Αθήνα 30 Ιουνίου 2016

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση* του βιβλίου των Κώστα Κουτσομύτη και Ευάγγελου Μαυρουδή «Το κόκκινο ταγκό. Νίκος Ζαχαριάδης. Η άνοδος και η πτώση ενός ηγέτη», εκδόσεις Κέδρος (29/6/2016). 
Το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύεται στο Books' Journal (τεύχος 68, Ιούλιος 2016)

Είμαι, πραγματικά, συγκινημένος γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να πω στην αρχή δύο λόγια για τον Κώστα Κουτσομύτη με τον οποίον με συνέδεε μία σχέση, τολμώ να πω, φιλίας.  Ήμουν και είμαι θαυμαστής του και είναι μία ευκαιρία να τον ευχαριστήσω για όσα έχει προσφέρει στην ελληνική λογοτεχνία, στον κινηματογράφο και στην ελληνική τηλεόραση. Προσωπικά δε, γιατί μου κληροδότησε και τη φιλική μας σχέση με το γιο του, το Γιάννη, που διαπρέπει με πολύ δυναμική παρουσία στο χώρο με τον οποίον ασχολείται, καθώς είναι ένας από τους πιο συγκροτημένους και ολιστικούς αναλυτές των εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και του ελληνικού ζητήματος, βεβαίως, της Ελλάδας μέσα στην κρίση.

Είχαμε αρκετές φορές την ευκαιρία να μιλήσουμε με τον Κώστα Κουτσομύτη κατά τη διάρκεια των δύο θητειών μου στο υπουργείο Πολιτισμού. Του είχα πει πως  πιστεύω ότι αυτό που έχει προσφέρει στην ελληνική λογοτεχνία, στην ελληνική πεζογραφία, ως προς την εξοικείωση του μεγάλου κοινού μαζί της, είναι κάτι συγκρίσιμο με αυτό που έχει προσφέρει ο Μίκης Θεοδωράκης στην ελληνική ποίηση- τέτοιων διαστάσεων.  Ίσως δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει γιατί η πρόσληψη της λογοτεχνίας μέσω του κινηματογράφου και της τηλεόρασης είναι πολύ πιο σύνθετη διαδικασία από ό,τι η πρόσληψη της ποίησης μέσω του τραγουδιού, που ο καθένας μπορεί να τη διαχειριστεί με πολύ πιο  «αυθαίρετο»  και ιδιωτικό τρόπο.

Στον πρόλογο του Κώστα Κουτσομύτη αναλύεται η τεχνική σύνθεσης του μυθιστορήματος: ο συγγραφέας παρατηρεί ότι, ενώ συνήθως πηγαίνουμε από τον αφηγηματικό στον αναπαραστατικό λόγο (υπάρχει ένα μυθιστόρημα που γίνεται ταινία ή τηλεοπτική σειρά), εν προκειμένω συνέβη το αντίθετο, από τον αναπαραστατικό προέκυψε ο αφηγηματικός λόγος. Ένας άνθρωπος του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, με τη συνεργασία ενός λόγιου ιατρού – συνηθισμένο φαινόμενο στην ιστορία του Ελληνικού Διαφωτισμού, γιατί μην ξεχνάμε ότι ο Κοραής ήταν ιατρός, ιατροφιλόσοφος– μας κληροδότησε μεν ένα μυθιστορηματικό έργο, το οποίο υποκρύπτει ένα σενάριο - στην πραγματικότητα είναι η μεταγραφή ενός κινηματογραφικού υλικού.

Πάντοτε θεωρούσα, και το πιστεύω ακόμη περισσότερο τώρα, ότι ο κινηματογραφικός λόγος έχει μικρότερη σχέση με το θεατρικό και περισσότερη σχέση με το μυθιστορηματικό λόγο. Είναι μία οπτικοακουστική αφήγηση. Προφανώς και ο λεγόμενος ποιητικός κινηματογράφος είναι περισσότερο κοντά στην ποίηση παρά σε οτιδήποτε μπορεί να σκεφθεί κανείς ως μορφή οπτικοακουστικής απεικόνισης.

Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό ότι μας κληροδοτεί ο Κώστας Κουτσομύτης, με την συνεργασία του Ευάγγελου Μαυρουδή, ένα έργο μυθιστορηματικό, το οποίο μπορεί κάποια στιγμή να γίνει μία πολύ ωραία τηλεοπτική σειρά - γιατί δύσκολα θα χωρούσε στα χρονικά όρια μίας κινηματογραφικής ταινίας.

Από τη ζωή στο μυθιστόρημα 

Όταν κανείς ασχολείται με το ιστορικό και βιογραφικό μυθιστόρημα, εκκινεί από μία πολύ στέρεη πραγματολογική βάση. Μία ιστορία από μόνη της έχει πλοκή λίγο-πολύ δεδομένη, σημασία όμως έχουν οι τεχνικές της αφήγησης. Στην περίπτωση του "Κόκκινου Ταγκό", η τεχνική της αφήγησης είναι γοητευτικά απλή, γραμμική και, κατά τη γνώμη μου, αναδεικνύει εξαρχής και ηθελημένα την ανθρώπινη διάσταση του ήρωα.

Άρα, έχουμε έναν Νίκο Ζαχαριάδη με φιλικό και ανθρώπινο πρόσωπο, το οποίο όμως δεν πρέπει να μας κάνει ούτε για μία στιγμή να ξεχάσουμε τον ιστορικό ρόλο, τα ιστορικά συμφραζόμενα και θα μου επιτρέψετε να πω, την ιστορική ευθύνη που έχουν άνθρωποι που έπαιξαν ρόλο αντίστοιχο, συγκρίσιμο με αυτόν του Νίκου Ζαχαριάδη.  Έχουμε έναν ήρωα που ανήκει στην συλλογική εθνική αφήγηση, ο οποίος παρουσιάζεται τις στιγμές της ήττας του - ήττας στρατιωτικής, πολιτικής και προσωπικής, διότι έχει ηττηθεί όντως σε όλα τα επίπεδα. Της ήττας του σε επίπεδο εσωτερικό, εθνικό, ελληνικό και σε επίπεδο διεθνές, όταν έχει χάσει σε όλα τα πεδία στα οποία έχει επιλέξει να παίξει, όταν έχει καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα της σοβιετικής πατρίδας, όλο το οικοδόμημα του σταλινισμού, όταν ο θύτης, όπως παρατηρεί ο Κώστας Κουτσομύτης στον πρόλογό του, της σταλινικής περιόδου έχει γίνει θύμα της περιόδου μετά την έκλειψη του Στάλιν και υφίσταται ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να φανταστεί, υφίσταται πρακτικές που κι ο ίδιος είχε εφαρμόσει στο παρελθόν στον ύψιστο βαθμό. Ένας τέτοιος λοιπόν ήρωας γίνεται σίγουρα συμπαθής.

Η αφήγηση παρακολουθεί τον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας από το 1945, όταν επέστρεψε από το Νταχάου, όπου κρατήθηκε, στην Ελλάδα, ως το 1973, οπότε και αυτοκτόνησε του. Αυτός ο Ζαχαριάδης που τον έχει αποκαταστήσει τώρα πλέον το Κομμουνιστικό Κόμμα, ανέλαβε εκ νέου πολιτικά καθήκοντα υπό διόλου ανύποπτες και αθώες συνθήκες. Για να θέσω δηλαδή το ερώτημα στην καρδιά του, ο Ζαχαριάδης επιστρέφει το 1945 υπό συνθήκες απελευθέρωσης από τη γερμανική κατοχή ή υπό συνθήκες ήδη κηρυγμένου και διεξαγόμενου εμφύλιου πολέμου;  Αυτό το ερώτημα είναι καθοριστικό για τα πάντα.

Είναι γνωστό ότι, στη δημόσια συζήτηση, εκδηλώνεται μια μεγάλης έκτασης ιστοριογραφική σύγκρουση, εξ αφορμής της ανάδυσης μια ιστοριογραφίας που δεν είναι η επίσημη της Κομμουνιστικής Αριστεράς, μίας "αιρετικής" ή αναιρετικής ιστοριογραφίας. Η αφετηρία του Εμφυλίου τοποθετείται μέσα στην Κατοχή, βαθιά μέσα στην Κατοχή, το 1943, άρα όταν επιστρέφει ο Ζαχαριάδης, βρισκόμαστε ήδη προ πολλού υπό συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Αυτό καθορίζει τα πάντα, καθορίζει όλη την εξέλιξη μέχρι το θάνατό του, γιατί στην πραγματικότητα το σώμα του, ο ίδιος ως πρόσωπο αλλά και ως σώμα –έχει μεγάλη σημασία αυτό για τον παραλληλισμό που πρέπει να κάνουμε με τη χριστιανική ή μάλλον την εκκλησιαστική αντίληψη για τα πράγματα, σε σχέση με το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής – διατίθεται στην ήττα, υφίσταται τις επιπτώσεις της ήττας. Τεμαχίζεται, διαλύεται, εξαφανίζεται.

Αυτό μας επιτρέπει ίσως να καταλάβουμε όλη την αφήγηση του Κόκκινου Ταγκό, να την προσλάβουμε με έναν καλύτερο τρόπο, γιατί έτσι όπως είναι κινηματογραφική και δελεαστική μάς κάνει ίσως να ξεχάσουμε τί κρύβεται από πίσω. Τι κρύβεται πίσω από το Βίτσι, από τον Γράμμο, από τη στελέχωση του Δημοκρατικού Στρατού, από τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον ΕΛΑΣ από τον Δημοκρατικό Στρατό, τί κρύβεται πίσω από τη σχέση του Ζαχαριάδη με το Μάρκο Βαφειάδη και, κυρίως, τί κρύβεται ως προς τα μεγέθη του διεθνοπολιτικού στοιχήματος, που δεν ξέρω πόσο ήταν σε θέση να κατανοήσει ο ίδιος ο Ζαχαριάδης και η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος την εποχή εκείνη. Δηλαδή, πόσο εφικτό ήταν για τους ανθρώπους αυτούς, μέσα στη συγκυρία και τα  συμφραζόμενα της  εποχής, να κατανοήσουν τί ήταν αυτό που συνέβαινε, τί έκανε ο Στάλιν κατ’ αρχάς, ο άνθρωπος στον οποίον προσέβλεπαν, που είχε αποκτήσει μεταφυσικές διαστάσεις.

Εάν παρακολουθήσει κανείς από μια εξωτερική οπτική γωνία τις κρίσιμες εξελίξεις, θα δει ότι χρησιμοποιήθηκε η Ελλάδα ως ένα εργαστήριο – πάντα η Ελλάδα εχρησιμοποιείτο ως ένα εργαστήριο ιστορικό, από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους. Στο εργαστήριο αυτό οργανώθηκε με όρους πειραματικούς το πρώτο επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, και αυτό διεξήχθη με έναν τρόπο ο οποίος ήταν σχεδόν κυνικός, εις βάρος πρωτίστως του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος και των στελεχών του, εις βάρος των ανθρώπων που ηθελημένα, ή χωρίς τη θέλησή τους, ενεπλάκησαν στην υπόθεση αυτή, στρατολογήθηκαν, ενδεχομένως βιαίως πολλοί από αυτούς, ή βρέθηκαν εκεί γιατί απλώς ανήκαν σε μία γλωσσική μειονότητα, όπως συνέβαινε με τους σλαβόφωνους κυρίως στο χώρο της δυτικής Μακεδονίας, και υπέστησαν μία ήττα η οποία ήταν μακράς διάρκειας. Μία ήττα όχι απλώς στρατιωτική και πολιτική, αλλά μία ήττα προσωπική: διαλύθηκαν οικογένειες, ακυρώθηκαν προσδοκίες, σχέδια ζωής.

Όλα αυτά συνέβαιναν ενώ, πάνω από το επίπεδο αυτό, πάνω από το επίπεδο της ιστορίας, των αφηγήσεων, των προσώπων, των σκηνών, συγκροτούνταν ένας συσχετισμός δυνάμεων ο οποίος διαμορφωνόταν και αναδιαμορφωνόταν με τρόπο ωμό, καταθλιπτικό.  Έπρεπε να διευθετήσει ο Στάλιν τις σχέσεις του με τον Τίτο, έπρεπε να ολοκληρώσει τις συμφωνίες για την κατανομή των επιρροών στην μεταπολεμική Ευρώπη, έπρεπε να λύσει θέματα τα οποία είχαν σχέση με χώρες όπως η Τσεχοσλοβακία ή η Ουγγαρία, θέματα τα οποία στη συνέχεια εξελίχθηκαν στη διχοτόμηση της Γερμανίας.  Όλα αυτά τα εισέπρατταν διάφοροι άνθρωποι οι οποίοι έτρεχαν αλλόφρονες και έβλεπαν να σκοτώνονται οι διπλανοί τους, να διαλύονται οι οικογένειές τους, να χάνουν τα παιδιά τους, να μετατρέπεται η περιπέτεια της ιστορίας, στο μεγάλο σχήμα, σε περιπέτεια προσωπική, στο μικρότερο δυνατό επίπεδο, δηλαδή εκεί που ο καθένας βιώνει την ατομική του μοίρα.

Εδώ, επειδή υπάρχουν πολλά επεισόδια σε σχέση με την Αλβανία, αξίζει να πούμε, ότι φθάσαμε να έχουμε στην Αλβανία μεγάλο αριθμό όχι αυτοεξορίστων αλλά αναγκαστικά εξορίστων, συλληφθέντων αξιωματικών και στρατιωτών του Εθνικού Στρατού, όχι του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, και αυτοί οι άνθρωποι έμειναν μέχρι το 1956, το 1957, το 1960, υπό τις συνθήκες του καθεστώτος Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία.  Δε θέλω να αναφερθώ σε άλλα επεισόδια, όλα είναι μέσα στο βιβλίο, τα πάντα είναι μέσα, είναι απολύτως συμπεριληπτικό το βιβλίο. 

Πίσω είναι αυτά. Μπροστά είναι, φυσικά, ένας Ζαχαριάδης που δεν είναι απλά ο ηγέτης, δεν είναι απλά ο υποτεταγμένος στα κελεύσματα μίας διεθνούς πολιτικής από την οπτική γωνία της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι ο Ζαχαριάδης που ερωτεύεται, ο Ζαχαριάδης ο οποίος πρέπει να διαχειριστεί τη σχέση του με τα παιδιά του και, ταυτόχρονα, ένας Ζαχαριάδης ο οποίος είναι ο ιδεότυπος της ανθρωπολογίας της Κομμουνιστικής Αριστεράς, γιατί η Κομμουνιστική Αριστερά την εποχή εκείνη είναι μία κλειστή κοινωνία, την οποία δεν μπορείς να την καταλάβεις με κριτήρια κοινωνιολογικά.  Είναι μία συζήτηση της δεκαετίας του 1960-1970, σε χώρες όπως είναι η Γαλλία ή η Ιταλία, για την ανθρωπολογική προσέγγιση του κομμουνιστικού κινήματος, δηλαδή για μία ανάλυση που προσιδιάζει στις μικροκοινωνίες ή τις αρχαϊκές κοινωνίες. Μια ανάλυση που μπορεί να σου επιτρέψει να καταλάβεις πόσο καθυποταγμένοι σε τελικώς ηθικά στερεότυπα ηθικά, ήταν, όπως τα αντιλαμβάνονταν εκείνοι. 

Ένας κοσμικός χιλιασμός

Δηλαδή, για να μιλήσω καθαρά, πρόκειται για μία εσχατολογία ιστορική, για μία πίστη αδυσώπητη, για μία σεκταριστική αντίληψη όπου ψάχνουμε να βρούμε τα πάντα με έναν απλουστευτικό τρόπο ερμηνείας της οικονομίας, της κοινωνίας, της πολιτικής, της ιστορίας, και ψάχνουμε αυτό το τέλος της ιστορίας. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν κοσμικό χιλιασμό ο οποίος επηρεάζει τα πάντα με την ίδια πεποίθηση αλήθειας που επηρεάζει και τον όποιον χιλιαστή πιστεύει ότι θα έρθει η εσχάτη παρουσία, το τέλος του κόσμου. Αυτό είναι η αφιέρωση, η υποταγή. Ο καθοδηγητής είναι ο γέροντας, είναι απολύτως συγκρίσιμα μεγέθη. Η μοναστική αντίληψη, ο ασκητισμός του Ζαχαριάδη, είναι παρόμοιος με αυτόν που μπορείς να βρεις και στη θρησκεία. Η  αυτοενοχοποίηση, η αυτοκριτική μπορεί να συγκριθεί με την εξομολόγηση που είναι ένα μυστήριο –τα έχουμε διαβάσει στο Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, τα έχουμε δει με τον καλύτερο τρόπο και τα ξαναβλέπουμε τώρα στην ελληνική λογοτεχνία – και μετά, επιβράβευση ή επιτίμιο, με την  πιο σκληρή προτεσταντική αντίληψη, η οποία καταργεί το ιδιωτικό, την ιδιωτικότητα.

Τα προσεγγίζει όλα πανοπτικά ο κυρίαρχος, και αυτός τελικά υφίσταται το ίδιο, δηλαδή ο ίδιος παρακολουθείται συστηματικά όπως το έχουμε δει στην ταινία «Οι ζωές των άλλων» – μέσα στο σπίτι του μέχρι την τελευταία στιγμή. Πρέπει να σκηνοθετήσει ή μάλλον να συγκαλύψει την αυτοκτονία του για να μη γίνει αντιληπτή από τους παρακολουθούντες, πρέπει να κρυφτεί για να αυτοκτονήσει, πρέπει να κρυφτεί για να καταστήσει ιδιωτική την κορυφαία πράξη του, η οποία είναι η κατ’ εξοχήν ιστορική και δημόσια, αλλά για να μην αποτραπεί πρέπει να την αποκρύψει. 

Αυτό, βέβαια, είναι συγκλονιστικό.  Πρέπει στα «μουλωχτά» να κάνει την τελευταία πράξη που είναι τελευταία κραυγή του, διότι διά του θανάτου του στέλνει ένα μήνυμα το οποίο δεν μπόρεσε να στείλει με τα παιδιά του, με τη γυναίκα του. Άλλωστε τα πάντα θυσιάζονται, η συζυγική σχέση, η φιλία, ο έρωτας, ακόμη και η σχέση πατέρα-παιδιού: το αντικείμενο οδηγείται στην απόλυτη αποξένωση.  Θα μπορούσε ο Καμύ να το έχει γράψει αυτό το βιβλίο.  Θα το είχε γράψει σε λιγότερες σελίδες, αλλά η εντύπωση είναι η ίδια: είναι η εντύπωση αυτής της απόλυτης αποξένωσης, της αποστέωσης των αισθημάτων. 

Βέβαια, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πρόσωπα όπως ο Νίκος Ζαχαριάδης έπαιξαν με τις τύχες της χώρας λόγω της συγκρότησή τους, της παιδείας τους, της αντίληψής τους για την ιστορία, της αντίληψής τους για το έθνος, της αντίληψής τους για τον διεθνή και περιφερειακό συσχετισμό δυνάμεων. Αυτοί οι άνθρωποι επωμίστηκαν ένα τεράστιο βάρος λαμβάνοντας αποφάσεις χωρίς θεσμική  δημοκρατική νομιμοποίηση, αποφάσεις οι οποίες είχαν μία, υποτίθεται, ιστορική αυτονομιμοποίηση,  όλα γίνονταν de facto, και έκριναν την τύχη της χώρας.

Είπε ο Ζαχαριάδης κάποια στιγμή ότι, αν ήξερα ότι θα προδώσει ο Τίτο τον Στάλιν και θα μου κλείσουν τα σύνορα –παρότι η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει τώρα ότι ήταν συγκλονιστικά μεγάλη η βοήθεια και από τις άλλες ανατολικές χώρες στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας–  θα έκανα άλλη επιλογή.  Δηλαδή τί επιλογή θα έκανε;  Θα έκανε την επιλογή τής συμμετοχής στις εκλογές του 1946 , την επιλογή του ειρηνικού δρόμου. Θα έκανε την ιταλική επιλογή δηλαδή, θα έκανε την επιλογή που έκανε ο Παλμίρο Τολιάτι.  Πώς το λες αυτό έτσι;  Πού έχεις οδηγήσει τη χώρα; 

Αυτή η αντίληψη δεν ξέρω αν σας θυμίζει κάτι πιο επίκαιρο που εμφανίζεται ως μικρογραφία στη σημερινή Ελλάδα. Ίσως υπάρχει μία εξήγηση ιδεοληπτική, που παράγει όμως ιστορικά αποτελέσματα.  Είναι  ο ίδιος ο τρόπος του σκέπτεσθαι, είναι η ίδια η αντίληψη για την ιστορία και την πολιτική, για το συσχετισμό των δυνάμεων, για αυτό που λέγεται βολονταρισμός. Όλα αυτά τα οποία εμείς λέμε τώρα ότι είναι τα κακά της μεταπολίτευσης. Αυτά μας θυμίζει η υπόθεση Ζαχαριάδη που φθάνει πολύ κοντά στα όρια της μεταπολίτευσης: ο ηγέτης του Κομμουνιστικού κόμματος τα κρίσιμα εμφυλιακά χρόνια αυτοκτόνησε το 1973- πολύ κοντά στις δικές μας πολιτικές εξελίξεις αν το σκεφθεί κανείς, ήδη δηλαδή βρισκόμαστε στην περίοδο την οποία ελέγχουμε βιωματικά σχεδόν οι περισσότεροι.  Αυτή λοιπόν η αντίληψη  επηρέασε  όλο το πνεύμα της μεταπολίτευσης, διότι τα μεγάλα κόμματα της μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ που είναι το κυρίαρχο κόμμα της μεταπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία που αντέγραψε σε πολλά σημεία το ΠΑΣΟΚ μετά το 1981, υιοθέτησαν μία αντίληψη μήτρα της οποίας είναι η παραδοσιακή αντίληψη της Κομμουνιστικής Αριστεράς για το πώς πορεύονται τα πράγματα- και αυτή είναι η μεγάλη ρεβάνς. 

Η μεγάλη ρεβάνς δεν είναι η «Πρώτη φορά Αριστερά» του 2015, η μεγάλη ρεβάνς είναι το πώς επηρεάστηκε ιδεολογικά η μεταπολίτευση από την ηττημένη Αριστερά, η οποία γίνεται ο νικητής και ο καθοδηγητής των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους και της κοινωνίας μετά το 1974. Και φθάνουμε στη σημερινή πραγματικότητα, τόσα χρόνια μετά, να κάνουμε αναψηλάφηση όλων αυτών των περιπετειών που είναι ζωντανές, γιατί είναι στοιχείο της μοίρας μας και του ερωτήματος: πού πηγαίνουμε - αν μπορούμε να πάμε κάπου.

Υπό την έννοια αυτή το «Κόκκινο ταγκό» είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Όχι με την έννοια της παμπολιτικής, ότι τα πάντα είναι πολιτικά. Είναι πολιτικό εν επιγνώσει. Γιατί δεν είναι μία βιογραφική, αγιογραφική προσέγγιση ούτε απλώς μια αναπαραγωγή ιστορικών γεγονότων. Είναι κάτι που σου επιτρέπει να σκεφθείς με έναν πιο σύνθετο και ολοκληρωμένο τρόπο θεμελιώδη ερωτήματα για την πορεία της χώρας. 

Υπό την έννοια αυτή είναι ένα δώρο που μας άφησε μετά το θάνατό του ο Κώστας Κουτσομύτης, μαζί με τον ιατρό του, φίλο του και συν-συγγραφέα του Ευάγγελο Μαυρουδή τον οποίον και συγχαίρουμε και ευχαριστούμε, και μία κληρονομιά για την οποία ο Γιάννης φαντάζομαι ότι είναι πολύ υπερήφανος, και δικαίως. 

Σας ευχαριστώ πολύ.


* Για το βιβλίο μίλησαν επίσης: ο Πέτρος Τατσόπουλος, ο Γιάννης Σολδάτος και ο συγγραφέας του βιβλίου Ευάγγελος Μαυρουδής

Αποσπάσματα διάβασε ο ηθοποιός Δημήτρης Λάλος

Την εκδήλωση συντόνισε ο Γιάννης Κουτσομύτης

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016