Αθήνα 30 Μαΐου 2017

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Λυμπουρή «Επιβάτες φορτηγών» (εκδόσεις Πάπυρος), στο Σπίτι της Κύπρου

 

Αποδέχθηκα με πολύ μεγάλη χαρά την πρόσκληση, φιλική και επίμονη του Κώστα Λυμπουρή να μετέχω και εγώ στην παρουσίαση του μυθιστορήματός του. Είναι πάντα πολύ μεγάλη μου χαρά αλλά και καθήκον να μετέχω σε δραστηριότητες που έχουν σχέση με τον κυπριακό ελληνισμό. Κάθε είδους δραστηριότητες. Και χαίρομαι πραγματικά γιατί βρίσκομαι σήμερα μαζί σας. Ευχαριστώ από καρδιάς τον κ. πρέσβη για την τόσο φιλική και γενναιόδωρη προσφώνησή του και τον κ. πρώην πρέσβη για τα τόσα κολακευτικά λόγια που είπε από την εμπειρία της μακράς θητείας του στην Αθήνα. 

Μετά από αυτή την laudatio, όπως λέμε στο πανεπιστήμιο, μετά από αυτό το οργανωμένο επιστημονικό εγκώμιο που παρουσίασε ο Γιώργος Γιωργής για τον Κώστα Λυμπουρή, τις σπουδές και το έργο του, σε μένα απομένουν πάρα πολύ λίγα. Άλλωστε, ο συντονιστής μας ο Χρήστος Μιχαηλίδης που βιώνει την κυπριακή πραγματικότητα διάλεξε πολύ έντονες σκηνές μέσα από το βιβλίο για να μας φέρει σε επαφή με την ατμόσφαιρά του. Γιατί, κάθε λογοτεχνικό έργο, ιδίως ένα μυθιστόρημα που έχει ανάγκη από μια πλοκή, από μια αφήγηση αναδύει ένα χρώμα, ένα κλίμα, έχει χρώματα και μυρωδιές και πιστεύω ότι το πιο κρίσιμο σημείο από το βιβλίο του Κώστα Λυμπουρή είναι η επίμονη αναφορά στο λουλούδι,  το ματσικόριδο, που πιστεύω ότι είναι μια μεγάλη μεταφορά, είναι, στην πραγματικότητα η προσομοίωση της Κύπρου με ένα λουλούδι. Είναι το ματσικόριδο η Κύπρος. Το ορίζει στο μικρό λεξικό κυπριακών  όρων που συνοδεύει το βιβλίο ως ζουμπούλι ή νάρκισσο. Υπάρχει ένα ανέκδοτο - θα μου επιτρέψετε να το πω για να ελαφρύνω λίγο την εισαγωγή στην σύντομη ούτως ή άλλως παρουσίαση που θα κάνω - που αναφέρεται σε δύο φίλους που συζητούν για λουλούδια και ρωτάει ο ένας τον άλλον, «αυτό τί είναι; ζουμπούλι ή υάκινθος;». Και λέει ο συνομιλητής,  «είναι υάκινθος». Του λέει ο πρώτος, «πώς το γράφεις το υάκινθος;». Οπότε, λέει ο άλλος,  διστακτικά , «καλά, ζουμπούλι είναι». Μου έκανε, λοιπόν, εντύπωση ότι το ματσικόριδο ορίζεται στο σύντομο λεξικό ως ζουμπούλι ή νάρκισσος αλλά όχι ως υάκινθος που είναι, ας πούμε, η επίσημη ονομασία του ζουμπουλιού στα ελληνικά,  αλλά, ο υάκινθος που ηχεί πάρα πολύ όμορφα είναι μια λέξη που έχει αυτό το «υ» το οποίο απορροφά πάρα πολλά πράγματα και ως λέξη σχηματίζει μια εικόνα, είναι η Κύπρος. Είναι το νησί της Αφροδίτης γιατί ο υάκινθος είναι το αγαπημένο λουλούδι της Αφροδίτης. Συμβολίζει τον έρωτα και την ομορφιά. Οπότε, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, τυχαία, έστω κι αν ήταν υπολανθάνουσα και υποσυνείδητη αυτή η συνεχής αναφορά στο ματσικόριδο. Ότι τελικά ένα λουλούδι είναι η Κύπρος. Ένα λουλούδι, βέβαια, το οποίο έχει αφεθεί σε ένα πολύ κρίσιμο και επικίνδυνο σημείο της  Ανατολικής Μεσογείου  ακόμη κι αν στην υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη υπάρχουν πολύ σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, η ομορφιά έχει σημασία. Γιατί, σε  τελική ανάλυση αυτή θα σώσει τον κόσμο και αυτή θα μας κρατήσει μέσα στην κίνηση της ιστορίας.

 

Δεν θα επιχειρήσω να ασχοληθώ με το λογοτεχνικό μέρος μετά από αυτή την εντυπωσιακή παρουσίαση που έκανε ο κ. Γιωργής ως ειδικός καθηγητής, άλλωστε, αλλά και προνομιακός αναγνώστης του έργου του Κώστα Λυμπουρή. Θα πω μόνο ότι θα είχα μια δυσκολία κατάταξης τυπολογικής του έργου. Θα ταλαντευόμουν πάρα πολύ ανάμεσα στο ιστορικό μυθιστόρημα και τη μαρτυρία. Συμφωνώ ότι δεν  πρόκειται για ατομική μαρτυρία αλλά για συλλογική μαρτυρία. Τώρα, η συλλογικότητα μας επιβάλλει να εξειδικεύσουμε  το υποκείμενο, ποιο είναι αυτό το συλλογικό υποκείμενο η μαρτυρία του οποίου μετατρέπεται σε λογοτεχνικό έργο, σε ένα μυθιστόρημα, στους Επιβάτες φορτηγών. Είναι η κυπριακή κοινωνία, ο κυπριακός ελληνισμός, ο λαός της κυπριακής δημοκρατίας; Ποιες γενιές, ποιες ηλικίες, ποια βιώματα; Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα πρόσληψης. Προσλαμβάνει την ιστορία και την μετατρέπει σε ένα βίωμα και σε μια αγωνία. Είναι ένα, κατά βάθος, τρυφερό, αγωνιώδες και απαισιόδοξο, μπορώ να πω, μυθιστόρημα γιατί είναι αληθινό.

Η πραγματικότητα της κατάστασης, δεκαετίες ολόκληρες,  δεν είναι εύκολο να σε κάνει αισιόδοξο. Η ίδια η ιστορική εμπειρία. Αλλά υπάρχει και ένα πρόβλημα συγκρότησης του υποκειμένου.  Δηλαδή, εδώ πρόκειται για τη συλλογική μαρτυρία αυτών που έχουν ζήσει πράγματα, που ξέρουν τι θα πει αγγλοκρατία, ήταν πάρα πολύ κοντά σε αυτό επειδή είχαν ακούσματα αν όχι βιώματα, που ξέρουν τί σήμαινε ο αγώνας της ΕΟΚΚΑ, που ξέρουν τί σήμαινε  Μακάριος όχι ως μια φιγούρα που είναι ανδριάντας, μια μαρμάρινη φιγούρα, αλλά, μια ζωντανή, πραγματική, πολιτική ύπαρξη με διεθνή ρόλο, τί έγινε με την χούντα, τί βιώματα είχε ο κυπριακός ελληνισμός αλλά και τί δυσκολίες είχε η σχέση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, τι έγινε με την  εκκλησιαστική σύγκρουση, το πραξικόπημα, την  εισβολή, τον  Αττίλα 2 .  Η  μακρά, τέλος,  περίοδος από το 1974 έως σήμερα, δημιουργεί μια αίσθηση, αν όχι απώλειας, θα έλεγα σίγουρα ακρωτηριασμού.  Ταυτόχρονα εισάγει και τον κίνδυνο της συνήθειας, της ρουτίνας, της αποδοχής μιας κατάστασης η οποία αποτελεί βίωμα για τις νεότερες γενιές των Κυπρίων Ελλήνων. Οι οποίοι δεν έχουν ζήσει ούτε υπό καθεστώς αγγλοκρατίας ούτε υπό καθεστώς Κυπριακής Δημοκρατίας στην ολοκληρωμένη μορφή της του 1960 και αυτό έχει, νομίζω, πολύ μεγάλη σημασία για το πώς διαμορφώνονται οι συσχετισμοί στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινωνίας. Κάτι το οποίο δεν είναι εύκολο να διαγνώσει κανείς γιατί αντιβαίνει στους κανόνες της διαπραγμάτευσης. Δεν μπορείς να αποκαλύψεις τί είναι αυτό που εσύ θα αποδεχόσουν ως λύση. Αλλά, εάν θεωρητικά, εργαστηριακά, τελείως υποθετικά, θέλαμε να βρούμε τη σωστή σειρά των πραγμάτων θα έπρεπε να γίνει ένα δημοψήφισμα για την εντολή διαπραγμάτευσης ώστε να υπάρχει μια συναίνεση εσωτερική η οποία να υπερβαίνει τις σκοπιμότητες, να υπερβαίνει τους εκλογικούς κύκλους και για την Προεδρία της Δημοκρατίας και για την Βουλή των Αντιπροσώπων και να ενοποιεί τη βούληση του κυπριακού ελληνισμού η οποία πρέπει να εκφραστεί στο όνομα του Ελληνισμού ολόκληρου. Διότι, στο νησί, στον υάκινθο αυτόν, δεν διακυβεύεται το μέλλον του κυπριακού ελληνισμού. Διακυβεύεται το μέλλον του Ελληνισμού συνολικά. 

Τώρα, από ένα σημείο και μετά και εμείς οι ίδιοι επαναλαμβάνουμε ορισμένες διατυπώσεις οι οποίες φοβούμαι δυστυχώς ότι δεν έχουν το ίδιο νόημα για τους ξένους που μας ακούν. Διότι το να λέμε το αυτονόητο ότι το Κυπριακό είναι ένα διεθνές πρόβλημα παράνομης στρατιωτικής εισβολής και συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής, ένα πρόβλημα μη εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου, μη εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου σε ένα μεγάλο μέρος της Κύπρου στα Κατεχόμενα, το να λέμε ότι έχουμε σωρεία επαναλαμβανομένων παραβιάσεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από ένα σημείο και μετά τι σημαίνει;  Σημαίνει ότι καταγγέλλεις μία κατάσταση η οποία υπάρχει και αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο ενός ιστορικού μιθριδατισμού που είναι ένας πολύ μεγάλος κίνδυνος γενικά για τον ελληνισμό στην ιστορία και γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και για το πως περιγράφουμε την κατάσταση, γιατί καμμιά φορά η ευκολία στην περιγραφή, η πομπώδης περιγραφή δεν μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε  και τον χρονικό ορίζοντα μέσα στον οποίο κινούμαστε. 

Αυτό λοιπόν που μας θυμίζει ο Κώστας Λυμπουρής με τον δικό του τρόπο, συγκροτεί στην πραγματικότητα, πέρα απ’ όσα είπαμε  για την λογοτεχνική μορφή του έργου, μια πολιτική παρέμβαση.  Αυτό  που προσπαθεί να κάνει, είναι να κάνει μια πολιτική παρέμβαση με λογοτεχνική σύμβαση. Τι θέλει να πει όμως; Θέλει να πει ότι πρέπει να εκτιμάμε τα κεκτημένα στο Κυπριακό. Υπάρχουν κατά τη γνώμη μου τρία πολύ σημαντικά κεκτημένα. Το πρώτο είναι το κεκτημένο της ανεξαρτησίας 1960, της Ζυρίχης και του Λονδίνου το οποίο δεν έγινε εύκολα δεκτό, δεν έγινε ποτέ πλήρως  δεκτό, αλλά το αντιμετωπίζουμε τώρα αναδρομικά με άλλον τρόπο. Καταλαβαίνουμε πράγματα που δεν καταλάβαινε ο Ελληνισμός στην αρχή. Το δεύτερο κεκτημένο, είναι το κεκτημένο της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για το οποίο αγωνίστηκαν τόσοι πολλοί, τόσο πολύ και χαίρομαι πραγματικά που μνημονεύθηκε το όνομα του Γιάννου Κρανιδιώτη. Το έχω ζήσει από την αρχή του, από την υποβολή της αίτησης, από την πρώτη συνάντηση κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κύπρου στην  ελληνική προεδρία το 1994 στην Κέρκυρα. Έτυχε τότε η συνάντηση με τον Ζακ Ντελόρ, τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Ανδρέα Παπανδρέου, να γίνει με τρεις άλλους παριστάμενους, τον Πασκάλ Λαμί, τον μετέπειτα Γενικό Διευθυντή του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, τον Γιαννάκη Κασουλίδη και εμένα, που ήμασταν οι αντίστοιχοι συνεργάτες στην συνάντηση αυτή, αλλά το κεκτημένο αυτό που ολοκληρώθηκε με το κεκτημένο της συμμετοχής στην Ευρωζώνη, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να το σχολιάσω. Υπάρχει όμως ένα άλλο κεκτημένο, περίεργο, το οποίο έχει πολύ μεγάλη σημασία. Ο κυπριακός ελληνισμός με μεγάλη πλειοψηφία, απέρριψε το 2004 το Σχέδιο Ανάν. Έμεινε όμως το 2004 για πρώτη φορά η διεθνής αναγνώριση άνευ αμφισβητήσεως, του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού ο οποίος θα αποφασίσει μέσω δημοψηφίσματος. Αυτό είναι ένα  δημοψήφισμα που δεν έγινε το 1960 και είναι ένα κεκτημένο πάρα πολύ μεγάλης σημασίας, που βαραίνει τελικά τον κυπριακό λαό και στην προκειμένη περίπτωση την ελληνική κυπριακή κοινότητα με μία ευθύνη ιστορική.

Βεβαίως υπάρχουν και αντίστοιχα δύο μεγάλες τομές, δύο ρήξεις τεραστίων διαστάσεων, η μία μικρότερη που είναι η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από  τα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας και η καταφυγή στο δίκαιο της ανάγκης και δέκα χρόνια μετά, έντεκα χρόνια μετά βέβαια η τουρκική εισβολή και η κατοχή. Οι δεκαετίες μας κυνηγάνε. Ο ιστορικός χρόνος στο Κυπριακό μετριέται με δεκαετίες.  Δεν υπάρχει μικρότερη μονάδα χρόνου φυσικού για το Κυπριακό, για αυτό είναι ένα διεθνές πρόβλημα μικρό σε γεωγραφική έκταση, μεγάλο σε στρατηγική σημασία, κολοσσιαίο για τον Ελληνισμό,  που  αναδύεται στο μακρύ ιστορικό χρόνο. Δεν υπάρχει δυστυχώς  βραχύς χρόνος, μπορεί η βλάβη να γίνει σε λίγες μέρες, σε λίγες ώρες, αλλά οι διεργασίες οι διπλωματικές, ο αγώνας για αποκατάσταση του δικαίου, για αλλαγή των συσχετισμών απαιτεί χρόνια,  πολλά χρόνια,  οι κύκλοι είναι πάρα πολύ δύσκολοι και επώδυνοι.

Το λέω αυτό γιατί, πράγματι, όπως ειπώθηκε, πίσω από όλα υπάρχουν οι άνθρωποι, υπάρχουν τα συναισθήματα, υπάρχει η συγκίνηση αυτή με τους αγνοούμενους, με τα οστά, με την αναγνώριση, με τις δυσκολίες, με τα λάθη, υπάρχει το περιουσιακό που έχει  όχι μόνο νομική αλλά και  συναισθηματική βάση. Ποτέ στην Κύπρο δεν εφαρμόστηκαν μέθοδοι αποκαταστατικής δικαιοσύνης, εναλλακτικής διεθνούς δικαιοσύνης, restorative justice, που ισχύει σε άλλες περιπτώσεις. Είναι όμως σημαντικό ότι υπάρχει μια διαδικασία, η οποία δεν περιλαμβάνει επιδιαιτησία, δεν περιλαμβάνει την δυνατότητα, την αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα να συμπληρώσει κενά και δεν πιέζεται χρονικά. Πρέπει να αποσυμπιέζεται  χρονικά, αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία επίσης. Και αν σκεφτείτε ότι και αυτό έγινε το Φεβρουάριο του 2014, μεσούσης της οικονομικής κρίσης και στην Κύπρο και στην Ελλάδα, θα δείτε ότι η εξωτερική μας πολιτική και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν επηρεάστηκε στα θεμελιώδη στοιχεία και στις πάγιες προτεραιότητες της από την οικονομική δυσκολία, από την δυσκολία της οικονομικής κρίσης. Και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία για το πως θα χειριστούμε την συνέχεια, για την οποία δεν θέλω πράγματι να πω τίποτα δημοσίως. Όταν βρισκόμαστε σε μια φάση χειρισμών, διαπραγματεύσεων, εκφραζόμαστε πάντα από μια φωνή, την επίσημη και όλα τα άλλα πρέπει να υποτάσσονται σ’ αυτήν την αίσθηση των διεθνών συσχετισμών σε ιστορική βάση  που πρέπει να έχουμε.

Πρόκειται για ένα βιβλίο ιστορικής αυτοσυνειδησίας, μετριοπάθειας και σεμνότητας. Νομίζω ότι είναι και η σωστή  μέθοδος για να προσεγγίσει κανείς τέτοιες πληγές, όπως είναι οι πληγές του Κυπριακού. Αναζητά ίχνη, ο ήρωας, ο Στέφανος με την Δήμητρα, αναζητά τους φίλους του, τις αναμνήσεις του, το σπίτι του, τους συγγενείς του, τις εικόνες του, το σκύλο του, τις μυρωδιές. Έγραψε ένας φίλος μου προχθές ένα άρθρο στο Βήμα, ο καθηγητής Θανάσης Τσαυτάρης, ο οποίος είναι γενετιστής -τον είχα προτείνει για Υπουργό Γεωργίας και έκανε μια λαμπρή θητεία ως Υπουργός Γεωργίας- ένα άρθρο για το μεταγονιδίωμα, για το DNA της Νέας Υόρκης. Ότι πέρα από το DNA της ανθρώπινης ύπαρξης ή ενός φυτού, όπως είναι ο υάκινθος, το μαστιχόδεντρο, (τώρα αποκαλύψαμε το DNA του  ηλίανθου) υπάρχει το DNA πχ μιας πόλης, ενός νησιού. Έχουν κάνει μια τεράστια έρευνα, παίρνοντας ίχνη DNA από το σύνολο της πόλης της Νέας Υόρκης, τους δρόμους, το μετρό, τα αυτοκίνητα και προσπαθούν να φτιάξουν ένα γονιδίωμα, κάτι το οποίο είναι μεταξύ, ας το πούμε έτσι, επιστημονικής φαντασίας, βιοτεχνολογίας και ενδεχομένως  μιας νέου τύπου πατριδογνωσίας ή πολεοδομίας. Και αυτό που κάνει ο Κώστας Λυμπουρής, είναι ότι ψάχνει αυτό το μεταγονιδίωμα της Κύπρου, στις πληγές, στα τραύματα, στις μνήμες, στους δρόμους, στα χώματα, στις εικόνες και γι αυτό είναι πραγματικά ωραία και απολαυστική η δουλειά του. Σε συγχαίρω Κώστα και εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο.-