Θεσσαλονίκη 9 Μαΐου 2017

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στη Θεσσαλονίκη
«Η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις - Η Ελλάδα μέσα σε μια Ευρώπη που αλλάζει»*

Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας στην εκδήλωση που οργανώνει ο Κύκλος Ιδεών για την εθνική ανασυγκρότηση στη Θεσσαλονίκη, σήμερα 9 Μαΐου, ημέρα της Ευρώπης  στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που οργανώνονται σε όλες τις χώρες – μέλη, λόγω της επετείου των 60 ετών από τη Συνθήκη της Ρώμης. Ο Κύκλος είχε οργανώσει  ημερίδα στις 27 Μαρτίου, στην Αθήνα, δυο μέρες μετά τη Σύνοδο Κορυφής και τη διακήρυξη της Ρώμης, καθώς στη Ρώμη, όπου είχε υπογραφεί η Συνθήκη πριν από 60 χρόνια, οργανώθηκε η κεντρική εκδήλωση για την επέτειο με τη μορφή της συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που κατέληξε στο κείμενο της διακήρυξης. Σήμερα λοιπόν, που είναι η ημέρα της Ευρώπης και πηγαίνουμε πιο πίσω από το 1957, στο 1950, στις μεταπολεμικές αφετηρίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, πήραμε την πρωτοβουλία να οργανώσουμε αυτή την εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη και ευχαριστώ θερμά την κα Ταχιάου που συντονίζει και τους αγαπητούς φίλους και συναδέλφους μου, παλιούς και νεώτερους,  που είχαν την καλοσύνη να μετάσχουν στη συζήτησή μας τροφοδοτώντας την με εξαιρετικές εισηγήσεις.

 

***

Το θέμα της σημερινής συνάντησης είναι η «Η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις», αλλά και «Η Ελλάδα μέσα σε μια Ευρώπη που αλλάζει», καθώς ειδικά για την Ελλάδα η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και πιο συγκεκριμένα η συμμετοχή στην Ευρωζώνη μπορεί να μετατραπεί σε μια σισύφεια  προσπάθεια να πλησιάζει ένα στόχο που συνεχώς απομακρύνεται.

Εάν θέλουμε να κάνουμε μια γενική και απλουστευτική προσέγγιση για το τι συνέβη τα τελευταία 60 χρόνια, πρέπει να ομολογήσουμε ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι ένα επιτυχημένο, πρωτότυπο, υβριδικό σε πολλά σημεία ιστορικό γεγονός. Έχει διαμορφωθεί μια άλλη κατάσταση στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κατ' αρχάς στη δυτική Ευρώπη πριν από την κατάρρευση του υπαρκτού Σοσιαλισμού, πριν από τη διάλυση της ευρωπαϊκής Σοβιετικής Ένωσης και στη συνέχεια, μετά το 1990, με αλλεπάλληλες διευρύνσεις, στο απεκατεστημένο ευρωπαϊκό τοπίο, που ξαναβρίσκει τη συνέχεια που είχε διαρραγεί μετά το 1945.

Πράγματι η ευρωπαϊκή εμπειρία των τελευταίων 60 ετών είναι μια εμπειρία ειρήνης, συνεργασίας, ανάπτυξης, ενίσχυσης της δημοκρατίας, του κράτους Δικαίου και του κοινωνικού κράτους. Το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης και το ευρωπαϊκό μοντέλο κοινωνικού κράτους είναι περιζήτητα, είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει στον κόσμο.

Αυτό που λέγεται «δημοκρατία», αυτό που λέγεται «κράτος Δικαίου» και αυτό που λέγεται «κοινωνικό κράτος» ορίζεται με βάση το ευρωπαϊκό πρότυπο, που απέκτησε γενικότερα δυτικά χαρακτηριστικά και σταδιακά οικουμενικά χαρακτηριστικά. Μέσα βεβαίως και από μια οριενταλιστική προσέγγιση που έχει ο δυτικός κόσμος, θέλοντας να επιβάλλει τα δικά του πρότυπα, τις δικές του αντιλήψεις και τα δικά του στερεότυπα και στο μη δυτικό κόσμο, τον οποίο αντιμετωπίζει συχνά  ως υπανάπτυκτο όχι μόνο οικονομικά και κοινωνικά, αλλά και θεσμικά. Και αυτό δημιουργεί πάρα πολλά προβλήματα, πλήθος παρεξηγήσεων που συνδέονται και με τα ζητήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη, ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας.

Αν θέλει λοιπόν  να κάνει κανείς ένα συνοπτικό, γενικό απολογισμό, ο απολογισμός του ευρωπαϊκού εγχειρήματος τα τελευταία 60 χρόνια είναι αναμφίβολα θετικός. Η Ευρώπη είναι η πιο ανεπτυγμένη οικονομική ζώνη του κόσμου, η ζώνη των πιο ευτυχισμένων ανθρώπων που ζουν υπό συνθήκες δημοκρατίας, με σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, που ζουν υπό συνθήκες κοινωνικής αλληλεγγύης ή πάντως ενισχυμένης κοινωνικής προστασίας. Και γι' αυτό η Ευρώπη είναι  περιζήτητος προορισμός όλων των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων, πρωτίστως βεβαίως για λόγους γεωγραφικής εγγύτητας όσον αφορά τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, αλλά πάντως ένας προορισμός ο οποίος είναι ειδυλλιακός στα μάτια αυτών που βρίσκονται έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση κυριαρχεί άλλωστε και στην ευρύτερη Ευρώπη, την Ευρώπη των αξιών, την Ευρώπη την ιδεολογική, την Ευρώπη η οποία ορίζεται μέσα από την ιστορική αυτοσυνειδησία και τον πολιτισμό και αυτά όλα αποτυπώνονται κυρίως σε ένα άλλο διεθνή Οργανισμό που είναι το Συμβούλιο της Ευρώπης, στους κόλπους του οποίου έχει αναπτυχθεί  και το πιο σημαντικό εργαλείο από την άποψη αυτή, που είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Αλλά και στους κόλπους ενός άλλου Οργανισμού που είναι ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, όπου πια τα πράγματα είναι πιο σκληρά γιατί αφορούν σχέσεις ισχύος, σε πολύ μεγάλο βαθμό στρατιωτικές, η Ευρωπαϊκή Ένωση με τα 28 μέχρι στιγμής, 27 μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, μέλη της, επίσης κυριαρχεί, ή, για να το πω πιο ρεαλιστικά συνυπάρχει με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κατ' εξοχήν βεβαίως αυτό συμβαίνει στο ΝΑΤΟ, που μας υπενθυμίζει πάντα με την παρουσία του και την κρισιμότητά του, ότι η Ευρώπη πέτυχε πολλά τα 60 τελευταία χρόνια, αλλά το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, στον πυρήνα του, ως πρόβλημα στρατιωτικής απειλής, είναι πρόβλημα ευρωατλαντικό δηλαδή ευρωαμερικανικό. Τέτοιο έγινε ρητά και πανηγυρικά στην τελευταία φάση του Πρώτου  Παγκοσμίου Πολέμου, με την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στο μεγάλο πόλεμο, και παρέμεινε από τότε μέχρι σήμερα, δηλαδή  από το 1917 μέχρι σήμερα 2017, 100 ολόκληρα χρόνια.

Η Ευρώπη όμως πρέπει να αξιολογηθεί τώρα  μετά την κρίση του 2008 που ξέσπασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ως κρίση χρηματοπιστωτική και μετετράπη σε κρίση δημοσιονομική και μεταφέρθηκε στην Ευρώπη και ανακυκλώθηκε και ανακυκλώνεται μέχρι σήμερα  και γεωγραφικά και θεματικά, ως μια κρίση η οποία είναι τραπεζική και δημοσιονομική και τελικά είναι κρίση του μοντέλου ανάπτυξης. Η κρίση λοιπόν  μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι ναι μεν τα 60 χρόνια είναι πολύ σημαντικά και πολύ θετικά, αλλάζουν όμως πλέον  βασικά δεδομένα.

Η Ευρώπη αλλάζει, συμπιέζεται. Κατ' αρχάς σε σχέση με το παρελθόν, μικραίνει πληθυσμιακά, γερνάει δημογραφικά και μειώνεται το μερίδιό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Εν δυνάμει μάλιστα θα μειωθεί πολύ περισσότερο γιατί υπάρχει συμπιεσμένο δυναμικό, κυρίως στην Κίνα και στις Ινδίες, το οποίο θα εκφραστεί σε επίπεδο παγκόσμιου ΑΕΠ, άρα θα υπάρχει άλλη κατανομή της πίτας.

Τα τελευταία χρόνια  τέθηκε υπό αμφισβήτηση  η δυνατότητα της Ευρωζώνης και της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ’ επέκταση, να αντιμετωπίζει συνθήκες κρίσης, γιατί όλοι κατάλαβαν ότι το οικοδόμημα αυτό έχει διαμορφωθεί για να λειτουργεί υπό φυσιολογικές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως. Δεν υπήρχαν μηχανισμοί πρόβλεψης,  ανάσχεσης  και διαχείρισης κρίσεων. Ξαφνικά συνειδητοποίησε η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ίσως και περισσότερο ενστικτωδώς από την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία, ότι υπάρχει ένα πρόβλημα μοντέλου, ότι υπάρχει ένα πρόβλημα παραδείγματος, ότι τίθεται πια εν αμφιβολία το ίδιο το ευρωπαϊκό μοντέλο συνολικά, το οποίο είναι μοντέλο ανάπτυξης, παραγωγής, ανταγωνιστικότητας, αλλά και μοντέλο αναδιανομής. Αναφέρομαι στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο που  είναι το βασικό επίτευγμα της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας.  Συνολικά βεβαίως  το ευρωπαϊκό οικοδόμημα  είναι προϊόν ενός  ιστορικού συμβιβασμού μεταξύ των δυο μεγάλων ευρωπαϊκών πολιτικών και ιδεολογικών οικογενειών, της Σοσιαλδημοκρατικής και της Χριστιανοδημοκρατικής/ Λαϊκής /συντηρητικής, με μια μικρότερη συμμετοχή των φιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων ,ανάλογα με τις ιδιομορφίες κάθε εθνικού πολιτικού συστήματος.

Αλλά σε αυτό το μεγάλο συμβιβασμό η βασική εισφορά της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας ήταν τα στοιχεία του κοινωνικού κράτους, που ήταν στοιχεία βασισμένα στην αναδιανομή, όχι στην παραγωγή. Άλλωστε ο παγκόσμιος χάρτης ήταν διαφορετικός. Υπήρχαν αδράνειες από την εποχή της αποικιοκρατίας, υπήρχαν πλεονάσματα που μεταφέρονταν από άλλες ηπείρους. Έπρεπε όμως  η Ευρώπη να αντιμετωπίσει εγκαίρως τη μεγάλη πρόσκληση των αλλαγών στην παγκοσμιοποίηση, στην παγκόσμια αγορά όχι μόνο αγαθών και υπηρεσιών, αλλά κυρίως κεφαλαίου και όλα αυτά σε συνδυασμό βέβαια με τις αλλαγές που έφερε η τεχνολογία, καθώς από το 1970 ζούσαμε τις συνθήκες της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης, της ψηφιακής. Ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι πάμε σε μια τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, που συνδυάζει ψηφιακά χαρακτηριστικά με βιολογικές αλλαγές, με αλλαγές σε σχέση με την αντίληψή μας για τον κόσμο, για το περιβάλλον. Πριν καλά – καλά συνειδητοποιήσουμε πως λειτουργεί το διαδίκτυο, μιλάμε για το διαδίκτυο των πραγμάτων, για το πώς συμπυκνώνεται και διακινείται η πληροφορία η οποία βρίσκεται  παντού, και οδηγεί σε   μια άλλη τεχνολογία.

Η κρίση βέβαια της Σοσιαλδημοκρατίας, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της κρίσης του ευρωπαϊκού μοντέλου, στην πραγματικότητα έχει ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, ή μάλλον ληξιαρχική πράξη θανάτου των μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων στην Ευρώπη, που είναι η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Γιατί η Συνθήκη του Μάαστριχτ, δηλαδή η εισαγωγή της οικονομικής και νομισματικής Ένωσης ως στόχου, βασίζεται στην παραδοχή, την υπογεγραμμένη και  συμφωνημένη, ότι θα υπάρχουν πολύ αυστηροί κανόνες δημοσιονομικής και μακροοικονομικής πειθαρχίας.

Και μπορεί η Ένωση αυτή να εξελίχθηκε σε μια στενά Νομισματική Ένωση μετά τη φυσική εισαγωγή του ευρώ το 2000, η δημιουργία της όμως είναι μια πράξη πολιτικού βολονταρισμού και όχι αποτέλεσμα μιας βαθυστόχαστης ανάλυσης για το πώς πηγαίνουμε σε ένα ενιαίο νόμισμα.  Η επιλογή έγινε  πολιτικά και όχι μέσα από τις αγορές και βεβαίως οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στη γερμανική ενοποίηση.  Αυτό άλλωστε που συνέβη τελικά είναι να επιβάλλεται μέσα από τη νομισματική πολιτική που είναι ενιαία γιατί υπάρχει ένα ενιαίο νόμισμα, εκ των πραγμάτων μια ενιαία δημοσιονομική πολιτική, εκ των πραγμάτων μια ενιαία χρηματοπιστωτική πολιτική και εκ των πραγμάτων, τελικά, μια ενιαία αναπτυξιακή πολιτική, γιατί υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο μοντέλο ανταγωνιστικότητας, το οποίο αποδίδει αποτελέσματα και καθίστασαι παρίας με κίνδυνο αποβολής, αν δεν υιοθετήσεις τελικά αυτά που έχουν συνομολογηθεί σε γενικές γραμμές ήδη από το 1992.

Και δεν είναι μόνο αυτό, είναι ότι, όπως ειπώθηκε πολύ ωραία προηγουμένως, η Ευρώπη ζούσε υπό συνθήκες καντιανής ειρήνης και επανάπαυσης, ενώ άλλες περιοχές του κόσμου είναι συγκρουσιακές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια  κοινωνία που αποδέχεται τον κίνδυνο, το ρίσκο, την πιθανότητα θανάτου, τη συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις. Αυτά δεν ισχύουν στην Ευρώπη. Ή για τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Σταδιακά απομακρύνθηκαν από τις επιλογές αυτές και χώρες που τις έκαναν πριν από λίγα χρόνια, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο, που θυμηθείτε πόσο διαφορετικά φέρθηκε σε σχέση με το Ιράκ στην περίπτωση της Συρίας, ενώ η Γαλλία ούτως ή άλλως ενδιαφέρεται για τις περιοχές με τις οποίες έχει ιστορικές σχέσεις, είτε αυτές είναι η Συρία, είτε  το Μάλι, είτε η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Αυτά όμως δεν επιτρέπουν στην Ευρώπη να αντιμετωπίσει με πληρότητα ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, γιατί ούτως ή άλλως η εξωτερική ασφάλεια συνδέεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες και με το ΝΑΤΟ, για λόγους τεχνολογικούς αλλά και αξιακούς και οικονομικούς και η εσωτερική ασφάλεια είναι η άλλη πλευρά της εξωτερικής ασφάλειας. Γιατί στην πραγματικότητα έχουμε μια μεταφορά επί ευρωπαϊκού εδάφους του πολεμικού κινδύνου που υπάρχει στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, οι ασύμμετρες απειλές μεγεθύνονται, διαχέονται.

Ταυτοχρόνως υπάρχει οξύ πρόβλημα κοινωνικής συνοχής, διότι αλλάζει η διαστρωμάτωση των  κοινωνιών. Θίγεται το κεκτημένο. Παρότι δε  όλα  κινούνται στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο παγκοσμίως,  όταν αμφισβητείται αυτό που έχεις κατακτήσει και θεωρείς δεδομένο, ακόμη κι αν εξακολουθείς να είσαι σε συγκριτικά υψηλό επίπεδο, νιώθεις ότι έχεις υποστεί μια ήττα, ένα ακρωτηριασμό.

Και αυτό δημιουργεί πολύ σοβαρά προβλήματα κοινωνικής συνοχής, εθνικής ενότητας, ταυτότητας. Υπάρχουν ταυτοτικές κρίσεις και αυτές επηρεάζουν βεβαίως τις πολιτικές συμπεριφορές και την αντίληψη για τη δημοκρατία και το κράτος Δικαίου. Μα η μεγάλη μήτρα η ιστορική που αμφισβήτησε και τη δημοκρατία και το κράτος Δικαίου είναι η Ευρώπη του μεσοπολέμου. Την περίοδο εκείνη έχουμε μεγάλες θεωρητικές αμφισβητήσεις της αξίας της δημοκρατίας και της αξίας των δικαιωμάτων.

Και βέβαια αμφισβητείται πολιτιστικά και αξιακά το ευρωπαϊκό μοντέλο γιατί όλα όσα θεωρούσαμε αυτονόητα και τα λέγαμε έτσι ως ποίημα – στερεότυπο: η πολυφωνία, η πολυπολιτισμικότητα, η αντίληψή μας για τη θρησκεία, για τη σχέση Κράτους και Εκκλησίας, όλα αυτά έχουν βεβαίως τεθεί υπό αμφισβήτηση τώρα που υπάρχουν  προβλήματα που συνδέονται με την παρουσία του Ισλάμ στην Ευρώπη, με τη δυνατότητα αποδοχής και αφομοίωσης του ευρωπαϊκού κεκτημένου από άλλους πληθυσμούς.  Τίθενται  ερωτήματα συνύπαρξης, ερωτήματα τα οποία έχουν σχέση με τις αξίες των κοινωνιών που επηρεάζουν βεβαίως και τις αξίες των θεσμών, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σήμερα μιλάμε επετειακά, αλλά μιλάμε και συγκυριακά. Είχαμε το δεύτερο γύρο των γαλλικών εκλογών και υπήρξε η ανακούφιση από την εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν με μια μεγάλη  πλειοψηφία 66% στο δεύτερο γύρο, με μια εκπρόσωπο δεδηλωμένα εθνικολαϊκιστικών απόψεων, η οποία όμως κατάφερε να συγκεντρώσει περίπου 34%. Όταν πριν από μεριά χρόνια, το 2002, ο πατέρας της είχε φτάσει στο 17,5% περίπου και ο τότε αντίπαλός του που δεν είχε τη γοητεία, τη νεότητα και τη νεωτερικότητα του Μακρόν, κατάφερε να συγκεντρώσει περίπου 83% των ψήφων του γαλλικού εκλογικού Σώματος.

Μας θύμισε η νίκη του Μακρόν ότι υπήρξε και νίκη στην Ολλανδία, όμως ο εκπρόσωπος των αντιλήψεων αυτών είναι αρχηγός του δεύτερου κοινοβουλευτικού Κόμματος με ένα ποσοστό που δεν είναι ευκαταφρόνητο για τα ολλανδικά δεδομένα της απλής αναλογικής και του πλουραλισμού, ήρθε η νίκη στην Αυστρία για τις προεδρικές εκλογές, οριακή και με επανάληψη του δεύτερου γύρου, που σημαίνει ότι  το πρόβλημα του ευρωσκεπτικισμού, του αντιευρωπαϊσμού ακόμη και του ωμού εθνικολαϊκισμού στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συνδέεται με την κρίση που ζούμε από το 2007 και μετά.

Κατ' αρχάς αν εξαιρέσει κανείς το ελληνικό φαινόμενο αυτής της εθνικολαϊκιστικής δήθεν ριζοσπαστικής συμμαχίας που κυβερνά από το 2015 και μετά, στις άλλες χώρες που ζουν την εμπειρία του Μνημονίου και των πολιτικών λιτότητας δεν είχαμε αντίστοιχα φαινόμενα, ούτε στην Κύπρο, ούτε στην Ιρλανδία. Στην Πορτογαλία αυτό που ισχύει είναι τελείως διαφορετικό, γιατί η Δεξιά πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος συνεργάζεται με τους αντιμνημονιακούς και γι' αυτό έχει και τον έλεγχο των καταστάσεων και του ρυθμού λειτουργίας μιας παράδοξης Κυβέρνησης, χωρίς τη συμμετοχή του 1ου Κόμματος. Στην Ισπανία δεν πέτυχε το εγχείρημα και βεβαίως στην Ιταλία απομένει να δούμε τι θα γίνει, αλλά η Ιταλία δεν είναι μια χώρα στην οποία εφαρμόστηκε Μνημόνιο. Σε ποιες χώρες είχαμε την αγωνία; Σε χώρες οι οποίες είναι χώρες με τρία «Α» πιστοληπτική ικανότητα, όπως είναι η Αυστρία ή η Ολλανδία, που δεν έζησαν καμία εμπειρία λιτότητας. Οι Ολλανδοί θεωρούν ίσως ότι έζησαν ενώ δεν έχουν ζήσει. Η δε Γαλλία δεν έχει ζήσει, αλλά έχει τη διάχυτη φοβία ότι μπορεί να ζήσει, επειδή έχει συνείδηση των υστερήσεων και των αδρανειών της γαλλικής οικονομίας, αλλά οι Γάλλοι και το 1995 οριακά ψήφισαν το Μάαστριχτ με 51,5%, με στελέχη της γαλλικής Δεξιάς να ηγούνται του αντιευρωπαϊκού αγώνα.

Το δε 2005 η Συνθήκη για το ευρωπαϊκό Σύνταγμα απερρίφθη στη Γαλλία και μετά στην Ολλανδία και μετά στην Ιρλανδία, με τα στελέχη του Σοσιαλιστικού Κόμματος να ηγούνται του ΟΧΙ και δεν ήταν μόνο ο Λοράν Φαμπιούς ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών, πρώην Πρωθυπουργός, νυν Πρόεδρος του γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου που ήταν επικεφαλής της αντιευρωπαϊκής πτέρυγας του ΟΧΙ, εκεί υπάρχει μια προσωπικότητα δίπλα στον Φαμπιούς, που είναι ο  Μελανσόν, ως στέλεχος του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που κάνει την εμφάνισή του δυναμικά στο στρατόπεδο του ΟΧΙ στη Συνθήκη για το  ευρωπαϊκό Σύνταγμα το 2005.

Δεν είναι ευθύγραμμη η σχέση ευρωσκεπτικισμού - αντιευρωπαϊσμού - εθνικολαϊκισμού, αλλά πολύ συχνά μια τέτοια σχέση καταγράφεται. Δεν είναι άνευ εξαιρέσεων ο κανόνας, αλλά πάντως μπορούμε να πούμε ότι είναι ο κανόνας και αυτό οδηγεί σε μια περαιτέρω αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού πολιτικού κεκτημένου και ειδικότερα της σοσιαλδημοκρατικής του όψης. Αυτό οδηγεί στην αμφισβήτηση της διάκρισης  Αριστεράς – Δεξιάς και στην ανάδειξη άλλων διαιρέσεων. Πρέπει με διαφορετικό τρόπο να ορίσεις τι είναι προοδευτικό, τι είναι συντηρητικό και με διαφορετικό τρόπο να ορίσεις ένα Κέντρο προοδευτικό, το οποίο δεν χωρίζει  την Αριστερά από τη Δεξιά, αλλά κινείται υπεράνω αυτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Μακρόν τώρα.

Ο ευρωσκεπτικισμός εμφανίζεται στην ηπιότερη εκδοχή του ως ένα είδος κυριαρχισμού, αλλά αυτό είναι καινούργιο; Η σύγκρουση ανάμεσα στα κράτη - μέλη και την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι διαρκής και μήπως η Συνθήκη της Λισσαβόνας δεν είναι ένας συμβιβασμός; Τα είπε προηγουμένως ο Βασίλης Σκουρής. Αφού εξήγησε ο Γιάννης Κουκιάδης τις βαθύτερες ιστορικές βάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εξήγησε πως λειτουργεί το σύστημα και με τι συμβιβασμούς.

Συμβιβασμός είναι η αρχή των δοτών αρμοδιοτήτων, συμβιβασμός είναι η αρχή της επικουρικότητας και η αρχή της αναλογικότητας, αλλά η μέγιστη αλήθεια είναι ότι η κοινοτική  μέθοδος δεν ισχύει στα μεγάλα και σοβαρά. Στα μεγάλα και σοβαρά ζητήματα ισχύει η διακυβερνητική μέθοδος λήψης των αποφάσεων. Εάν δεν συμφωνήσουν τα κράτη - μέλη και αν δεν υπάρξει ομοφωνία, δεν παράγεται πολιτικό αποτέλεσμα. Εφόσον η διακυβερνητική μέθοδος είναι αυτή η οποία ισχύει, τι είναι αυτό το οποίο παρεμποδίζει το κράτος – μέλος να ασκήσει το βαθμό κυριαρχίας που θέλει να ασκήσει; Ο συσχετιςμός των δυνάμεων.  Το κράτος – μέλος  είναι ένας άλλος τύπος κράτους. Δεν είναι ομόσπονδο κράτος, αλλά δεν είναι και κυρίαρχο εθνικό κράτος. Είναι κάτι άλλο, είναι το κράτος – μέλος, το οποίο μετέχει σε μια διαδικασία ολοκλήρωσης, σε ένα δούναι και λαβείν, σε μια αλληλοπεριχώρηση αρμοδιοτήτων και λειτουργιών, που περιλαμβάνει όλα τα όργανα και τα κρατικά και τα ευρωπαϊκά, δηλαδή και τα νομοθετικά και τα εκτελεστικά και τα δικαστικά.

Όμως πίσω από αυτό υπάρχει πράγματι ένας εύκολος νεοεθνικισμός, ο οποίος απορρέει στην πραγματικότητα από την ανάγκη των κοινωνιών να εκδηλώσουν την απόγνωσή τους, την ανασφάλειά τους, καμία φορά την αυτοκτονική τους διάθεση, τη διάθεσή τους να κάνουν ένα πολύ μεγάλο άλμα στο κενό. Διότι αναζητούν μια ταυτότητα που δεν την βρίσκουν. Όπως έδειξαν τα στοιχεία που παρουσίασε ο Γιάννης Στεφανίδης, δεν την βρίσκουν ούτε στο εσωτερικό του κράτους – μέλους, ούτε στο εθνικό πολιτικό σύστημα, στην εθνική δημοκρατία, ούτε φυσικά στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Δεν τη βρίσκουν πουθενά.

Αυτό τους κάνει πιο πατριώτες; Δεν τους κάνει πιο πατριώτες. Τους κάνει πιο φοβισμένους, πιο ριζοσπαστικούς, τους οδηγεί σε λάθος αποφάσεις, δεν ξέρουν ποιο είναι το επόμενο βήμα. Είναι έτοιμοι να δοκιμάσουν εμπειρίες, οι οποίες μπορεί να είναι  ανιστόρητες γιατί θυμίζουν τις συμπεριφορές των κοινωνιών και των εκλογικών σωμάτων την περίοδο του μεσοπολέμου.

Υπάρχει αντίδραση των  κοινωνιών λόγω της συνειδητοποίησης, της επίγνωσης των ανισοτήτων. Δεν έχουν μεγαλώσει αναγκαστικά οι ανισότητες που κι αυτές έχουν μεγαλώσει, αλλά έχει μεγαλώσει δραματικά η επίγνωση των ανισοτήτων λόγω του βαθμού πληροφόρησης και γνώσης και έχει μεγαλώσει και ο βαθμός επίγνωσης των ανισοτήτων μεταξύ κρατών – μελών. Διότι το οικοδόμημα της Ευρώπης, της Ζώνης του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως από το 1992 και μετά κλειδώνει ανισότητες και τις αναπαράγει. Γι' αυτό λένε τώρα «μα είναι δυνατό να έχει τέτοια εμπορικά πλεονάσματα η Γερμανία και να έχει ακόμη εμπορικά ελλείμματα ο φτωχός Νότος; Θα παραιτηθεί των πλεονασμάτων της η Γερμανία;», η απάντηση τους  είναι «να γίνετε κι εσείς ανταγωνιστικοί, όχι με νομισματικούς όρους με όρους πραγματικούς». Πώς θα γίνουμε; Αφού υπάρχουν εντυπωσιακά μεγάλες διαφορές στο επίπεδο ανάπτυξης, στο κατά κεφαλήν εισόδημα, στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Ακόμη και τώρα ο Γερμανός νιώθει περίεργα απέναντι στο Λουξεμβούργιο που έχει τόσο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα, έστω κι αν αυτό είναι στατιστικό γιατί συμπεριλαμβάνεται ο όγκος των επιχειρήσεων που έχουν φορολογική έδρα το Μεγάλο Δουκάτο.

Τίθεται λοιπόν ένα πρόβλημα σχέσεων ευρωσκεπτικισμού και δημοκρατίας το οποίο μας οδηγεί στο άλλο δίπολο:  ευρωλαϊκισμός vs  δημοκρατία.  Έχω πει πολλές φορές ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μάχη μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας, γιατί η δημοκρατία είναι συγκυριακή και συγκυριακά μπορεί να γίνουν πολύ μεγάλα λάθη που δεν δικαιώνονται ιστορικά, που οδηγούν σε μεγάλα σφάλματα, πολλές φορές ανεπανόρθωτα.

Και αυτό επιδεινώνεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένα σοβαρό, συγκροτημένο και εφαρμόσιμο, εναλλακτικό παράδειγμα το οποίο να προταθεί. Ποιος προτείνει το εναλλακτικό παράδειγμα στην Ευρώπη; Υπάρχει ένα παράδειγμα που επικρατεί, το οποίο έχει συνομολογηθεί και το οποίο παράγεται εκ των πραγμάτων. Ποιο είναι το εναλλακτικό; Το εναλλακτικό είναι το ριζοσπαστικό, το αριστερίστικο; Το δήθεν προοδευτικό, αυτό που οδηγεί στην ανακύκλωση των κρίσεων; Είναι η ελληνική  εμπειρία του 2015-2017 ότι «θα τα διαγράψουμε  με μια μονοκοντυλιά, θα σκίσουμε τα Μνημόνια, θα μας χαρίσουν το χρέος»;

Τι θα γίνει η Γαλλία; Θα έχει τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας που έχει ακόμη και σήμερα; Δηλαδή θα υπάρχει 35ωρο; Συνταξιοδότηση στα 60 ή θα αναγκαστεί να κάνει αλλαγές οι οποίες έγιναν από τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία επί Σρέντερ στη δεκαετία του ’90;

Ποιο είναι το εναλλακτικό παράδειγμα και ποιος θα το διαμορφώσει; Ένα Κόμμα, σε μια χώρα- μέλος, ως Κυβέρνηση; Μια χώρα, ως τέτοια, ώστε να έχει μια εναλλακτική εθνική στρατηγική; Θέλει συσχετισμό σε επίπεδο πολιτικών δυνάμεων και συσχετισμό σε επίπεδο χωρών, που να διαμορφώνει κρίσιμη μάζα γύρω από μια στρατηγική  η οποία να γίνεται δεκτή και σε επίπεδο συσχετισμού ΑΕΠ, δηλαδή να μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις του Eurogroup και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπου οι χώρες ψηφίζουν με βάση το οικονομικό τους μέγεθος και όχι με βάση τον πληθυσμό τους, ούτε με βάση την ισοτιμία τους ένα προς ένα. Άρα πώς να διαμορφωθεί τόσο εύκολα αυτό το εναλλακτικό παράδειγμα;

Αυτά είναι τα μεγάλα στοιχήματα. Γι' αυτό θέλεις να έχεις την εθνική Κυβέρνηση προκειμένου να διαμορφώσεις εθνικούς συσχετισμούς, διακρατικούς δηλαδή, οι οποίοι να έχουν και ένα στίγμα αξιακό και πολιτικό.

Ο πιο μεγάλος ενοποιητικός παράγοντας την τελευταία περίοδο είναι το Brexit. Εάν αποκτά μια αμυντική δυνατότητα συγκολλητική η Ευρωπαϊκή Ένωση, οφείλεται στο Brexit, δηλαδή στην αντίδραση αυτοσυντηρήσεως που θα εκδηλωθεί σε όλα τα επίπεδα. Αλλά μιλάμε τώρα για το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή για ένα κράτος – μέλος που δεν ήταν μέλος της Ευρωζώνης, που είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, που είναι πυρηνική δύναμη, που είναι βασικός εταίρος του ΝΑΤΟ, που έχει την αίσθηση της Κοινοπολιτείας, που έχει την αίσθηση του νησιού και της ιδιομορφίας, που είναι το διεθνές  χρηματοοικονομικό κέντρο και που είναι κάτοχος του αγγλικού Δικαίου που είναι το Δίκαιο της παγκόσμιας αγοράς.

Δεν έχει άλλο κράτος - μέλος Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτός Ευρωζώνης αυτά τα προσόντα. Οι δυο ταχύτητες είναι γεγονός ούτως ή άλλως, είναι η Ευρωζώνη και οι υπόλοιποι. Από τους υπόλοιπους,  μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο και η Δανία είναι οικειοθελώς εκτός, οι άλλοι δεν έχουν τα προσόντα που έχει το Ηνωμένο Βασίλειο.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι υπήρξε μια ραγδαία εξομάλυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διότι για λόγους εσωτερικών πιέσεων, ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να αποσύρει ραγδαία και πρόωρα όλες τις προεκλογικές  του αντιλήψεις για την Ευρώπη και τη σχέση Ευρώπης – Ηνωμένων Πολιτειών, που ήταν βασισμένες σε ένα εμπορικό ανταγωνισμό. Στην αντίληψη ότι οι σχέσεις Ευρώπης και Αμερικής είναι σχέσεις εμπορικού πολέμου, χωρίς να έχουμε καμία αντίληψη ιστορική, γεωπολιτική, χωρίς να ξέρουμε τι έχει γίνει στο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τι σημαίνει ΝΑΤΟ, τι γίνεται σε σχέση με την τέως Σοβιετική Ένωση και τη Ρωσία, τι γίνεται σε σχέση με τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, σε σχέση με το Ιράν και ούτω καθ’ εξής.

Άρα τώρα μπορούν όλα να γίνουν αντιληπτά πιο οργανωμένα και πιο ορθολογικά. Για μας όμως αυτά είναι πάρα πολύ κρίσιμα γιατί αφορούν τις σχέσεις με την Τουρκία, την εξέλιξη των συζητήσεων στο Κυπριακό, την εφαρμογή της συμφωνίας  Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας για τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, τις ρωσικές παρεμβάσεις στο αμερικανικό και το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, τις σχέσεις με την Κίνα και ούτω καθ’ εξής.

Τώρα, λοιπόν αυτός όλος ο βολονταρισμός που οδήγησε στις εξελίξεις των τελευταίων  60 ετών, με κορυφαία την Ευρωζώνη, με όλες τις διευθετήσεις που έχουν γίνει και με όσες απομένει να γίνουν που δεν είναι εύκολο να γίνουν (όπως είναι η ολοκλήρωση της τραπεζικής Ένωσης, η αμοιβαιοποίηση του χρέους, καθώς χωρίς αυτά δεν υπάρχει δημοσιονομικός ομοσπονδισμός) , δοκιμάζεται έντονα.

Δεν υπάρχει περίπτωση να γίνουμε οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ποτέ, γιατί όπως έχουμε πει πολλές φορές, ο Αλεξάντερ Χάμιλτον έκανε την δημοσιονομικά ομοσπονδιακή Αμερική, αναλαμβάνοντας το χρέος των Πολιτειών. Αυτά –λένε οι Αμερικάνοι- έγιναν μετά από δυο πολέμους: τον πόλεμο της ανεξαρτησίας και τον εμφύλιο πόλεμο. Μα στην Ευρώπη έχουν γίνει πολύ περισσότεροι πόλεμοι. Τα διλήμματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τίθενται μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο  Πόλεμο, τον Δεύτερο, τον Ψυχρό πόλεμο και τους ασύμμετρους πολέμους που τους υφίσταται ως τρομοκρατία η Ευρώπη.

Άρα πρέπει να δούμε αν όλα αυτά θα μας οδηγήσουν κάπου. Πού μας οδηγούν; Μας οδηγούν σε ένα αίτημα το οποίο είναι πάρα πολύ παράδοξο, το οποίο θέτει τώρα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Λέει: «Έχουμε μεγάλες προκλήσεις, δεν μπορούμε να λέμε  business us usual, πρέπει να κάνουμε κάτι διαφορετικό κάτι μεγάλο, αλλά με μινιμαλιστικό θεσμικά τρόπο. Δεν γίνεται να ανοίξουμε το κουτί της Πανδώρας, δεν γίνεται να κάνουμε διακυβερνητική Διάσκεψη, δεν γίνεται να κάνουμε αναθεώρηση των συνθηκών, δεν γίνεται να πάμε σε άλλη Συνθήκη».  Ο κοινός παρανομαστής των πέντε σεναρίων που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και το βαθύτερο νόημα της διακήρυξης της Ρώμης στις 25 Μαρτίου του 2017 είναι ότι βεβαίως πρέπει να κάνουμε διάφορα πράγματα, ως εκεί που δεν υπάρχει αντίσταση και αντίδραση, αλλά με μινιμαλιστικό τρόπο. Μίνιμαλ επέμβαση.

Αυτό είναι μια αντίφαση η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσιμη. Θα δούμε τα συμπληρωματικά έγγραφα για την κοινωνική Ευρώπη, για τη διακυβέρνηση της Ευρωζώνης, δεν πρόκειται να ειπωθεί τίποτε ριζικά διαφορετικό , είναι όλα γνωστά. Το ζήτημα είναι ότι η Ευρώπη παραδέχεται με αυτό που λέει («μεγάλες αλλαγές, αλλά μινιμαλιστικά») ότι η  Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση  έχει διαμορφωθεί ως προϊόν της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στα κράτη - μέλη και στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι η άμεση δημοκρατία είναι επικίνδυνη. Αυτό μας λέει.

Γι' αυτό θα έχετε δει και την εντυπωσιακή υποχώρηση της θεωρίας του ευρωπαϊκού Δήμου. Όταν γινόταν η συζήτηση για το ευρωπαϊκό Σύνταγμα, που απερρίφθη από τα τρία δημοψηφίσματα (Γαλλία, Ολλανδία, Ιρλανδία), κυριαρχούσε η αντίληψη του ευρωπαϊκού Δήμου, ότι οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να  εκφραστούν ενιαία και να θέσουν τις βάσεις ενός άλλου θεσμικού οικοδομήματος που υπερβαίνει τα κράτη - μέλη. Αυτό δεν υπάρχει πλέον. Αντιπροσωπευτική δημοκρατία, είναι η δημοκρατία από το 17ο αιώνα και μετά. Βεβαίως έχεις και θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, αλλά ο κορμός των αποφάσεων είναι αντιπροσωπευτικός. 

Αυτό σημαίνει ότι  χρειάζεται  επαναθεμελίωση των σχέσεων κράτους – μέλους και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κράτος – μέλος τι είναι; Είναι κάτι κακό; Είναι φρένο στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ή ήταν ο κινητήρας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έως τώρα; Μα διακυβερνητικά ελήφθησαν οι αποφάσεις. Χωρίς την επιλογή των  κρατών - μελών  υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν υπάρχει πιθανότητα να πάμε κάπου.

Θα το αφήσουμε αυτό στα μεγάλα κράτη - μέλη; Τα δύο; Τα τρία; Τα τέσσερα; Σε όλα; Πάντως στα κράτη - μέλη. Εάν δεν ασκηθεί αυτό από τους 27, θα ασκηθεί από τους 2: Γερμανία, Γαλλία, άντε από τους 4 θα φωνάξουν και την Ιταλία και την Ισπανία. Αλλά αυτό τι σημαίνει; Διευθυντήριο; Πρέπει να  υιοθετούν και οι υπόλοιποι ούτως ή άλλως τις όποιες επιλογές .

Εκεί μέσα τώρα μπαίνει και η Ελλάδα, η οποία ενώ συμβαίνουν όλα αυτά τα κοσμογονικά παγκοσμίως και πανευρωπαϊκώς, αγωνίζεται να κερδίσει το χαμένο έδαφος, το δευτερογενώς χαμένο. Δηλαδή να θέσει υπό έλεγχο την κρίση μέσα στην κρίση, τη δευτερογενή κρίση μετά το 2015, για να ξαναγυρίσουμε στο κεκτημένο του Δεκεμβρίου του 2014, το οποίο θα ήταν πολύ πιο σπουδαίο, αν είχαμε διατηρήσει το κεκτημένο του Ιουνίου του 2014, δηλαδή πριν τις ευρωεκλογές και πριν διαφανεί ότι δεν είναι εφικτή η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και ότι αλλάζουν οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί.

Αυτό τι σημαίνει; Αυτό σημαίνει ότι ο ελληνικός λαός δυστυχώς τώρα πληρώνει τις συνέπειες μιας επιλογής, που την έκανε δυο φορές. Θα μου πείτε «δεν πληρώνει και τις επιλογές παλαιότερων εποχών;». Βεβαίως, αναμφίβολα. Αλλά όπως είπα πρόσφατα σε μια συνέντευξή μου σε όλη τη μεταπολίτευση ποτέ μια επιλογή διακυβέρνησης δεν έγινε μια φορά, έγινε τουλάχιστον δύο. Πάντα ψηφίστηκαν και ξαναψηφίστηκαν κυβερνητικές λύσεις από το 1974 μέχρι το 2015 που είχαμε βουλευτικές εκλογές, με εξαίρεση το 2012. Σκεφτείτε,  όλες οι Κυβερνήσεις, όλα τα κυβερνητικά κόμματα και σχήματα, έχουν ψηφιστεί δυο φορές τουλάχιστον, μερικά και τρεις και τέσσερις. Μόνο μετά το 2012 αυτό αμφισβητείται, που μπαίνουμε πια στη φάση της οικονομικής κρίσης και επανερχόμαστε το 2015 δυο φορές, τον Ιανουάριο και το Σεπτέμβριο ή τρεις εάν συμπεριληφθεί και το δημοψήφισμα.

Αυτό είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο αφορά τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργούνται ακόμη και τώρα, ψευδαισθήσεις σε σχέση με το χρέος, ψευδαισθήσεις σε σχέση με το πρωτογενές πλεόνασμα και τα λεγόμενα αντίμετρα , ψευδαισθήσεις σε σχέση με την ποσοτική χαλάρωση, ψευδαισθήσεις σε σχέση με τους παγκόσμιους συσχετισμούς που θα λύσουν το πρόβλημα του ελληνικού δημοσίου χρέους .

Ο κοινός παρανομαστής ποιος είναι; Ο κοινός παρανομαστής είναι ότι θα υπάρξει κάτι ερήμην μας, έξωθεν, πολιτικό, το οποίο θα μας σώσει. Είναι η Ρωσία; Δεν είναι η Ρωσία. Είναι ο νέος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών; Δεν είναι. Είναι ο νέος Γάλλος Πρόεδρος; Θα δούμε. Είναι ο νέος Γερμανός Καγκελάριος; Θα δούμε ακόμη αργότερα. Όλο αναζητούμε κάτι. Αυτό συνεχώς μετατίθεται. Μετατίθεται αυτή η ψευδαίσθηση, αλλά μετατίθεται και ο στόχος, διότι η Ευρώπη προχωρά με άλλους ρυθμούς.

Μπορεί να κατεβαίνει λόγω των προβλημάτων, να ανεβαίνει λόγω μιας ευνοϊκής συγκυρίας, εμείς όμως  κάνουμε βήματα προς τα πίσω και αναζητούμε μια εξωγενή πολιτική λύση, η οποία θα έρθει να μας προσφερθεί, επειδή όπως έχει πει ο Γιάννης Χασιώτης  που μνημόνευσε ο Γιάννης Κουκιάδης προηγουμένως «ο Θεός είναι σκανδαλωδώς φιλέλλην».

Όμως έτσι, δηλαδή με μεταφυσικές αναλύσεις και προσδοκίες, δεν λύνουμε προβλήματα, τα οποία είναι πάρα πολύ σοβαρά. Τα  προβλήματα αυτά θα τα λύσουμε εδώ, θα τα λύσει  η ελληνική κοινωνία εφόσον αποφασίσει να πάρει τα πράγματα στα χέρια της. Ποια κοινωνία; Μια κοινωνία διχασμένη, η οποία δεν συγκροτεί εύκολα κοινωνικές πλειοψηφίες υπέρ ενός καθαρού στόχου;

Το θέμα δεν είναι να έχεις την κοινωνία συνολικά, είναι να έχεις ένα αποφασισμένο τμήμα το οποίο έχει καθαρά προτάγματα, μεταρρυθμιστικά, προοδευτικά, ευρωπαϊκά, ανταγωνιστικά, να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα, στην ισοτιμία, να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος και το χαμένο χρόνο. Αυτή η μερίδα της κοινωνίας μπορεί να γίνει πλειοψηφική, αν η ίδια πιστέψει ότι αυτό βγάζει νόημα και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα των επομένων μηνών.


* Στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στη Θεσσαλονίκη που πραγματοποιήθηκε την Ημέρα της Ευρώπης, με αφορμή τα 60 χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης, μίλησαν επίσης, οι κκ.
Βασίλης Σκουρής, πρώην Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Προέδρου ΔΣ του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου της Θεσσαλονίκης, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ιωάννης Κουκιάδης, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πρώην ευρωβουλευτής
Γιάννης Στεφανίδης, Καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης
Σπύρος Λίτσας, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας  
Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος, Χριστίνα Ταχιάου