Αθήνα 29 Μαΐου 2017

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του συλλογικού τόμου «Foreign policy under austerity : Greece's return to normality ?» (Pallgrave/ Macmillan, 2017) των Spyridon Litsas / Aristotelis Tziambiris, με τον Πρέσβη των ΗΠΑ, Geoffrey R. Pyatt, τον Επιτετραμμένο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Marc Bogdahn, τον Αντιπρόεδρο της ΝΔ, Κωστή Χατζηδάκη. Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Αριστοτελία Πελώνη

  

Σήμερα, αποχαιρετούμε με σεβασμό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, που πέρασε πλέον στην ιστορία του τόπου.

Κύριε πρέσβη, κυρίες και κύριοι, θέλω να ευχαριστήσω τους εκδότες του τόμου καθηγητές Σπ. Λίτσα και Αρ. Τζιαμπίρη για την πρόσκληση να μετάσχω σε αυτό το υψηλού επιπέδου πάνελ και να παρουσιάσω ένα πολύ ενδιαφέροντα συλλογικό τόμο με ευρηματικό τίτλο.

Οφείλω να εκφράσω τα πολιτικά και ακαδημαϊκά μου συγχαρητήρια στους επιμελητές, τους συγγραφείς και τον εκδότη. Χαίρομαι γιατί στο βιβλίο περιλαμβάνονται πρωτότυπες συμβολές Ελλήνων επιστημόνων στο πεδίο των διεθνών σχέσεων που εργάζονται σε Ελληνικά κυρίως αλλά και ξένα πανεπιστήμια.   

Οι συμβολές υπερβαίνουν τα όρια του τίτλου του βιβλίου καθώς πέραν από την περίοδο της οικονομικής κρίσης και της λιτότητας, αναφέρονται στο ιστορικό βάθος των επιμέρους θεμάτων και στη δυνατότητα να συγκροτηθεί μια ελληνική στρατηγική στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, στο πεδίο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και στο πεδίο της διεθνούς οικονομικής πολιτικής και της  ενεργειακής πολιτικής.

 

Ο τίτλος του βιβλίου είναι πραγματικά προκλητικός. Θέτει το κρισιμότερο ίσως ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής της τελευταίας δεκαετίας. Θέτει ένα ζήτημα ιδιαίτερα κρίσιμο για την αξιοπρέπεια, τον πατριωτισμό και την αυτοσυνειδησία της ελληνικής κοινωνίας. Πολλοί αναρωτιούνται αν αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε σε κρίσιμα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας λόγω της οικονομικής κρίσης και της ανάγκης της χώρας να βοηθηθεί χρηματοδοτικά από τους εταίρους της. Όλες οι κοινωνίες, μαζί τους φυσικά και η ελληνική,  έχουν άλλωστε μια ροπή στη θεωρία της συνωμοσίας. Αυτό εντείνεται σε περιόδους κρίσης και απογοήτευσης. Ιδίως όταν υπάρχει ένα βαθύ  ιστορικό υπόστρωμα ευαισθησίας για την ύπαρξη περιορισμών στην εθνική κυριαρχία για λόγους σχετικούς με το πώς συγκροτήθηκε το νέο ελληνικό κράτος. Πρόκειται για τη θεωρία  της ξενικής εξάρτησης. 

Τα σχόλια μου είναι πολιτικά και ακαδημαϊκά, έχουν όμως και την προστιθέμενη,  αξία της μαρτυρίας ενός πολιτικού που είχε ενεργό συμμετοχή στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής την περίοδο αυτή, μέχρι τον Ιανουάριο του 2015, και κυρίως την άσκηση της οικονομικής πολιτικής, της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Δεν υπάρχει δυστυχώς άλλος που να έχει κινηθεί τα κρίσιμα αυτά χρόνια και στους τρεις αυτούς τομείς. Γιατί είχα το βάρος να ασχοληθώ και με τη διεύθυνση του Υπουργείου Αμύνης και με τη διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών και με τη διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών.

Έρχομαι λοιπόν στο κεντρικό  ερώτημα.  

Η οικονομική κρίση, κυρίως δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική, που στην Ευρώπη γίνεται αντιληπτή το 2008 και οδηγεί το 2010, την άνοιξη, την Ελλάδα στο πρώτο μνημόνιο, και μετά στο δεύτερο, στο τρίτο, στο τρίτο plus, στο τέταρτο, έχει επηρεάσει την ελληνική εξωτερική πολιτική; 

Έχει προφανώς επηρεάσει την εθνική ισχύ καθώς η οικονομία είναι σημαντική παράμετρός της. Επηρέασε την δημοσιονομική και ευρύτερα την οικονομική κυριαρχία της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι το δημόσιο χρέος, το public debt,  ονομάζεται και κυρίαρχο χρέος sovereign debt.

Έχει επίσης επηρεάσει την ευρωπαϊκή πολιτική της χώρας καθώς έθεσε σε δοκιμασία την ίδια τη συμμετοχή της στην ευρωζώνη και τη θέση της στους πραγματικούς εσωτερικούς συσχετισμούς στην Ε.Ε. Την περίοδο της κρίσης οξύνθηκαν οι ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών. Η μεγαλύτερη δε ανισότητα είναι αυτή μεταξύ δανειστή και δανειζόμενου, υπό συνθήκες κινδύνου χρεοκοπίας.

Εντάθηκαν οι ευρωσκεπτικιστικές, αντιευρωπαϊκές και αντισυστημικές τάσεις στην ελληνική  κοινωνία. Ενισχύθηκαν αντιδυτικές τάσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας. Επεκτάθηκαν τα φαινόμενα εθνικολαϊκισμού.

Η δημοσιονομική κρίση άνοιξε νέα πεδία διεθνούς διαπραγμάτευσης κυρίως με την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ σε σχέση με τα προγράμματα προσαρμογής, την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών, το δανεισμό της χώρας, το κούρεμα και την αναδιάρθρωση του δημοσίου  χρέους. Στα νέα αυτά πεδία διατέθηκε και διατίθεται ένα μεγάλο μέρος του διπλωματικού  κεφαλαίου της χώρας. Επηρεάστηκε αρνητικά η διεθνής εικόνα της χώρας.

Λόγω των στόχων της γρήγορης δημοσιονομικής προσαρμογής μειώθηκαν δραστικά οι δαπάνες για αμυντικό εξοπλισμό και έγινε πολύ πιο αυστηρή και πολύ πιο διστακτική η διαδικασία προμήθειας νέων οπλικών συστημάτων. Παρόλα αυτά, ως προς το σύνολο των αμυντικών δαπανών περιλαμβανομένων και των λειτουργικών, η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες χώρες - μέλη του ΝΑΤΟ που δαπανά ακόμη το 2% του ΑΕΠ σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Συμμαχίας.

Μεταβλήθηκαν κατ΄ανάγκην οι προτεραιότητες της ελληνικής οικονομικής διπλωματίας και μειώθηκαν οι διαθέσιμοι πόροι για διεθνή αναπτυξιακή βοήθεια κυρίως προς τα δυτικά Βαλκάνια όπου ήταν ιδιαίτερα έντονη η ελληνική επιχειρηματική και τραπεζική παρουσία, η οποία δυστυχώς συρρικνώνεται κατ΄ ανάγκην.

Όμως :

Δεν μεταβλήθηκαν την περίοδο 2008 – 2017 – θα σας μιλήσω για το σύνολο της περιόδου και όχι για τα  δύο τελευταία χρόνια, όπως έκανε ο κ. Κοτζιάς στο χαιρετισμό του -. Δεν μεταβλήθηκαν την περίοδο 2008 - 2017  οι θεμελιώδεις προτεραιότητες και οι  βασικές  θέσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Αυτό πρακτικά αφορά τον γνωστό κατάλογο:

Ελληνοτουρκικές σχέσεις

Κυπριακό

Όνομα ΠΓΔΜ

Οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και αξιοποίηση φυσικών πόρων. 

Την περίοδο αυτή η Ελλάδα προώθησε τις πολύ σημαντικές διμερείς συνεργασίες με το Ισραήλ και την Αίγυπτο στη Μεσόγειο. Και η τριμερής συνεργασία Ελλάδα - Κύπρος – Ισραήλ οργανώθηκε την περίοδο αυτή. Αλλά κυρίως η διμερής συνεργασία με την Αίγυπτο και η τριμερής συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου εγκαθιδρύθηκε την περίοδο αυτή με σειρά επισκέψεων μου στο Κάιρο, όταν πολλοί λίγοι υπουργοί χωρών της Ε.Ε. και γενικότερα του δυτικού κόσμου πήγαιναν εκεί.

Την ίδια περίοδο η Ελλάδα ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες στο πεδίο της ενεργειακής πολιτικής. Έθεσε με το νόμο 4001/2011 τα απώτερα εξωτερικά όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ και κίνησε τις διαδικασίες παραχώρησης θαλάσσιων οικοπέδων για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων. Συνεχίζοντας παραλλήλως τις διερευνητικές επαφές με την Τουρκία για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, όχι μόνο στο Αιγαίο αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο, όχι μόνο για την υφαλοκρηπίδα, αλλά και για την ΑΟΖ. Στο πεδίο αυτό έγιναν επίσης σημαντικές κινήσεις με την Αλβανία, μετά την εμπλοκή του 2009, την Ιταλία και την Αίγυπτο. Η Ελλάδα συνήψε  επίσης τη συμφωνία με την κοινοπραξία του TAP  για τη διέλευση του αγωγού από την Ελλάδα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας φυσικού αερίου παρότι ο ΤΑΡ διέρχεται και αυτός από την Τουρκία. Άρα δεν έχουμε διαφοροποίηση διελεύσεων. 

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης, δηλαδή τον Φεβρουάριο του 2014, είχαμε την επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών στην Κύπρο, η πορεία των οποίων συνδέεται με τις εξελίξεις στην Τουρκία και όχι με τις οικονομικές δυσκολίες της Ελλάδας.

Την περίοδο 2010 – 2011 η Ελλάδα μετείχε ενεργά στις διεργασίες για τη νέα δομή διοίκησης και τη νέα δομή δυνάμεων του ΝΑΤΟ που βελτίωσε σημαντικά τους όρους της ελληνικής συμμετοχής στη Συμμαχία, μετά την επάνοδό της στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1981, επί κυβερνήσεως Γεωργίου Ράλλη.

Σε όλα αυτά τα θέματα του βασικού καταλόγου της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας δεν υπήρξαν πιέσεις, περισσότερες ή διαφορετικές απ΄ ό,τι υπήρχαν και πριν από το 2010, πάντα στην ελληνική ιστορία και πάντα στις διεθνείς σχέσεις. Και πολύ περισσότερο δεν υπήρξαν εκβιασμοί που να συνδέουν την παροχή οικονομικής βοήθειας με την αλλαγή των ελληνικών θέσεων και την κάμψη των ελληνικών ευαισθησιών. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά από τα αποτελέσματα. Από το σημείο στο οποίο βρίσκονται τώρα τα θέματα.

Η Ελλάδα αντιμετώπισε επίσης την περίοδο της οικονομικής κρίσης τους μετασχηματισμούς της αραβικής άνοιξης με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη καμπύλη των πολιτικών αλλαγών στην Αίγυπτο. Αντιμετώπισε τον πρώτο πόλεμο στη Λιβύη, τις εξελίξεις στη συνέχεια, τον εμφύλιο πόλεμο, τον συνεχιζόμενο πόλεμο στη Συρία. Θυμηθείτε τι λεγόταν για τη Συρία το 2011, 2012 μέχρι το 2015 και τι λέγεται τώρα;

Κυρίως όμως αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει τις μεγάλες και συνεχιζόμενες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές μέσω Τουρκίας που καθιστούν την Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό - εξ αντικειμένου - αιχμάλωτη των σχέσεων ΕΕ - Τουρκίας και Τουρκίας - ΗΠΑ σε έναν τομέα υψηλής ανθρωπιστικής ευαισθησίας. Με τις κοινωνίες πολλών κρατών - μελών της Ε.Ε. να αναπτύσσουν ξενοφοβικά ανακλαστικά.

Την ίδια περίοδο καταγράφουμε την κρίση στις σχέσεις Δύσης και Ρωσίας,  ειδικότερα Ε.Ε. και Ρωσίας λόγω Κριμαίας και λόγω πολεμικών επιχειρήσεων στις ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας και το ζήτημα των κυρώσεων  που λειτουργούν οικονομικά και σε βάρος πολλών κρατών - μελών της Ε.Ε.

Αντιμετωπίζουμε πλέον νέα φάση εντάσεων και προβλημάτων στα δυτικά Βαλκάνια και κυρίως στην ΠΓΔΜ, στην Αλβανία και στο Κόσσοβο.

Το πιο σημαντικό όμως για την σταθερότητα στην περιοχή μας είναι οι κρίσιμες εξελίξεις στην Τουρκία : το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016, η επιβολή κατάστασης ανάγκης, η συνταγματική αναθεώρηση, το δημοψήφισμα και η μετακίνηση από το κοινοβουλευτικό στο προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης. Η  τουρκική εμπλοκή στη Συρία και το Ιράκ και τις επιχειρήσεις κατά του Isis σε συνδυασμό με το κουρδικό ζήτημα.

Παρά τις ρητορικές αναφορές της σημερινής κυβέρνησης σε εναλλακτικές μη ευρωπαϊκές λύσεις ως προς την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας  από την Ρωσία ή από την Κίνα, και παρά την ενίσχυση των αντιευρωπαϊκών και αντιδυτικών τάσεων στη κοινή γνώμη, σε επίπεδο κρατικής πολιτικής, η Ελλάδα όλη αυτή την περίοδο κινείται σταθερά μέσα στο κεντρικό ρεύμα της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Γνωρίζει δε  εντέλει πολύ καλά ότι από τον  Α ´ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι  πρόβλημα ευρωατλαντικό. Από την άποψη αυτή οι αντιευρωπαϊκές τάσεις που ανεφάνησαν λόγω οικονομικής κρίσης και σκληρών μέτρων λιτότητας μέσω των προγραμμάτων προσαρμογής, αντισταθμίστηκαν από μία ακόμη στενότερη σχέση με τις ΗΠΑ στο τομέα της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Αυτό δε φαίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό όταν γίνεται, με επικοινωνιακό άγχος, κατά την θητεία μιας κυβέρνησης συνεργασίας της ριζοσπαστικής αριστεράς και της εθνικιστικής λαϊκιστικής ακροδεξιάς.

Όλα βεβαίως τα ζητήματα βρίσκονται υπό εξέλιξη. Πριν λίγες ημέρες η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ενέκρινε το μνημόνιο τρία plus για το πρόγραμμα που ισχύει μέχρι τον Ιούλιο του 2018  και το μνημόνιο τέσσερα με σκληρά μέτρα για την περίοδο μετά τη λήξη του τρίτου προγράμματος 2019-2022. Η ένταση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι δυστυχώς διαρκής λόγω της τουρκικής συμπεριφοράς, της εξαγωγής των εσωτερικών εντάσεων. Η κατάσταση στην ΠΓΔΜ και μετά την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης είναι πηγή μεγάλης ανησυχίας. Οι προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές συνεχίζονται. Η Τουρκία πιέζεται σε όλη τη συνοριακή της γραμμή ενώ οι εθνοτικές, θρησκευτικές και κοινωνικές διαφορές που διαπερνούν την τουρκική κοινωνία εντάθηκαν μετά το δημοψήφισμα. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, αλλά αυτές θα εξεταστούν ψύχραιμα μετά την συμπλήρωση των εκλογικών κύκλων στα κράτη - μέλη. Τώρα έχει σειρά η Γερμανία ενώ η νέα αμερικανική διοίκηση, όπως έδειξε η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, κατάλαβε ότι πρέπει να κινηθεί πολύ πιο συμβατικά και πως το ΝΑΤΟ έχει τεράστια σημασία για την Δύση και την ασφάλειά της. Πώς οι ευρωαμερικανικές σχέσεις δεν είναι σχέσεις εμπορικές, σχέσεις εμπορικού πολέμου, για το πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο, αλλά σχέσεις γεωπολιτικές και ιστορικές που αφορούν την ασφάλεια της ιστορικής οντότητας που λέγεται δυτικός κόσμος.

Συνεπώς το ερωτηματικό στο τίτλο του βιβλίου πρέπει να το διαβάσουμε ως ευχή για την επιστροφή στην κανονικότητα υπό την προϋπόθεση ότι ο λαϊκισμός και η δημαγωγία θα μείνουν έξω από το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.