Αθήνα, 11 Οκτωβρίου 2016

 

Παρέμβαση Ευάγγελου Βενιζέλου στο συνέδριο που διοργάνωσε το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, με θέμα «Η αναθεώρηση του Συντάγματος: ζητήματα δικαστικής εξουσίας» (10.10.2016)

Ζητώ καταρχάς συγνώμη γιατί δεν είχα αποδεχθεί την πρότασή του καθηγητή κ. Κοντιάδη και του ΚΕΣΔ να μετάσχω ως εισηγητής στη συζήτηση αυτή, καθώς ήταν προγραμματισμένη η μετάβασή μου σήμερα στο Στρασβούργο, αλλά λόγω της συζήτησης στη Βουλή για θέματα διαφάνειας, παρέμεινα στην Αθήνα κι έτσι χάρηκα που είχα την ευκαιρία να είμαι εδώ και σας προτιμώ βεβαίως από τη συζήτηση αυτού του επιπέδου που διεξάγεται στη Βουλή. Αλλά έχω τη δυνατότητα να βρεθώ εκεί πάρα πολύ εύκολα αν προκύψει λόγος.

Τελείως επιγραμματικά θα ήθελα να πω κάποια πράγματα και υπό την ιδιότητά μου του εισηγητή της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001, κυρίως όμως υπό την ιδιότητα του ομοτέχνου των εισηγητών της σημερινής βραδιάς.

Η πρώτη μου παρατήρηση είναι πως δεν βλέπω να διαμορφώνονται οι συνθήκες κίνησης της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος. Ο πολιτικός συσχετισμός και ο πολιτικός πολιτισμός νομίζω ότι λειτουργούν αποτρεπτικά, σχεδόν απαγορευτικά για την κίνηση μιας αναθεωρητικής διαδικασία που είναι από τη φύση της συναινετική και αποζητά ευρύτατες αναθεωρητικές πλειοψηφίες καθώς αυτό επιβάλλεται ως θεμελιώδης κανόνας από το άρθρο 110 του Συντάγματος.

Εάν υπό τις παρούσες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες κινηθεί στην Ελλάδα η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, μόνο προβλήματα θα έχουμε και μόνο απώλειες σε σχέση με το επίπεδο της δημοκρατικής και δικαιοκρατικής τάξης της χώρας. Αυτή είναι η πρώτη μου παρατήρηση.

Εάν και όταν κινηθεί, στο σωστό κλίμα και υπό τις προϋποθέσεις του Συντάγματος, αναθεωρητική διαδικασία βεβαίως το κεφάλαιο περί δικαιοσύνης πρέπει να περιληφθεί καθώς είναι ένα από τα κεφάλαια της συνταγματικής ύλης στα οποία έχει περιορισμένη δυνατότητα επέμβασης ο κοινός νομοθέτης. Διότι πάρα πολλά θέματα για λόγους ιστορικούς, για λόγους παραδοσιακούς, ρυθμίζονται διεξοδικώς πλήρως και χωρίς επιφύλαξη υπέρ του νόμου στο ίδιο το κείμενο του Συντάγματος.

Εάν τα ελληνικά Συντάγματα, από συστάσεως του ελληνικού κράτους είχαν κάνει μια άλλη επιλογή σε σχέση με το κεφάλαιο περί δικαστικής εξουσίας, θα μπορούσαμε πράγματι να έχουμε μεγαλύτερη άνεση, μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια για τον κοινό νομοθέτη. Αλλά επειδή τα πράγματα είναι έτσι διαμορφωμένα για λόγους που δεν προλαβαίνουμε να εξηγήσουμε τώρα αλλά που φαντάζομαι ότι όλο το ακροατήριο αντιλαμβάνεται, φυσικά προνομιακό πεδίο μιας νέας αναθεώρησης, όταν και όπως πρέπει, θα είναι εκ των πραγμάτων το κεφάλαιο περί δικαστικής εξουσίας.

Όλα τα θέματα που συζητήθηκαν σήμερα τα είχαμε αντιμετωπίσει στη μακρά διαδικασία αναθεώρησης από το 1995 έως το 2001. Όλα τα είχαμε συζητήσει. Έκτοτε έχουμε γίνει σοφότεροι. Γίναμε σοφότεροι μέχρι του 2010 και ακόμη πιο σοφοί από το 2010 έως σήμερα λόγω των εντάσεων μέσα στις οποίες έζησε η χώρα και άρα λειτούργησαν οι θεσμοί, συμπεριλαμβανόμενης και της Δικαιοσύνης.

Πολύ περιληπτικά και επιγραμματικά. Επιλογή στις κορυφαίες θέσεις: Συμφωνώ με τον προβληματισμό, δε μπορεί να βρεθεί εύκολα λύση, το πρόβλημα δεν είναι η διαδικασία επιλογής. Η παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας και της νομοθετικής εξουσίας στο ελληνικό δικαστικό σύστημα είναι μια από τις μικρότερες διεθνώς. Πουθενά αλλού ο δικαστής δε φτάνει στο βαθμό του ανωτάτου Δικαστού, του Συμβούλου Επικρατείας, του Αρεοπαγίτη και του Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσα από αμιγώς δικαστική κρίση, μέσα από την κρίση δικαστικών συμβουλίων αμιγώς δικαστικής σύνθεσης.

Το Υπουργικό Συμβούλιο επιλέγει τους Προέδρους και τους Αντιπροέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τους Γενικούς Επιτρόπους. Συμφωνώ με το Μιχάλη Σταθόπουλο ότι το θέμα δεν είναι η διαδικασία επιλογής, το θέμα είναι οι αρμοδιότητες. Οι αρμοδιότητες είναι πολλές. Και των Προέδρων και των Αντιπροέδρων.

Δε χρειάζεται να μιλήσω καν για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που λόγω της ιεραρχικής δομής της Εισαγγελίας είναι πανίσχυρος, έχει το δεσμείν και το λύειν, αλλά και οι δυνατότητες επηρεασμού της σύνθεσης για να μιλάμε ανοιχτά, που έχουν οι Πρόεδροι και οι Αντιπρόεδροι είναι τεράστιες. Όταν οι σχηματισμοί που δικάζουν είτε την κύρια υπόθεση είτε προσωρινή δικαστική προστασία είναι ολιγομελείς, ο Πρόεδρος με τον επιλεγόμενο εισηγητή σε συνδυασμό με τον προσδιορισμό της δικασίμου, πολλές φορές διαμορφώνουν το σχήμα το οποίο αποφασίζει. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Άρα το βασικό θέμα δεν είναι η επιλογή ούτε το θέμα είναι η περιοδικότητα.  Πρέπει να υπάρχει και παράδοση, πρέπει να υπάρχει οργάνωση και πρέπει να υπάρχει και μια τάξη. Το θέμα είναι ποιες αρμοδιότητες έχει ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και ο Εισαγγελέας. Οι Γενικοί Επίτροποι έχουν ούτως ή άλλως περιορισμένες αρμοδιότητες. Πρέπει να ξαναδούμε και το ζήτημα της ιεραρχικής δομής της Εισαγγελίας, αφ’ ης στιγμής το 1975 οι εισαγγελικοί λειτουργοί απέκτησαν τις θεσμικές εγγυήσεις της ισοβιότητος και κατέστησαν πλήρως ανεξάρτητοι δικαστικοί λειτουργοί. Γιατί το 1975 σε σχέση με το status  του εισαγγελικού λειτουργού έχουμε μια τομή καταλυτική, από τη μονιμότητα στην ισοβιότητα για τον εισαγγελικό λειτουργό. 

Άρα αυτό είναι το μεγάλο θέμα. Και αυτό βεβαίως μπορεί να λυθεί από τον κοινό δικονομικό νομοθέτη σε πολύ μεγάλο βαθμό. Όπως και τα θέματα δυσλειτουργίας της Εισαγγελικής Αρχής, ιδίως όταν έχουμε να κάνουμε με δικανική κρίση του εισαγγελικού λειτουργού και όχι με διοικητικές αρμοδιότητες.

Αλλά αυτό δεν αφορά μόνο τις κορυφαίες θέσεις στα ανώτατα Δικαστήρια, αφορά και τα Δικαστήρια της ουσίας. Βλέπετε τι γίνεται με την επιλογή των Προέδρων των Συμβουλίων Διοίκησης στα Δικαστήρια της ουσίας, τα μεγάλα Δικαστήρια, στις Εισαγγελίες. Τι σημαίνει να προΐστασαι του Εφετείου Αθηνών, το οποίο εν Ολομελεία και Συμβουλίω ασκεί καταλυτικές αρμοδιότητες, τι σημαίνει να προΐστασαι της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Τι σημαίνει να εκλέγεσαι από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο για την άσκηση θεματικών αρμοδιοτήτων που υπερβαίνουν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου παρά τω οποίω υπηρετεί ο Εισαγγελεύς κατά παράβαση κάθε κανόνα κατά τόπον αρμοδιότητος.

Έχουμε για λόγους δημοσιονομικής πίεσης, δημιουργήσει δυστυχώς έναν Φρανκεστάιν στο χώρο κυρίως της Ποινικής Δικαιοσύνης, λόγω δημοσιονομικού άγχους  και έχουμε πολύ μεγάλη ευθύνη όλοι μας, διότι συμπράξαμε για να έχουμε δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Λες και το δημοσιονομικό αποτέλεσμα δικαιώνει αποκλίσεις από το κράτος δικαίου. Και αυτό πρέπει να το δούμε σε σχέση συνολικά με τη Διοίκηση της Δικαιοσύνης. Είναι ένα τεράστιο θέμα, κολοσσιαίας σημασίας για τα ατομικά δικαιώματα. Και γι’ αυτό φυσικά καταδικαζόμαστε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Προσέξτε, το σύνολο των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου οφείλονται σε παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης από το δικαστή. Διότι προϋποτίθεται η εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Άρα δεν έχει καμία σημασία η παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης από το νομοθέτη ή τη Διοίκηση. Εάν δε συντελεστεί παραβίαση από το δικαστή, άμεση ή έμμεση, δε γεννάται υπόθεση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Για το σύνολο των υποθέσεων που εκκρεμούν την ευθύνη την έχει ο εθνικός δικαστής.

Ζητήματα ενιαίας δικαιοδοσίας: Έχω διαβάσει την πρόταση, λυπάμαι που δεν άκουσα το Νίκο Αλιβιζάτο αλλά ήταν η κρίσιμη φάση της συζήτησης στη Βουλή, κατάλαβα όμως ότι αναφέρθηκε στην πρόταση για το «καινοτόμο Σύνταγμα» σε σχέση με την ενιαία δικαιοδοσία.

Εδώ θα σας πω την ιστορία: Η Ελλάδα οργανώθηκε ως σύγχρονο κράτος δικαίου με ενιαία δικαιοδοσία. Η ενιαία δικαιοδοσία σταδιακά διαφοροποιήθηκε. Διαφοροποιήθηκε σε σχέση με το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκ γενετής, στη συνέχεια υπήρξε η μείζων διαφοροποίηση το 1929 με την ίδρυση του ΣτΕ και στη συνέχεια είχαμε τη σταδιακή διαφοροποίηση με τα φορολογικά Δικαστήρια που από διοικητικές επιτροπές επίλυσης φορολογικών διαφορών, έγιναν Φορολογικά Δικαστήρια και μετά εξελίχθηκαν σε Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια.

Άρα ένα σύστημα ενιαίας δικαιοδοσίας διασπάστηκε στην κορυφή του και μετά στον κορμό του. Μα αυτό γίνεται ακόμη και στις ΗΠΑ. Στις ΗΠΑ τώρα, ιδρύονται διαρκώς Ειδικά Δικαστήρια, Φορολογικά Δικαστήρια. Στην Κύπρο που έχει σύστημα ενιαίας δικαιοδοσίας, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε όλοι, σε ένα δευτερεύον ζήτημα όπως είναι τα οικογενειακά Δικαστήρια, λόγω σχέσεων κράτους και εκκλησίας εκεί, έχουμε Ειδικά Δικαστήρια. Παντού εμφανίζονται τα Ειδικά Δικαστήρια. Δεν είναι λοιπόν θέμα ειδικών τμημάτων, είναι θέμα δικονομικής πρόσβασης.

Επιτρέψτε μου να επανέλθω στο ζήτημα των κορυφαίων θέσεων της Δικαιοσύνης.  Εμείς έχουμε 150 ανώτατους δικαστές. Στους 150 ανώτατους δικαστές, δε μπορείς να εφαρμόσεις κανόνες rotation, όπως ας πούμε ν’ αλλάζεις τον Πρόεδρο που, προσφυώς λέει ο Μιχάλης Σταθόπουλος.

Στους 9 δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, μπορεί να το κάνεις. Μπορείς να το κάνεις όταν έχεις ας πούμε ένα Διεθνές Δικαστήριο, αν και στο επίπεδο αυτό είναι πια δύσκολο. Γιατί άμα έχεις 47 μέλη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πώς θα το οργανώσεις αυτό; Στην Grande Champre δεν πηγαίνουν όλοι οι δικαστές, πηγαίνουν όμως ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και οι Πρόεδροι των τμημάτων οι οποίοι είναι εκεί παρόντες, πάντα, και μόνον οι άλλοι εναλλάσσονται.

Άρα, τέτοια προβλήματα υπεραρμοδιότητος δικαιοδοτικής των Προέδρων και Αντιπροέδρων, υπάρχουν και στα διεθνή Δικαστήρια. Δεν υπάρχουν μόνο στα Εθνικά Δικαστήρια. Υπό την έννοια αυτή θεωρώ ότι το ν’ ανοίξουμε τώρα ζήτημα ενιαίας δικαιοδοσίας, είναι πολιτικό λάθος, πέρα από τα επιστημονικά προβλήματα. Αυτό που πρέπει ν’ ανοίξουμε είναι η εναλλακτική Δικαιοσύνη, η οποία επίσης οργανώνεται σε όλο τον αγγλοσαξονικό κόσμο. Η restorative  justice ξεκινά στην Αμερική από τις εκλογικές διαφορές, από τις φορολογικές διαφορές και μετά μεταφυτεύεται στο Διεθνές Δίκαιο.

Όμως εδώ έχουμε δώσει στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με το άρθρο 100Α του Συντάγματος την αρμοδιότητα ν’ αποφαίνεται για συμβιβαστική επίλυση διαφορών  και δεν την ασκεί, όπως δεν αρκείται και η  αρμοδιότητα των επιτροπών διοικητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών, από το φόβο του Εισαγγελέα.

Διότι δε μπορεί κανείς να κάνει τίποτε υπό το φόβο του Εισαγγελέα. Δε μπορεί να λύσεις καμία διαφορά. Άρα το θεμελιώδες ζήτημα που ακούστηκε είναι η παρέμβαση του κ. Σαρμά για την άσκηση ποινικής δίωξης. Για να καταλάβουμε και τι σημαίνει η ποινική ευθύνη των Υπουργών. Δηλαδή οποιαδήποτε Υπουργική Απόφαση θα ήταν ποινική δικογραφία και ποινική δίωξη.

Τώρα δε θέλουν να έχουν ποινική ευθύνη οι Δήμαρχοι, οι Περιφερειάρχες, τα μέλη της Διοίκησης του ΤΑΙΠΕΔ, τα μέλη της Διοίκησης του ΤΧΣ και δεν ξέρω  γιατί δεν το  ζητάει και το Νομικό  Συμβούλιο του Κράτους. Και δεν έχει ανοίξει ακόμη ο φάκελος Δικαιοσύνη. Διότι η ύπαρξη του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ποινικές ευθύνες. Για φανταστείτε μια χώρα σε κατάσταση ζούγκλας από την οποία απέχουμε ολίγα εκατοστά του μέτρου. Άρα, πρέπει να κατοχυρώσουμε συνταγματικά αυτού του τύπου τη διαδικασία επίλυσης διαφορών. Και βέβαια πρέπει να το επιτρέψουν και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι. Πρέπει να το ενθαρρύνουν και να το επιτρέψουν, να καταλάβουν ότι αυτό δημιουργεί και δεν περιορίζει τη δικηγορική ύλη.

Γιατί αυτό είναι επίσης ένα πολύ μεγάλο θέμα, ότι η διαμεσολάβηση, η διαιτησία δημιουργεί ύλη. Αλλιώς κρατιέται η ύλη αυτή για ορισμένους πάρα πολύ υψηλής ποιότητος νομικούς και οι άλλοι πένονται,  κάτι  που  είναι απολύτως άνισο και βλαπτικό για την ποιότητα του κράτους δικαίου.

Έλεγχος συνταγματικότητας και συνταγματικό Δικαστήριο: Κοιτάξτε,  ήμουν οπαδός ένθερμος του διαχύτου ελέγχου. Και κάποια στιγμή μετά την αναθεώρηση του 2001 η στάση μου άρχισε να μεταβάλλεται μέσα από τη μελέτη της ελληνικής  και της διεθνούς πραγματικότητας. Άλλωστε είναι και επιστημονική υποχρέωση, να ελέγχουμε τη γνώμη μας με βάση τις εξελίξεις.

Αυτή τη στιγμή- ο Νίκος Αλιβιζάτος ως μέλος της Επιτροπής  το ξέρει καλύτερα από μένα- στο forum  των συνταγματικών δικαστηρίων που λειτουργεί στην Επιτροπή της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, μετέχουν 100 χώρες με συνταγματικά Δικαστήρια. Εκατό χώρες. Η Ελλάδα δε μετέχει καθόλου, δεν εκπροσωπείται ούτε με το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ούτε με το ΣτΕ.

Υπάρχει η άποψη που λέει ότι «τώρα το θυμηθήκατε; Συνταγματικό Δικαστήριο είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά περίπτωση». Μα είναι το ίδιο, λύνονται όλα τα θέματα σε  ευρωπαϊκό επίπεδο;

Μήπως Θα θέλαμε να υποκαταστήσουμε το ΣτΕ; Θέλουμε να υποκαταστήσουμε τους συμβούλους επικρατείας ή τους αρεοπαγίτες ή τους συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Προφανώς όχι.

Θέλουμε ν’ ανοίξουμε μια συζήτηση για το πώς ένα σύστημα που έπαψε να είναι σύστημα διάχυτου ελέγχου και έγινε σύστημα συγκεντρωτικού ελέγχου μέσα από διαφόρους δικονομικούς μηχανισμούς με κορυφαίο το μηχανισμό της πιλοτικής δίκης, που δεν αφήνει πλέον στον κοινό δικαστή, στο δικαστή της ουσίας τη δυνατότητα να ασκεί πραγματικά έλεγχο συνταγματικότητας, παράγοντας δεδικασμένο και δημιουργώντας επιπτώσεις, πώς ένα σύστημα που έχει γίνει συγκεντρωτικό, θα πάψει να είναι ψευτοπαρεμπίπτον και θα γίνει ένα σύστημα ειλικρινούς, ευθέως και αφηρημένου ελέγχου.

Αυτό είναι το θέμα. Διότι έχουμε κρατήσει απλώς  μία δικονομική επίφαση παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου. Στην πράξη οργανώνεται ένας  έλεγχος  ο οποίος είναι συγκεντρωτικός και αφηρημένος αλλά εξακολουθεί να έχει  τα τυπικά δικονομικά χαρακτηριστικά του παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου. Ούτε η πρόσκληση για παρέμβαση, την οποία την έχω υποστηρίξει από το 1985, αν θυμάστε, επιστημονικά καλύπτει τα θέματα αυτά. Γίνεται μια συνταγματική δίκη μεταξύ τυχαίων διαδίκων, με τυχαία ευκαιρία. Δεν εκφράζονται οι απόψεις ενώπιον του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο έχει την αίσθηση ότι ασκεί και ασκεί υψηλού επιπέδου δικανική κρίση, αλλά χωρίς διαδίκους. Οι διάδικοι παρίστανται τυχαία σε μια συνταγματική δίκη η οποία εμφανίζεται ως μια δίκη άλλου τύπου. Πρόκειται δηλαδή, για  μια μεγάλη καταστρατήγηση. Αυτό πρέπει να το πούμε. Αυτό δεν είναι ούτε υποκατάσταση του ΑΕΔ ούτε υποκατάσταση των δικαστών του ΣτΕ . Άλλωστε θα μπορούσε να είναι αμιγώς δικαστική η σύνθεση του Συνταγματικού Δικαστηρίου από τους υπάρχοντες ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς.

Αλλά να δούμε πώς θα γίνει αυτό ή εν πάση περιπτώσει, να το δούμε σε συνδυασμό με όλα τ’ άλλα θέματα της δικαστικής εξουσίας. Αλλιώς έχουμε δημιουργήσει μια πολύ μεγάλη αλλοίωση δικονομική και δογματική. Διότι μη μου πείτε τώρα ότι ισχύει το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Δεν ισχύει.

Για τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών συμφωνώ με όλα όσα ειπώθηκαν, άλλος ήταν ο σκοπός του «Μισθοδικείου», να περιβάλλει με μεγάλη εμπιστοσύνη τους δικηγόρους μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων και τους Καθηγητές.

Οι καθηγητές πάντοτε μειοψήφησαν και αν παρακολουθήσουμε τη νομολογία του Δικαστηρίου αυτού που κακώς το λένε Μισθοδικείο, είναι το Ειδικό Δικαστήριο αγωγών κακοδικίας με την ειδική σύνθεση του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, θα δούμε ότι ήταν στην αρχή άλλες οι αποφάσεις του με προεδρεύοντα τον Πρόεδρο του ΣτΕ και άλλες οι αποφάσεις του με Προεδρεύοντα τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Διαφορετικές.

Ξαφνικά έγινε επίκληση των αποφάσεων με σύνθεση που προήδρευε ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και ξεχάστηκαν οι αποφάσεις με σύνθεση στην οποία προήδρευε ο Πρόεδρος του ΣτΕ  ή ο αναπληρωτής τους. Κι έτσι βέβαια φτάσαμε τελικά στο να μην υπάρχει τίποτα. Φτάσαμε στο να πει η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι διακρατώ και δικάζω υπόθεση για τις συντάξεις των δικαστών παρ’ ότι και των συντάξεων η δικαιοδοσία έχει μεταφερθεί στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου  88 , επειδή δεν αφορά μόνο δικαστές αλλά αφορά γενικότερα το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας. Και έτσι, αφήρεσε τη δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Υπάρχει όμως και το θέμα του ελέγχου της συνταγματικότητας αυτό καθαυτό. Η αιτιολογία του νόμου ελέγχεται δικαστικά από τη δεκαετία του ’80. Είναι σωστά αυτά που είπε ο κ. Σαρμάς, συμφωνώ, προσυπογράφω, αλλά αυτό έχει συμβεί σταδιακά μέσα από τη νομολογία του ΣτΕ για θέματα περιβαλλοντικά, πολεοδομικά, χωροταξικά κτλ.

Έχουμε συνεχώς δικαστικό  έλεγχο της αιτιολογίας του νόμου και έχουμε κατά μείζονα λόγο δικαστικό έλεγχο της αιτιολογίας του νόμου που τείνει να υποκαταστήσει διοικητική πράξη. Άρα, στην πραγματικότητα έχουμε μια πολύ μεγάλη αλλοίωση του ίδιου του επίδικου αντικειμένου. Διότι υπάρχει ένας συμφυρμός  του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου και της αιτιολογίας του νόμου και της υποκρυπτόμενης διοικητικής πράξης και της αιτιολογίας της.

Άρα, αυτό σημαίνει ότι έχουμε ανάδειξη της διπλής φύσεως του Δικαστηρίου, το οποίο από Δικαστήριο Διοικητικό μετατρέπεται σε Δικαστήριο Συνταγματικό και δημιουργεί αυτό το θέμα. Και αυτό που ανέδειξε ο κ. Σαρμάς, δογματικά, θα μου επιτρέψετε να πω, είναι το γνωστό θέμα της διάκρισης μεταξύ της ουσιαστικής συνταγματικότητας και της τυπικής  συνταγματικότητας  διαιρούμενης σε εξωτερική και εσωτερική τυπική συνταγματικότητα.

Και η μεν εξωτερική που είναι η υπόσταση του νόμου ελέγχεται, η εσωτερική που είναι τα internal corporis δεν ελέγχεται δικαστικά, ελέγχεται μόνο κοινοβουλευτικά. Ξέρετε όμως ότι υπάρχει παραδοσιακή διάσταση της νομολογίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε σχέση με τ’ άλλα δύο ανώτατα Δικαστήρια. Διότι το Ελεγκτικό Συνέδριο προκειμένου να διαφυλάξει τη συνταξιοδοτική του αρμοδιότητα, στις περιπτώσεις συνταξιοδοτικών νόμων ελέγχει την ύπαρξη της προηγούμενης γνωμοδότησής του ως στοιχείο της υπόστασης του νόμου. Δηλαδή της εξωτερικής τυπικής συνταγματικότητας.

Άρα έχουμε κι από κει ένα πολύ μεγάλο θέμα το οποίο φέρνει στο προσκήνιο τις εκ του νόμου απαιτούμενες προπαρασκευαστικές πράξεις της νομοθετικής διαδικασίας. Αυτά δεν τα συζητούμε δυστυχώς. Αυτά όλα τίθενται μ’ έναν τρόπο παρεμπίπτοντα, νευρικό, αποσπασματικό, ενώ θίγουν το δόγμα του  κράτους  δικαίου. 

Και για να μη κάνω κατάχρηση κλείνω με την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι η αποτροπή της επιρροής από την εκτελεστική εξουσία προς τη επιλεγόμενη απ’ αυτήν ηγεσία; Ας πούμε ότι είναι και αυτό. Εγώ θα σας πω ότι έχω μετάσχει σε πάρα πολλές επιλογές Προέδρων και Αντιπροέδρων Ανωτάτων Δικαστηρίων και Εισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Και ως Υπουργός Δικαιοσύνης και ως μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου.

Δε θέλω ν’ αναφέρω ονόματα. Από τους τεθνεώτες ας αναφέρω την επιλογή του Στέφανου Ματθίας ως Προέδρου του Αρείου Πάγου που έκανα  ως Υπουργός Δικαιοσύνης το 1996, μη ακολουθώντας πλήρως την επετηρίδα. Δε θα τολμούσε να τον πάρει κάποιος τηλέφωνο. Ένας πολιτικός που σέβεται το ρόλο του θεσμικά, δε θα έκανε ποτέ καμία παρέμβαση απέναντι σε ανθρώπους που σέβεται θεσμικά αλλά και προσωπικά.

Το μεγάλο  πρόβλημα δεν είναι όμως  η εξωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Το μεγάλο πρόβλημα είναι η εσωτερική ανεξαρτησία. Είναι η εσωτερίκευση των προβλημάτων της εξωτερικής ανεξαρτησίας.

Είναι ότι οι πιέσεις της πολιτικής εξουσίας μετατρέπονται σε πιέσεις των  συλλογικών οργάνων και των  ατομικών οργάνων Διοίκησης της Δικαιοσύνης προς τους κατώτερου βαθμού δικαστές. Αυτό είναι το θέμα.

Η πειθαρχική εξουσία του Προέδρου του Αρείου Πάγου, η εξουσία του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, τα ανώτατα Δικαστικά Συμβούλια, η σύνθεση των Πειθαρχικών Συμβουλίων, η μετατροπή δικανικών στάσεων σε πειθαρχικά παραπτώματα, ο έλεγχος του τρόπου έκφρασης των δικαστικών λειτουργών. Υπάρχει τεράστιο θέμα εσωτερικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, όχι εξωτερικής.

Και δεν έχουμε εικόνα για τις κάμψεις της ανεξαρτησίας έναντι άλλων πιέσεων. Διότι πού ξέρουμε τι γίνεται με τις πιέσεις διαφόρων συμφερόντων; Και δεν αναφέρομαι σε συμφέροντα οικονομικά μόνο. Αναφέρομαι και σε αντιλήψεις  ιδεολογίες, ιδεοληψίες, πεποιθήσεις θρησκευτικές. Η συνείδηση του δικαστή είναι ανεξάρτητη και προστατεύεται ως δικανική. Δεν προστατεύεται η εν γένει συνείδηση του δικαστή. Γιατί η εν γένει συνείδηση του δικαστή μπορεί να θέτει πολλά σοβαρά ζητήματα κράτους δικαίου και δημοκρατίας, λόγω των προσωπικών του πεποιθήσεων που είναι ελεύθερες και ανεξέλεγκτες. Δε μας ενδιαφέρει αυτό. Μας ενδιαφέρει αυτή του η συνείδηση να μετατρέπεται σε δικανικά ελεγχόμενη συνείδηση μέσα από την πληρότητα της αιτιολογίας και μέσα από την επαναληπτικότητα της αιτιολογίας, δηλαδή μέσα από τη δυνατότητα ορθολογικού ελέγχου της συνοχής της αιτιολογίας. Αλλιώς δεν υπάρχει αιτιολογία.

Μία λέξη θα πω μόνο τελευταία, σε σχέση με την οικονομική κρίση: Έρχονται οι  αποφάσεις του ΣτΕ σε σχέση με το μνημόνιο, σε σχέση με τις συντάξεις, σε σχέση με το «μέχρις εδώ αλλά όχι παραπέρα, και με αφορμή αυτές τις αποφάσεις έχω μιλήσει πολλές φορές για το πώς θα αντιμετώπιζε ο δικαστής την ασύντακτη χρεοκοπία».

Πώς θα αντιμετώπιζε λοιπόν ο δικαστής το πραγματικό γεγονός της ταμειακής αδυναμίας του Δημοσίου να καταβάλλει μισθούς και συντάξεις; Να καλύψει τη λειτουργία των σχολείων, των νοσοκομείων, των Ενόπλων Δυνάμεων χωρίς ν’ αλλάξει τίποτα στο νομικό κόσμο, χωρίς καμία νομοθετική μεταβολή, ως απλό γεγονός;

Εάν δεν είχε γίνει η επιλογή αυτή η δύσκολη, η επώδυνη, για την οποία καταβάλλουμε τεράστιο πολιτικό κόστος και δεν είχε αλλάξει κανένας νόμος, δεν υπήρχε καμία πράξη νομοθετική, καμία πράξη διοικητική, αλλά υπήρχε η απόλυτη αδυναμία καταβολής μισθών, συντάξεων και λειτουργικών δαπανών του κράτους τι θα είχε να  ελέγξει ο δικαστής; 

Οι  αποφάσεις του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου που είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, είναι κείμενα βαθιά πολιτικά που επιδίδονται  σε μία εκτεταμένη ανάλυση της οικονομικής συγκυρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και βεβαίως πρέπει ο δικαστής του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, να είναι σε θέση ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου του μεγαλύτερου, ας το πούμε έτσι, παράγοντα δημοσιονομικής ισορροπίας στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εξηγήσει διάφορα πράγματα, να εξηγήσει τι γίνεται.

Για όλα τα μεγάλα βήματα προς την ολοκλήρωση της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης, έχουμε αποφάσεις οι οποίες εμπλέκουν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καμία φορά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκ του πλαγίου, το Συνταγματικό Δικαστήριο το γερμανικό, το ομοσπονδιακό, και τα συνταγματικά Δικαστήρια των χωρών που είναι σε πρόγραμμα. Δηλαδή το Ελληνικό Συμβούλιο Επικρατείας, το Πορτογαλικό Συνταγματικό Δικαστήριο και ούτω καθ' εξής. Το πολιτικότερο Δικαστήριο, αυτό που προσπαθεί να δει συνολικά το οικονομικό  πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι το ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο το Γερμανικό. Θεωρεί τον εαυτό του θεματοφύλακα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε θεσμικό επίπεδο με την ίδια λογική που έχει διατυπώσει τις αποφάσεις του για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για τη διαφύλαξη εν τέλει της κυριαρχίας των κρατών μελών.

Είναι η ίδια λογική. Και με την ίδια λογική κάθε φορά κρίνει το νέο  βήμα. Το πρώτο μνημόνιο, το δεύτερο μνημόνιο αλλά και τους θεσμούς. Τον EFSF, το ΕSM, την  QE,  μια σειρά αποφάσεων. Και βεβαίως εκεί θα δούμε ότι τελικά, suma sumarum, ο δικαστής μπορεί να λέει την άποψή του, αλλά τα πράγματα προχωρούν. Δεν ανεκόπη καμία πρωτοβουλία για την ωρίμανση και την ολοκλήρωση της οικονομικής διακυβέρνησης σε επίπεδο Ευρωζώνης και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν ανεκόπη η χρηματοδότηση κανενός προγράμματος στήριξης και προσαρμογής.

Άρα, άμα θέλουμε να τα συζητήσουμε όλα αυτά, να δούμε την επιρροή στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, πρέπει να τα βάλουμε κάτω να δούμε όλη τη νομολογία, πανοπτικά, για να δούμε πως έχουν λειτουργήσει οι χώρες με συνταγματικό δικαστήριο, η μοναδική περίπτωση που έχουμε εμείς που είναι αν έχουμε οιονεί παρεμπίπτοντα έλεγχο, και πως έχουν λειτουργήσει τα δύο δικαστήρια, κυρίως το Λουξεμβούργο αλλά και δευτερευόντως και το Στρασβούργο στα ζητήματα αυτά.

Αυτά. Ανάμεικτα τα θέματα. Πολύ σοβαρά θεωρητικά διαχρονικά και πάρα πολύ βεβαρημένα και ύποπτα συγκυριακά. Σας ευχαριστώ.    

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016