Αθήνα 15 Ιουνίου 2016

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στο 9ο Συνέδριο του Διεθνούς Κέντρου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Libertas,
με θέμα «Διάλογος Δικαστών. Αλληλεπιδράσεις εθνικών και διεθνών δικαστηρίων» (14/6/2016) 

Συγχαίρω το Διεθνές Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τους Γάλλους συνδιοργανωτές, προσωπικά δε τον χαλκέντερο, αγαπητό φίλο και συνάδελφο, Πέτρο Παραρά, για τη διοργάνωση του συνεδρίου αυτού, για την πρόσκληση αλλά και για τη διαχρονική παρουσία του Διεθνούς Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρουσία που παρακολουθώ από την αρχή της στηρίζοντας με όλες μου τις δυνάμεις τα εκάστοτε συνέδρια.  Ο κ. Παραράς είχε την καλοσύνη να με καλέσει να απευθύνω κάποιες σκέψεις συνδυάζοντας, προφανώς, με τη μέγιστη δυνατή συντομία, τις πολιτικές μου εμπειρίες και την επιστημονική θεώρηση του ζητήματος.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν, κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας, να παρατηρήσω ότι ο διάλογος μεταξύ των εθνικών, των ευρωπαϊκών και των διεθνών δικαστηρίων δεν είναι μόνο μία επιστημονική συζήτηση, ούτε μόνο ένας νομολογιακός συγκριτισμός, ούτε μόνο μία διεργασία εκατέρωθεν επιρροής, δεν είναι κάτι ήπιο.  Είναι κάτι πολύ σκληρό. Είναι ζήτημα κυριαρχίας, αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας, ζήτημα οριοθέτησης και περιορισμού της κυριαρχίας των εθνικών κρατών, ζήτημα θεμελίωσης και διεύρυνσης της αρμοδιότητας διεθνών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης με τις ιδιορρυθμίες της της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζήτημα οριοθέτησης της δικαιοδοσίας μεταξύ δικαστηρίων που εντάσσονται σε διαφορετικές αλλά διασυνδεδεμένες πλέον έννομες τάξεις, την εθνική, την ευρωπαϊκή, αυτή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τη διεθνή.

 

Σήμερα οι τρόποι με τους οποίους εμφανίζεται το ζήτημα αυτό, όπως πολύ παραστατικά τόνισαν όλοι οι προλαλήσαντες, είναι πολύ διαφορετικοί από τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις επάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η παραδοσιακή θεωρητική σύγκρουση μεταξύ μονισμού και δυϊσμού ως προς τις σχέσεις εθνικού και διεθνούς δικαίου.  Αυτό έχει μία ιστορική εξήγηση.  Τα εθνικά συντάγματα προσπάθησαν μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να διαφυλάξουν την κυριαρχία τού εθνικού κράτους και τη δική τους νομική υπεροχή προβλέποντας μηχανισμούς μέσω των οποίων το διεθνές δίκαιο εντάσσεται στην εθνική έννομη τάξη με σχετικά αυξημένη τυπική ισχύ, μεγαλύτερη της κοινής νομοθεσίας, αλλά υποδεέστερη του συντάγματος, που διατήρησε την ψευδαίσθηση ότι κατέχει πάντα την ύπατη θέση στην πυραμίδα της ιεραρχίας των κανόνων του εσωτερικού δικαίου.

Οι εξελίξεις ήταν όμως καταλυτικές και σε περιφερειακό και σε διεθνές επίπεδο, αρχής γενομένης από το επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Το κράτος μέλος μετέχει σύμφωνα με τους εθνικούς συνταγματικούς του κανόνες στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δεν μεταφέρει όμως απλώς κρατικές αρμοδιότητες στα όργανα της Ένωσης.  Αποδέχεται να συγκροτηθεί μία ευρωπαϊκή έννομη τάξη αυτοαναφορική που διακηρύσσει η ίδια την υπεροχή και την άμεση εφαρμογή των κανόνων της.  Υπεροχή όχι μόνον των κανόνων του πρωτογενούς αλλά και του παραγώγου ευρωπαϊκού δικαίου, υπεροχή όχι μόνον έναντι της εθνικής κοινής νομοθεσίας αλλά και έναντι των εθνικών συνταγμάτων.  Επιπλέον εγκαθιδρύει ένα δικαστικό σύστημα μέσα στο οποίο τα εθνικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένων τελικά και των συνταγματικών και ανωτάτων δικαστηρίων των κρατών μελών, υπάγονται στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της προδικαστικής παραπομπής, αλλά και μέσω του ελέγχου της συμμόρφωσης του κάθε κράτους μέλους στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, την οποία μπορεί να παραβιάζει με συμπεριφορές της δικαστικής του εξουσίας και όχι μόνον των πολιτικών του οργάνων.

Έχει σταδιακά συγκροτηθεί ένας ενιαίος ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος που βασίζεται σε κοινές αξίες, αντιλήψεις και παραδόσεις και στη συνεχή εκατέρωθεν προσπάθεια αποφυγής των συγκρούσεων μεταξύ του δικαστηρίου του Λουξεμβούργου και των εθνικών συνταγματικών και ανωτάτων δικαστηρίων.  Για να χρησιμοποιήσω έναν θεολογικό όρο, πρόκειται για μία αλληλοπεριχώρηση. 

Η ιστορική διεργασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βασίζεται όχι μόνο στον πολιτικό αλλά και στο δικαστικό βολονταρισμό.  Η πορεία αυτή συνάντησε και συναντά πολλά εμπόδια. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 αντιμετωπίστηκε πολιτικά, χρηματοοικονομικά, αλλά και δικαστικά με τρόπους που δεν διέρρηξαν αλλά διατήρησαν τελικά την ευρωπαϊκή συνοχή.  Αυτό δείχνει η νομολογία του Λουξεμβούργου και των εθνικών συνταγματικών και ανωτάτων δικαστηρίων όχι μόνο στις χώρες της κρίσης –πχ Ελλάδα, Πορτογαλία– αλλά και στη Γερμανία.

Οι δοκιμασίες όμως συνεχίζονται. Τώρα έχουμε την προσφυγική κρίση και το δημοψήφισμα για το Brexit που προκάλεσε τη διακυβερνητική συμφωνία της 19ης Φεβρουαρίου 2016 στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και θα προκαλέσει πλούσια νομολογία όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.  Έχει ήδη κινηθεί, θυμίζω, η διαδικασία του άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση για προσβολή των αξιών της Ένωσης, ακριβώς επειδή σε ορισμένα κράτη –Πολωνία, Ουγγαρία– τίθενται θέματα σεβασμού των συνταγματικών δικαστηρίων των χωρών αυτών από την πολιτική εξουσία.

Έννομη τάξη όμως με αυτοαναφορική υπεροχή σε σχέση με τα εθνικά συντάγματα των κρατών μελών έχει πλέον συγκροτηθεί και στο πεδίο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, όπως τόνισαν και ο κ. Παραράς και ο κ. Ρούκουνας.  Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση δεν είναι απλώς μία πολυμερής διεθνής σύμβαση που κυρώθηκε και επικυρώθηκε κατά τις εθνικές συνταγματικές διαδικασίες των κρατών μελών.  Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου θέτει υπό τον έλεγχό του τη συμβατότητα προς τη Σύμβαση και των ίδιων των εθνικών συνταγμάτων των κρατών μελών. Τα συντάγματα μπορεί να παραβιάζουν τη Σύμβαση.  Η σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνεία των εθνικών συνταγμάτων λύνει πολλά, αλλά όχι όλα τα προβλήματα πιθανής σύγκρουσης εθνικού συντάγματος και Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η εξήγηση είναι απλή.  Επειδή ο προσφεύγων στην ατομική προσφυγή οφείλει να εξαντλήσει τα εθνικά ένδικα μέσα πριν προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η παραβίαση της Σύμβασης σε κάθε περίπτωση είτε έχει συντελεστεί είτε έχει γίνει ανεκτή από την εθνική δικαστική εξουσία, οι αποφάσεις της οποίας τελικώς ελέγχονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Αυτό εξηγεί την εισαγωγή με το πρωτόκολλο 16, όπως προαναφέρθηκε, της διαδικασίας του αιτήματος των ανωτάτων δικαστηρίων των κρατών μελών προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου για γνωμοδότηση επί θεμάτων ερμηνείας και εφαρμογής της Σύμβασης.  Δεν πρόκειται για προδικαστική παραπομπή αλλά για ένα μηχανισμό που μπορεί να αποκτήσει αντίστοιχη δυναμική.

Το πλαίσιο αυτό εξηγεί και την αρνητική, για δεύτερη φορά μέσα σε 20 χρόνια, γνώμη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλαδή για την υπαγωγή της ευθέως στον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Γιατί εμμέσως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου ελέγχει προ πολλού τη συμφωνία της ευρωπαϊκής κοινοτικής έννομης τάξης με την ΕΣΔΑ και έτσι ελέγχει και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου.

Τηρουμένων των αναλογιών παρόμοια είναι, όπως πολύ γλαφυρά εξήγησε ο καθηγητής κ. Ρούκουνας, η σχέση μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και διεθνών δικαστηρίων.  Η υπαγωγή του κράτους, όπως ο ίδιος μάς έχει διδάξει, στη δικαιοδοσία των διεθνών δικαστηρίων εξαρτάται από τη βούληση του κράτους, την υποβολή σχετικής δήλωσης ή την υπογραφή, κύρωση και επικύρωση σχετικής διεθνούς σύμβασης ή συνυποσχετικού κατά τις εθνικές συνταγματικές διαδικασίες.  Από τη στιγμή όμως που το κράτος υπαχθεί στη διαδικασία ενός διεθνούς δικαστηρίου δεν μπορεί να επικαλεστεί αποτελεσματικά εξαίρεση από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου λόγω διαφορετικών προβλέψεων του εθνικού συντάγματος ή διαφορετικής νομολογίας του εθνικού συνταγματικού ή ανωτάτου δικαστηρίου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και τα άλλα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αρνούνται την υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.  Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι προφανώς «καλό» για τα απλά μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όχι για τα ισχυρά μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Οι δηλώσεις υπαγωγής των κρατών μελών στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, όπως συμβαίνει και στη δική μας και σε όλες τις περιπτώσεις, είναι γεμάτες επιφυλάξεις.  Η κρατική ασυλία σε θέματα αστικής ευθύνης γίνεται δεκτή από τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, αλλά και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρεί ότι η υπαγωγή της ευρωπαϊκής έννομης τάξης σε διπλό δικαστικό έλεγχο, αυτόν του Λουξεμβούργου και αυτόν του Στρασβούργου, είναι ασύμβατη προς τη φύση της ευρωπαϊκής κοινοτικής έννομης τάξης.  Είναι σαν να λέει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ως τέτοια είναι πολύ μεγάλη και πολύ διαφορετική από κάθε κράτος μέλος της ώστε να υπαχθεί στη Σύμβαση και στην κρίση του Στρασβούργου.

Θα δούμε τώρα ποια θα είναι η στάση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, απέναντι στο σύστημα διεθνούς διαιτητικής επίλυσης των διαφορών που φαίνεται ότι θα περιλαμβάνεται στην TTIP.  Ήδη η κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει επιληφθεί του θέματος αυτού για το οποίο έχουν αναπτυχθεί εντονότατες αντιρρήσεις σε πολιτικό και επιστημονικό επίπεδο. 

Ο κοινός παρονομαστής –και τελειώνω– είναι ο συσχετισμός των δυνάμεων, μία διαρκής σύγκρουση και οριοθέτηση ισχύος που αποκαλείται με διάφορα ονόματα, όπως κυριαρχία, αρμοδιότητα, δικαιοδοσία, συμμόρφωση.  Το διεθνές δίκαιο ήταν πάντοτε ένα εργαστήριο φιλοσοφίας του δικαίου στο οποίο τα ζητήματα, ως προς τη φύση του δικαίου και τη σχέση δικαίου και συσχετισμού δυνάμεων, τίθενται πάντα πολύ πιο ανοικτά -σχεδόν απροκάλυπτα- από ό,τι στο επίπεδο του εθνικού δικαίου. 

Σας ευχαριστώ πολύ.

Tags: ΔικαιοσύνηΠολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016