Αθήνα, 5 Ιουλίου 2017 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του καθηγητή της Ιστορίας και της Λογιστικής στο University of Southern California, Jacob Soll «Λογιστική, Πολιτική και Λογοδοσία. Αναζητώντας τα αίτια της ανόδου και της πτώσης των εθνών» (εκδόσεις ΔΙΠΛΟΓΡΑΦΙΑ)*

 

Θέλω να καλωσορίσω και εγώ τον Jacob Soll στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην Αθήνα για δεύτερη φορά μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, να ευχαριστήσω τον κ. Πρύτανη για την τόσο θερμή φιλοξενία,  να εκδηλώσω και εγώ τη χαρά μου γιατί ο καθηγητής κ. Νικίας, Πρόεδρος του πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας είναι εδώ σήμερα μαζί μας και  μετέχει σε μια συζήτηση  με επίκεντρο το βιβλίο ενός  πολύ σημαντικού καθηγητή  του πανεπιστημίου του.

 Θα πω δυο λόγια μόνο για το τι συνεισφέρει ο Jacob Soll στη συζήτηση για την ορθή απεικόνιση των εθνικών λογαριασμών, για την ορθή απεικόνιση των στατιστικών στοιχείων ξεκινώντας, όμως, από την αντίληψη που έχει για την λογιστική.

Ίσως τον άκουγε έκπληκτος κάποιος που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην σπουδή και στην πρακτική της λογιστικής αντιλαμβανόμενος ότι αυτό που κάνει ως λογιστής έχει ένα τόσο μεγάλο ιστορικό, θεωρητικό, ιδεολογικό και αισθητικό βάθος.

 

Το βιβλίο του Jacob Soll που τώρα πια κυκλοφορεί σε ελληνική έκδοση,  για την λογιστική ως αίτιο ανόδου και πτώσης των εθνών, είναι μια ελεγεία της λογιστικής. Για πρώτη φορά, εγώ, τουλάχιστον, βλέπω με έναν τόσο καθολικό τρόπο, πανοπτικό να παρουσιάζονται όψεις της λογιστικής που έχουν να κάνουν με την ιστορία των πολιτικών θεωριών, με την θεολογία, με την ιστορία της τέχνης. Για πρώτη φορά έχουμε αυτό το σύμπαν της λογιστικής που δεν είναι απλώς μια τεχνική απεικόνισης λογαριασμών αλλά συνδέεται με την ουσία της πολιτικής νομιμοποίησης, ανεξαρτήτως της ειδικότερης μορφής ενός πολιτικού συστήματος.  Γιατί η ορθή καταγραφή των οικονομικών στοιχείων εγγυάται τη διαφάνεια, διασφαλίζει την κατανόηση των δεδομένων, επιτρέπει τον πολιτικό σχεδιασμό, επιτρέπει να υπάρχει μια στρατηγική, επιτρέπει τον έλεγχο και διασφαλίζει τη λογοδοσία.

Όταν κανείς ασκεί την λογιστική με έναν τεχνικό τρόπο, σε μικροοικονομικό επίπεδο, στο επίπεδο της επιχείρησης, μπορεί αυτό να μην το αντιλαμβάνεται πάρα πολύ έντονα, παρότι η λογιστική δεν αφορά μόνο την άνοδο και την πτώση των εθνών αλλά, πρωτίστως, την άνοδο και την πτώση των επιχειρήσεων. Αρχής γενομένης από τις  τραπεζικές επιχειρήσεις. Από τις αρχικές, ιδρυτικές,  ιταλικές τράπεζες. Για όσους έχουμε δει την τηλεοπτική σειρά για τους Μέδικους νομίζω ότι όλα  αυτά είναι κατανοητά μέσα στα ιστορικά  συμφραζόμενα τους.

Αυτό λοιπόν που συνεισφέρει ο Jacob Soll με το βιβλίο του είναι η αλλαγή των διαστάσεων της λογιστικής. Και αυτό, φυσικά, φθάνει στο αποκορύφωμά του όταν μιλάμε για την δημόσια λογιστική, όταν μιλάμε για την απεικόνιση των λογαριασμών του κράτους και την καταγραφή του ελλείμματος, για την ορθή απεικόνιση του δημοσίου χρέους.  Έτσι φθάνουμε σε αυτό που είπε, νομίζω πολύ χαρακτηριστικά, στη σύντομη παρουσίασή του, ότι όλες οι οικονομικές κρίσεις διαχρονικά μπορούν τελικά να θεωρηθούν ως λογιστικές κρίσεις. Ως κρίσεις κακής απεικόνισης, κακής αντίληψης της πραγματικότητας, γιατί δεν εφαρμόστηκαν με ακρίβεια και πιστότητα οι διπλογραφικές μέθοδοι.

Στο εξώφυλλο της  ελληνικής έκδοσης, η οποία είναι εξαιρετική και θέλω να συγχαρώ τον εκδότη και για την ποιότητα της μετάφρασης και για την επιμέλεια αλλά και για την αισθητική, υπάρχει μια προσωπογραφία που βλέπουμε στο παράρτημα ιστορίας της τέχνης που παραθέτει  στο βιβλίο του ο Jacob απεικονίζεται ο Φραντσέσκο Σασέτι τον 15ο αιώνα μαζί με τον γιό του Τέντορο. Σε  έναν πίνακα ο οποίος νομίζω είναι πολύ χαρακτηριστικός της μελαγχολίας και της μοναξιάς, αλλά και της υπευθυνότητας του λογιστή.  Ο λογιστής όμως δεν είναι απλώς λογιστής, είναι επιχειρηματίας, είναι δημόσιο πρόσωπο με πολιτική εξουσία. Είναι, στην πραγματικότητα, ένας διανοούμενος ο οποίος την εποχή εκείνη επικοινωνεί με την κριτική του Μακιαβέλι, με τον οποίον έχει ασχοληθεί ο Jacob.

Στην πραγματικότητα, η λογιστική είναι μια από τις βασικές οδούς που οδηγεί στον πολιτικό εκσυγχρονισμό. Γιατί -όσοι ασχολούνται με την θεωρία των πολιτικών ιδεών το ξέρουν καλύτερα από εμένα- ο Μακιαβέλι θεωρείται ο εκφραστής του πολιτικού κυνισμού, ενώ στην πραγματικότητα είναι το θεωρητικό θεμέλιο της πολιτικής νομιμοποίησης της  διαφάνειας, είναι ένας εκσυγχρονιστής διανοούμενος ο οποίος θέτει τις βάσεις του μοντερνισμού,  του θεσμικού και πολιτειακού μοντερνισμού. Και, αυτό, βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό και στην λογιστική.

Αυτό συνεχίζεται με έναν εξαιρετικά γοητευτικό τρόπο μέσα από την γραφή του  Jacob σε όλη την περίοδο από τον 14ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Με πολλές αναφορές φυσικά στην Ιταλία που είναι η μήτρα η ιστορική του Εμπορικού Δικαίου, της Εμπορικής Εταιρείας  του διπλογραφικού συστήματος – εμείς οι νομικοί το ξέρουμε αυτό πάρα πολύ καλά – συνεχίζεται  με την Ολλανδία, τη Γαλλία του Κολμπέρ, αλλά και με την Γαλλία του Νεκέρ, περνάει από το παράδειγμα της Ολλανδίας ,για να απογειωθεί στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών.  Οι πατέρες των Ηνωμένων Πολιτειών,  οι πατέρες  του αμερικανικού συντάγματος στην πραγματικότητα είναι και πατέρες μιας αντίληψης για τη λογιστική. Αυτό αφορά και τον Βενιαμίν Φραγκλίνο και τον Ουάσιγκτον και τον Μόρρις αλλά, κυρίως, τον Αλεξάντερ Χάμιλτον, που προσφάτως έχει γίνει και μια πολύ διάσημη όπερα και που είναι ο πατέρας του δημοσιονομικού ομοσπονδισμού ,του fiscal federalism, που είναι εξαιρετικά διδακτικός για αυτό που θέλει να κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση ως επόμενο βήμα προς την κατεύθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Χωρίς την ιστορική εμπειρία της περιόδου Χάμιλτον δεν θα μπορέσουμε στην Ευρώπη, με καθυστέρηση δυόμιση περίπου αιώνων,  να καταλάβουμε τι είναι αυτό που πρέπει να κάνουμε. Πάντως, αυτό που έκανε ο Χάμιλτον στην εποχή του ήταν PSI σε σχέση με το χρέος των Πολιτειών και, στην πραγματικότητα, επιβολή ενός αυστηρού, κεντρικού, ομοσπονδιακού ελέγχου στο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης.

Ο συγγραφέας συνεχίζει με εντυπωσιακή ευρυμάθεια – νομίζω ότι απολαμβάνει τις σελίδες που γράφει για τον Ονορέ Ντε Μπαλζάκ και για τον Ντίκενς – για να φτάσει στην παρουσίαση της ιστορίας των μεγάλων ελεγκτικών εταιρειών, των Big Five, στην αρχή. Είναι ιλιγγιώδης και συγκλονιστική η περιγραφή του για την άνοδο και την πτώση της Arthur Andersen.

Όλα αυτά καταλήγουν στο δικό μας ζήτημα για το οποίο θα πω δύο φράσεις μόνο. Σίγουρα η ελληνική κρίση είναι μια κρίση απεικόνισης των λογαριασμών μας. Είναι μια κρίση εξωραϊσμού ή νόθευσης των στατιστικών στοιχείων της χώρας. Άρα μια νόθευση της αντίληψης της κοινωνίας, της κοινής γνώμης, του ελληνικού λαού για το ποια ήταν ακριβώς τα μακροοικονομικά και τα δημοσιονομικά δεδομένα. Αυτή η διαμάχη συνεχίζεται μέχρι τώρα. Ξέρετε, ότι στη χώρα μας έχει καταστεί αντικείμενο ποινικής διερεύνησης, ποινικής δίκης, η ενέργεια του επικεφαλής της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής να απεικονίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 επί τη βάση του οποίου οικοδομήθηκαν τα μέτρα δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής και αυτό το ζήτημα στην πραγματικότητα εκκρεμεί έως τώρα. Αλλά μετά, για να πάμε στο μέλλον με  μια μόνο φράση, μετά την δραστική επέμβαση στο χρέος που έγινε το 2011- 2012, μετά την ονομαστική μείωση, το κούρεμα και την  ακόμη δραστικότερη μείωση σε παρούσα αξία μέσω των ευνοϊκών όρων δανεισμού που διαμορφώνει ένα ακόμη μεγαλύτερο ΟSI(Official Sector Involvement)  που μας επιτρέπει τώρα να το επεκτείνουμε.  Βλέπετε ότι όλες οι περαιτέρω προσαρμογές, οι ευνοϊκές για την Ελλάδα, αφορούν το δεύτερο δάνειο, το δάνειο που έχει χορηγήσει ο EFSF,  το δάνειο του PSI αυτό είναι που βελτιώνεται ακόμη τώρα, αυτό έχει τη δυναμική να δώσει μεγαλύτερη μείωση σε παρούσα αξία.

Μόνο που οι πολιτικές διευθετήσεις και συμφωνίες που γίνονται με τους εταίρους μας σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και Eurogroup θέτουν έναν άλλον όρο που δεν υπήρχε μέχρι τώρα, ότι το κόστος δεν μπορεί να βαραίνει τους εταίρους. Το κόστος θα βαραίνει είτε την Ελλάδα είτε τον ίδιον τον ΕSM στο μέτρο που αυτός παράγει κάποιες – ας το πούμε έτσι – υπεραξίες λόγω της μεγάλης πιστοληπτικής ικανότητας που έχει, χωρίς να επιβαρύνει τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης που είναι μέτοχοί του και εγγυητές του.

Και, εδώ, θα συζητήσουμε, φαντάζομαι, λόγω της παρουσίας του Paul Kazarian που επιμένει  εμπράκτως στο ζήτημα αυτό, ότι τα πάντα εξαρτώνται από την ορθή απεικόνιση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Και το κεντρικό σημείο είναι ένα – όπως είχαμε την ευκαιρία να πούμε πέρυσι στο Λος Άντζελες σχεδόν όλοι  οι  παριστάμενοι εδώ σε ένα εξαιρετικό συνέδριο που είχε οργανώσει ο Jacob Soll με την στήριξη του Paul Kazarian και με την θερμή φιλοξενία του προέδρου Νικία  - η βασική ιδιομορφία της ελληνικής περίπτωσης.  Σε όλες τις χώρες – μέλη της Ευρωζώνης η διαφορά μεταξύ  ονομαστικής αξίας του χρέους και παρούσας αξίας είναι μεταξύ μιας και πέντε μονάδων του ΑΕΠ, ενώ στην ελληνική περίπτωση, λόγω αυτής της ευνοϊκής ιδιομορφίας που έχουμε το χρέος μας να το χρωστάμε στους εταίρους και στους θεσμούς, η  διαφορά μεταξύ ονομαστικής αξίας και παρούσας αξίας ξεπερνάει τις 80 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Από αυτό ως αφετηρία ξεκινάει μια οργανωμένη παρέμβαση για το χρέος με προοπτική, χωρίς αυτό να διογκώνει το χρέος όπως κινδυνεύουμε να συμβεί τώρα. Δηλαδή, να υπάρξει διευθέτηση που διασφαλίζει τη βιωσιμότητα, αλλά με διόγκωση επειδή η Ελλάδα αναλαμβάνει ένα βάρος που το 2012 το είχαν αναλάβει οι εταίροι.

Αυτό πολύ συνοπτικά είναι το ζήτημα στο οποίο μας εισάγει, με τόσο λαμπρό και σύνθετο τρόπο, το βιβλίο του Jacob Soll για το οποίο  τον συγχαίρω και τον ευχαριστώ θερμά.


 

 * Στην παρουσίαση του βιβλίου συμμετείχαν επίσης ο Νικόλαος Ηρειώτης, Πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών- του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Paul Kazarian, Japonica Partners, Charles and Agnes Kazarian Foundation,  ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης Γενικός Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής, ο   C.L. Max Nikias President of the University of Southern California, ο Χρήστος Σταϊκούρας, βουλευτής, π. Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών και ο Αριστοτέλης Τζιαμπίρης, Πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και- Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Συντονίζει ο Πρύτανης του ΕΚΠΑ Καθηγητής Μελέτιος-Αθανάσιος Κ. Δημόπουλος.