εξαρτάται από τίποτα άλλο παρά μόνον από το να είμαστε εμείς συνεπείς στις διεθνείς μας υποχρεώσεις.  Τίποτα άλλο.  Να διασφαλίσουμε ένα στοιχειώδες πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο είχε επιτευχθεί και ανεκόπη μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.

Επίσης, να μη συνδέσουμε τη διαπραγμάτευση για την αξιολόγηση με ζητήματα του σκληρού πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής.  Επί χρόνια, από το 2010 έως το 2015, επειδή έτυχε να χειρίζομαι τα θέματα αυτά και ως Υπουργός Αμύνης και ως Υπουργός Οικονομικών και ως Υπουργός Εξωτερικών, ποτέ δεν αποδέχθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση διασύνδεση της οικονομικής κρίσης και της οικονομικής διαπραγμάτευσης με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, με το σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας και της υπόστασης του έθνους.  Αυτό όμως εν τέλει έγινε και έγινε με έναν πάρα πολύ, θα έλεγα, πρόχειρο τρόπο.  Η ΝΑΤΟϊκή παρουσία στο Αιγαίο είναι καλοδεχούμενη ως αστυνομική επιχείρηση προστασίας των Ευρωπαϊκών συνόρων, αλλά δεν είναι καθόλου καλοδεχούμενη ως ένας μοχλός μέσω του οποίου η γειτονική μας χώρα η Τουρκία θέτει με έναν συστηματικό και επίμονο τρόπο ξανά το σύνολο των μονομερών διεκδικήσεων και αντιλήψεών της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.  Δε θέλω να επεκταθώ σε λεπτομέρειες, αλλά έχουμε μία αντιπαραγωγική, για να μιλήσω διπλωματικά, αναζωπύρωση όλων των θεμάτων τα οποία είχαν αντιμετωπιστεί ώς ένα βαθμό μέσω των διερευνητικών συνομιλιών και αντιμετωπίζονται ή μέσω των συνομιλιών για τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, αλλά τώρα έχουν ξαναβγεί στην επιφάνεια με έναν τρόπο ο οποίος είναι, θα μου επιτρέψετε να πω, απροκάλυπτος.

Βέβαια, υπάρχει μία διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα προσφυγικά ρεύματα.  Οι φίλοι μας από την Αλβανία, από την Πολωνία, από τη Ρουμανία, από το Πακιστάν ήθελαν πριν την κρίση να έρθουν και να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, ήθελαν να γίνουν μέτοχοι της ανοδικής πορείας της ελληνικής οικονομίας.  Τώρα, έχουμε 50.000 ανθρώπους εγκλωβισμένους, αταξινόμητους, χωρίς να γνωρίζουμε ποιοι είναι πρόσφυγες και ποιοι είναι παράτυποι μετανάστες, οι οποίοι βρίσκονται στην ηπειρωτική χώρα και δεν έχουν καμία προοπτική, ούτε επανεισδοχής στην Τουρκία ούτε προώθησης στη Γερμανία ή άλλες Ευρωπαϊκές χώρες της προτίμησής τους.  Έχουμε μία σχέση, ένα ισοζύγιο καθημερινό μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το οποίο, βεβαίως, μας θέτει προ πολύ σοβαρών προβλημάτων εφαρμογής της Συνθήκης της Γενεύης και του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και κινητοποιεί τα ανακλαστικά και της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ και των μεγάλων μη κυβερνητικών οργανώσεων σε διεθνές επίπεδο, για το αν είναι εφικτό μέσα σε 14 ημέρες να εφαρμοστεί μία διαδικασία ελέγχου σε πρώτο και δεύτερο βαθμό για το ποιος δικαιούται ασύλου και ποιος δικαιούται επικουρικής προστασίας και ποιος δικαιούται ανθρωπιστικού καθεστώτος.  Η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική.  Είναι άλλο να υποδέχεσαι πρόσφυγες ή μετανάστες που θέλουν να ενσωματωθούν και άλλο να κρατάς υπό καθεστώς διοικητικού περιορισμού για άγνωστο χρονικό διάστημα τουλάχιστον 50.000 ανθρώπους.  Αυτό είναι το μεγάλο θέμα.

Βεβαίως, για να επανέλθω στην οικονομία, το μεγάλο θέμα είναι να τελειώσει μία αξιολόγηση επί ενός προγράμματος το οποίο ακόμη δεν έχει συμφωνηθεί.  Διότι βεβαίως θέλουμε -και στηρίζουμε την Κυβέρνηση -την όσο γίνεται πιο γρήγορη και ολοκληρωμένη  αξιολόγηση.  Η καθυστέρηση είναι βλαπτική για την πραγματική οικονομία και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αλλά ποια αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί;  Θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση του ευρωπαϊκού σκέλους του προγράμματος.  Θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση του προγράμματος που έχει τη μορφή δανείου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας.  Δε θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση του σκέλους του προγράμματος με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που δεν έχει καν συναφθεί.  Διότι, όπως ξέρετε, το πρόγραμμα αυτό έληγε τον Μάρτιο του 2016 και αφέθηκε να λήξει αδόξως, χωρίς να εκταμιευτούν τα υπολειπόμενα ποσά και τώρα τίθεται ζήτημα συμμετοχής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με πρόσκληση και αίτημα της Ελληνικής Κυβέρνησης, στο τρίτο πρόγραμμα, το οποίο πρέπει και αυτό να είναι διπλό, ευρωπαϊκό και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά προς το παρόν έχει συμφωνηθεί το ένα σκέλος μόνο.

Άρα, μιλάμε για μία αξιολόγηση η οποία βασίζεται στο Ευρωπαϊκό σκέλος και δεν έχει καν αρχίσει για το σκέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που από βασικός μοχλός πίεσης για την απομείωση του χρέους, μετατράπηκε προσφάτως σε μεγάλο αντίπαλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας λες και το ΔΝΤ ήρθε αυτοβούλως ή το έφερε η Ελλάδα, όπως πίστευαν ορισμένοι και στην Ελλάδα ανεπιγνώστως και ανιστόρητα, στην καρδιά της Ευρωζώνης.  Στην καρδιά της Ευρωζώνης εγκαταστάθηκε το ΔΝΤ επειδή το εγκατέστησε η Γερμανική Κυβέρνηση και οι φιλικές προς τη Γερμανία κυβερνήσεις υψηλής αξιολόγησης, 3Α, ως εκδήλωση βαθιάς δυσπιστίας στην ικανότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προβλέψει και να ανασχέσει την κρίση. Και ούτως ή άλλως μετέχει ως εμπειρογνώμων στα προγράμματα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, επειδή οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί που διέπουν το ESM το προβλέπουν αυτό ρητά.  Δεν το εγκατέστησε η Ελλάδα επειδή το ήθελε, όπως κάποιοι νόμιζαν το 2010 και δεν εγκαταστάθηκε μόνο του.  Εγκαταστάθηκε για λόγους οι οποίοι αφορούν τη σχέση των κυβερνήσεων με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η οποία έχει ταχύτερα ίσως αντανακλαστικά λόγω της σχέσης της με την αγορά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είδαμε πώς αντιλαμβάνεται πρακτικά ,στη λειτουργία της Τρόικας, τη σχέση της με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Να σας πω ότι επί χρόνια ο δεύτερος εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην Ελλάδα ήταν αποσπασμένο στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αυτό σημαίνει κάτι ως αντίληψη.

Αν θέλετε κάποια στιγμή, μπορούμε να συζητήσουμε πώς σχηματίστηκε η μελέτη βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, το DSA, και τί σημαίνουν στην αντίληψη των Θεσμών, των λεγόμενων τώρα, κατ’ ευφημισμόν, δηλαδή στην αντίληψη της Τρόικας, οι αριθμητικοί στόχοι και σε σχέση με το πρωτογενές πλεόνασμα και σε σχέση με τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης. Και αν μπορεί να κάνει κανείς τέτοιου τύπου προγνώσεις μεσομακροπρόθεσμες ή αν αυτά όλα είναι μία σύμβαση προκειμένου να μπορέσουμε να ενταχθούμε στα προγράμματα, διότι κατά τους κανονισμούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου μία χώρα για να χρηματοδοτηθεί πρέπει να έχει βιώσιμο χρέος, άρα πρέπει κάποιος να πιστοποιεί ότι το χρέος είναι βιώσιμο.  Αυτός που το πιστοποιούσε αυτό ήταν και είναι το Eurogroup για τις ανάγκες της λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Άρα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κρίση νομιμοποίησης, η κρίση αφηγήσεων, η κρίση εμπιστοσύνης διογκώνεται και έχει μείνει ο τρίτος πυλώνας της αφήγησης, ο αγώνας κατά της διαφθοράς, ο αγώνας κατά της διαπλοκής, όπου βεβαίως όλα αυτά τελικά απομειώνονται, απομειώνονται, απομειώνονται, και εμφανίζεται μία κρίση θεσμών.  Δεν κακίζω τον κ. Δραγασάκη, ο οποίος δεν είναι ειδικός στα θέματα αυτά, αλλά δε θα χρησιμοποιούσα ποτέ τον όρο «ένα νέο κράτος». Το «νέον κράτος» ήταν το μεγάλο σύνθημα του Ιωάννη Μεταξά από το 1936 έως το 1940.  Δε χρειαζόμαστε λοιπόν το «νέον κράτος», του οποίου πολλοί υπήρξαν θεωρητικοί, ο Βεζανής, ο Μαντζούφας και άλλοι ακαδημαϊκοί του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Χρειαζόμαστε ένα άλλο κράτος, αλλά για να έχουμε ένα άλλο κράτος πρέπει να έχουμε κράτος δημοκρατικό, ευνομούμενο, κράτος δημοκρατικό, κράτος δικαίου, πρέπει να έχουμε δικαιοσύνη ανεξάρτητη, εσωτερικά και εξωτερικά.  Πρέπει να έχουμε ένα κράτος στο οποίο δεν μηνύεται από εισαγγελικό λειτουργό ο Αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης.  Ένα κράτος που έχει εν λειτουργία και συγκροτημένες ανεξάρτητες Αρχές.

Ένα κράτος το οποίο σέβεται τους κανόνες εποπτείας και εταιρικής διακυβέρνησης του τραπεζικού συστήματος.  Ένα κράτος που δεν επιχειρεί να στήσει παράλληλο τραπεζικό σύστημα εκτός εποπτείας του ενιαίου μηχανισμού εποπτείας, του SSM, διότι αλλιώς δημιουργούνται προβλήματα τα οποία τα βρίσκουμε μπροστά μας και ξέρει ο καθένας τί εννοώ, σε σχέση με τις μη συστημικές τράπεζες.

Ποιες είναι οι μη συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα; Βεβαίως από τεχνικής πλευράς συμφωνώ πλήρως ότι ο στόχος πρέπει να είναι ένα ελληνικό τραπεζικό σύστημα που λειτουργεί κανονικά, ένα ελληνικό τραπεζικό σύστημα που δεν έχει 3.000 υποκαταστήματα που λειτουργούν ως κέντρα εξυπηρέτησης πολιτών, πληρώνοντας μισθούς, συντάξεις, εισπράττοντας λογαριασμούς της ΔΕΗ και του ΟΤΕ ή κάνοντας απλές εργασίες σε σχέση με το ηλεκτρονικό χρήμα.  Τράπεζα σημαίνει ότι παίρνει καταθέσεις με ένα επιτόκιο το οποίο εν πάση περιπτώσει είναι στοιχειωδώς δελεαστικό μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που δημιουργεί μεγάλες δυνατότητες σε ευρωπαϊκή κλίμακα, αλλά λειτουργεί και προβλήματα δελεαστικότητας σε σχέση με την επιστροφή των καταθέσεων, και βεβαίως πουλάει δάνεια.  Πουλάει δάνεια, δεν έχει αρνητική πιστωτική επέκταση.  Δεν έχει μία πιστωτική επέκταση που είναι όλη νομική, δηλαδή συνίσταται στη διευθέτηση των υφισταμένων δανείων ώστε αυτά νομικώς να μην καταστούν μη εξυπηρετήσιμα.  Δεν είναι αυτό πραγματική πιστωτική επέκταση, δεν είναι πραγματική σχέση με την οικονομία, δεν είναι αναπτυξιακή παρέμβαση, είναι αγώνας επιβίωσης.  Όταν το τραπεζικό σύστημα αγωνίζεται να επιβιώσει έχοντας μία μείωση καταθέσεων 50 δισεκατομμυρίων από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, βιώνοντας καθεστώς τραπεζικής αργίας και ελέγχου κεφαλαίων από τις 28 Ιουνίου του 2015, έχουμε ένα σύστημα το οποίο ,οπως είπα αγωνίζεται να επιβιώσει.

Διότι ποια κατάθεση θα επιστρέψει υπό καθεστώς capital controls;  Ποια κατάθεση θα επιστρέψει από τη νομισματική κυκλοφορία την οποία εντοπίζει η Τράπεζα της Ελλάδος εκτός τραπεζικού συστήματος, η οποία υπολογίζεται ακόμα σε περίπου 47 δισεκατομμύρια.  Για να μη μιλήσω για τα εμβάσματα εξωτερικού, για να μη μιλήσω για περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονται στο εξωτερικό, υπό καθεστώς πλήρους άρσης του τραπεζικού απορρήτου.  Γνωρίζει αυτήν τη στιγμή το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών, γνωρίζει η Φορολογική Αρχή το σύνολο των καταθέσεων προ κρίσης και μπορεί να τις ελέγξει αν θέλει.  Αυτή είναι η μεγάλη λίστα, η μεγάλη λίστα είναι το σύνολο των καταθέσεων των 260 δισεκατομμυρίων του 2010 και ξέρουμε απολύτως την κίνηση.

Αλλά, βεβαίως, από ένα σημείο και μετά πρέπει να απαντάς με όρους οι οποίοι είναι θεσμικοί και μακροοικονομικοί.  Όταν έχεις τέτοια μείωση των καταθέσεων και όταν έχεις εκτός τραπεζικού συστήματος κεφάλαια τα οποία δεν αξιοποιούνται διότι δεν παράγουν λογιστικό χρήμα, δεν εντάσσονται στη λογική του τραπεζικού συστήματος, αυτός είναι ο πρώτος σου στόχος.  Πώς όμως μπορείς υπό καθεστώς πολιτικής και θεσμικής αβεβαιότητας να το πετύχεις αυτό;  Φοβούμαι ότι δυστυχώς δεν μπορείς να το επιτύχεις αυτό, διότι χαιρετίσαμε το γεγονός ότι από τα προβλεφθέντα 25 δισεκατομμύρια για την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος χρησιμοποιήθηκαν το 5,5 δισεκατομμύρια, αλλά με ποιο ολοκληρωμένο σχέδιο για τη διαχείριση των κόκκινων δανείων και με ποιο ρυθμό αύξησης των κόκκινων δανείων;  Εάν επρόκειτο να γίνει η επέμβαση αυτή θεσμικά έπρεπε να γίνει πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας για το bail in.  Άρα, μέχρι 31 Δεκεμβρίου του 2015 δεν έπρεπε να γίνει απλώς η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση η οποία κατέστη αναγκαία λόγω όλων αυτών που μεσολάβησαν το 2015, από τις 25 Ιανουαρίου μέχρι το Νοέμβριο που έγινε η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση.  Έπρεπε να δοθεί και η οριστική θεσμική λύση στην ενεργό διαχείριση των κόκκινων δανείων.

Ποιών κόκκινων δανείων;  Ίδια μεταχείριση έχει το στεγαστικό, το καταναλωτικό, τα δάνειο της μικρομεσαίας επιχείρησης που δεν έχει ίσως καμία προοπτική ένταξης σε μία νέα ανταγωνιστικότητα και σε μία νέα παραγωγικότητα και το ίδιο το δάνειο της μεγάλης επιχείρησης που θα αναδιαρθρωθεί, θα καταστεί ανταγωνιστική με κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και θα υπηρετήσει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης;  Μα αυτά είναι πολύ λίγα όμως σε σχέση με το συνολικό όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων και δεν ξέρει η Κυβέρνηση ότι υπάρχει το όριο του 30% στον υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών;  Δηλαδή ότι εάν αναγκαστείς να πουλήσεις τα δάνεια αυτά ή εν πάση περιπτώσει να απαλλαγείς με κάποιο τρόπο από τα δάνεια αυτά με μία τιμή η οποία είναι μικρότερη του 30% της ονομαστικής αξίας, τότε υπάρχει πρόβλημα εγγυητικών κεφαλαίων και υπάρχει πρόβλημα ενδεχομένως νέας ανακεφαλαιοποίησης;  Ο κ. Δραγασάκης έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επεξεργασία του νομικού πλαισίου που ισχύει, που ψηφίστηκε για τις εταιρίες διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και για τις προϋποθέσεις μεταβίβασης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τις μεγάλες αυτές εκκρεμότητες:

- Υπό την έννοια αυτή η πρώτη εκκρεμότητα για εμένα είναι να φύγουμε από τη φενάκη του παράλληλου μη συστημικού τραπεζικού συστήματος.

- Να βοηθήσουμε τις τράπεζες να σεβαστούν πλήρως τους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης όπως επιβάλλονται από το Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Πλαίσιο Εποπτείας, να λειτουργήσουν τα πολλαπλά επίπεδα θεσμικής εποπτείας και όχι το πρόσθετο επίπεδο πολιτικής εποπτείας της Κυβέρνησης που απαγορεύεται από το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του SSM. 

-Να λύσουμε προβλήματα φυσιογνωμίας και σχέσεων μεταξύ των βασικών μετόχων, γιατί πρέπει να δούμε τί αυτοσυνειδησία έχουν οι ξένοι μέτοχοι οι οποίοι με 8 δισεκατομμύρια απέκτησαν το 77% του ελληνικού τραπεζικού συστήματος το 2015 ενώ με το ίδιο ποσό των 8 δισεκατομμυρίων είχαν αποκτήσει μόλις το 27% του τραπεζικού συστήματος το 2013-2014, να δούμε πώς θα ισορροπήσει η σχέση τους με το ΤΧΣ.

-Να δούμε την αναδιοργάνωση των τραπεζών και τη μείωση του λειτουργικού κόστους.

-Να δούμε το μεγάλο θέμα της επιστροφής καταθέσεων από την Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει υπό καθεστώς capital controls.

-Να δούμε τη μείωση της έκθεσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στην ECB και τον ELA, διότι όπως λέει και ο κ. Draghi στην έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα προχθές, για το 2015, τον Δεκέμβριο του 2014 είχε μειωθεί η έκθεση και αναγκαστήκαμε να επανέλθουμε στον μηχανισμό έκτακτης ρευστότητας το Φεβρουάριο του 2015 και τώρα η συνολική έκθεση αυτήν τη στιγμή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στην ECB και το ELA πόση είναι;  Είναι 105 δισεκατομμύρια αν αθροίζω σωστά τα νούμερα.  Δηλαδή στην πραγματικότητα είναι όσες και οι καταθέσεις των ιδιωτών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.  Αυτό είναι επίσης μία προτεραιότητα.

Σας είπα την άποψή μου για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, γιατί εδώ δε μιλάμε για τη μη εξυπηρετούμενη έκθεση, μιλάμε νομικά για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που είναι στο ύψος του 35% με τη διαστρωμάτωση που κάναμε προηγουμένως . Σε καμία περίπτωση δε θέλω να θιγεί η προστασία της πρώτης κατοικίας, δεν είναι αυτό το πρόβλημα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.  Αλλά το πρόβλημα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος είναι η διαχείριση της σχέσης μη κόκκινων δανείων και κεφαλαιακής του επάρκειας που πρέπει να τη διαχειριστεί με όσο γίνεται πιο αξιόπιστο τρόπο.

Έρχομαι στο πιο κρίσιμο, σε σχέση με τις προοπτικές.  Έχω ζήσει πολλά χρόνια τη συζήτηση αυτή, το σύμπαν που παρουσίασε ο κ. Δραγασάκης με τους παράλληλους μη τραπεζικούς αναπτυξιακούς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς το έχουμε ζήσει από το 2ο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.  Το 2ο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, το οποίο προετοιμάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 και συνέπεσε με την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη - επειδή έτυχε την περίοδο εκείνη να είμαι Υπουργός Ανάπτυξης, δηλαδή πραγματικής οικονομίας, έχοντας και την ενέργεια και την έρευνα και το εμπόριο και τη βιομηχανία και τον τουρισμό, υπό συνθήκες πολέμου στη Γιουγκοσλαβία και κρίσης πολύ σοβαρής και με σεισμό στην Αθήνα, με κλονισμό των μικρομεσαίων παραγωγικών και εμπορικών επιχειρήσεων-  είχε ως προτεραιότητα του στον τομέα της πραγματικής οικονομίας , καλώς ή κακώς, τους νέους χρηματοδοτικούς  θεσμούς.  Τότε είδαμε και τις συνεταιριστικές τράπεζες, είδαμε και τους ενδιάμεσους φορείς διαχείρισης του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, είδαμε και εγγυητικούς φορείς, όλα τα έχουμε δει.  Ιστορικά δε στην Ελλάδα δεν έχουμε ζήσει την καμπύλη της ΕΤΒΑ που ήταν μία αναπτυξιακή τράπεζα;  Δεν έχουμε ζήσει την καμπύλη της Αγροτικής Τράπεζας που ήταν η ιστορικά πρώτη αναπτυξιακή τράπεζα για τον πρωτόγεννη τομέα από της εποχής του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, δηλαδή του αριστερού Βενιζελισμού;  Τα έχουμε ζήσει όλα αυτά, ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα;  Το ηθικό δίδαγμα είναι ότι αν δε συνεργαστούμε με το τραπεζικό σύστημα, δεν το βοηθάμε να διαχειρισθεί πρόσθετη ρευστότητα, να τη διαχειρισθεί με διαφάνεια, με τραπεζικά κριτήρια και να αξιοποιήσει την τεράστια εμπειρία του.  Προσπαθούμε να διαμορφώσουμε ένα παράλληλο σύστημα, στο οποίο κι εμείς έχουμε συμβάλλει, προσωπικά κι εγώ.  Το Ταμείο Ενίσχυσης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων, το ΤΕΜΠΜΕ, ήταν μία ιδέα για την οποία είχα αγωνιστεί από το 1999, ως θυγατρική της ΕΤΒΑ την είχα συλλάβει τότε.  Το ίδιο και το ΤΑΝΕΟ, το ίδιο όλα τα μορφώματα, τα οποία προσπαθούν να μοιάσουν στην KfW, αλλά εδώ όταν έχεις πρόβλημα να διασφαλίσεις τις εξαγωγικές σου πιστώσεις, όταν έχεις πρόβλημα εγγυητικών επιστολών, όταν στην πραγματικότητα το βασικό σου θέμα είναι η στοιχειώδης λειτουργία υπό καθεστώς capital controls, πρέπει να σκεφθείς ποια είναι η προτεραιότητά σου.  Η προτεραιότητά σου είναι κατά τη γνώμη μου να συνεργαστείς από την άποψη αυτή με το τραπεζικό σύστημα και να αξιοποιήσεις αυτό το τεράστιο εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο υπάρχει, το δίκτυο, τις διασυνδέσεις. Διότι φυσικά δε θα αποκατασταθεί η διατραπεζική αγορά για την Ελλάδα, εδώ δεν αποκαθιστάται η διατραπεζική αγορά για το Ευρώ και την Ευρωζώνη.  Δε θα βάλουμε στόχους, οι οποίοι είναι στόχοι ανέφικτοι και θεωρητικοί όταν έχουμε την υποχρέωση να διαχειριστούμε θέματα, τα οποία είναι άκρως επείγοντα και τα οποία βεβαίως πρέπει να απαντηθούν για να βοηθήσουν την οικονομία. Γιατί την οικονομία βεβαίως θα τη στηρίξουν οι ξένες άμεσες επενδύσεις και βεβαίως είναι σημαντικό να υπογραφεί επιτέλους σήμερα η σύμβαση για το λιμάνι του Πειραιά με την Cosco και λογικό είναι να προχωρήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις χωρίς αμφιθυμίες, αλλά αυτά όλα δε θα δώσουν απάντηση, απάντηση θα δώσει μόνο η κίνηση του συνόλου της οικονομίας μέσω του τραπεζικού συστήματος, η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων, καταναλωτών, νοικοκυριών και τραπεζικού συστήματος και αυτό βεβαίως προϋποθέτει μία αλλαγή πολιτικού κλίματος, μία αλλαγή αντιλήψεων.

Υπό την έννοια αυτή, δεν ξέρω αν το θεωρεί υπόσχεση εμπιστοσύνης και προοπτικής αυτό που είπε ο κύριος Δραγασάκης ότι χρειάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ την παρούσα τετραετία και μία δεύτερη τετραετία και ενδεχομένως και μία διετία ακόμη ,γιατί μας είπε ότι χρειάζονται οκτώ με δέκα χρόνια.  Ο καθένας το εισπράττει αυτό όπως νομίζει. Η δική μου αντίληψη είναι ότι με αυτό το πολιτικό σύστημα, σε αυτήν την πολιτική συγκυρία, τίποτα το αισιόδοξο και το θετικό δεν μπορεί να προκύψει.  Χρειάζεται όχι αλλαγή μοντέλου συστήματος διακυβέρνησης -περιγράφεται από το Σύνταγμα το σύστημα διακυβέρνησης,- χρειάζεται σεβασμός των θεσμών, χρειάζεται ένα άλλο αναπτυξιακό κράτος, μία φιλοαναπτυξιακή, φιλοεπενδυτική αντίληψη στην κοινωνία, τη διοίκηση και το πολιτικό σύστημα. Και βεβαίως χρειάζεται αποκατάσταση της σχέσης αλήθειας, δημοκρατίας και ιστορίας.  Ξέρετε, η σχέση αλήθειας και δημοκρατίας είναι πάρα πολύ δύσκολη, επιπόλαιη, συγκυριακή και την ξεχνάμε μέσα από τους εκλογικούς κύκλους.  Η σχέση αλήθειας και ιστορίας αποκαθίσταται με πάρα πολύ μεγάλη καθυστέρηση, είναι αργά όταν αποκαθίσταται.  Πρέπει να βρούμε άλλες ισορροπίες μεταξύ δημοκρατίας, αλήθειας και ιστορίας, αλλιώς θα θέσουμε σε κίνδυνο ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε που είναι η ιστορία αυτού του τόπου και η προοπτική του, το δικαίωμά μας να μιλάμε με σοβαρούς όρους ανταγωνιστικότητας για το μέλλον.  

Tags: Χρηματοοικονομική ΣφαίραΠολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016