Αθήνα 22 Μαΐου 2017

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην 4η ετήσια Οικονομική Διάσκεψη της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών (ΕΕΝΕ)

 

«Η έξοδος από τα μνημόνια και η θεμελίωση της οικονομικής ανάκαμψης»

 

Ευχαριστώ την Ελληνική Ένωση Επιχειρηματιών για την πρόσκληση.  Νομίζω ότι έχω μετάσχει σχεδόν σε όλες τις αντίστοιχες διασκέψεις και συγχαίρω τους οργανωτές. 

Κλήθηκα να μιλήσω με ένα φαινομενικά συγκεκριμένο θέμα, την έξοδο από τα Μνημόνια και τη θεμελίωση της οικονομικής ανάκαμψης, μία σημαδιακή ημέρα, γιατί τώρα συνεδριάζει το EuroWorking Group και επίκειται στις 4 η ώρα το απόγευμα η συνεδρίαση του Eurogroup στην οποία έχει αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία, με την προσδοκία που καλλιεργεί η κυβέρνηση να διευθετηθεί το ζήτημα του δημοσίου χρέους αφού η ελληνική πλευρά εξεπλήρωσε, υποτίθεται, τις υποχρεώσεις ψηφίζοντας το Μνημόνιο 3+.  Δηλαδή πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για την περίοδο 2017 και 2018, οπότε και λήγει το τρέχον τρίτο πρόγραμμα. Ψηφίζοντας το Μνημόνιο 4 με πολύ σκληρά δημοσιονομικά μέτρα για την περίοδο 2019, 2020, 2021 μέχρι το 2022,  έχει στην πραγματικότητα αποδεχθεί και ένα διηνεκές Μνημόνιο, μετά το τέταρτο Μνημόνιο, που συνδέεται με το χρέος, γιατί είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να δοθούν εφάπαξ και άνευ προσθέτων όρων μέτρα για το χρέος, όπως έγινε το 2012.  Το 2012 η δραστική παρέμβαση στο χρέος με ονομαστικό κούρεμα και ριζική αναδιάρθρωση, το γνωστό ως PSI αλλά και ως OSI, το Official Sector Involvement, δόθηκε εξαρχής με μία εφάπαξ χρηματοδότηση για τη στήριξή του, που ξεπερνούσε τα 75 δισεκατομμύρια Ευρώ.  Η μεγαλύτερη δόση στα δάνεια στήριξης της ελληνικής οικονομίας που έχει δοθεί ποτέ, δόθηκε τον Μάρτιο-Απρίλιο του 2012.

 

Υπό την έννοια αυτή φοβούμαι ότι η έξοδος από τα Μνημόνια εμφανίζεται ως μία είσοδος στο επόμενο Μνημόνιο. Αυτό είναι ένα σχήμα Καφκικό, γιατί όταν αντί έξοδο από το Μνημόνιο έχεις είσοδο σε ένα νέο Μνημόνιο και ούτω καθεξής, στην πραγματικότητα κυνηγάς έναν κινούμενο στόχο.  Αυτό οφείλεται στο ότι από το 2015 και μετά, με επιλογή του ελληνικού λαού βεβαίως, η οποία είναι ελεύθερη και δημοκρατική και επαναλαμβανόμενη – τον Ιανουάριο στις εκλογές, τον Ιούλιο στο δημοψήφισμα, τον Σεπτέμβριο στις δεύτερες εκλογές – η χώρα εισήλθε σε έναν δευτερογενή φαύλο κύκλο, σε μία δευτερογενή κρίση, η οποία εξουδετέρωσε έως τώρα τρεις χρονιές.  Το 2015 και το 2016, θα ήταν χρονιά σημαντικής ανάπτυξης, ήταν τελικά χρονιές ύφεσης. Το 2017 προοιωνίζεται επίσης δύσκολο καθώς το πρώτο τρίμηνο, όπως ξέρουμε όλοι, είναι ένα υφεσιακό τρίμηνο, πρέπει να τρέξει η οικονομία με ρυθμούς πάνω από 4% το δεύτερο εξάμηνο για να εκπληρωθεί ο διορθωμένος στόχος του Υπουργείου Οικονομικών για ρυθμό ανάπτυξης 1,8% το 2017. 

Αυτό έγινε για λόγους αμιγώς πολιτικούς, τέτοιο συμπυκνωμένο χάσιμο χρόνου δεν είχαμε σε καμία άλλη περίοδο από το 2010 έως σήμερα.  Λέω από το 2010 όχι ως αφετηρία της κρίσης, αλλά ως αφετηρία της συνειδητοποίησης του βάθους και της έκτασης της κρίσης και ως έναρξη μίας οργανωμένης και επώδυνης προσπάθειας για την ανάσχεση και, ει δυνατόν, την υπέρβαση της κρίσης.  Δεν πρόκειται να θυμίσω σε εσάς τι έγινε τα χρόνια που πέρασαν από το 2015 έως σήμερα, είχαμε όμως, τελικώς, ενσυνείδητη απώλεια εθνικού χρόνου σε κυλιόμενες δήθεν διαπραγματεύσεις:   Το τραγικό ή κωμικοτραγικό 2015, η πρώτη αξιολόγηση του 2016 που έφαγε όλη τη χρονιά, η δεύτερη αξιολόγηση του 2017.  Τώρα, ο υποτιθέμενος στόχος του Αυγούστου του 2018 που σηματοδοτεί το τέλος του επισήμου τρίτου προγράμματος, θα ήταν κανονικά να επιστρέψουμε στα δεδομένα του Δεκεμβρίου του 2014, δηλαδή στην αναμονή της ένταξής μας σε μία προληπτική πιστωτική γραμμή, με βάση την ταξινόμηση των σχημάτων χρηματοδότησης και υποστήριξης που προβλέπει η Συνθήκη για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και βέβαια σε μία προστατευμένη, σταδιακή επάνοδο στις αγορές.  Όμως ήδη θα έχουν συμβεί αυτά τα οποία ξέρουμε ή μάλλον έχουν συμβεί αυτά τα οποία ξέρουμε.

Θέλω να σας εξηγήσω με όσο μπορώ πιο απλό τρόπο τι είναι αυτό το οποίο, κατά τη γνώμη μου, είναι κατεξοχήν επικίνδυνο και αντιπαραγωγικό.  Η χώρα έχει ήδη από τώρα υπαχθεί σε ένα ακραία αντιαναπτυξιακό πλαίσιο, γιατί αποδέχεται την επιμονή των εταίρων στον αριθμητή του κλάσματος «δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ».  Έχουμε εγκαταλείψει το βασικό επιχείρημα πως πρέπει να αποκτήσουμε δημοσιονομικό χώρο, να στοχεύσουμε στην αύξηση του παρονομαστή, δηλαδή στο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ, ο οποίος, σε συνδυασμό με μία θεμιτή για τα δεδομένα της Ευρωζώνης ονομαστική διόγκωση λόγω πληθωρισμού, θα μας επέτρεπε να έχουμε τη δυνατότητα να ασκήσουμε πολιτικές οι οποίες θα ανατάξουν την οικονομία. 

Έχουν γίνει λοιπόν κρίσιμες, πρωθύστερες επιλογές.  Η Ελλάδα αναμένει μία ρύθμιση για το χρέος, ενώ έχει αποδεχθεί πως μέχρι το 2022 θα κινηθεί σε υψηλά, δυσβάσταχτα επίπεδα πρωτογενούς πλεονάσματος.  Εμείς ποτέ, μέχρι το 2014, δεν είχαμε αποδεχτεί τη ιδέα υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων αποσυνδεδεμένων από το ρυθμό ανάπτυξης.  Ακόμη και όταν ήμασταν αναγκασμένοι να συζητήσουμε με βάση τις μελέτες βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους που παρουσίαζε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το 2011, το 2012, για λόγους πολιτικής διαπραγμάτευσης, με την έννοια της συζήτησης της εργαστηριακής, μίας άσκησης επί χάρτου, πάντα δεχόμασταν πως θα μπορούσαμε να έχουμε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα με ένα ρυθμό ανάπτυξης που σε κάθε περίπτωση θα ξεπερνούσε ή θα πλησίαζε το 2,5% του ΑΕΠ για μακρά σειρά ετών.  Τώρα, από τα σενάρια δημοσιονομικής διαδρομής, fiscal path, που συζητά το Eurogroup, το καλύτερο, το optimum σενάριο είναι αυτό που εμφανίζει την Ελλάδα να έχει ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης ίσους με την προσδοκώμενο μέσο όρο  ανάπτυξης του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη. Όλα τα άλλα σενάρια είναι πολύ χειρότερα.  Άρα, έχουμε κάνει την εξής πρωθύστερη, κατά τη γνώμη μου, ιστορικά και στρατηγικά εσφαλμένη επιλογή, έχουμε δεχθεί για τα πέντε πρώτα κρίσιμα χρόνια που θα έπρεπε να είναι τα χρόνια της εκτίναξης, τα χρόνια της στόχευσης σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα.

Άρα η κυβέρνηση ενέδωσε στο πιο κρίσιμο υπό διαπραγμάτευση ζήτημα εκ προοιμίου, πριν ανοίξει η συζήτηση για πρόσθετες παραμετρικές αλλαγές στο χρέος, οι οποίες να είναι πραγματικά μεσομακροπρόθεσμες.  Γιατί πρέπει να πούμε εδώ, εν παρενθέσει, ότι όλα όσα συμφωνήθηκαν στο Eurogroup του Μαΐου του 2016 και εξειδικεύτηκαν με λίγο πιο τεχνικό τρόπο το Νοέμβριο του 2016, σε σχέση με τα λεγόμενα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, αυτά που κατά τον ESM θα έχουν απόδοση ωφέλιμη για εμάς 45 δισεκατομμυρίων Ευρώ το 2060, χωρίς να διευκρινίζεται εάν αυτό θα είναι μία επέμβαση στην παρούσα αξία ή μία επέμβαση στην ονομαστική τιμή του χρέους, δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Γιατί εάν υπολογίζαμε την παρέμβαση του 2012 με προβολή στο 2060, τότε η παρέμβαση αυτή θα έπρεπε να αποτιμηθεί, με πορτογαλικά επιτόκια σημερινά, στο 1 τρις 350 δις Ευρώ.  Άρα μιλάμε για κάτι το οποίο προφανώς δεν καταλαβαίνουν όσοι το πραγματεύονται και όσοι ισχυρίζονται ότι συζητούν επί σοβαρής βάσεως με αυτή την αφετηρία.

Άρα, αν λάβουμε υπόψη και τη δυσκολία την τεχνική, που έχει ο ESM να εφαρμόσει σταδιακά τα βραχυπρόθεσμα μέτρα χωρίς να διαταράξει τις αγορές, χωρίς να πλήξει την πιστοληπτική του ικανότητα, χωρίς να μεταφέρει δημοσιονομικό κόστος στα κράτη μέλη του ESM, δηλαδή στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, που είναι ταυτόχρονα και μέτοχοι και εγγυητές αυτού του πολύ σημαντικού μηχανισμού που είναι ο ESM, θα δούμε πόσο μεγάλη είναι η τεχνική δυσκολία από ένα σημείο και μετά, να επιτευχθεί το ίδιο σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση. Ιδίως τώρα που η ελληνική κυβέρνηση μόνη της τους έδωσε το επιχείρημα ότι η Ελλάδα αποδείχτηκε ικανή να επιτυγχάνει υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα υπό συνθήκες ύφεσης.  Το 2017 εμφανίζουμε, με τα κριτήρια του προγράμματος, πρωτογενές πλεόνασμα 4,2% του ΑΕΠ, ενώ είχαμε υποχρέωση να εμφανίσουμε πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% του ΑΕΠ. Η έννοια του κυκλικά προσαρμοσμένου πρωτογενούς πλεονάσματος, λαμβανομένης υπόψη της συσσωρευμένης ύφεσης και της μεγάλης ανεργίας, δεν συζητείται καν, είχε εξαφανιστεί από το πλαίσιο της συζήτησης. Και τώρα ακούμε τον κ. Πρωθυπουργό να λέει στη Βουλή την εξής καταπληκτική φόρμουλα: «Θα δώσουμε τα αντίμετρα, μη φοβάστε, δεν συμβαίνει τίποτα, 3,5% είναι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα, 3,5% ούτε λίγο ούτε πολύ, συν 1%, μείον 1%.  Δηλαδή 4,5% και αν αυτό επιτευχθεί θα δώσουμε 1% −αντίμετρα». Προφανώς εννοεί εκ του υπερβάλλοντος του υπερβολικού πρωτογενούς ελλείμματος. 

Αυτό όμως είναι ένας φαύλος κύκλος γιατί, όπως μου είχε δοθεί η ευκαιρία να πω και στη Βουλή στην πρόσφατη συζήτηση για το νομοσχέδιο περί του τετάρτου Μνημονίου, όλα αυτά υπονοούν και μία πολύ μεγάλη, ας πούμε, κρυφή, λανθάνουσα παρέμβαση στο συνταξιοδοτικό, γιατί καταργούνται οι προσδοκώμενες αυξήσεις και έτσι διαμορφώνεται ένα οιονεί αποθεματικό 3,5 δισεκατομμυρίων Ευρώ, το οποίο θα δοθεί υποτίθεται στην οικονομία εκ των υστέρων, όταν όμως θα έχει πετάξει το πουλί, η συγκυρία της ανάπτυξης και της εκτίναξης. 

Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε λύσει ούτε το στοιχειώδες και οφθαλμοφανές πρόβλημα, που είναι η λογιστική εκτίναξη των τόκων το 2022-2023-2024, όταν δηλαδή λήγει η δεκαετής περίοδος χάριτος από το δάνειο του 2012 και εμφανίζονται ξαφνικά οι συσσωρευμένοι τόκοι, οι οποίοι πρέπει να εξομαλυνθούν με κάποιον τρόπο, με μία τεχνική κεφαλαιοποίησης, με κατανομή στο χρόνο.  Αυτήν τη στιγμή έχουμε δεσμευτεί ως χώρα στο να πετύχουμε δυσβάσταχτα, ασφυκτικά πρωτογενή πλεονάσματα με το πρόσχημα των αντιμέτρων, δηλαδή με την ιδεολογία, την ιδεοληψία μάλλον  μιας ανακατανομής της μιζέριας, αφού θα έχει υπερφορολογηθεί οτιδήποτε κινείται, παράγει ή απλώς κατέχει στοιχειώδη περιουσία.  Αυτό θα αναδιανέμεται επιδοματικά, προνοιακά, σε ένα στοχευμένο κοινό το οποίο έχει μία κάποια εκλογική σημασία. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει πια ούτε αυτό το κοινό για το κυβερνόν κόμμα.  Και αφού θα γίνει όλο αυτό και έχουμε φορέσει μόνοι μας ένα αντιαναπτυξιακό βάρος στην οικονομία την πιο κρίσιμη περίοδο, πάμε να διαπραγματευτούμε για το χρέος χωρίς να έχουμε λύσει το πιο επείγον πρόβλημα που είναι οι συσσωρευμένοι λογιστικά τόκοι του 2022-2023-2024, που ήταν το πρώτο ζήτημα που έπρεπε να λύσουμε.  Αυτό είναι το βραχυπρόθεσμο μέτρο και όχι αυτά τα οποία θα αποδώσουν το 2060, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση -  και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας από το Μάιο του 2016 και μετά.  Όλα αυτά, λοιπόν, θυσιάζονται σε μια νεοταξική θεωρία για τα αντίμετρα, μέσα από υπερφορολόγηση, υπερεισφορές, υπερπερικοπές, που κατά τη γνώμη μου δεν θα αποδώσει και κυρίως αιχμαλωτίζει τη διαπραγμάτευση στη χειρότερη δυνατή στιγμή. 

Ταυτόχρονα έχουμε πλήρη αδράνεια ως προς την αντιμετώπιση της καχεξίας του χρηματοπιστωτικού τομέα, έχουμε νέες αυξήσεις των κόκκινων δανείων, έχουμε ένα άρθρο 65 στον ψηφισμένο νόμο του τέταρτου μνημονίου για τη λεγόμενη ποινική ασυλία των τραπεζικών στελεχών, το οποίο είναι κατά τη γνώμη μου απαρχής μέχρι τέλους αντισυνταγματικό, για λόγους που δεν θα εξηγήσω τώρα, προδήλως για λόγους διάκρισης των εξουσιών, αλλά επιπλέον είναι απολύτως ανεφάρμοστο, γιατί λέει στα τραπεζικά στελέχη να αναλάβουν τον πιθανό κίνδυνο ποινικής δίωξης και εκ των υστέρων μπορεί μία τριμελής επιτροπή από έναν Αεροπαγίτη και δύο Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου να ζητήσει ή να μη  ζητήσει την ποινική τους δίωξη.  Εγώ δε νομίζω ότι θα υπάρξει κανείς ο οποίος θα υπαχθεί σε αυτή την, ας το πούμε έτσι, άσκηση ρώσικης ρουλέτας σε σχέση με τα κόκκινα δάνεια. 

Υπάρχει έξοδος από αυτά;  Κοιτάξτε, θα μου επιτρέψετε να διαφημίσω το γεγονός ότι αύριο οργανώνουμε μία συζήτηση, ως Κύκλος Ιδεών, για να παρουσιάσουμε,  με αφορμή το βιβλίο μου, τους μύθους και τις αλήθειες σε σχέση με το δημόσιο χρέος, όπου θα έχουμε την ευκαιρία με τον κ. Προβόπουλο και τον κ. Χαρδούβελη να συζητήσουμε τεχνικά πάνω στη σημερινή απόφαση του Eurogroup.  Και τον Ιούνιο, στις 12 και 13 Ιουνίου, θα επιδιώξουμε να συνθέσουμε τις απόψεις μας, ακριβώς γύρω από το ερώτημα εάν υπάρχει έξοδος. 

Υπάρχει, αλλά για να βρεθεί αυτή η έξοδος πρέπει να διαμορφωθούν οι πολιτικές προϋποθέσεις.  Πολιτική προϋπόθεση δεν είναι απλά και μόνο να πάμε σε εκλογές.  Πρέπει να πάμε σε εκλογές.  Πρέπει να υπάρξει άλλη κυβέρνηση.  Κυβέρνηση ευρύτατης συνεργασίας όλων των δημοκρατικών-φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, με τον ηττημένο ΣΥΡΙΖΑ να καλείται να μετάσχει χωρίς να μπορεί να καθοδηγήσει ή να παρεμποδίσει τις εξελίξεις.  Δεν αρκεί αυτό όμως.  Χρειάζεται μία συναίνεση πολιτική, νέου τύπου, η οποία να αφορά τη στρατηγική επανόδου της χώρας στην κανονικότητα και την ισοτιμία μίας χώρας μέλους της Ευρωζώνης.  Μία άλλη πολιτική συναίνεση. 

Και αυτό δεν αρκεί.  Χρειάζονται κοινωνικές προϋποθέσεις.  Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η κοινωνία ως τέτοια –όχι το πολιτικό σύστημα– είναι έτοιμη τώρα ,με όλα όσα έχει υποστεί, να υιοθετήσει το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα, κάτι το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο και θέλει πολύ μεγάλες συνέργειες για να επιτευχθεί.  Με παραιτημένη την κοινωνία, αιχμάλωτη των πολλαπλών μορφών λαϊκισμού, δεν μπορεί να υιοθετηθεί το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. 

Υπάρχουν θεσμικές προϋποθέσεις, που είναι ο σεβασμός των θεσμών, η λειτουργία της δικαιοσύνης, το να μην παίζει κανείς με το Σύνταγμα, το να μην εξαγγέλλει δημοψηφίσματα αντισυνταγματικά σε σχέση με το Σύνταγμα, που παραβιάζουν το άρθρο 110 του Συντάγματος. 

Υπάρχουν προϋποθέσεις δημοσιονομικές σε σχέση με το δημόσιο χρέος, στις οποίες αναφέρθηκα.  Προϋποθέσεις χρηματοοικονομικές και χρηματοπιστωτικές σε σχέση με το τραπεζικό ζήτημα, τις οποίες έθιξα προηγουμένως υπαινικτικά.  Δεν ασχολούμαστε καν με τη διάκριση βραχυπροθέσμου και μεσομακροπροθέσμου χρέους που είναι στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε χώρα, αλλά ιδίως σε εμάς, εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα λόγω της τεχνητής διόγκωσης του βραχυπροθέσμου χρέους που έχει προκαλέσει η κυβέρνηση, για δικούς της πολιτικούς λόγους.  Δεν ασχολούμαστε με την ορθή απεικόνιση του ελληνικού χρέους που έχει μία συγκλονιστική ιδιορρυθμία.  Μόνο αυτό στην Ευρωζώνη είναι δραστικά μικρότερο σε παρούσα αξία, σε σχέση με την ονομαστική αξία.  Σε όλες τις άλλες χώρες, οι διαφορές είναι μηδαμινές, σε εμάς είναι 80 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ η διαφορά. 

Και βέβαια, αυτό το οποίο απαιτείται, πάνω από όλα τα άλλα, είναι να υπάρξουν οι λεγόμενες αναπτυξιακές προϋποθέσεις με τις οποίες ασχολείστε, ασχολείται η διάσκεψη.  Αυτό σημαίνει ότι το κράτος πρέπει να διαμορφώσει όλα τα άλλα.  Η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι αυτή η οποία θα κάνει κυρίως την εκτίναξη, ο ιδιωτικός τομέας.  Υπάρχουν μελέτες, όλοι συμφωνούν στο τι πρέπει να γίνει και ποια είναι  τα πλεονεκτήματα τα συγκριτικά, είναι όλα σχεδόν αυτονόητα.  Γιατί τα αυτονόητα δεν μετατρέπονται σε μία πράξη και από τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και από το δημόσιο;  Οι αγκυλώσεις του δημοσίου συζητούνται διαρκώς, αναφέρθηκα και εγώ, είναι σχεδόν αυτονόητα τα ζητήματα.  Η δυσκολία του ιδιωτικού τομέα είναι ότι εκλαμβάνουμε τον ιδιωτικό τομέα με τη μορφή των ιδιωτικοποιήσεων, των μεγάλων ξένων επενδύσεων, άμεσων ή έμμεσων.  Εάν δεν κινηθεί οριζόντια ο κορμός της οικονομίας, εάν δεν λειτουργεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο μπορεί να στηρίξει απλές, οριζόντιες, διάχυτες επενδυτικές πρωτοβουλίες, δεν μπορεί να κινηθεί ο μηχανισμός της οικονομικής ανάκαμψης.  Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να πετύχουμε προηγουμένως όλα τα άλλα. 

Σας ευχαριστώ πολύ.